ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 25 ΜΑΡΤΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ δίκη, ἐπί τῆς ὁποίας διατυπώνω τίς ἀπόψεις μου σήμερα, άφορα τήν ερμηνεία τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικῶν καί εμπορικών υποθέσεων («σύμβαση περί ἁρμοδιότητος»), στό όποιο ὁρίζεται:
«Δέν ἀναγνωρίζονται οι ἀποφάσεις:
...
2.
ἄν τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο δέν ἐπεδόθη ἡ ἐκοινοποιήθη στον ἐρημοδικήσαντα εναγόμενο προσηκόντως καί εμπροθέσμως ώστε νά τοῦ παρασχεθεῖ ή δυνατότης υπερασπίσεως
...»
Ή ερμηνεία αυτής τῆς διατάξεως ἐζητήθη ἐν ὄψει τῶν ἀκολούθων πραγματικῶν περιστατικῶν.
Ό Michel, ἀναιρεσίβλητος στην κυρία δίκη, είναι κτηματομεσίτης στό Neuss. Όπως ισχυρίζεται, έχει χρηματική ἀπαίτηση — για μεσιτικά — ύψους 63270 DM κατά τοῦ Klomps, ἀναιρεσείοντος στήν κυρία δίκη. Γιά την ικανοποίηση αυτής τῆς ἀπαιτήσεως, ἀκολούθησε μία σύντομη διαδικασία, δηλαδή την διαδικασία τῆς εκδόσεως διαταγής πληρωμής μέ την ὁποία θά ασχοληθώ λεπτομερώς κατωτέρω. Κατόπιν αιτήσεως τοῦ Michel ὁ ἁρμόδιος δικαστικός ὑπάλληλος τοῦ Amtsgericht τοῦ Krefeld εξέδωσε στίς 29 Μαρτίου 1976 διαταγή πληρωμής (Zahlungsbefehl) — ὅπως ὠνομά-ζετο τότε — γιά 63270 DM σύν τους τόκους καί τά δικαστικά έξοδα. Ή ἀνωτέρω διαταγή πληρωμής ἐκοινοποιήθη στον ὀφειλέτη στίς 3 'Απριλίου 1976 διά καταθέσεως στό Ταχυδρομείο τοῦ Willich καί ειδοποιήσεως περί τῆς καταθέσεως στην διεύθυνση τού ὀφειλέτη στό Willich, Heiligenweg 34, πράξη πού θεωρείται ισοδύναμη μέ κοινοποίηση κατά την ἔννοια τοῦ άρθρου 182 τοῦ γερμανικού κωδικός πολιτικής δικονομίας. 'Επειδή δέν προ-εβλήθησαν ἀντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριών ήμερων — αυτή ήταν ἡ προθεσμία πού ίσχυε τότε βάσει τοῦ ἄρθρου 692 σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 499 τοῦ κώδικος πολιτικής δικονομίας γιά ὀφειλέτες πού εἶχαν τήν κατοικία τους στην περιφέρεια τού επιληφθέντος δικαστηρίου — εξεδόθη στίς 9 'Απριλίου 1976 διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως (Vollstreckungsbefehl). Αυτή ἡ διαταγή ἐκοινοποιήθη μέ τόν 'ίδιο τρόπο ὅπως καί ἡ διαταγή πληρωμής, ὁ ὀφειλέτης δέ έλαβε ειδοποίηση περί αυτής στίς 22 'Απριλίου 1976.
Ή διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως συνιστᾶ κατά τό γερμανικό δίκαιο προσωρινώς εκτελεστό τίτλο κατά τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατόν νά ἀσκηθεί ἀνακοπή εντός προθεσμίας μιᾶς εβδομάδος, ἄρα στην προκειμένη περίπτωση μέχρι τίς 29 'Απριλίου 1976.Ἡ ἀνακοπή ὅμως ἠσκήθη μόλις τήν 1η Σεπτεμβρίου 1976. Κατά τήν, ἐν συνεχεία, ενώπιον τοῦ Amtsgericht τοῦ Krefeld, δίκη, ἐρευνήθησαν τά περί τῆς κατοικίας τοῦ ὀφειλέτου, επειδή αυτός ἰσχυρίζετο ὅτι δέν ήταν πράγματι κάτοικος Willich, Heiligenweg 34, άλλα κατοικούσε στίς Κάτω Χώρες, ὅπως συνάγεται ἀπό έγγραφη στό δημοτολόγιο τοῦ Venlo τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1971 καί τοῦ Meijel τῆς 28ης Αυγούστου 1976. Βάσει, ὅμως, μαρτυρικών καταθέσεων, τό Δικαστήριο διεπίστωσε ὅτι ó καθ' οὗ ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ήταν επίσης κάτοικος Willich, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ γερμανικοῦ ἀστικού κώδικος καί τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας. Ἐν προκειμένω ήταν σημαντικό τό γεγονός ὅτι ή σύζυγος καί τά τέκνα τοῦ καθ' οὗ ἡ εκτέλεση, πού δέν ζοῦσαν χωριστά ἀπ' αυτόν, κατοικούσαν στό Willich καί τά τέκνα του φοιτοῦσαν στό ἐκεῖ σχολείο, ὅτι ó καθ' οὗ ή εκτέλεση ἀσκοῦσε εμπορία στό Willich, ὅτι, ἀκόμη, τό ὄνομά του ἦταν καταχωρημένο στον τηλεφωνικό κατάλογο τοῦ Willich καί ὅτι αυτός ἤρχετο στό Willich τακτικά γιά νά παραλαμβάνει τήν ἀλληλογραφία πού τοῦ ἀπεστέλλετο ἐκεῖ. Βάσει τῶν ἀνωτέρω, τό δικαστήριο ἐθεώρησε τήν κοινοποίηση τῆς διαταγής πληρωμής καί τῆς διαταγής περί προσωρινής ἐκτελέσεως ως προσήκουσα καί ἀπέρριψε τήν ἀνακοπή κατά τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως ὡς ἀπαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ἀσκήσεως μέ ἀπόφαση τῆς 19ης 'Απριλίου 1977, ἡ ὁποία κατέστη τελεσίδικη στίς 12 'Ιουλίου 1977.
Τό ἑπόμενο έτος, ὁ Michel επεδίωξε τήν διενέργεια ἀναγκαστικῆς εκτελέσεως κατά τοῦ Klomps στίς Κάτω Χώρες. Κατόπιν αἰτή-σεώς του — σύμφωνα μέ τά άρθρα 31, 32 καί 34 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος — διετάχθη, στίς 27 'Ιουνίου 1978 μέ διάταξη τοῦ προέδρου τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Roermond, ἡ περιαφή τοῦ τύπου τῆς εκτελέσεως ἐπί τῆς διαταγής πληρωμής καί τῆς διαταγής περί προσωρίνης εκτελέσεως πού ἀνεφέρθησαν ἀνωτέρω, καθώς καί — ὅσον άφορα τά δικαστικά έξοδα — ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Amtsgericht τοῦ Krefeld τῆς 19ης 'Απριλίου 1977. Κατ' αυτής τῆς διατάξεως ὁ καθ᾽ οὗ ή εκτέλεση ἤσκησε, βάσει τοῦ ἄρθρου 36 της συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, ένδικο μέσο, ἐπί τοῦ ὁποίου εξεδόθη ἀπόφαση τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Roermond στίς 20 Σεπτεμβρίου 1979. Μέ αύτη την ἀπόφαση τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ διαταγή πληρωμής καί ἡ διαταγή περί προσωρινής ἐκτελέσεως θεωρούνται ἀποφάσεις κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 25 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος — ιδίως επειδή, κατά τό άρθρο 700 τοῦ γερμανικού κώδικος πολιτικής δικονομίας, ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ισοδυναμεί πρός ερήμην εκδοθείσα ἀπόφαση πού ἐκηρύχθη ἐκτελεστή. Ή διαδικασία βάσει τῆς ὁποίας ἐξε-δόθησαν δέν παρουσιάζει παρατυπίες, ή κοινοποίηση δέν έγινε σέ ἐσφαλμένη διεύθυνση καί δέν υπήρχαν λόγοι ἀρνήσεως τής ἀναγνωρίσεως, βάσει τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συνθήκης περί ἁρμοδιότητος. Ἑπομένως, ἡ διαταγή πληρωμής καί ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ήταν δυνατόν νά ἀναγνωρισθούν βάσει των άρθρων 5 καί 26 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος καί επομένως νά επιτραπεί ἡ εκτέλεση βάσει τοῦ ἄρθρου 31 τῆς ἐν λόγω συμβάσεως. Όσον άφορα τήν ἀπόφαση τοῦ Amtsgericht τοῦ Krefeld, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ναί μέν ήταν δυνατόν νά ἀναγνωρισθεί, δέν ήταν ὅμως βεβαίως πρός τό παρόν δυνατόν νά εκτελεσθεί, διότι τά δικαστικά έξοδα δέν ήταν επαρκώς καθορισμένα, καί κατά συνέπεια, τό ένδικο μέσο πού ἤσκησε ὁ ὀφειλέτης, τό όποιο κατά τά λοιπά πρέπει νά ἀπορριφθεί, ὅσον άφορα αυτό τό σημείο, πρέπει νά θεωρηθεί βάσιμο.
Ἐν συνεχεία, τῆς υποθέσεως επελήφθη τό Hoge Raad κατόπιν ἀσκήσεως Kassationsbeschwerde (ἀναιρέσεως). Γιά νά στηρίξει τήν ἀναίρεση του, ὁ ἀναιρεσείων ἐπεκαλέσθη τό ἀνωτέρω ἀναφερθέν άρθρο 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος καί ἰσχυρίσθη ὅτι τό εἰσαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο — ἡ διαταγή πληρωμής — δέν τοῦ ἐκοινοποιήθη προσηκόντως καί εμπροθέσμως ώστε νά τοῦ παρασχεθεί ή δυνατότης υπερασπίσεως. Κατά τόν χρόνο τῆς κοινοποιήσεως τῆς διαταγής πληρωμής καί τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως δέν κατοικούσε στό Willich ἀλλά στό Meijel (Κάτω Χώρες), ήταν εγγεγραμμένος στό ἐκεῖ δημοτολόγιο καί ἐκεῖ κατοικούσε πράγματι — ὅπως καί ἡ σύζυγος του καί τά τέκνα του τήν εποχή εκείνη. Γιά τόν λόγο αυτό δέν τοῦ περιήλθαν πράγματι ἡ διαταγή πληρωμής καί ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως, καί ἐφ᾽ ὅσον δέν είχε τήν δυνατότητα νά ἀμυνθεί εγκαίρως, οἱ ἐν λόγω διαταγές δέν πρέπει νά ἀναγνωρισθούν.
Τό Hoge Raad κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ἡ κοινοποίηση τῆς διαταγής πληρωμής καί τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως πρέπει νά θεωρηθεί ὡς προσήκουσα κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος.'Αμφισβητούμενο εἶναι μόνο τό ζήτημα, ἄν είναι δυνατόν νά γίνει λόγος περί εμπροθέσμου κοινοποιήσεως κατά τήν έννοια τῆς ἀνωτέρω διατάξεως, ὅταν πρέπει νά θεωρηθεί ὡς δεδομένο ὅτι ὁ καθ' οὗ ἡ εκτέλεση δέν παρέλαβε τήν διαταγή πληρωμής καί τήν διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως, επειδή κατά τόν χρόνο τῆς κοινοποιήσεως τους εὑρίσκετο πράγματι στίς Κάτω Χώρες, ὅπως επίσης ἡ σύζυγος καί τά τέκνα του.
Τό Hoge Raad μέ ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουλίου 1980 ἀνέβαλε τήν δίκη καί υπέβαλε, πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ πρωτοκόλλου περί ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα:
«1.
Ή διαταγή πληρωμῆς καί ἀντιστοίχως ή διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως πού ἐξεδόθησαν σύμφωνα μέ τήν γερμανική νομοθεσία πού ίσχυε τό 1976 θεωρούνται ὡς «εἰσαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο» κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως;
2.
'Αν, σέ περίπτωση, ὅπως ἡ ὑπό κρίση, γίνει δεκτό ὅτι ἡ διαταγή πληρωμῆς («Zahlungsbefehl») ἀποτελεί τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 πρέπει, γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα, ἄν τό ἐν λόγω έγγραφο ἐκοι-νοποιήθη στόν καθ' οὗ εμπροθέσμως, ὥστε νά τοῦ παρασχεθεί ἡ δυνατότης υπερασπίσεως, νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη μόνον ἡ προθεσμία για την προβολή ἀντιρρήσεως («Widerspruch») κατά τῆς διαταγής πληρωμής, ἡ πρέπει νά ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη ἐπίσης καί τό γεγονός ὅτι μετά τήν πάροδο τῆς προθεσμίας αυτής ὁ καθ' οὗ δικαιούται νά ἀσκήσει ἀνακοπή («Einspruch») κατά τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως («Vollstreckungsbefehl») εντός νέας προθεσμίας;
3.
Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 εφαρμόζεται, ὅταν ὁ καθ' οὗ ἤσκησε ἀνακοπή κατά τῆς ερήμην ἀποφάσεως εντός τοῦ κράτους, ὅπού ὁ δικαστής εξέδωσε τήν ἀπόφαση, τῆς ὁποίας ζητείται ἡ ἀναγνώριση ἡ ἡ εκτέλεση (ὁ πρώτος δικαστής) καί ἄν ἡ ἀνακοπή εἶχε ἀπορριφθεί ὡς ἀπαράδεκτη ἀπό τόν πρώτο δικαστή, επειδή εξέπνευσε ἡ προθεσμία πού εἶχε ταχθεί γιά τήν άσκηση της;
4.
"Αν ὁ πρώτος δικαστής εδέχθη ὅτι κατά τήν ἡμερα τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου ὁ καθ' οὗ κατοικούσε στό κράτος πού εδρεύει ὁ δικαστής αυτός, έτσι ώστε ἀπό τήν άποψη αυτή ἡ κοινοποίηση νά έγινε νομοτύπως, τό άρθρο 27 περίπτωση 2 ἐπιβάλλει νά εξετασθεί τό ζήτημα κατά πόσον ἡ ἐν λόγω κοινοποίηση έγινε εμπροθέσμως, ώστε νά παρασχεθεῖ στόν εναγόμενο ἡ δυνα-τότης υπερασπίσεως; 'Επί καταφατικής ἀπαντήσεως, ἡ εξέταση αυτή πρέπει νά περιορισθεί στό ἄν τό σχετικό δικόγραφο ἐπεδόθη στην κατοικία τοῦ καθ' οὗ ἐμπροθέσμως ἡ πρέπει νά ερευνηθεί, παραδείγματος χάρη, καί κατά πόσον τό γεγονός τῆς επιδόσεως του στην ἐν λόγω κατοικία παρέχει ἀρκετά εχέγγυα ὅτι τό δικόγραφο περιήλθε εμπροθέσμως στον καθ' οὗ προσωπικῶς;
5.
Ὡς πρός τό άρθρο 52, έχει σημασία γιά τίς ἀπαντήσεις πού πρέπει νά δοθοῦν, στά ερωτήματα πού τίθενται ὑπό τόν ἀνωτέρω ἀριθμό 4 τό ὅτι ὁ δικαστής τοῦ κράτους, στό όποιο ζητείται ἡ ἀναγνώριση ἡ ἡ εκτέλεση κρίνει ὅτι, σύμφωνα μέ τό δίκαιο τοῦ κράτους αὐτοῦ, ὁ καθ' οὗ εἶχε τήν κατοικία του σ᾽ αυτό κατά τήν ήμερα τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου;»
Ἐπ᾽ αὐτῶν τῶν ερωτημάτων ἡ άποψή μου είναι ἡ ἀκόλουθη:
1.
'Επιτρέψτε μου νά ἀρχίσω μέ μερικές παρατηρήσεις σχετικές μέ τήν διεξαγωγή τῆς διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής ὅπως ἐρρυθμίζετο — βάσει τοῦ νόμου τῆς 12ης Σεπτεμβρίου 1950 — ἀπό τά άρθρα 688 έως 703 τοῦ κωδικος πολιτικής δικονομίας.
Ή διαδικασία αυτή, ἡ ὁποία εφαρμόζεται μόνο γιά ὁρισμένο είδος ἀπαιτήσεων, ἤρχισε βάσει ἁπλής αἰτήσεως, ἡ ὁποία δέν ἐγνωστοποιήθη στόν ἀντίδικο. Τήν αίτηση αυτή ἐξήτασε ὁ ειδικός δικαστικός υπάλληλος (Rechtspfleger) τοῦ ἁρμοδίου Amtsgerichἀ, ὁ όποιος μετά ἀπό διενέργεια ὁρισμένων ερευνών, μεταξύ άλλων, περί τῆς ἁρμοδιότητος καί τοῦ πιθανολογούμένου νόμου βασιμου τῆς προβληθείσης ἀξιώσεως εξέδωσε διαταγή πληρωμής — δηλαδή επιταγή πρός Ικανοποίηση τῆς προβληθείσης ἀπαιτήσεως. Αυτή ἡ διαταγή πληρωμής ἐκοινοποιήθη αυτεπαγγέλτως, λόγω δέ ἀπουσίας τοῦ ὀφειλέτου διενηργήθη πράξη ἰσοδύναμη μέ κοινοποίηση, τοῦ εἴδους πού ἀνεφέρθη στην ἀρχή. Κατ' αυτής τῆς διαταγής πληρωμής ἐπετρέποντο ἀντιρρήσεις, γιά τίς όποιες, τότε, ἴσχυε προθεσμία τριών ημερών — ἄν ὁ ὀφειλέτης εἶχε τήν κατοικία του εντός τῆς περιφερείας τοῦ δικαστηρίου — άλλως μιᾶς ἑβδομάδος. 'Εν πάση περιπτώσει, ήταν δυνατόν σύμφωνα μέ τό άρθρο 694 τοῦ κωδικός πολιτικῆς δικονομίας νά προβληθοῦν ἀντιρρήσεις μέχρις ὅτου εκδοθεί ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως. Ή προβολή ἀντιρρήσεων μετέβαλε τήν διαδικασία σέ τακτική κατ' ἀντιδικία διαδικασία, γιά τήν ὁποία, κατά τό άρθρο 596 τοῦ κωδικός πολιτικῆς δικονομίας, ἡ διαταγή πληρωμῆς ἴσχυε ὡς ἀγωγή. "Αν δέν προεβάλλοντο ἀντιρρήσεις, ἐξεδίδετο κατόπιν αιτήσεως τοῦ δανειστοῦ, ή ὁποία ἠδύνατο νά κατατεθεί ήδη πρό της παρελεύσεως τῆς προθεσμίας πού ἐτάχθη στην διαταγή πληρωμῆς, διαταγή περί προσωρινῆς εκτελέσεως — δηλαδή ἕνας τύπος πού τίθεται ἐπί τῆς διαταγῆς πληρωμῆς καί καθιστά δυνατή τήν εκτέλεση, ὅπως στην περίπτωση μιας ερήμην ἀποφάσεως. Κατά τῆς διαταγῆς περί προσωρινῆς εκτελέσεως, ἡ ὁποία ἐκοινο-ποιεῖτο κατά τόν ἴδιο τρόπο ὅπως καί ή διαταγή πληρωμῆς, ἐπετρέπετο άσκηση ἀνακοπῆς, γιά τήν ὁποία τότε 'ίσχυε προθεσμία μιᾶς εβδομάδος. "Αν δέν ἠσκεῖτο ἀνακοπή εντός αὐτῆς τῆς προθεσμίας, ή διαταγή περί προσωρινῆς εκτελέσεως καθίστατο ἀμετάκλητη ἄν ἠσκεῖτο ἀνακοπή, ή διαδικασία μετεβάλλετο σέ τακτική κατ' ἀντιδικία διαδικασία, ἡ εκκρεμοδικία τῆς ὁποίας εθεωρείτο ὅτι ἤρχιζε ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς διαταγῆς πληρωμῆς.
Αυτή ἡ διαδικασία — επιτρέψτε μου νά τό ἀναφέρω ἐκ νέου — ἐτροποποιήθη μέ νόμο της 3ης Δεκεμβρίου 1976, ὁ όποιος ἤρχισε νά Ισχύει ἀπό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1977. 'Επρόκειτο, ἐν προκειμένω, περί προσαρμογῆς τῆς ρυθμίσεως στίς ἀνάγκες τῆς ἐπεξεργασίας δεδομένων μέσω ηλεκτρονικῶν υπολογιστῶν καί, μέσα στό πλαίσιο κυρίως μιᾶς τέτοιας γενικότερης τροποποιήσεως, ἐτρο-ποποιήθησαν οἱ σχετικές προθεσμίες, ώστε ἐφ᾽ έξῆς τόσο γιά τήν προβολή ἀντιρρήσεων ὅσο καί γιά τήν άσκηση ἀνακοπῆς παρέχεται ἑκάστοτε προθεσμία δεκατεσσάρων ήμερων.
2.
Μέ τό πρώτο ερώτημα τό Hoge Raad ζητεί νά πληροφορηθεί ἄν ἡ διαταγή πληρωμής καί ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως πρέπει νά θεωρηθούν ὡς εισαγωγικά τῆς δίκης ἔγγραφα κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος.
Γιά νά δοθεί ἀπάντηση σ᾽ αυτό τό ερώτημα δέν εἶναι ἀναγκαίο νά ἐξετασθεί περαιτέρω ἄν ἡ έννοια «τό ... εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο» πρέπει νά ἑρμηνευθεί κατά τρόπο αυτόνομο, βάσει τοῦ ὅλου συστήματος καί τοῦ σκοπού τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, ὅπως υποστηρίζει ὁ ἀναιρε-σίβλητος στην κυρία δίκη, ἤ ἄν πρέπει νά καθορισθεί ἀπό τό δίκαιο τοῦ πρώτου δικαστού, τί πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀγωγή, ὅπως υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή, τονίζοντας τό ὅτι ἡ ἀνωτέρω διατύπωση ευρίσκεται ήδη στό άρθρο 20 παράγραφος 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, τό όποιο άφορᾶ τήν διαδικασία πού ὀφείλει νά εφαρμόσει ὁ πρώτος δικαστής.
'Εν πάση περιπτώσει, εἶναι σαφές ὅτι άλλως ἀπ᾽ ὅ,τι συμβαίνει μέ τήν αἴτηοη εκδόσεως διαταγῆς πληρωμῆς, γιά τήν ὁποία ὁ ἀντίδικος δέν λαμβάνει καμμία εἰδοποίηση, ή διαταγή πληρωμῆς πληροί τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτοῦνται γιά τά εισαγωγικά τῆς δίκης έγγραφα, σύμφωνα μέ τήν ἰδέα, στην ὁποία στηρίζεται ἡ προστατευτική διάταξη τοῦ ἄρθρου 27 περί τῆς δυνατότητος ἀποτελεσματικής νομικής υπερασπίσεως. Ή διαταγή πληρωμῆς περιέχει στοιχεία περί τῆς αίτιας τῆς προβληθείσης ἀπαιτήσεως, ὅπου ἀρκεῖ ἡ περιγραφή τῶν πραγματικών γεγονότων πού πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψη καί τῆς έννόμου σχέσεως πού συνάγεται ἀπό αυτά, κοινοποιείται στόν ἀντίδικο, εκείνος δέ διαθέτει ἀπό αυτή τήν στιγμή μία ὁρισμένη προθεσμία, γιά νά ἀντικρούσει τήν προβληθεῖσα ἀξίωση. "Αν αυτό συμβεῖ, ἡ εκκρεμοδικία θεωρείται ὅτι ἀρχίζει — ὅπως ἀνεφέρθη ἀνωτέρω — μέ τήν κοινοποίηση τῆς διαταγής πληρωμής. Ή διαταγή πληρωμῆς θεωρείται ὡς εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο καί συνιστά τήν βάση τῆς δικαστικής ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐν συνεχεία εκδίδεται κατόπιν διαδικασίας κατ' ἀντιδικία.
Ἄν στό πρώτο ἐρώτημα γίνεται ἐπί πλέον λόγος γιά την διαταγή περί προσωρινῆς ἐκτελέσεως, δύναται νά ληφθεί ὡς δεδομένο ὅτι αύτη ἡ διαταγή, ἄν καί δέν εξεδόθη ἀπό δικαστή, πρέπει ὁπωσδήποτε νά θεωρηθεῖ ὡς δικαστική ἀπόφαση κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 25 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος. Αυτό έχει τονισθεί στην θεωρία (Bülow-Böckstiegel Internationaler Rechtsverkehr in Zivil- und Handelssachen, σημείωση III, 2 ἐπί τοῦ ἄρθρου 27 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος) καί συνάγεται επίσης ἀπό την έκθεση Jenard ('Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων ἀριθμός C 59 τῆς 5ης Μαρτίου 1979, σ. 42), σημαίνει δέ ταυτοχρόνως επιβεβαίωση τῆς απόψεως ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ἡ διαταγή πληρωμής, ἡ ὁποία ἀποτελεί τήν βάση τῆς εκδόσεως διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 27 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος. Εἶναι ὅμως δύσκολο νά υποστηριχθεί ἐπί πλέον ἡ άποψη ὅτι καί ἡ διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως εἶναι εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος. Διότι καί ἄν ἀκόμη κατά τό γερμανικό δικονομικό δίκαιο, τό όποιο πρέπει κατά πρώτο νά ληφθεί ὡς βάση, στην περίπτωση τοῦ άρθρου 27 εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ άσκηση ἀνακοπής κατά τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως μεταβάλλει τήν διαδικασία σέ συνήθη ἀστική δίκη, ἡ ὁποία άφορᾶ τήν ἑνιαία ἀπόφαση (διαταγή πληρωμής καί διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως), τό ουσιώδες εἶναι ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 700 τοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας μέ τήν κοινοποίηση τῆς διαταγής πληρωμής ή ἀξίωση θεωρείται ὅτι ἤχθη πρός κρίση ενώπιον δικαστηρίου. Ἀπό αυτό συνάγεται ὅτι καί σ᾽ αυτήν τήν περίπτωση ἡ διαταγή πληρωμῆς πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο.
3.
Τό Hoge Raad έρωτᾶ περαιτέρω ἄν, στην περίπτωση πού ἡ διαταγή πληρωμής συνιστά εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο πρέπει, ὡς πρός τό ἄν ἡ κοινοποίηση στόν καθ' οὗ έγινε εμπροθέσμως, ώστε νά τοῦ παρασχεθεί ἡ δυνατότης υπερασπίσεως, νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη μόνο ἡ προθεσμία προβολής ἀντιρρήσεων κατά τῆς διαταγής πληρωμής ἡ ἀκόμη καί ἡ περαιτέρω προθεσμία ἡ ὁποία ισχύει γιά τήν άσκηση ἀνακοπής κατά τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως.
Σ' αυτό τό ερώτημα, κατά τήν άποψη τοῦ ἀναιρεσιβλήτου στην κυρία δίκη, πρέπει νά δοθεί ἡ ἀπάντηση ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη καί ἡ προθεσμία ἀσκήσεως ἀνακοπής. Σχετικώς τονίζεται τό γεγονός ὅτι μετά τήν άσκηση τῆς ἀνακοπής εἶναι δυνατή πλήρης υπεράσπιση κατά τῆς προβληθείσης ἀξιώσεως. 'Εκτός αὐτοῦ υπενθυμίζεται ὅτι εκτέλεση, βάσει προσωρινώς εκτελεστής ἀποφάσεως, κατά κανόνα διενεργείται ὑπό επιφύλαξη, διότι ἄν γίνει δεκτή ἡ ἀνακοπή υπάρχει κίνδυνος νά δημιουργηθοῦν ἀξιώσεις περί ἀποζημιώσεως καί ὅτι ὁ καθ' οὗ ή εκτέλεση μετά τήν άσκηση τῆς ἀνακοπής έχει τήν δυνατότητα νά ζητήσει ἀναστολή τῆς εκτελέσεως.
Ή άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ευρίσκεται πλησιέστερα πρός αυτή τήν άποψη. Γιά τήν 'Επιτροπή εἶναι σημαντικό ὅτι ἡ ἐκπρόθεσμη προβολή ἀντιρρήσεων ισχύει ὡς ἀνακοπή καί ὅτι μέ τήν ἀνακοπή καλύπτονται κατά κάποιο τρόπο καί οἱ ἀντιρρήσεις. Ή 'Επιτροπή, ἐπί πλέον, τονίζει τήν δυνατότητα πλήρους υπερασπίσεως μετά τήν άσκηση ἀνακοπής, ἐφ᾽ ὅσον στην περίπτωση αυτή δέν εἶναι υποχρεωτικό νά γίνει λεπτομερής ἀνάπτυξη περί τοῦ βασιμου ταυτοχρόνως μέ τήν άσκηση τῆς ἀνακοπής, άλλά κατά κανόνα μόλις ἐντός τῆς προθεσμίας πού ὁρίζεται μεταγενεστέρως. Προφανώς ὅμως θεωρεί — ἄν ἐννόησα καλώς τίς ἀπόψεις πού ἀνέπτυξε κατά τήν προφορική διαδικασία — ὅτι μία τόσο ευρεία άποψη είναι δυνατόν νά εφαρμοσθεί, μόνο ἄν τό ἐπιβάλλουν εἰδικές συνθήκες μιᾶς συγκεκριμένης υποθέσεως, δηλαδή, ὅταν ἡ εκτέλεση δυνάμει διαταγής περί προσωρινής ἐκτελέσεως δέν διενεργείται ἀμέσως καί κατά τό χρονικό σημείο τῆς διεξαγωγῆς τῆς διαδικασίας περί ἀναγνωρίσεως εἶναι βέβαιο ὅτι δέν κατετέθη ἀνακοπή εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας.
Ή γερμανική κυβέρνηση ἀντιθέτως έχει ἐκφρασθεί σαφῶς — τουλάχιστον στίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς — κατά τῆς δυνατότητος νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ προθεσμία καταθέσεως τῆς ἀνακοπής. Ἐν προκειμένω, σημασία έχει ὅτι ἡ διαταγή περί προσωρινής ἐκτελέσεως ἀποτελεί εκτελεστό τίτλο, ὅπως καί μία ερήμην ἀπόφαση. Ή προστασία ὅμως, πού επιδιώκεται μέ τό άρθρο 27 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, ἀπαιτεί νά υφίσταται δυνατότης υπερασπίσεως πρό τῆς εκδόσεως του' τίτλου, δυνάμει τοῦ ὁποίου χωρεί εκτέλεση, ὥστε μέ αυτό τόν τρόπο νά εξασφαλισθεί ὅτι μεταξύ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εἰσαγω-γικοῦ τῆς δίκης έγγράφου — στην προκειμένη περίπτωση: τῆς διαταγής πληρωμής — καί τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία έκδίδεται συνεπεία αὐτοῦ νά μεσολαβεῖ εύλογο χρονικό διάστημα γιά τήν υπεράσπιση τοῦ καθ' οὗ.Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου κλίνω κατ' ἀρχήν πρός τήν άποψη τῆς ὁμοσπονδιακής κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ή οικονομία τῆς συμβάσεως καί ὁ σκοπός τοῦ ἄρθρου 27, έχει προφανῶς ὑπέρ αὐτῆς πολύ σοβαρά επιχειρήματα. 'Εκτός αὐτοῦ δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι βάσει τοῦ άρθρου 46 τῆς συμβάσεως ὁ διάδικος, ὁ όποιος επισπεύδει τήν ἐκτέλεση, ὑπο-χρεοῦται, προκειμένου περί ἐρήμην εκδοθείσης ἀποφάσεως, νά προσκομίσει τό πρωτότυπο ἡ τό ἐπικυρωμένο ἀντίγραφο τοῦ έγγραφου, ἀπό τό όποιο συνάγεται ὅτι τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο ἐκοινοποιήθη στόν ἐρημοδικήσαντα διάδικο. Συνεπῶς, εἶναι σαφές ὅτι τό τελευταίο αυτό έγγραφο εἶναι διαφορετικό ἀπ' αυτό ἀκριβώς, πού ἀποτελεῖ τόν τίτλο βάσει τοῦ ὁποίου χωρεί εκτέλεση. 'Εφ' ὅσον κατά τήν διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο εἶναι ἡ διαταγή πληρωμής, αυτό πού έχει σημασία
είναι τί προθεσμία διέθετε ὁ καθ' οὗ ἡ εκτέλεση μετά τήν κοινοποίηση τῆς γιά τήν υπεράσπιση του. Βεβαίως, κατά τήν εξέταση τοῦ ευλόγου αυτής τῆς προθεσμίας πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη διάφορα στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση ἡ προθεσμία δέν εἶναι αυστηρῶς ἀποκλειστική. 'Αντιθέτως, επιτρέπονται ἀντιρρήσεις μέχρι τῆς εκδόσεως τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως, ἡ ὁποία συχνά λόγω φόρτου ἐργασίας εκδίδεται μετά ἀπό ἀρκετό χρόνο, στην προκειμένη περίπτωση έξι ήμέρες μετά τήν έκδοση τῆς διαταγής πληρωμής. Εἶναι ἐπίσης ουσιῶδες ὅτι ὁ ὀφειλέτης ἐντός αυτής τῆς προθεσμίας ὀφείλει ἁπλώς νά γνωστοποιήσει ὅτι δέν ἀναγνωρίζει τήν ἀπαίτηση. Αὐτό δύναται νά γίνει ἀπολύτως ἀτύπως καί χωρίς προβολή λόγων, παραδείγματος χάρη προφορικώς ενώπιον τοῦ υπαλλήλου τῆς γραμματείας τοῦ δικαστηρίου ἡ ἐπίσης — ὅπως διεβεβαίωσε ὁ εκπρόσωπος τῆς ὁμοσπονδιακής κυβερνήσεως — τηλεφωνικώς ή τηλεγραφικῶς καί χωρίς νά χρειάζεται ὁ τυχών ἀντιπρόσωπος νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι εξουσιοδοτημένος. Συνεπώς, επειδή μέ τήν προβολή ἀντιρρήσεων ἡ διαδικασία μεταβάλλεται σέ τακτική, ἀπομένει ἀρκετός χρόνος γιά εἰς βάθος προετοιμασία τῆς υπερασπίσεως, ἡ ὁποία κατά κανόνα θά γίνει μόλις κατά τήν μεταγενεστέρως ὁρισθησο-μένη δικάσιμο ἡ μέχρις αυτής.
Πάντως, θά ήθελα νά προσθέσω ὅτι ή άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς δέν εἶναι άνευ έτερου ἀπορριπτέα στό σύνολό της. Κατ' αυτήν εἶναι σημαντικό κατά τήν ἑρμηνεία τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος νά προέχει ὁ επιδιωκόμενος σκοπός τῆς — διευκόλυνση τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν δικαστικών ἀποφάσεων. Μέ βάση αυτή τήν ιδέα, άλλά ἐπειδή καί ὁ τίτλος ΙΙ τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος ήδη προβλέπει εγγυήσεις ὅσον άφορᾶ τήν διαδικασία πού πρέπει νά ἀκολουθήσει ὁ πρώτος δικαστής καί ἐπειδή ἡ ἀναγνώριση συνήθως γίνεται χωρίς ἰδιαίτερη διαδικασία, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ενδεικνυομένη ἡ περιοριστική εφαρμογή τῶν διατάξεων τῶν άρθρων 27 καί 28. "Αν αυτό γίνει δεκτό, τότε είναι πράγματι δυνατό νά υποστηριχθεί ὅτι, σέ μία περίπτωση ὅπως ἡ παροῦσα, κατά την ὁποία ἡ διαταγή πληρωμῆς ἐκοινοποιήθη στίς 22 'Απριλίου 1976 καί στην ὁποία κατά τήν διεξαγωγή τῆς διαδικασίας περί ἀναγνωρίσεως κατά τό έτος 1978 ήταν σαφές ὅτι ἡ προθεσμία ἀσκήσεως ἀνακοπῆς παρήλθε άπρακτη, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη καί ἡ προθεσμία ἀσκήσεως ἀνακοπής, γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ἐρώτημα, ἄν παρεσχέθη ἀρκετό χρονικό διάστημα στον καθ' οὗ ἡ ἐκτέλεση γιά νά ἀντικρούσει τήν κατ' αὐτοῦ προβαλλομενη ἀπαίτηση, ἀυτός δέ ὁ τρόπος υπολογισμού δίδει συνολικώς χρονικό διάστημα προετοιμασίας ἀμύνης 25 ήμερων.
4.
Ἐν σχέσει μέ τά ἀνωτέρω πρέπει νά εξετασθεί τό περαιτέρω ἐρώτημα, ποια σημασία 'έχει γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος τό γεγονός, ὅτι ὁ εναγόμενος ἤσκησε ένδικο μέσο στό κράτος τοῦ πρώτου δικαστού, τό ὁποῖο ἀπερρίφθη λόγω παρελεύσεως τῆς προβλεπομένης γι' αὐτό προθεσμίας.
Ὁ ἀναιρεσίβλητος στην κυρία δίκη υπεστήριξε σχετικώς τήν άποψη, ὅτι ὁ δικαστής τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως δεσμεύεται ἀπό τίς εκτιμήσεις τοῦ πρώτου δικαστού. 'Ιδιαίτερη έρευνα ἀπό τόν δικαστή τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως σύμφωνα μέ τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος δέν είναι σύμφωνη ὄχι μόνο μέ τό πνεῦμα καί τόν σκοπό τῆς ἐν λόγω συμβάσεως άλλά ἀντιβαίνει καί στίς ἀρχές τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου καί τοῦ ενιαίου τῆς εκτελέσεως. Ή ὁμοσπονδιακή κυβέρνηση ὅμως καί ἡ 'Επιτροπή δέν ἀποδέχονται κάτι τέτοιο. Κατά τήν γνώμη μου, οἱ ἀνωτέρω έχουν άριστα ἐπιχειρήματα.
"Αν γίνει δεκτό ὅτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 πρέπει νά ερμηνευθεί αὐστηρῶς, πρᾶγμα πού ἡ ὁμοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί ὡς ὀρθό ὡς πρός τό πότε υπάρχει εμπρόθεσμη κοινοποίηση τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης ἐγγράφου, ώστε νά υφίσταται επαρκής δυνατότης υπερασπίσεως, εἶναι ήδη σημαντικό, ὅτι ὁ πρώτος δικαστής ὤφειλε νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς ανακοπής κατά τῆς δια-ταγῆς περί προσωρινής ἐκτελέσεως πού κατετέθη τήν 1η Σεπτεμβρίου 1976. 'Επρόκειτο επομένως ὄχι περί υπερασπίσεως πρό τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐκτελεστοῦ τίτλου, άλλα περί προσπαθειας υπερασπίσεως μετά τήν έκδοση του. Ούτε καί αυτή ἡ προσπάθεια κατέληξε στόν έλεγχο τῆς επιμάχου αξιώσεως, ἀλλά — λόγω παρελεύσεως τῆς προθεσμίας κατά τό ἐθνικό δίκαιο — σέ άρνηση διενεργείας αὐτοῦ τοῦ έλεγχου καί, έτσι, τοῦ έλεγχου ενδεχομένων παρατυπιών, πού ήταν δυνατόν νά πάσχει ἡ διαδικασία ἐνώπιον τοῦ πρώτου δικαστοῦ. Πρέπει, ἐπί πλέον, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό άρθρο 27 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος συνιστά προστατευτική διάταξη στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας ἀναγνωρίσεως καί εκτελέσεως, ἡ ὁποία ἀρχίζει κατόπιν αἰτήσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 31 τῆς συμβάσεως. 'Εδώ ὁ δικαστής τοῦ κράτους ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως — ὁ πρώτος δικαστής — δέν συμμετέχει. 'Εφαρμόζει κατ' ἀρχήν μόνο τό ἐθνικό του δίκαιο, καί δέν διενεργεί καθόλου τόν έλεγχο, πού ὁρίζεται ἀπό τό άρθρο 27 περίπτωση 2. 'Επί πλέον, είναι σαφές ὅτι — καί ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου πρέπει νά γίνει ἐκ νέου παραπομπή στην έκθεση Jenard — ἡ διάταξη τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 έχει αυτόνομο χαρακτήρα σέ σχέση μέ τό εθνικό δίκαιο τόσο τοῦ πρώτου δικαστοῦ ὅσο καί τοῦ δικαστοῦ τοῦ κράτους τῆς ἐκτελέσεως. Ό δικαστής τοῦ κράτους τῆς ἐκτελέσεως ὀφείλει νά ἐξετάσει, κατ' Ιδίαν κρίση, ἄν πληροῦνται καί οἱ δύο προϋποθέσεις, πού ἀναφέρονται στην ἀνωτέρω διάταξη, καί ἐπί πλέον, ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα τοῦ εμπροθέσμου τῆς κοινοποιήσεως, ἐπειδή πρέπει σχετικώς νά ερευνηθεί τό τί πράγματι συνέβη, δικαιοῦται ὁπωσδήποτε νά ἐξετάσει τά τῶν προθεσμιών πού προβλέπονται ἀπό τό εθνικό δίκαιο.
Κατά την γνώμη μου εἶναι προφανές ὅτι δέν δύναται νά επιχειρηθεί ἡ ἀντίκρουση τῶν ἀνωτέρω ἀπόψεων μέ επίκληση των άρχων τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου καί τοῦ ἐνιαίου τῆς εκτελέσεως. Πράγματι, ἄν οἱ ἐν λόγω ἀρχές θά έπρεπε νά ἀποτελούν την κατευθυντήρια γραμμή τῆς διαδικασίας εκτελέσεως σύμφωνα μέ τήν σύμβαση περί ἀρμοδιότητος, δέν θά εἶχε ἀκριβώς θεσπισθεί στην σύμβαση μία διάταξη ὅπως ή διάταξη τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2, αλλά παραλείποντας μία πρόσθετη προστασία τοῦ ὀφειλέτου κατά τήν διαδικασία περί ἀναγνωρίσεως καί εκτελέσεως θά ήταν ἁπλῶς επαρκές νά τηρούνται οἱ κανόνες πού ἀπευθύνονται στόν πρῶτο δικαστή.
5.
Τό τέταρτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Hoge Raad, τό όποιο πρέπει νά εξετασθεί ἐν συνεχεία, ἀποτελείται ἀπό δύο σκέλη: ἀφ' ενός, πρέπει νά εξετασθεί, ἄν, σέ περίπτωση πού ὁ πρώτος δικαστής έχει καταλήξει στό συμπέρασμα, ὅτι κατά τόν χρόνο τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης έγγράφου ὁ εναγόμενος εἶχε τήν κατοικία του στό κράτος τοῦ πρώτου δικαστού καί γιά τόν λόγο αυτό ἡ κοινοποίηση σέ αυτή τήν διεύθυνση ήταν ἡ προσήκουσα, εἶναι περαιτέρω ἀναγκαίος ὁ έλεγχος ἐκ μέρους τοῦ δικαστού τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως περί τοῦ ἄν ἡ κοινοποίηση ἐπραγματοποιήθη ἐμπροθέσμως κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος. Ἀφ' έτερου, τό Hoge Raad ζητεί ἀπάντηση στό ερώτημα — καί ιδίως σέ περίπτωση θετικής ἀπαντήσεως στό πρώτο σκέλος τοῦ τετάρτου ἐρωτήματος — ἄν ὁ έλεγχος εἶναι δυνατόν νά περιορισθεί στό ζήτημα, κατά πόσο τό εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο περιήλθε στην κατοικία τοῦ εναγομένου εμπροθέσμως ή, ἄν πρέπει επίσης νά εξετασθεί ἄν μία τέτοια είδους κοινοποίηση προσφέρει ικανοποιητική εγγύηση, ὅτι τό έγγραφο ήταν δυνατό νά περιέλθει εγκαίρως στόν εναγόμενο προσωπικώς.
α)
Τό πρώτο σκέλος τοῦ τετάρτου ερωτήματος φαίνεται ὅτι άφορᾶ ένα πρόβλημα σχετικό μέ τό ἀντικειμενικό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως. Πρέπει νά σκεφθούμε, κατά πρώτον, ἄν ἡ ἀναφερθείσα διάταξη ενδεχομένως άφορᾶ μόνο τίς περιπτώσεις πού ή κοινοποίηση πρέπει νά γίνει στην ἀλλοδαπή, καί συνεπώς, δέν ισχύει γιά περιπτώσεις, πού, ἀπό τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐπιλαμβα-νομένου δικαστού, συνιστούν σαφώς υποθέσεις ημεδαπού χαρακτῆρος, επειδή τόσο ή κατοικία τῶν διαδίκων, ἀλλά καί ὁ τόπος ὅπου ευρίσκεται τό ἀντικείμενο τῆς διαφοράς παρουσιάζουν στοιχεία ἡμεδα-πότητος. Πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση φαίνεται ὅτι ἡ ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 συνιστά συμπληρωματική προστασία, ἡ ὁποία εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεί ἀδικαιολόγητη. Θά ήταν πράγματι δυνατόν νά λεχθεί ὅτι ἄν, ὑπό αυτές τίς συνθήκες, εἶναι δυνατή ἡ εκτέλεση στό εσωτερικό τῆς χώρας άνευ έτερου, διότι δέν υπάρχει κανένας λόγος γιά νά θεωρηθεί ὅτι υφίσταται περιορισμός τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως, δέν γίνεται ἀντιληπτό γιατί θά έπρεπε νά ισχύει άλλο κριτήριο, ὅσον ἀφορᾶ τόν σεβασμό τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως στην περίπτωση επεμβάσεως σέ περιουσία πού ευρίσκεται στην ἀλλοδαπή.
Ή τελείως γενική διατύπωση τοῦ άρθρου 27 ὅμως δέν δίνει κανένα στοιχείο γιά ἕνα τέτοιου εἴδους συμπέρασμα, ἰδίως ὅταν συγκριθεί μέ τό άρθρο 20 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, τό όποιο ρητώς ἀναφέρεται στον εναγόμενο πού έχει τήν κατοικία του στό έδαφος ἑνός τῶν συμβαλλομένων κρατών καί ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου ἑνός ἀλλον τῶν συμβαλλομένων κρατών. Καί ἡ θεωρία φαίνεται γενικώς νά θεωρεί ὡς δεδομένο ὅτι ἡ ἐδῶ ἐνδιαφέρουσα διάταξη εφαρμόζεται ἀκόμη καί ὅταν ὁ εναγόμενος έχει τήν κατοικία του εντός τοῦ κράτους τοῦ πρώτου δικαστού καί γιά τήν κοινοποίηση τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης έγγράφου εἶναι ἀναγκαία μόνον ἡ κοινοποίηση στό εσωτερικό τῆς χώρας (πρβλ. Bulow-Böckstiegel, op. cit., παρατήρηση ΙΙΙ ἐπί τοῦ ἄρθρου 27 Manha Weser, Convention communautaire sur la compétence judiciaire et l'exécution des décisions, σ. 332' Droz, Compétence judiciaire et effets des jugements dans le marché commun, σ. 315).
Ἄν ὅμως αυτό θεωρηθεί ὀρθό, δηλαδή ἄν γίνει δεκτό ὅτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 της συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος κατά κανόνα εφαρμόζεται, ὅταν πρέπει νά γίνει ἐκτέλεση στην ἀλλοδαπή, τότε ἡ ἀπάντηση στό πρῶτο σκέλος τοῦ τετάρτου ερωτήματος κατά τά λοιπά δέν παρουσιάζει δυσκολίες. Σύμφωνα μέ την έκθεση Jenard εἶναι σαφές ὅτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 πρέπει νά θεωρηθεί ως ιδιαίτερη προστατευτική διάταξη στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας περί ἀναγνωρίσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεί ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ, ενώπιον τοῦ ὁποίου ζητείται ἡ ἀναγνώριση, αυτόνομο έλεγχο ὑπό δύο πρίσματα σωρευτικῶς λαμβανόμενα. 'Από τά ἀνωτέρω δέν συνάγεται μόνο ὅτι ὁ δεύτερος δικαστής δέν δεσμεύεται ἀπό τά κριθέντα τοῦ δικαστοῦ τῆς οὐσίας, ὅσον άφορᾶ τό προσήκον τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγραφου, ἡ ὁποία κρίνεται βάσει τοῦ δικαίου τοῦ πρώτου δικαστού καί τῶν σχετικών διεθνών συμβάσεων (πρβλ. Bülow-Böckstiegel, op. cit., παρατήρηση III, 4 α ἐπί τοῦ ἄρθρου 27). 'Ο δικαστής τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως ὀφείλει, ἐπί πλέον, ἐν πάση περιπτώσει, νά ελέγξει ἐπίσης ἄν ἡ κοινοποίηση ἐπραγματοποιήθη ἐμπροθέσμως ώστε νά παρασχεθεί στόν εναγόμενο ή δυνατότης υπερασπίσεως, Ἐδώ, δέν δεσμεύεται — ὅπως παραδείγματος χάρη τονίζεται ἀπό τους Bülow-Böckstiegel, op. cit. — ἀπό τίς διατάξεις πού ὀφείλει νά ἐφαρμόσει ὁ πρώτος δικαστής, άλλά, ἀντιθέτως, ὀφείλει νά προβεί στόν ἐν λόγω έλεγχο — ενδεχομένως ex officio — μέ δική του πρωτοβουλία έχοντας ὑπ᾽ ὄψη ὅλες τίς πλευρές τῆς περιπτώσεως (εἶδος τῆς διαφοράς, διάδικοι, ὑποχρέωση διορισμού δικηγόρου, ἀναγκαιότητα νά γίνουν μεταφράσεις κλπ.).
β)
Ἐπί τοῦ δευτέρου σκέλους τοῦ τετάρτου ερωτήματος θά ἤθελα νά τονίσω, κατά πρώτον, ὅτι μοῦ φαίνεται ὀρθή ή άποψη εκείνων, οι όποιοι κατ' ἀρχήν συντάσσονται υπέρ μιας στενής ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2. Ἐν προκειμένω, είναι ἀποφασιστικό ὅτι ἡ σύμβαση περί ἁρμοδιότητος προβλέπει ήδη σημαντικές εγγυήσεις όσον άφορᾶ τήν διαδικασία περί εκδόσεως ἀποφάσεως, οἱ όποιες ἀπορρέουν ιδίως ἀπό τό άρθρο 20 καί ἀπό τήν σύμβαση περί επιδόσεων τῆς Χάγης τοῦ 1965. Παρομοίως στην έκθεση Jenard ἀναφέρεται ὅτι τό άρθρο 27 εφαρμόζεται μόνον ἐπί εξαιρετικών περιπτώσεων καί μέ τό ἴδιο πνεύμα ἐκφράζεται καί ἡ Martha Weser (op. cit., σ. 333) τονίζοντας ὅτι ἡ περίπτωση ἀρνήσεως τῆς ἀναγνωρίσεως βάσει τοῦ άρθρου 27 περίπτωση 2 εμφανίζεται σπανίως.
Περαιτέρω εἶναι σημαντικό γι' αυτό τό σκέλος τοῦ ερωτήματος, τό γεγονός ὅτι σύμφωνα μέ τήν σύμβαση περί ἁρμοδιότητος ἤ μέ άλλες σχετικές συμβάσεις δέν ισχύει ἡ ἀρχή ὅτι ένα δικόγραφο πρέπει νά περιέλθει στόν ἀποδέκτη ἄμεσα καί προσωπικά. Όπου αυτή ἡ προϋπόθεση θεωρείται ἀναγκαία, διατυπώνεται ρητώς, ὅπως παραδείγματος χάρη στό άρθρο 36 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος, τό όποιο ἀναφέρεται στην επίδοση τῆς ἀποφάσεως προς τόν ὀφειλέτη, εἴτε προσωπικώς εἴτε στην κατοικία του. Είναι συνεπώς δυνατόν, κατ' ἀρχήν, νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ επίδοση στην κατοικία τοῦ εναγομένου ἀρκεῖ καί ὅτι τό ζήτημα τοῦ εμπροθέσμου τῆς επιδόσεως δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν ὁ εναγόμενος θά λάβει πράγματι γνώση τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης ἐγγράφου καί ὅτι ἀντιθέτως ἀρκεῖ ή δυνατότης νά λάβει γνώση. Αὐτό τονίζουν επιμόνως οἱ Linke (Die Versäumnisentscheidungen im deutschen, österreichischen, belgischen und englischen Recht, ihre Anerkennung und Vollstreckbarerklärung, σ. 157) καί Bülow-Böckstiegel (op. cit., παρατήρηση III, 4 β ἐπί τοῦ ἄρθρου 27) προβάλλοντας τήν ὁμοιότητα τῶν προϋποθέσεων πού θέτουν τά άρθρα 20 καί 27, καί αυτό συνάγεται επίσης καί ἀπό τίς παρατηρήσεις πού περιέχονται στην έκθεση Jenard ἐπί τοῦ άρθρου 20 τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος. "Οποιος ἔχει κατοικία σέ έναν ἡ σέ περισσοτέρους τόπους — ενδεχομένως σέ διάφορα Κράτη μέλη — ὀφείλει ἐπομένως νά εἶναι ἐν γνώσει τῶν σχετικῶν συνεπειῶν. Σέ περίπτωση πού γίνεται κοινοποίηση ὑπ' αυτές τίς συνθῆκες, εἶναι δυνατόν κατά κανόνα νά ἀναμένεται ὅτι ὁ παραλήπτης — καί ιδίως ὅταν πρόκειται γιά έμπορο — λαμβάνει μέτρα, ώστε νά λαμβάνει γνώση τέτοιου είδους περιερχομένων έγγραφων.
"Οπως ἐτονίσθη καί κατά τήν διάρκεια τῆς δίκης, άλλη ρύθμιση ισχύει μόνο σέ εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαιτέρου χαρακτῆρος. Μόνο ὅταν λόγω ειδικών συνθηκών, παραδείγματος χάρη σέ περίπτωση ξαφνικής ἀναγκαίας εισαγωγής σέ νοσοκομείο, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναμένεται ὅτι έχει ληφθεί φροντίδα γιά έγκαιρη πληροφόρηση περί τῶν κοινοποιηθέντων έγγράφων, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 27 καί τήν προστατευτική λειτουργία του δέν ἀρκεῖ επίδοση στην κατοικία, άλλά πρέπει μᾶλλον νά ληφθεί μέριμνα γιά αὐτοπρόσωπη επίδοση.
"Οπως πιστεύω, δέν υπάρχει γενικώς τίποτα περισσότερο νά λεχθεί ἐπί τοῦ προβλήματος πού τίθεται μέ τό τέταρτο ερώτημα τοῦ Hoge Raad. Σύμφωνα μέ ὅ,τι προέκυψε κατά τήν διαδικασία, πρέπει συνεπώς νά θεωρεῖται βέβαιο καί νά εἶναι ἀρκετό γιά τήν ἀπόφαση τῆς κυρίας δίκης ὅτι κατ' ἀρχήν αυτό πού έχει σημασία ήταν ή κοινοποίηση στην διεύθυνση τοῦ ἀναιρε-σείοντος στην Γερμανία καί ὅτι πρέπει νά ἐλεγχθεῖ μόνον ἄν — ἀπ' αυτό τό χρονικό σημείο — ἀπέμεινε ἀρκετό χρονικό διάστημα γιά τήν προετοιμασία μιᾶς πρώτης ικανοποιητικής υπερασπίσεως, ὅπως εἶναι ἀναγκαῖο στην διαδικασία τῆς ἐκδόσεως διαταγής πληρωμής.
6.
Ή τελευταία ερώτηση τελικώς ἀποσκοπεί περαιτέρω στην διασάφηση τοῦ προβλήματος, ἄν επιβάλλεται διαφορετική ἀπάντηση στό ερώτημα, ἐν ὄψει τοῦ άρθρου 52 τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος, τό όποιο ἀναφέρει:
«Γιά νά κριθεί ἄν ὁ διάδικος κατοικεί εντός τοῦ συμβαλλομένου κράτους, τοῦ ὁποίου τά δικαστήρια ἐπελήφθησαν τῆς υποθέσεως, εφαρμόζεται τό δίκαιο τοῦ δικάζοντος δικαστού.
Όταν ὁ διάδικος δέν κατοικεί στό κράτος, τοῦ ὁποίου τά δικαστήρια ἐπελήφθησαν τῆς υποθέσεως, ὁ δικαστής, γιά νά κρίνει ἄν ὁ διάδικος κατοικεί σέ άλλο συμβαλλόμενο κράτος, εφαρμόζει τό δίκαιο τοῦ κράτους αὐτοῦ.
Γιά νά καθορισθεί ἡ κατοικία τοῦ διαδίκου ἐφαρμόζεται ὅμως τό εθνικό του δίκαιο ἄν, βάσει αὐτοῦ, ἡ κατοικία του εξαρτάται ἀπό τήν κατοικία ἑνός άλλου προσώπου, ἡ ἀπό τήν έδρα μιᾶς ἀρχής.»
Αυτό τό ερώτημα τίθεται γιά τήν περίπτωση, πού ὁ δικαστής τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι κατά τό χρονικό σημείο τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης ἐγγράφου, ὁ εναγόμενος εἶχε, σύμφωνα μέ τό δίκαιο τοῦ κράτους τῆς εκτελέσεως, τήν κατοικία του εντός τοῦ ἐν λόγω κράτους.
Κατά τίς συγκλίνουσες ἀπόψεις τῆς ὁμοσπονδιακής κυβερνήσεως καί τῆς 'Επιτροπής — ὁ ἀναιρεσίβλητος στην κυρία δίκη δέν έλαβε σχετικώς θέση — ή ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό πρέπει νά είναι ὁπωσδήποτε ἀρνητική.
Ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι στίς έννομες τάξεις τῶν συμβαλλομένων κρατών δέν υπάρχει ἑνιαίος ὁρισμός τῆς εννοίας «κατοικία», ή λειτουργία τοῦ ἄρθρου 52 συνίσταται στον καθορισμό τοῦ ἐν προκειμένω εφαρμοστέου δικαίου καί κατά συνέπεια στην πλήρωση ἑνός κενοῦ, τό όποιο άλλως θά ὑφίστατο κατά τήν εφαρμογή τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος. Είναι συνεπώς σημαντικό, γιά ὅλες τίς περιπτώσεις, πού σύμφωνα μέ την σύμβαση εμφανίζεται ὁ ὅρος κατοικία. Αυτό Ισχύει, ἰδίως, κατά τόν καθορισμό τῆς ἁρμοδιότητος των δικαστηρίων καί επίσης στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας περί ἐκτελέσεως (πρβλ. άρθρο 32 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος). Αὐτό Ισχύει ἐπίσης, παραδείγματος χάρη, σέ συνδυασμό μέ την περίπτωση τοῦ υπολογισμού τῆς προθεσμίας ἀσκήσεως ενδίκου μέσου σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 τῆς συμβάσεως.
Ὅπως ὅμως διηυκρινίσθη, ὅσον ἀφορᾶ τό ζήτημα τῆς εμπροθέσμου ἐπιδόσεως τοῦ εισαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου σύμφωνα μέ τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως, ὁ καθορισμός τῆς κατοικίας τοῦ εναγομένου κατά κανόνα δέν έχει ἀποφασιστική σημασία. "Αν — ὅπως τονίζεται γενικῶς — σημασία έχουν οἱ πραγματικές συνθήκες τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, τότε προφανῶς δέν έχουν σημασία οἱ διατάξεις πού ἀφορούν τόν καθορισμό του' εφαρμοστέου δικαίου ὡς πρός τό ζήτημα τῆς κατοικίας. 'Επομένως, δικαίως ἐτονίσθη, ὅσον άφορᾶ τό πέμπτο ἐρώτημα, ὅτι ὁ δικαστής, ενώπιον τοῦ ὁποίου ζητείται ή ἀναγνώριση, δέν δύναται νά συνάγει συμπεράσματα σχετικά μέ τό ζήτημα τοῦ εμπροθέσμου τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εισαγωγικοί) τῆς δίκης έγγράφου, επικαλούμενος τίς διατάξεις πού ὀφείλει νά εφαρμόσει γιά τόν καθορισμό τῆς κατοικίας. 'Εν προκειμένω θά πρέπει ἀντιθέτως νά δεσμεύεται ἀπό τά διαπιστωθέντα ἀπό τόν πρώτο δικαστή, ὅσον ἀφορᾶ τήν κατοικία καί αυτό κυρίως γιατί, διαφορετικά, θά ἠδύ-νατο νά δημιουργηθεί μία κατάσταση ή ὁποία θά ισοδυναμούσε μέ έλεγχο τῆς αρμοδιότητος τοῦ πρώτου δικαστοῦ — πράγμα πού ἀποκλείεται ἀπό τό άρθρο 28 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος.
7.
Προτείνω συνεπῶς, οἱ ἀπαντήσεις στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Hoge Raad νά εἶναι τά έξῆς:
α)
Ὡς εισαγωγικό τῆς δίκης έγγραφο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος πρέπει νά θεωρείται καί ἡ ἐκδοθείσα σύμφωνα μέ τό άρθρο 688 ἑπ. τοῦ γερμανικοί) κωδικός πολιτικής δικονομίας διαταγή πληρωμής (Zahlungsbefehl) (ήδη: Mahnbescheid).
β)
Όσον άφορα τό ερώτημα, ἄν ἡ κοινοποίηση τοῦ ἐν λόγω ἐγγράφου στόν εναγόμενο ἔγινε ἐμπροθέσμως, ὥστε νά υφίσταται δυνατότης υπερασπίσεως, κατ' ἀρχήν πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη μόνο ἡ προθεσμία, εντός τῆς ὁποίας δύνανται νά προβληθοῦν ἀντιρρήσεις κατά τῆς διαταγής πληρωμής. Τό γεγονός ὅτι ὁ εναγόμενος διαθέτει μετά τήν παρέλευση αυτής τῆς προθεσμίας μία περαιτέρω προθεσμία ἀσκήσεως ἀνακοπής κατά τῆς διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως, εἶναι δυνατόν νά ληφθεί επίσης ὑπ᾽ ὄψη, ἄν κατά τό χρονικό σημείο τῆς ενάρξεως τῆς διαδικασίας περί ἀναγνωρίσεως θεωρείται βέβαιο, ὅτι ἡ τελευταία αύτη προθεσμία παρήλθε άπρακτη.
γ)
Ή διάταξη τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 2 τῆς συμβάσεως περί ἁρμοδιότητος εφαρμόζεται ἀκόμα καί ὅταν ὁ εναγόμενος ἔχει ἀσκήσει ένδικο μέσο στό κράτος τοῦ δικαστοῦ, τοῦ όποιου ἡ ἀπόφαση ζητείται νά ἀναγνωρισθεί καί νά εκτελεσθεί, δηλαδή τοῦ πρώτου δικαστοῦ, κατά μιᾶς ερήμην εκδοθείσης ἀποφάσεως καί αυτό τό ένδικο μέσο απερρίφθη ἀπό τόν πρῶτο δικαστή ὡς ἀπαράδεκτο λόγω παρελεύσεως τῆς σχετικής προθεσμίας ἀσκήσεως.
δ)
'Ιδιαίτερη έρευνα τοῦ ζητήματος, ἄν ἡ επίδοση τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγραφου έγινε εμπροθέσμως, ώστε νά εἶχε ὁ εναγόμενος τήν δυνατότητα υπερασπίσεως, εἶναι ἀναγκαία στην περίπτωση πού ὁ πρώτος δικαστής κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ εναγόμενος εἶχε κατά τό χρονικό σημείο τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἐν λόγω έγγραφου τήν κατοικία του στό κράτος τοῦ πρώτου δικαστοῦ καί συνεπώς ἡ κοινοποίηση ήταν ἡ προσήκουσα. Όσον άφορᾶ αὐτό τό σημείο, επειδή δέν επιβάλλεται γενικώς επίδοση ἀπ' ευθείας στόν εναγόμενο προσωπικῶς, ἡ έρευνα εἶναι δυνατόν νά περιορισθεί κατά κανόνα στό ερώτημα, ἄν τό έγγραφο περιήλθε εμπροθέσμως στην κατοικία τοῦ εναγομένου. Περαιτέρω έρευνα ενδείκνυται μόνον ὅταν ἀσυνήθεις περιστάσεις δικαιολογοῦν τήν υπόθεση ὅτι ὁ εναγόμενος δέν ἠδυνήθη νά λάβει μέτρα, ώστε νά τοῦ περιέρχονται οἱ ειδοποιήσεις, ακόμα καί ὅταν ἀπουσιάζει ἀπό τήν κατοικία του.
ε)
Τό άρθρο 52 τῆς συμβάσεως περί ἀρμοδιότητος καί τό γεγονός ὅτι ὁ δικαστής τῆς χώρας, στην ὁποία ζητείται ἡ ἀναγνώριση, καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ὁ εναγόμενος κατά τό δίκαιο του εἶχε, κατά τό χρονικό σημείο της κοινοποιήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τῆς δίκης έγγράφου, τήν κατοικία του στό κράτος αυτό, δέν επηρεάζουν τήν ἀπάντηση στό ἀμέσως ἀνωτέρω ἐξε-τασθέν ερώτημα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό την γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy