ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣΚ. FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 ΜΑΊΟΥ 1981 ( 1 )
Περίληψη
1. 'Αντικείμενο τῶν διαφορών καί σχέδιο ἀναπτύξεως
2. 'Εξέλιξη τῆς δίκης στίς συνταξιοδοτικές υποθέσεις: Α. Υπόθεση 153/79 Β. Υπόθεση 154/79 Γ. Ὑπόθεση 33/80 Δ. Υπόθεση 167/80
3. Ἐξέλιξη τῆς δίκης στίς υποθέσεις, τίς σχετικές μέ την μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχῶν: Α. Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 783 καί 786/79 Β. Ὑπόθεση 817/69' Γ. Υπόθεση 828/79' Δ. Υπόθεση 1253/79
4. 'Εξέλιξη τῆς δίκης στην υπόθεση 72/80, πού άφορα την ἀποζημίωση πού ἀντικατέστησε την καταργηθείσα ἀποζημίωση ἀποστάσεως
5. 'Εξέλιξη τῆς δίκης στίς υποθέσεις, πού ἀφοροῦν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογῆς ὁ όποιος εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων πού έχουν τοποθετηθεί στην 'Ιταλία: Α. Υπόθεση 158/79 Β. Υποθέσεις 543/79 καί 799/79 Γ. Υπόθεση 737/79
6. Περιεχόμενο τῶν ἀμφισβητουμένων κανονισμών: Α. Κανονισμοί 3085 καί 3086' Β. Κανονισμός 3087
7. Ἐξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στην υπόθεση 153/79: ἡ ένσταση πού θεμελιοῦται στό ὅτι οἱ πράξεις γενικοῦ περιεχομένου δέν δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ἀπ᾽ ευθείας προσφυγής ἐκ μέρους τῶν υπαλλήλων
8. Συνέχεια: ἡ ένσταση πού θεμελιοῦται στην ἀνυπαρξία ζημιογόνου πράξεως, Ικανής νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο διοικητικής ἐνστάσεως
9. Συνέχεια: ἡ ένσταση πού θεμελιοῦται στην έλλειψη συμφέροντος πρός άσκηση προσφυγής
10. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στήν υπόθεση 154/79. 'Ενστάσεις πού θεμελιοῦνται: α) στην έλλειψη πράξεως πού προξενεί βλάβη' β) στό γεγονός ὅτι οἱ προσφυγές δέν δύνανται νά βασισθούν στά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων οὔτε στά άρθρα 173 καί 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ
11. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στην υπόθεση 33/80. 'Ενστάσεις σχετικές μέ τήν προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί στηριζόμενες: α) στό γεγονός ὅτι οἱ προσβαλλόμενες πράξεις δέν προέρχονται ἀπό τήν ΑΔΑ β) στό ἀπαράδεκτο τῶν ἀσκουμένων ὑπό τῶν υπαλλήλων προσφυγών κατά γενικών πράξεων' γ) στό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ως συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αιτήσεως ἀκυρώσεως στην ὁποία βασίζεται δ) στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως καθ' ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀγωγή ἀποζημιώσεως
12. Συνέχεια: ἐνστάσεις σχετικές μέ τήν προσφυγή κατά τοῦ Συμβουλίου πού θεμελιοῦνται: α) στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως' β) στό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο δέν εἶναι ἡ ΑΔΑ β) στό γεγονός ὅτι οἱ πράξεις γενικοῦ περιεχομένου δέν δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ἀπ᾽ ευθείας προσφυγής ἐκ μέρους τῶν υπαλλήλων δ) στό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ὡς συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αιτήσεως ἀκυρώσεως στην οποία βασίζεται
13. Ἐξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στην υπόθεση 167/80. 'Ενστάσεις σχετικές μέ τίς προσφυγές κατά τῆς Ἐπιτροπῆς πού θεμελιοῦνται: α) στό γεγονός ὅτι οἱ πράξεις γενικοῦ περιεχομένου δέν δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ἀπ' ευθείας προσφυγῆς ἐκ μέρους τῶν υπαλλήλων β) στό γεγονός ὅτι τό όργανο κατά τοῦ ὁποίου στρέφεται ἡ προσφυγή δέν εἶναι ἡ ΑΔΑ γ) στην έλλειψη πράξεως Ικανής νά προξενήσει βλάβη
14. Συνέχεια: ἐνστάσεις σχετικές μέ τίς προσφυγές κατά τοῦ Κοινοβουλίου καί οἱ όποιες θεμελιοθνται στην εκκρεμοδικία καί στό ὅτι ἡ διοικητική ένσταση δέν ἠσκήθη εμπροθέσμως
15. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 783 καί 786/79. 'Ενστάσεις σχετικές μέ την ἀσκηθείσα κατά τῆς Ἐπιτροπῆς προσφυγή πού θεμελιοῦνται: α) στό γεγονός ὅτι οἱ πράξεις γενικού περιεχομένου δέν δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ἀπ' εὐθείας προσφυγής ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων β) στό γεγονός ὅτι ἡ προσβαλλομένη πράξη δέν εἶναι Ικανή νά προξενήσει βλάβη-γ) στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως δ) στό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ως συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως ἐπί τῆς ὁποίας βασίζεται. 'Ενστάσεις σχετικές μέ τήν προσφυγή κατά τοῦ Συμ-βουλίου πού θεμελιοῦνται: α) στό γεγονός ὅτι τό ὄργανο καθ' οὗ ἡ προσφυγή δέν εἶναι ή ΑΔΑ β) στό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ὡς συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως στην ὁποία βασίζεται
16. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτού στην υπόθεση 158/79. 'Ενστάσεις πού θεμελιοῦνται: α) στά ὅρια τῆς προσφυγής β) στόν ἁπλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα τῆς προσβαλλομένης πράξεως γ) στό εκπρόθεσμο τῆς προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως δ) στό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ὡς συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως στην ὁποία βασίζεται
17. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτοῦ στίς ὑποθέσεις 543/79 καί 799/79: 'Ενστάσεις σχετικές μέ τίς προσφυγές κατά τῆς Ἐπιτροπῆς πού θεμελιοῦνται: στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ἐνστάσεως, στό εκπρόθεσμο τῆς ενστάσεως, στον ἁπλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα τῆς προσβαλλομένης πράξεως. 'Ενστάσεις σχετικές μέ τήν στρεφόμενη κατά τοῦ Συμβουλίου προσφυγή: παραπομπή στίς σκέψεις πού ἀναπτύσσονται στην υπόθεση 33/80
18. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτού στήν υπόθεση 737/79. 'Ενστάσεις πού θεμελιοῦνται: α) στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως β) στό μή παραδεκτό τῆς αἰτήσεως καταβολής ὡς συνέπεια τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως στην ὁποία βασίζεται γ) στό ἀπαράδεκτο — γιά τόν ἴδιο λόγο — τῆς αἰτήσεως περί εξακριβώσεως τῆς υπάρξεως τῶν προϋποθέσεων γιά τήν προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, καθώς καί τῆς αἰτήσεως περί εξακριβώσεως τῆς υποχρεώσεως τοῦ Συμβουλίου νά τροποποιήσει τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής
19. 'Εξέταση τῆς ουσίας τῶν ὑποθέσεων τῶν σχετικῶν μέ τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τών αποδοχών (817/79, 828/79 καί 1253/79). Τά επικαλούμενα ελαττώματα: παραβίαση ουσιωδών τύπων, παραβίαση γενικών ἀρχῶν, κατάχρηση ἐξουσίας
20. 'Επί τῆς παραβάσεως ουσιωδών τύπων. Παράλειψη διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή προσωπικοῦ καί τήν επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 10 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Παράλειψη τῆς διαβουλεύσεως μέ τό Κοινοβούλιο, πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν εκτελεστικών ὀργάνων καί τῆς διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
21. Παράλειψη διαβουλεύσεως μέ τήν Οἰκονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί μέ τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο. Έλλειψη αιτιολογίας
22. Ἐπί τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τοῦ προσωπικοῦ
23. Ἐπί τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης
24. Ἐπί τῆς προσβολής τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων
25. 'Επί τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχής σύμφωνα μέ την όποια οἱ μισθοί τῶν κοινοτικῶν υπαλλήλων δέν δύνανται νά μειωθούν
26. Ἐπί τῆς παραβιάσεως τῶν «θεμελιωδῶν ὅρων» τῆς υπηρεσιακῆς σχέσεως
27. Ἐπί τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς «δεσμευτικής αρμοδιότητος»
28. Ἐπί τῆς καταχρήσεως εξουσίας
29. Ὑπόθεση 72/80 πού άφορᾶ τήν ἀποζημίωση πού ἀντικατέστησε τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως. 'Εξέταση τοῦ παραδεκτού. 'Εξέταση τῆς ουσίας
30. Προτάσεις
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Οι πολυάριθμες υποθέσεις, στίς όποιες ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις, παρουσιάζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: ὀφείλονται σέ προσφυγές κοινοτικών υπαλλήλων καί τέως υπαλλήλων, οἱ όποιες ἀποβλέπουν στην ἀποτροπή τῶν δυσμενών συνεπειών τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου 3085/78 καί 3086/78 ἡ τοῦ κανονισμοί) 3087/78 τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, ἐπί τῶν ἀντιστοίχων ἀποδοχών καί συντάξεων των. Θά εξετάσω περαιτέρω τό περιεχόμενο τῶν τριών αυτών κανονιστικών πράξεων. Περιορίζομαι πρός τό παρόν νά σημειώσω ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086, τροποποιώντας τίς νομισματικές ισοτιμίες ἀναπροσαρμογῆς παρήγαγαν ἀρνητικά αποτελέσματα ἐπί τοῦ επιπέδου τῶν συντάξεων, ἐπί τῶν μεταφορών στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποζημιώσεων καί ἐπί τῆς ἀποζημιώσεως πού ἀντικατέστησε τήν καταργηθείσα ἀποζημίωση ἀποστάσεως, ἐνῶ ὁ κανονισμός 3087, προβαίνοντας στην επανεκτίμηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές καί συντάξεις τῶν υπαλλήλων ἐν ενεργεία, οἱ όποιοι κατοικοῦν στην 'Ιταλία, παρεχώρησε τό ευεργέτημα τῆς ἐπανεκτιμή-σεως αυτής μόνο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, ἄν καί ἡ ἀμέσως προηγουμένη περίοδος εἶχε καί αυτή χαρακτηρισθεί ἀπό υψηλό δείκτη τοῦ πληθωρισμού τῆς λιρέττας.
Προτίθεμαι νά περιγράψω, κατ' ἀρχάς, τήν εξέλιξη τῶν δικών, διαχωρίζοντας τίς υποθέσεις γιά τίς όποιες πρόκειται σέ τέσσερις ὁμάδες, ἀνάλογα μέ τό ἄν ἀφορούν τίς συντάξεις, τίς μεταφορές μέρους τῶν ἀποδοχών σέ ἀλλοδαπά νομίσματα, τήν ἀποζημίωση πού ἀντικατέστησε τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως ἡ τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία πού ίσχυε κατά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 μέχρι 31ης Μαρτίου 1979. 'Ακολούθως, θά εκφράσω τήν γνώμη μου ἐπί τῶν ενστάσεων ἀπαραδέκτου, τίς όποιες τά όργανα έχουν προβάλει σέ ὁρισμένες υποθέσεις καί τέλος, θά λάβω θέση ἐπί τῶν θεμάτων οὐσίας πού συνεζητήθησαν κατά τήν προφορική διαδικασία καί τά ὁποια είναι ώριμα πρός συζήτηση στίς υποθέσεις τίς σχετικές μέ τίς μεταφορές στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών, καθώς καί στην μοναδική ὑπόθεση πού έχει ὡς ἀντικείμενο τήν ἀποζημίωση πού ἀντικατέστησε τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως. "Οσον άφορᾶ τήν τελευταία αὐτή υπόθεση, τό ἀπαράδεκτο καί ἡ ουσία θά εξετασθούν μαζί.
2.
Στην πρώτη ἀπό τίς ὁμάδες, στίς όποιες ἀνεφέρθην (πρόβλημα τῶν συντάξεων), εντάσσονται οἱ υποθέσεις 153/79 (Bowden), 33/80 (Albini) καί 167/80 (Curtis). Τά πραγματικά περιστατικά έχουν συνοπτικά ὡς έξης:
Α —
Μέ ἐνστάσεις πού υπέβαλαν στην 'Επιτροπή στό χρονικό διάστημα μεταξύ 2ας Μαρτίου καί 31ης Αυγούστου 1979 οι Gordon Craigie Bowden, David Harris, Alexander George Macrae, Kenneth Ashley, George Page, Anthony Seymour, Eric Lewis Snowdon, Peter Annis Walker, Roy Lawton Walker καί Thomas Brian Wilson, υπάλληλοι ἐν ενεργεία τοῦ ἐν λόγω ὀργάνου, προσέβαλαν τόν κανονισμό 3086/78 τοῦ Συμβουλίου καθώς καί τόν κανονισμό 3085/78 πού συνδέεται μέ τόν πρῶτο, ζητώντας ἡ 'Επιτροπή νά ἀναγνωρίσει ὅτι θά δικαιοῦνται, κατά τήν λήξη τῆς σχέσεως εργασίας καί ἐφ' ὅσον θά πληροῦνται ὅλαι αἱ λοιπαί προϋποθέσεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, συντάξεως ἀνερχομένης στό ἴδιο ποσό, τό όποιο θά εισέπρατταν στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ κανονισμός 3086/78 δέν θά εἶχε ἐκδοθεί.
Ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε τίς ενστάσεις αυτές ἀπευθύνοντας στους ενδιαφερομένους εγκύκλιο επιστολή (σύμφωνα μέ τό πρότυπο πού προσηρτήθη μεταγενέστερα στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979). Κατά συνέπεια, μέ δικόγραφο τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979, οἱ ἀνωτέρω ἤσκησαν προσφυγή κατά τῆς 'Επιτροπής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ζητώντας οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 τοῦ Συμβουλίου νά κηρυχθούν μή εφαρμοστέοι ἐπ' αὐτών λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου καί προσβολής κεκτημένων δικαιωμάτων, καί νά κηρυχθεί, συνεπῶς, άκυρη ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία τό όργανο εἶχε ἀπορρίψει τίς ενστάσεις τους.
Β —
Τόν Μάρτιο 1979, οἱ Stephen Biller, Roy Douglas Brown, Harold Burnham, Frank Carmody, David Miliar, Teresa Maria Myskow, Michael Julian Barham Palmer, David R. H. Phillips, Rosamund Smith, John Peter Scott Taylor, Shirley Ward καί Marjone Wood, υπάλληλοι ἐν ενεργεία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, υπέβαλαν ένσταση στό τελευταίο, δυνάμει τοῦ άρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, κατά τοῦ κανονισμοί) 3086/78 τοῦ Συμβουλίου, Ισχυριζόμενοι ὅτι ἡ μεταβολή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού ἐπήλθε μέ τόν κανονισμό αυτό, επέφερε μείωση τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεως πού θά εἰσέπρατταν ἄν, κατά τήν λήξη τῆς υπηρεσίας [τους], επέλεγαν νά κατοικήσουν στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, καί ζητώντας ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή νά ἀναγνωρίσει τό ἀπρόσβλητον τοῦ συνταξιοδοτικοῦ δικαιώματος πού εἶχε ἤδη ἀποκτηθεί βάσει τῶν παρασχεθεισῶν υπηρεσιῶν πρό τῆς ενάρξεως τῆς Ισχύος τοῦ νέου κανονισμοῦ. Μέ τήν σειρά του, ὁ Dunstan Curtis, πρώην υπάλληλος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, ήδη συνταξιοῦχος καί κάτοικος τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, προσέβαλε μέ ένσταση τῆς 30ής 'Ιουνίου 1979 τόν κανονισμό 3086, υποβάλλοντας αίτημα παρόμοιο μέ τό αἴτημα τῶν προμνησθέντων προσφευγόντων.
Τό Κοινοβούλιο, μέ τέσσερα υπηρεσιακά σημειώματα τοῦ 'Ιουλίου 1979, πού έφεραν τήν υπογραφή τοῦ γενικοῦ γραμματέως Opitz, ἐγνωστοποίησε σέ όλους τους προσφεύγοντες (εξαιρουμένου τοῦ Curtis) ὅτι οἱ ενστάσεις τους ήταν ἀπαράδεκτες, κατά τό μέρος πού ἐστρέφοντο ἐναντίον κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ή εφαρμογή ἡ μή εφαρμογή δέν ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὅτι ἐξηρτᾶτο ἀπό τήν διακριτική εξουσία ἐκτιμήσεως τοῦ ὀργάνου. Κατόπιν αὐτοῦ, ὁ Biller καί οἱ άλλοι δώδεκα προμνησθέντες ὑπάλληλοι ἤσκησαν προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, μέ ένα μόνο δικόγραφο, πού κατετέθη στίς 3 'Οκτωβρίου 1979, επικαλούμενοι τήν έλλειψη νομιμότητος τοῦ κανονισμοί) 3086 καί τοῦ συναφοῦς πρός αυτόν κανονισμοί) 3085, βάσει μακράς σειρᾶς λόγων (παραβίαση ουσιωδών τύπων, προσβολή κτηθέντων δικαιωμάτων, παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης, ἀναρμοδιότης, μή τήρηση τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, κατάχρηση εξουσίας) καί ζητώντας ἀπό τό Δικαστήριο νά τους κηρύξει ἀνεφάρμοστους έναντι αυτών καί επομένως νά ἀκυρώσει τήν ἀπόφαση τοῦ ὀργάνου, πού εἶχε ἀπορρίψει τίς ενστάσεις τους.
Γ —
Μεταξύ 1ης καί20ῆς Μαρτίου 1979, οἱ Secondina Castorini, Nevia Corrandini, Francesco De Benedictis, Giuseppe Imparato, Mario Mari, Lydia Qyadrio καί Giovanni Ugo, ὅλοι πρώην υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπής, ήδη συνταξιούχοι καί κάτοικοι 'Ιταλίας, ἀπηυθύνθησαν στό ἀνωτέρω ὄργανο, ἀναφέροντας ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 τοῦ 1978 εἶχαν επιφέρει, ἀπό τόν 'Οκτώβριο τοῦ 'ίδιου έτους, την μείωση τοῦ ποσοῦ των ἀντιστοίχων συντάξεων [τους] καί υποστηρίζοντας ὅτι οἱ κανονισμοί ήσαν μη νόμιμοι ὡς φέροντες τό στίγμα καταχρήσεως εξουσίας, πραγματικής πλάνης καί διαδικαστικοί) ελαττώματος καί, επομένως, ἀνεφάρμοστοι ἔναντι αυτών. Οἱ προσφεύγοντες ἐζήτησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή νά προτείνει στό Συμβούλιο «τίς σκόπιμες τροποποιήσεις» ὅσον άφορα τίς ἀμφισβητούμενες διατάξεις. Ή 'Επιτροπή, με ἐγκύλιο επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, (παράρτημα 3 τοῦ δικογράφου τῆς προσφυγής) ἐγνωστοποίησε στους ενδιαφερόμενους ὅτι ἐθεώρει νόμιμους τους ἐν λόγω κανονισμούς καί ὅτι δέν ἐπεθύμει νά προτείνει καμμία τροποποίηση τους. 'Ενώπιον τῆς ἀρνητικής αυτής στάσεως, οἱ ίδιοι πρώην υπάλληλοι (εξαιρουμένου τοῦ Imparato) καθώς καί οἱ Renato Albini, Alberto Castagnoli καί Alcide Trigona, πρώην κοινοτικοί υπάλληλοι καί αυτοί, ήδη συνταξιούχοι καί κάτοικοι 'Ιταλίας, υπέβαλαν στην 'Επιτροπή, ὁ καθένας χωριστή αίτηση (πού ἐχαρακτηρίσθη ἐπί κεφαλής ὡς ένσταση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσικής καταστάσεως), προσβάλλοντας, ὅλοι, τήν ἀπόφαση πού περιελαμβάνετο στό ήδη μνημονευθέν υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979. Δεδομένου ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν μετέβαλε τήν στάση της, οἱ ἴδιοι πρώην υπάλληλοι πού είχαν υποβάλει ένσταση (καθώς καί ὁ Imparato, πού εἶχε μόνο υποβάλει μία ἀναφορά τόν προηγούμενο Μάρτιο) ἤσκησαν προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου στίς 24 'Ιανουαρίου 1980, ζητώντας, ὡς κύριο αἴτημα, οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086/78 νά κηρυχθούν άκυροι, ή τουλάχιστον, μή δεκτικοί εφαρμογής καί, επικουρικώς, τό όργανο καθ'ού ἡ προσφυγή, νά υποχρεωθεί νά καταβάλει στους προσφεύγοντες ἀποζημίωση, ἱκανή νά ἀντικαταστήσει τήν μείωση τῶν συντάξεων πού προεκλήθη ἀπό τίς ἐν λόγω κανονιστικές διατάξεις.
Δ —
Μέ ένσταση τῆς 8ης 'Ιανουαρίου 1980, ἀπευθυνομενη στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ὁ Dunstan Curtis προσέβαλε τους κανονισμούς 3085 καί 3086/78, καθώς καί τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 'Επιτροπής τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979, μέ τό ὁποῖο τοῦ ἐγνωστοποιήθη ὅτι, ἀπό τοῦ Νοεμβρίου1979, τό ποσό τῆς συντάξεως του, κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοί) 3085, θά ἐμειοῦτο, μέ προοδευτικές μηνιαίες μειώσεις, ἀπό 19351 FB τόν Σεπτέμβριο 1979, σέ 8398 FB στό τέλος τῆς διαδικασίας μειώσεως, τόν 'Ιούλιο 1981. Ἐπεβεβαίωνε τά ήδη υποβληθέντα αιτήματα μέ τήν προηγουμένη ένσταση τῆς 30ής 'Ιουνίου 1980 (πού μνημονεύονται ἀνωτέρω στό σημείο Β), προσθέτοντας μόνο ένσταση κατά τῆς ήδη μνημονευθείσης επιστολής τῆς 'Επιτροπής, τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979, θεωρούμενης ὡς εκτελεστικής πράξεως τοῦ κανονισμοί) 3085 καί υποκείμενης, κατά συνέπεια, σέ αυτόνομη προσβολή κατά τήν διαδικασία τοῦ άρθρου 90 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Μέ χωριστό δικόγραφο, ὑπό ημερομηνία πάντοτε τῆς 8ης Ιανουαρίου 1980, ὁ Curtis υπέβαλε ένσταση καί έναντι τῆς 'Επιτροπής, προσβάλλοντας γιά μία ἀκόμη φορά τους κανονισμούς 3085 καί 3086 καί τό ὑπηρεσιακό σημείωμα τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979. Δεδομένου ὅτι ούτε τό Κοινοβούλιο ούτε ἡ 'Επιτροπή έδωσαν συνέχεια στην ένσταση αυτή, ὁ Curtis ἤσκησε στίς 18 'Ιουλίου 1980 δικαστική προσφυγή κατά τῶν δύο ὀργάνων, ζητώντας, ὡς κύριο αίτημα, οἱ δύο προαναφερθέντες κανονισμοί νά μήν εφαρμοσθούν έναντι αὐτοῦ, κατά τό μέρος πού δέν εἶναι νόμιμοι, διότι πάσχουν ἀπό τά ελαττώματα πού ήδη καταγγέλθησαν μέ τήν ὁμαδική προσφυγή, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος στό σημείο Β, καί, επικουρικῶς, νά ἀκυρωθούν ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979 καί οἱ (σιωπηρές) ἀποφάσεις περί ἀπορρίψεως τῶν δύο ενστάσεων. Ὁ προσφεύγων ἐζήτησε, ἐπί πλέον, τά όργανα καθ' ὧν ἡ προσφυγή νά καταδικασθοῦν νά τοῦ καταβάλουν τό ποσό, πού θά τοῦ κατε-βάλετο ὡς σύνταξη, ἄν οἱ ἀνωτέρω κανονισμοί δέν τήν είχαν μειώσει, ηὐξημένο κατά τους σχετικούς τόκους.
Καί στίς τέσσερις δικαστικές προσφυγές πού ἀποτελούν μέρος τῆς πρώτης ὁμάδος, μέ τίς όποιες ἠσχολήθην μέχρι τώρα, καί τά δύο ὄργανα καθ᾽ ὧν οἱ προσφυγές ἤγειραν ενστάσεις ὡς πρός τό παραδεκτό [τους]. Ἐπίσης ἡ προφορική διαδικασία ἀφεώρα εἴτε αύτη μόνο τήν άποψη τῆς διαφοράς (στίς υποθέσεις Bowden, Albin καί Curtis) εἴτε τό παραδεκτό καί τήν ουσία, ἐφ᾽ ὅσον ἡ εξέλιξη τῆς έγγραφης διαδικασίας τό επέτρεπε (υπόθεση Biller). Οἱ παροῦσες προτάσεις θά περιορισθοῦν, γιά ὅλες τίς ὑποθέσεις τῆς ὁμάδος, στην εξέταση τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτοί): επιφυλάσσομαι, επομένως, νά προβώ ενδεχομένως στην εξέταση τῆς ουσίας τῆς υποθέσεως Biller (154/79), μέ ιδιαίτερες προτάσεις, ἀφοῦ τό Δικαστήριο κρίνει ἐπί των διαδικαστικῶν ενστάσεων.
3.
Ή δεύτερη ὁμάδα διαφορών (πού άφορᾶ τό θέμα τῆς μεταφορᾶς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών) περιλαμβάνει τίς υποθέσεις 783-786/79 (Venus καί Obert), 817/79 (Buyl), 828/79 (Adam), 1253/79 (Battaglia). 'Οσον άφορᾶ τά περιστατικά ἀρκεῖ νά ὑπομνησθεῖ ὅτι:
Α —
Στίς 26 Μαρτίου 1979, οἱ Gerhard Venus καί Wolfgang Obert, έκτακτοι υπάλληλοι στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής, ὑπηρετοῦντες στό «Joint European Torus » (Jet), στό Culham, τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, υπέβαλαν ένσταση στό ἀνωτέρω όργανο, ζητώντας νά μήν εφαρμοσθούν έναντι αυτών οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 τοῦ 1978, κατά τό μέρος κατά τό όποιο συνεπάγονται μή νόμιμη μείωση τῆς πραγματικής ἀξίας τῶν ἀποδοχών [τους] κατόπιν τῆς μεταβολής τῶν ισοτιμιών, τουλάχιστον ὅσον άφορᾶ τήν μεταφορά στό ἐξωτερικό νομισμάτων, πού πραγματοποιείται βάσει τοῦ ἄρθρου 17 παράρτημα VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή 'Επιτροπή, μέ εγκύκλιο επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, ἀπήντησε ἀρνητικά στά ἀνωτέρω αἰτήματα. Κατόπιν αὐτοῦ, οἱ Venus καί Obert ἤσκησαν προσφυγές ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου τόσο κατά τῆς 'Επιτροπής ὅσο καί τοῦ Συμβουλίου, μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν ἀντιστοίχως στίς 22 καί 26 'Οκτωβρίου 1979. Ἐζήτησαν νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς περί εφαρμογής έναντι αυτών τῶν νομισματικών Ισοτιμιών πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό 3085 γιά τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών τους, καί, συνεπώς, νά κριθεί ὅτι οἱ εφαρμοστέες στην μεταφορά αυτή συναλλαγματικές σχέσεις παραμένουν οἱ καθορισθείσες στίς συμβάσεις προσλήψεως καί ἡ 'Επιτροπή νά καταδικασθεί νά τους ἀποδώσει τήν ἀπώλεια μισθών πού υπέστησαν λόγω τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως.
Οἱ δύο προσφυγές ἡνώθησαν μέ διάταξη τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1978. Δεδομένου ὅτι τά καθ' ων όργανα ὑπεστήριξαν ὅτι τό αίτημα ήταν παραδεκτό, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε ὅτι ἡ προφορική διαδικασία θά περιωρίζετο στην εξέταση μόνο τῆς πλευράς αυτής τῆς διαφοράς.
Β —
Μεταξύ 25ης καί 27ης 'Ιουνίου 1979, ὁ Roger Buyl καί δέκα εννέα άλλοι υπάλληλοι τῆς 'Επιτροπής, πού υπηρετούν στό Geel τοῦ Βελγίου, υπέβαλαν ένσταση στό ἀνωτέρω όργανο, κατά τῆς εφαρμογής τών κανονισμών 3085 καί 3086/78, παρα-πονούμενοι γιά τό αυξανόμενο κόστος τῶν πράξεων μεταφοράς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών τους, καί Ισχυριζόμενοι ὅτι ἀπό αυτό προέκυπτε μή νόμιμη μείωση τῶν πραγματικών - συνολικών ἀποδοχών τους. 'Η 'Επιτροπή ἀπήντησε ἀρνητικώς μέ επιστολή τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979. Ό Buyl καί οἱ άλλοι υπάλληλοι ἤσκησαν τότε, στίς 17 Δεκεμβρίου 1979, δικαστική προσφυγή κατά τῆς 'Επιτροπῆς, ζητώντας οἱ ἀποφάσεις, οἱ σχετικές μέ τίς ἀποδοχές τους γιά τόν μήνα Ἀπρίλιο 1979, νά ἀκυρωθούν καί νά κριθούν μή δεκτικές εφαρμογῆς καί νά καταδικασθεί ἡ καθ' ἧς νά καταβάλει στους προσφεύγοντες την διαφορά μεταξύ τῶν αποδοχῶν, ἀπό τοῦ μηνός αὐτοῦ καί εντεύθεν, προσδιοριζόμενων σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς προηγουμένης Ισχυούσης κανονιστικής ρυθμίσεως, καί τῶν μικροτέρων ἀποδοχῶν πού τους είχαν καταβληθεί σύμφωνα μέ τους προαναφερθέντες κανονισμούς. Ἡ ὑπόθεση ἐξητάσθη ἐπί τῆς οὐσίας στό στάδιο τόσο τῆς έγγραφης ὅσο καί τῆς προφορικής διαδικασίας.
Γ —
Τήν 21η Ἰουνίου 1979, ὁ Robert Adam, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς υπηρετών στό Ispra ('Ιταλία), υπέβαλε ένσταση κατά τῆς ἀποφάσεως περί εφαρμογής, ἐπ' αὐτοῦ, τῶν κανονισμών 3085 και 3086 τοῦ 1978, διατυπώνοντας σκέψεις παρόμοιες πρός τίς σκέψεις στίς όποιες μόλις ἀνεφέρθην σχετικά μέ τήν ένσταση Buyl (σημείο Β). Ή Ἐπιτροπή, μέ τήν ήδη μνημονευθείσα εγκύκλιο επιστολή τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979, ἀπέρριψε τήν ένσταση αυτή. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Adam ἤσκησε δικαστική προσφυγή (μέ δικόγραφο πού φέρει ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1979 καί κατετέθη στίς 21 τοῦ Ιδίου μήνα), ισχυριζόμενος ὅτι ἡ (υποτιθέμενη) ἀπόφαση πού περιέχεται στην επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 28ης Δεκεμβρίου 1979 έφερε τό στίγμα μή κανονικῆς κοινοποιήσεως καί παραποιήσεως τῶν περιστατικών καί ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78 έπασχε, μέ τή σειρά του, λόγω παραβάσεως καί ουσιωδών τύπων καί ελλείψεως αιτιολογίας. Μέ βάση τά γεγονότα αυτά ἐζήτει: τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως περί ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως [του] διότι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086/78 ἐπί τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση έφεραν τό στίγμα παραβάσεως παραγώγων κοινοτικών κανόνων, καταχρήσεως εξουσίας καί παραβάσεως ουσιωδών τύπων. Ἐζήτει επίσης νά κηρυχθεί μή νόμιμη ἡ περικοπή τοῦ μέρους τῶν ἀποδοχών σέ ἰταλικές λιρέττες πού τους εκκαθαρίζεται ἀπό τόν 'Απρίλιο 1979, καί ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τό ηὐξημένο κόστος τῆς μεταφοράς νομισμάτων καί νά ἀναγνωρισθεί τό δικαίωμά του ἐπί τῆς διατηρήσεως ἀμεταβλήτου τοῦ μέρους τῶν ἀποδοχών, τοῦ εκφραζόμενου σέ Ιταλικές λιρέτες καί σέ εξωτερικά νομίσματα, πού ἐπαγιοποιήθησαν τόν Μάρτιο 1979, μέχρι τῆς ἀπορροφήσεως τῆς περικοπής αυτής ἀπό τίς αυξήσεις τῶν ἀποδοχών (μή περιλαμβανομένων εκείνων πού ὀφείλονται σέ διακυμάνσεις τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως), καθώς καί τό δικαίωμά του ἐπί τῆς διορθώσεως τῶν μηνιαίων εκκαθαρίσεων πού ἐπραγματοποιήθησαν μετά τήν προαναφερθείσα ημερομηνία Μαρτίου 1979.
Ἡ 'Επιτροπή, στό ὑπόμνημα ἀντικρούσεως της, δέν προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής ώστε τό Δικαστήριο, ἀπεφάσισε νά εξετασθεί ἡ υπόθεση ἐπί τῆς ουσίας κατά τήν προφορική διαδικασία.
Δ —
Τήν 21η 'Ιουνίου 1979, ὁ Dino Battaglia, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς πού υπηρετεί καί αυτός στό Κέντρο 'Ερευνών τοῦ Ispra ('Ιταλία) ὑπέβαλε διοικητική ένσταση κατά τῆς εφαρμογής έναντι του τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 τοῦ 1978, διατυπώνοντας τίς 'ίδιες αιτιάσεις πού περιέχονται στην ένσταση Adam (σημείο Γ) Ἡ Ἐπιτροπή ἀπήντησε ἀρνητικά, πάντοτε μέ τήν εγκύκλιο επιστολή τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979, πού ήδη ἀνεφέρθη ἀνωτέρω. Ό Batόaglia ἀκολούθως ἤσκησε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, δικαστική προσφυγή στίς 20 Δεκεμβρίου 1979, ισχυριζόμενος ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086/78 έφεραν τό στίγμα παραβάσεως ουσιωδών τύπων, προσβολής κεκτημένων δικαιωμάτων καί παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος καί ὅτι, συνεπώς, έπασχε καί ἡ απόφαση μέ τήν ὁποία ἡ διοίκηση, κατ' εφαρμογή τῶν προαναφερθέντων κανονισμών, είχε ἐκκαθαρίσει τίς ἀποδοχές του τοῦ 'Απριλίου 1979. Βάσει τοῦ συλλογισμοί) αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων ἐζήτει ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀκυρώσει τήν ἀτομική ἀπόφαση πού περιελαμβάνετο στην μισθοδοτική του κατάσταση μηνός 'Απριλίου 1979, νά κηρύξει ἀνεφάρμοστους ἐπ' αὐτοῦ τους κανονισμούς 3085 καί 3086 καί νά υποχρεώσει τό καθ' οὗ ὄργανο νά λάβει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν ἀντιστάθμιση τῶν ἀρνητικών επιπτώσεων, έναντι τοῦ προσώπου του, των ἀνωτέρω κανονισμῶν, καί αυτό μέχρις ἀποσβέσεως ὅλων τῶν νομίμων ἡ συμβατικών υποχρεώσεων του πού συνεπάγονται πληρωμές στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 17 παράρτημα VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως.
Ἡ καθ᾽ ἧς δέν υπέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγῆς ώστε το Δικαστήριο ἠδυνήθη νά ἀποφασίσει τήν ἐξέταση τῆς υποθέσεως ἐπί τῆς ουσίας στό στάδιο τῆς προφορικής διαδικασίας.
4.
Ή υπόθεση 72/80 (Airola) εἶναι ἡ μόνη στην ὁποία συζητοῦνται οἱ επιπτώσεις τοῦ κανονισμοῦ 3085/78 ἐπί τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοί), τό όποιο ρυθμίζει τήν ἀποζημίωση πού ἀντικατέστησε τήν καταργηθείσα «ἀποζημίωση ἀποστάσεως».
'Από χρονικής πλευράς τά περιστατικά ἀρχίζουν μέ τήν ένσταση, πού υπεβλήθη στην 'Επιτροπή στίς 21 'Ιουνίου 1977 ἀπό τόν Marco Airola, υπάλληλο πού υπηρετεί στην 'Ιταλία στό Κέντρο 'Ερευνών τοῦ Ispra. Ό ἀνωτέρω προσέβαλε τήν σχετική μέ τόν 'Απρίλιο 1979 εκκαθάριση τῶν ἀποδοχών του καθώς καί τίς σχετικές εκκαθαρίσεις τῶν ἑπομένων μηνών, παραπονούμενος γιά τό γεγονός ὅτι τό εκφραζόμενο σέ βελγικά φράγκα ποσό τῆς ἀποζημιώσεως πού ἐδι-καιοῦτο βάσει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως ἐμειώθη μετά τήν έναρξη τῆς Ισχύος τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού 3085, αντιθέτως πρός τόν κανόνα πού περιέχεται στό τελευταίο τμήμα τοῦ ἄρθρου αυτού, πού εξαιρεί τήν οἰκεία ἀποζημίωση ἀπό κάθε μεταβολή. Ἐθεώρησε, επομένως, ὅτι είχε δικαίωμα ἐπί τῆς καταβολής τοῦ ποσού πού εισέπραξε λιγότερο βάσει τῆς εσφαλμένης εφαρμογής τῆς νέας κανονιστικής ρυθμίσεως. 'Η 'Επιτροπή ἀπήντησε ἀρνητικά μέ επιστολή τῆς 21ης Νοεμβρίου 1979. Κατά συνέπεια, ὁ Airola ἤσκησε, στίς 7 Μαρτίου 1980, δικαστική προσφυγή κατά τῆς 'Επιτροπής, Ισχυριζόμενος ὅτι ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἀπερρίφθη ἡ ένσταση έφερε τό στίγμα παραβάσεως τῶν παραγώγων κοινοτικών κανόνων, τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως τῶν υπαλλήλων, καθώς καί τῆς ἀρχής τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ἐζήτει ἑπομένως ἀπό τό Δικαστήριο: α) νά ἀκυρώσει τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 21ης Νοεμβρίου 1979 β) νά κρίνει ὅτι ή μείωση πού ἐφηρμόσθη στην ἀποζημίωση τοῦ ἄρθρου 106, ὡς πρός τό ποσό πού ἐκφράζεται σέ βελγικά φράγκα, ήταν παράνομη καί ὅτι ὁ ἐνδιαφερόμενος εἶχε τό δικαίωμα νά διατηρηθεί ἀμετάβλητο τό ἀρχικό ποσό σέ βελγικά φράγκα καί νά ἐφαρμοσθεί ἐπ᾽ αὐτοῦ ἡ προσαρμοσμένη συναλλαγματική σχέση, πού ἀπέρρεε ἀπό τίς συνδυασμένες διατάξεις τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 γ) νά κρίνει, τέλος; ὅτι τοῦ ὠφείλοντο τά καθυστερούμενα ποσά πού προκύπτουν ἀπό τήν προσαρμογή τῆς τιμής συναλλάγματος ἀπό τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1976.
Ἡ καθ᾽ ἧς δέν υπέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής ώστε ἡ υπόθεση ἐξη-τάσθη ἐπί τῆς ουσίας κατά τό στάδιο τῆς προφορικής διαδικασίας.
5.
Ή επίπτωση τοῦ κανονισμού 3087 ἐπί τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων πού υπηρετούν στην 'Ιταλία ἀποτελούν ἀντικείμενο μιᾶς τελευταίας ὁμάδος διαφορών πού περιλαμβάνει τίς ὑποθέσεις 158/79 (Roumengous), 543/79 (Birke), 737/79 (Battaglia) καί 799 (Bruckner). Σέ δύο ἀπό τίς υποθέσεις αὐτές (543/79 καί 799/79) ἀνέκυψε καί τό πρόβλημα τῆς μεταφοράς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών, πρόβλημα πού συνιστᾶ τό ἀποκλειστικό ἀντικείμενο τῶν άλλων ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων έχω ήδη περιγράψει τήν ἐξέλιξη (783 καί 786/79, 817/79, 828/79, 1253/79).
Συνοψίζω ἐν συντομία τά περιστατικά.
Α —
Μέ διοικητική ένσταση, πού ἀπηύθυνε στην 'Επιτροπή στίς 11 'Απριλίου 1979, ή Monique Roumengous Carpentier, υπάλληλος στην υπηρεσία τοῦ ἰδίου ὀργάνου τοποθετημένη στό Ispra ('Ιταλία), προσέβαλε τήν πράξη εκκαθαρίσεως τῶν ἀποδοχών της, πού ἐπραγματοποιήθη σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3087/78, διότι ἡ προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ αναπροσαρμογής πού έγινε ἀπό τόν κανονισμό αυτό ἴσχυε μόνο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 καί δέν περιελάμβανε, κατά συνέπεια, τά ἔτη 1976 καί 1977. Ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε τήν ένσταση αυτή μέ τήν ήδη μνημονευθείσα εγκύκλιο επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979. 'Ακολούθως ἡ Roumengous ἤσκησε, στίς 12 'Οκτωβρίου 1979, δικαστική προσφυγή, ισχυριζομενη ὅτι ὁ κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 3087/78, καθώς καί ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή, τόν 'Απρίλιο τοῦ 1979, προέβη στην εκτέλεση τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού καθ' ὅσον τήν ἀφεώρα, ήταν μή νόμιμοι λόγω παραβάσεως κανόνων τοῦ παραγώγου κοινοτικού δικαίου, παραποιήσεως τῶν πραγματικών περιστατικών, καταχρήσεως εξουσίας καί παραβάσεως ουσιωδῶν τύπων. Ἐζήτει, συνεπώς, νά κηρυχθεί ὡς μή εφαρμοστέος ἐπ᾽ αυτής ὁ κανονισμός 3087 καί νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση εκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών ἀμοιβών τῆς — πού ὑπελογίσθησαν βάσει τοῦ προσαρμοσθέντος συντελεστοῦ αναπροσαρμογής ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1978 καί ὄχι ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1976 ἐζήτει, ἐξ άλλου τό Δικαστήριο νά κρίνει ὅτι ἐδικαιοῦτο νά λάβει εντόκως ποσό, πού ἀντιστοιχοῦσε στην προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ αναπροσαρμογής γιά τά έτη 1976 καί 1977.
Ἡ 'Επιτροπή προέβαλε τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγῆς. Τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά προχωρήσει στην προφορική διαδικασία γιά νά εξετάσει μόνο τό παραδεκτό.
Β —
Τήν 29η Μαΐου 1979, ὁ Anton Birke, κοινοτικός υπάλληλος τοποθετημένος στό Ispra ('Ιταλία), υπέβαλε στην Ἐπιτροπή δύο ενστάσεις, παραπονούμενος, πρώτον, ὅτι ὡς συνέπεια τῆς εφαρμογής τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, οἱ πραγματικές ἀποδοχές του εμειώθησαν σέ σημαντικό βαθμό καί, δεύτερον, ὅτι ὁ κανονισμός 3087 δέν εἶχε επεκτείνει τήν προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στην περίοδο 1976—1977. Μέ νέα ένσταση, πού υπέβαλε τόν 'Ιούνιο τοῦ 1979 (μαζί μέ πολυάριθμους υπαλλήλους πού υπηρετούν στόν ἴδιο τόπο), ὁ Birke ἀντετίθετο στην εφαρμογή τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 ἐπί τῶν ἀποδοχών του, ἀποβλέποντας ιδίως στίς επιπτώσεις τῶν κανονισμών αυτών ἐπί τοῦ τρόπου μεταφορᾶς στό ἐξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών.
'Ανάλογη ένσταση υπέβαλε, πάντοτε τόν 'Ιούνιο τοῦ 1979, ένας άλλος υπάλληλος, ὁ Gunter Bruckner, πού ὑπηρετεί επίσης στό κέντρο τοῦ Ispra.
Ή 'Επιτροπή καθώρισε τήν στάση τῆς μέ δύο εγκυκλίους επιστολές, ἀντιστοίχως τῆς 12ης 'Ιουλίου καί 26ης Σεπτεμβρίου 1979, ἀπορρίπτοντας τίς ενστάσεις τῶν υπαλλήλων. Οἱ ἐν λόγω υπάλληλοι ἤσκησαν τότε προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν ἀντιστοίχως στίς 11 'Οκτωβρίου 1979 γιά τόν Birke καί στίς 12 Νοεμβρίου 1979 γιά τόν Bruckner, ζητώντας: α) νά ἀκυρωθοῦν τά σημειώματα ἐκκαθαρίσεως ἀποδοχών πού ἀναφέρονται στους μῆνες 'Ιανουάριο έως 'Απρίλιο τοῦ 1979, καθώς καί οἱ ἀποφάσεις πού ἐξεδόθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στίς 12 'Ιουλίου καί 26 Σεπτεμβρίου 1979 σέ ἀπάντηση τῶν ενστάσεων τους β) νά κριθεί ὅτι οἱ προσφεύγοντες ἐδικαιοῦντο ἀποδοχών ἀναλόγων πρός τό κόστος ζωής στην επαρχία τοῦ Βαρέζε ή, επικουρικώς, τῆς Ρώμης, υπολογιζόμενο ἀπό τό 1976 γ) νά κριθεί ὅτι οἱ προσφεύγοντες ἐδικαιοῦντο, γιά τήν περίοδο μετά τήν 1η 'Απριλίου 1979, ἀποδοχών εκφραζομενων σέ ιταλικές λιρέττες τουλάχιστον ὅχι κατωτέρων ἀπό τίς ἀποδοχές πού τους κατεβλήθησαν στό νόμισμα αυτό τόν Μάρτιο τοῦ Ιδίου χρόνου, λαμβανομένης ὑπ᾿ ὅψη τῆς επιπτώσεως ἐπί τῶν συνολικοῦ μισθοῦ τους τῶν πληρωμών πού ἐπραγματοποιήσαν στό εξωτερικό μέ τόν τρόπο πού ἀναφέρει τό άρθρο 17 παράρτημα VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί τῆς προσαρμογής τοῦ επιπέδου ἀποδοχών ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979* δ) επικουρικώς, νά κριθεί ὅτι ἡ προσαρμογή τῶν ἀποδοχών στά νέα κριτήρια ὑπολογισμοῦ πού καθωρίσθησαν ἀπό τους κανονισμούς 3085 καί 3085 θά έπρεπε νά επέλθει μέ ὁρισμένα κατάλληλα μεταβατικά μέτρα σέ σχέση μέ μέλλουσες (πραγματικές) αυξήσεις ε) πλέον επικουρικώς, νά κριθεί ὅτι οἱ προσφεύγοντες είχαν τό δικαίωμα νά εφαρμοσθεί τό νέο καθεστώς ἐπί τοῦ μισθοῦ τους μέ τόν 'ίδιο τρόπο πού προβλέπεται γιά τίς συντάξεις στο άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 3085 δηλαδή ἀπό τῆς 1ης 'Οκτωβρίου, ἀντί της 1ης 'Απριλίου 1979 καί μέ την μείωση εφαρμοζόμενη κατά στάδια καί κατανεμο-μένη σέ περίοδο δέκα μηνών ζ) ἐν πάση περιπτώσει, ἡ 'Επιτροπή νά προβεί στην διόρθωση τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχῶν πού δικαιούνται σύμφωνα μέ τά αιτήματα γιά τά ὁποῖα γίνεται λόγος ἀνωτέρω καί νά υποχρεωθεί, μαζί μέ τό Συμβούλιο, νά καταβάλει υπέρ αυτών εντόκως διαφορά μεταξύ καταβληθέντος καί ὀφειλομένου ποσοῦ.
Τό Συμβούλιο προέβαλε τό ἀπαράδεκτο τῶν δύο ἀνωτέρω προσφυγών. Ή Ἐπιτροπή, ἐκ μέρους της, προέβαλε τό ἀπαράδεκτο μόνο στην περίπτωση τῆς προσφυγής Birke. Τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε ἡ προφορική διαδικασία νά περιορισθεί μόνο στην εξέταση τοῦ παραδεκτοί) τῶν δύο προσφυγών.
Γ —
Μέ ένσταση πού υπέβαλε στην 'Επιτροπή, μαζί μέ άλλους υπαλλήλους, τήν 11η 'Απριλίου 1979, ὁ Dino Battaglia, πού υπηρετεί στην Ispra ('Ιταλία) στό γνωστό Κέντρο Έρευνας, παρεπονέθη ὅτι τοῦ κατεβλήθησαν μέ τίς ἀποδοχές τόν 'Ιανουάριο 1979, τά ἀναδρομικά πού ὠφεί-λοντο λόγω τῆς ἐπανεκτιμήσεως τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής στην 'Ιταλία, πού ἐπραγματοποιήθη μέ τόν κανονισμό 3087/78, ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 καί όχι ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976, καί ἐζήτει ἡ 'Επιτροπή νά λάβει «τά κατάλληλα μέτρα γιά τήν ἀντιστάθμιση τῆς ἀπωλείας τῆς ἀγοραστικής του δυνάμεως» πού ἐσημειώθη κατά τά έτη 1976 καί 1977. Ή Ἐπιτροπή ἀπήντησε ἀρνητικά μέ τήν εγκύκλιο επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979. Κατόπιν αὐτού ὁ Battaglia ἤσκησε δικαστική προσφυγή εναντίον τῆς 'Επιτροπής, ισχυριζόμενος ὅτι ἡ ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως καί ἡ εφαρμογή τοῦ κανονισμού 3087 ἐπ᾽ αυτού, δέν ήσαν νόμιμες, καί μέ βάση τό γεγονός αυτό ἐζήτησε: α) νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση τοῦ ὀργάνου καθ' οὗ ἡ προσφυγή, μέ τήν ὁποία τοῦ κατεβλήθησαν τά ἀναδρομικά πού προβλέπονται στον κανονισμό 3087 ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 ἀντί ἀπό 1ης'Ιανουαρίου 1976 καί τά όποια ὑπελογίσθησαν χωρίς νά ληφθεί ὑπ᾽ όψη τό κόστος ζωής στην περιφέρεια τοῦ Βαρέζε β) νά κηρυχθεί μή ἐφαρμοστέος ὡς πρός αυτόν ὁ κανονισμός 3087/78 καθ' ὅσον περιώριζε τήν ἀναδρομική ἰσχύ του ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1978 γ) ἐπί πλέον, τό Δικαστήριο νά κρίνει ὅτι ὠφείλοντο στον προσφεύγοντα, γιά τήν περίοδο 1976—1977, συμπληρωματικές ἀποδοχές, καθοριστέες βάσει τοῦ κόστους ζωής στην περιφέρεια τοῦ Βαρέζε καί δή εντόκως δ) επικουρικώς, νά υποχρεωθεί ή ἀντίδικος στην επανόρθωση τῆς βλάβης πού υπέστη ε) πλέον επικουρικώς νά ἀναγνωρισθεί ὅτι οἱ προϋποθέσεις γιά τή προσαρμογή τῶν ἀποδοχών ὑφίσταντο ήδη τό 1976, καί ὅτι επομένως, τό Συμβούλιο ὤφειλε νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα γιά νά διασφαλίσει στους υπαλλήλους, άνευ διακρίσεως, τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών τους σύμφωνα μέ τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε ρητή ένσταση ἀπαραδέκτου. Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε ή προφορική διαδικασία νά περιορισθεί στην εξέταση τῆς πλευρᾶς αυτής τῆς διαφοράς.
6.
Μοῦ φαίνεται σκόπιμο νά ἐξετάσω ἐμπεριστατωμένως τους κανόνες, στό πλαίσιο τῶν ὁποίων εντάσσονται ὅλες οἱ σχετικές διαφορές. Ὅπως είδαμε πηγή ὅλων αυτών τῶν διαφορών εἶναι οἱ επιπτώσεις πού επήλθαν ἀπό τήν θέση σέ εφαρμογή τῶν τριών κανονισμών τοῦ Συμβουλίου: τῶν κανονισμών 3085, 3086 καί 3087 τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978.
Α —
Ό κανονισμίος 3085 ἐτροποποίησε δύο διατάξεις τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων: τό ἄρθρο 63 καί τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ.
Τό άρθρο 63 στό παλαιό του κείμενο ὥριζε, στό τρίτο εδάφιο, ὅτι οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα άλλο ἐκτός τοῦ βελγικού φράγκου ὑπολογίζοντο βάσει των ισοτιμιῶν πού ήταν ἀποδεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καί ἴσχυαν τήν 1η Ἰανουαρίου 1965. Τό νέο άρθρο 63 ὁρίζει, ἀντιθέτως, στό δεύτερο εδάφιο, ὅτι «οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τῶν ισοτιμιῶν πού ἔχρησιμοποιούντο γιά τήν εκτέλεση τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η 'Ιουλίου 1978». Τό ἑπόμενο εδάφιο προσθέτει ὅτι «κατά τόν χρόνο τῆς ετησίας εξετάσεως τῶν ἀποδοχών πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 65 ή ημερομηνία αὐτή δύναται νά μεταβληθεί ἀπό τό Συμβούλιο τό ὁποίο ἀποφασίζει, μετά ἀπό πρόταση τῆς 'Επιτροπής, μέ ειδική πλειοψηφία...».
Ή τροποποίηση αυτή κατέληξε, στην ουσία, σέ μία προσαρμογή τῶν ισοτιμιών. Οἱ ἰσοτιμίες πού ἦταν δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οἱ όποιες ἀνή-γοντο στό 1965, καί οἱ ὁποιοι επομένως δέν ήταν επίκαιρες, ἀντετάχθησαν μέ ἰσοτιμίες πλησιέστερες πρός τίς Ισχύουσες στην ἀγορά (ἄν καί δέν συνέπιπταν μέ τίς τελευταίες). Ή διόρθωση αυτή κατέστη ἀναγκαία διότι οἱ πληθωρικές διαδικασίες πού ἐπιταχύνθησαν ἀπό τά μέσα τῆς δεκαετίας 1970, είχαν ὡς ἀποτέλεσμα νά καταστήσουν τίς ἰσοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου πολύ ἀπομακρυσμένες ἀπό τήν πραγματικότητα τῶν συναλλαγών στην ἀγορά νομισμάτων: ἀρκεῖ ἡ σκέψη ὅτι βάσει αὐτών ἕνα βελγικό φράγκο ήταν ισότιμο πρός 12,5 ιταλικές λιρέττες (σήμερα ἀξίζει περισσότερο ἀπό 30) γιά νά γίνουν ἀντιληπτές οἱ διαστρεβλώσεις πού θά προ-εκάλει ἡ διατήρηση τῶν παλαιών ισοτιμιών.
Ἡ τροποποίηση τῶν ισοτιμιών τῶν νομισμάτων συνοδεύεται ἀπό τροποποίηση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, τήν ὁποία ἐπαραγματοποίησε ὁ κανονισμός 3086. Γιά νά καταστεί κατανοητή ἡ σχέση μεταξύ ισοτιμίας καί συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής εἶναι ἀπαραίτητο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι, κατά τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως «στίς ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγμα εφαρμόζεται συντελεστής ἀναπροσαρμογής ἀνώτερος, κατώτερος ἡ ἴσος πρός 100 % ανάλογα με τίς συνθῆκες διαβιώ-σεως στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως». 'Αναφέρω, ἐξ άλλου, ὅτι κατά τό άρθρο 65 παράγραφος 2 «σέ περίπτωση ουσιώδους μεταβολής τοῦ κόστους ζωής, τό Συμβούλιο ἀποφασίζει... μέτρα γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά ἀναδρομικά τους ἀποτελέσματα». Καί ἡ ύπαρξη στό καθεστώς τῶν ἀποδοχών άκάμπτων στοιχείων, δηλαδή τῶν εγκεκριμένων ισοτιμιών τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πού ἀνάγονται στό έτος 1965 καί ήσαν, κατά συνέπεια, ουσιωδώς διάφοροι ἀπό τίς τρέχουσες ἰσοτιμίες, προέτρεψε τό Συμβούλιο νά χρησιμοποιήσει τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής σάν τό μοναδικό μεταβλητό στοιχείο πού εἶναι ικανό νά χρησιμοποιηθεί ὡς μέσο διασφαλίσεως στους υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρες μέ νόμισμα πού υποτιμᾶται λόγω τοῦ πληθωρισμοί), — οἱ όποιοι ευρίσκονται σέ μειονεκτική θέση λόγω μιας τιμής συναλλάγματος τοῦ βελγικοί) φράγκου πολύ κατωτέρας ἀπό τήν τιμή τῆς ἀγοράς — αποδοχών, πού ἀντιστοιχούν ἀπό ἀπόψεως ἀγοραστικής δυνάμεως, πρός τίς ἀποδοχές πού λαμβάνονται ἀπό τους υπαλλήλους οἱ όποιοι υπηρετούν στό Βέλγιο. Σύμφωνα μέ τήν λογική αυτή, ὡρίσθη, πχ., γιά τήν 'Ιταλία αυξημένος συντελεστής ἀναπροσαρμογής παρά τό γεγονός ὅτι τό κόστος ζωής στην 'Ιταλία ήταν κατώτερο ἀπό ἐκεῖνο τοῦ Βελγίου.
Μέ τόν κανονισμό 3086, τό Συμβούλιο ἀπέ-βλεψε στην ὁμαλοποίηση τῆς καταστάσεως αὐτής, δεδομένου ὅτι ἡ τροποποίηση τῶν ἰσοτιμιών τοῦ παρείχε τήν δυνατότητα νά ἀποκαταστήσει τήν λειτουργία τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού τοῦ ἀνέθεσε ἀρχικά ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Μέ τήν προοπτική αύτη, ἀφοῦ έγινε δεκτό ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στό Βέλγιο καί στό Λουξεμβοῦργο ήταν ἴσος πρός 100, ὁ ἐν λόγω κανονισμός ὥρισε συντελεστές μεγαλύτερους γιά τίς χῶρες ὅπού τό κόστος διαβιώσεως εἶναι υψηλότερο καί μικρότερους γιά τίς χώρες ὅπου, ἀντιθέτως, τό κόστος ζωής είναι μικρότερο.
Τό νέο καθεστώς διετήρησε ουσιαστικά ἀμετάβλητο τό επίπεδο τῶν ἀποδοχών πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικού φράγκου, δεδομένου, ὅτι ἡ διαδοχική αύξηση (γιά χώρες ὅπως ἡ Ἰταλία) γιά τήν θέσπιση τῶν νέων Ισοτιμιών ἀντεσταθμίσθη ἀπό τήν ἀντίστοιχη μείωση τῶν νέων συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς. Σημειοῦται, ἀντιθέτως, σημαντική μείωση τῶν συντάξεων πού καταβάλλονται σέ βελγικά φράγκα, στίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες ὁ ενδιαφερόμενος εἶχε επιλέξει τόν τρόπο αυτό πληρωμής βάσει τοῦ ἄρθρου 45 τρίτο εδάφιο τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καί επρόκειτο γιά πρώην υπαλλήλους πού κατοικούσαν σέ χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα, ὅπως τό Ἡνωμένο Βασίλειο καί ἡ 'Ιταλία. Τό ποσό τῶν συντάξεων αυτών καθωρίζετο πράγματι προηγουμένως βάσει τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής τῆς χώρας κατοικίας, ὁ όποιος ὅπως έχω προσπαθήσει νά εξηγήσω, ήταν τεχνητά υψηλός καί ἐξ άλλου δέν ὑφίστατο τό ἀντισταθμιστικό ἀποτέλεσμα (μέ ἀρνητική έννοια) τῶν Ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου, δεδομένου ὅτι οἱ δικαιούχοι είχαν ἀσκήσει τήν ευχέρεια πού τους παρείχετο ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 45 παράρτημα VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, νά ζητήσουν τήν καταβολή στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπού εδρεύει τό όργανο στό ὁποῖο ἀνῆκαν (δηλαδή τό βελγικό φράγκο). Γιά νά παρεμποδίσει τίς ἀρνητικές ἐπιπτώσεις, πού τό νέο καθεστώς επέφερε στους συνταξιούχους πού κατοικοῦσαν σέ χώρες μέ ἀδύνατο νόμισμα, ὁ κανονισμός 3085 ὥρισε στό άρθρο 4 ὅτι «γιά τίς συντάξεις καί τίς ἀποζημιώσεις τῶν ὁποίων τά καθαρά ποσά» υφίστανται «μείωση ἐν σχέσει μέ τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος συστήματος» τό νέο καθεστώς δέν «εφαρμόζεται παρά ἀπό τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1979» καί ὅτι, ἐπί πλέον, «μετά τήν ημερομηνία αυτή, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν καθαρών ποσών πού προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμού καί τῶν ποσών πού εἰσεπράττοντο τόν Σεπτέμβριο 1979 μειώνεται κατά 1/10 μηνιαίως».
Ὁ κανονισμός 3085 ἐτροποποίησε ἐπίσης — ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως — τίς διατάξεις περί μεταφοράς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών, πού περιλαμβάνονται στό άρθρο 17 παράρτημα VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Τό καταργηθέν κείμενο τοῦ κανόνα αὐτοῦ ὥριζε, στην παράγραφο 2, ὅτι κάθε υπάλληλος ἠδύνατο νά μεταφέρει τακτικά (δηλαδή μηνιαίως) ὁρισμένο μέρος τῶν ἀποδοχών του εἴτε στό νόμισμα τῆς χώρας τῆς ὁποίας ήταν υπήκοος εἴτε στό νόμισμα χώρας μέλους ὅπου εὑρίσκετο ἡ κατοικία του ἡ ἡ διαμονή ἑνός συντηρουμένου ἀπό αυτόν μέλους τῆς οικογενείας του καί στην παράγραφο 4 προσέθετε ὅτι οἱ μεταφορές αυτές «πραγματοποιοῦνται στην ἐπίσημη τιμή συναλλάγματος πού Ισχύει κατά τήν ήμέρα τῆς μεταφοράς», τιμή πού συνέπιπτε μέ τήν ἰσοτιμία τοῦ Διεθνούς Ευρωπαϊκού Ταμείου, ἡ ὁποία έγινε δεκτή ἀπό τό άρθρο 63 (στό καταργηθέν ἐν συνεχεία κείμενο ἀπό τόν ἴδιο κανονισμό 3085). Τό νέο κείμενο τοῦ ἄρθρου 17 περιέχει ὁρισμένες τροποποιήσεις τῆς παραγράφου 2, ἐκεῖ ὅπου προβλέπει ὅτι ὁ υπάλληλος δύναται νά πραγματοποιήσει μεταφορές καί «στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπου εἶχε προηγουμένως τοποθετηθεί ἡ τῆς χώρας στην ὁποία εδρεύει τό ὄργανό του, ἀρκεῖ νά πρόκειται γιά υπάλληλο, ὁ όποιος έχει τοποθετηθεί έκτός τοῦ εδάφους τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Καί, ἐπί πλέον, ὅτι στόν 'ίδιο «δύναται νά επιτραπεί, ὅλως εξαιρετικῶς ἤ γιά περιπτώσεις πού δικαιολογοῦνται δεόντως, νά προβεί στην μεταφορά, έκτός τῶν προαναφερθέντων τακτικών μεταφορών» (δηλ. έκτός ποσοστών) «τῶν ποσών, τά όποια επιθυμεί νά διαθέσει σέ νομίσματα πού ἀναφέρονται ὑπό τό στοιχείο α». 'Αλλά αυτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει στίς προκείμενες υποθέσεις εἶναι ή διάταξη τῆς παραγράφου 3, σύμφωνα μέ την ὁποία οἱ μεταφορές... «πραγματοποιοῦνται στίς τιμές συναλλάγματος πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως» — δηλαδή στίς νέες τιμές συναλλάγματος πού προκύπτουν ἀπό τό άρθρο 63, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 3085 — καί ὅτι σέ αυτές «ἐφαρμόζεται ὁ συντελεστής πού προκύπτει ἀπό τήν σχέση μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού καθορίζεται γιά τήν χώρα στό νόμισμα τῆς ὁποίας πραγματοποιείται ἡ μεταφορά καί τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού καθορίζεται γιά τόν τόπο τοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου». Πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι ἡ σχέση αυτή οδηγεί, γιά τά νομίσματα τῶν χωρών μέ ὑψηλό δείκτη πληθωρισμοί), ὅπως ἡ 'Ιταλία καί τό Ἡνωμένο Βασίλειο, σέ ισοτιμίες, οἱ όποιες τοποθετούνται περίπου στό μέσο μεταξύ τῶν ἰσοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου πού ἀνάγονται στό 1965 καί τῶν τρεχουσῶν ισοτιμιών. Παρά ταῦτα, ἡ νέα κανονιστική ρύθμιση περί χρηματικών μεταφορών προεκάλεσε σημαντική αύξηση τοῦ κόστους τῶν πράξεων αυτών ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ υπάλληλος πρέπει νά δαπανήσει μεγαλύτερα ποσά, στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπου είναι τοποθετημένος, γιά νά λάβει τήν ἴδια ποσότητα τῶν ξένων νομισμάτων πού προηγουμένως μετέφερε στό εξωτερικό.
Β —
'Ως πρός τόν κανονισμό 3087, αυτός άφορᾶ μόνο τους υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων πού έχουν τοποθετηθεί στην 'Ιταλία καί τους δικαιούχους συντάξεων πού ἐδήλωσαν ὅτι ἐγκατεστάθησαν στην χώρα αυτή, καί έχει ὡς σκοπό νά «προσαρμόσει τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία σύμφωνα μέ τά ἀποτελέσματα τῶν στατιστικών μελετών πού ἐπραγματοποιήθησαν ἀπό τήν Ὑπηρεσία Στατιστικής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (μόνη αιτιολογική σκέψη). Μέ τό άρθρο 1 ὁ συντελεστής αυτός ὡρίσθη σέ 146,4 γιά τους υπαλλήλους καί συνταξιούχους, μέ ἀναδρομική ισχύ ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978. Φυσικά, ἀπό τήν 'ίδια ἡμερομηνία κατηργήθη ὁ προηγούμενος συντελεστής, πού ἐβασίζετο στον κανονισμό 1461 τοῦ 1978 (άρθρο 2). 'Αλλά ή περίοδος εφαρμογής τοῦ νέου αὐτοῦ καθεστώτος περιορίζεται σέ δεκαπέντε μήνες. Εἴδαμε ήδη, πράγματι, ὅτι τήν 1η 'Απριλίου 1979 ετέθη ἐν ἰσχύι ὁ κανονισμός 3086, ὁ όποιος ἐτροποποίησε ὅλους τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής, καθορίζοντας, ἰδίως τόν εφαρμοζόμενο στίς ἀποδοχές τῶν τοποθετημένων στην 'Ιταλία υπαλλήλων (καί τῶν συνταξιούχων πού ἐγκατεστάθησαν στην 'Ιταλία) στό επίπεδο τοῦ 74,3.
Τό πρόβλημα πού εγείρει ἡ εφαρμογή τοῦ κανονισμοί) 3087 εἶναι πολύ διαφορετικό ἀπό τό δημιουργούμενο ἀπό τους άλλους δύο κανονισμούς 3085 καί 3086, πού προορίζονται νά παράγουν τά ἀποτελέσματά τους γιά ἀόριστη διάρκεια. Πράγματι, ὁ κανονισμός 3087 περιλαμβάνεται στό σύστημα υπολογισμοί) τῶν ἀποδοχών (καί τῶν συντάξεων) πού ἐφηρμόζετο πρό τῶν τροποποιήσεων πού επέφεραν οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086. Ἕπεται ἀπό αυτό ὅτι οἱ ἀμφισβητήσεις πού ἐδημιουργήθησαν ἀφοροῦν τό παρελθόν, δηλ. τήν περίοδο πού προηγεῖται τῆς 1ης 'Απριλίου 1979. Πρέπει νά λεχθεί ἀπό τώρα ὅτι οἱ ἀμφισβητήσεις αυτές ἀφοροῦν βασικά δύο σημεία: τά ὅρια τῆς ἀναδρομικότητος τοῦ νέου συντελεστοῦ (τά όποια οἱ ενδιαφερόμενοι ήθελαν νά εἶναι ευρύτερα) καί τά κριτήρια, τά όποια ἀκολουθοῦνται γιά τήν προσαρμογή τοῦ ἐν λόγω συντελεστοῦ πρός τίς διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωῆς.
7.
"Ερχομαι τώρα νά συζητήσω τά θέματα τοῦ παραδεκτού. 'Ορισμένα ἀπό αυτά είναι κοινά στίς περισσότερες διαφορές. 'Εν τούτοις, μοῦ φαίνεται προτιμότερο νά προβῶ στην εξέταση κάθε περιπτώσεως χωριστά ώστε νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη οἱ ἀπόψεις πού ὑπεστηρίχθησαν ἀπό τους ἀντιστοίχους δικηγόρους τῶν διαδίκων, καί τά ιδιαίτερα περιστατικά ὅπού διαφαίνεται ὅτι είναι ενδιαφέροντα. Θά ἀκολουθήσω την ἴδια σειρά, τήν ὁποία ἠκολούθησα ὅταν περιέγραψα τήν ἐξέλιξη τῶν δικών: θά ἀρχίσω λοιπόν ἀπό τίς υποθέσεις τίς σχετικές μέ τίς συντάξεις.
Στην υπόθεση 153/79 (Bowden) ἡ 'Επιτροπή, επικαλείται πρώτον ὅτι, τό αίτημα πού ἀποβλέπει στην κήρυξη ὡς μή εφαρμοστέων ἐπί τῶν προσφευγόντων τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 ισοδυναμεί μέ άμεση προσφυγή κατά πράξεων γενικού περιεχομένου ἐκ μέρους υπαλλήλων: προσφυγή, ή ὁποία ἀποκλείεται ἀπό τό σύστημα τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Δέχομαι, πρός στιγμή, σάν «υπόθεση εργασίας» ὅτι ἡ προσφυγή στρέφεται κατά τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου γιά τους ὁποίους πρόκειται καί ὄχι κατά τῶν ἀτομικών εκτελεστικών πράξεων (αυτή ἡ άποψη τῆς διαφορᾶς θά επανεξετασθεί περαιτέρω). 'Εκκινώντας ἀπό τήν ἀνωτέρω υπόθεση, θά πρέπει νά καθορισθεῖ ἄν, καί ενδεχομένως εντός ποίων ὁρίων, προσφυγή τοῦ είδους αυτού εἶναι παραδεκτή.
Κατά τόν δικηγόρο τῶν προσφευγόντων, τό άρθρο 90, παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως θά έπρεπε νά ἑρμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι ή διοικητική ένσταση δύναται νά στρέφεται καί κατά πράξεως γενικής ισχύος, ὅπως εἶναι ὁ κανονισμός. Προς υποστήριξη τῆς ἀπόψεως αὐτής, αναφέρεται ὅτι ὁ ἐν λόγω κανόνας, ρυθμίζοντας τό χρονικό σημείο ἀπό τοῦ ὁποίου υπολογίζεται ἡ προθεσμία πρός υποβολή ενστάσεως, ὁρίζει (στην πρώτη περίπτωση) ὅτι «ή προθεσμία αὐτή ἀρχίζει ἀπό τήν ήμερα τῆς δημοσιεύσεως τῆς πράξεως, ἄν πρόκειται γιά μέτρο γενικού χαρακτῆρος». Ή ρητή ἀναφορά στό γεγονός ὅτι οἱ πράξεις «γενικού χαρα-κτῆρος» δύνανται νά προσβληθούν ἀποδεικνύει τήν δυνατότητα υποβολής ενστάσεων κατ' αὐτών. Ή ερμηνεία αυτή, πού εἶναι ευνοϊκότερη γιά τήν προστασία τῶν ἀτόμων, εἶναι σύμφωνη πρός τήν ἀρχή, κατά τήν ὁποία σέ περίπτωση ἀβεβαιότητος ὡς πρός τήν έκταση τῶν κανόνων πού παρέχουν στά υποκείμενα δικαίου έννομα μέσα προστασίας, πρέπει νά υἱοθετεῖται ἡ λιγότερο περιοριστική λύση.Θά παρατηρήσω ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού έχουν θεσπισθεί ὅσον άφορᾶ τίς δικαστικές προσφυγές ευρίσκουν τήν νομική τους βάση στό άρθρο 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο ἐπί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν υπαλλήλων της, εντός τῶν ὁρίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζει ὁ κανονισμός περί τῆς υπηρεσιακής τους καταστάσεως ἡ πού προκύπτουν ἀπό τό καθεστώς πού τους διέπει».
Στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὁ κανόνας αυτός ἡρμηνεύθη πάντοτε ὑπό τήν έννοια ὅτι τά μέσα προσφυγής πού παρέχονται στους υπαλλήλους στίς σχέσεις τους μέ τήν Διοίκηση, εἶναι ειδικού καί αποκλειστικού χαρακτῆρος, δηλαδή ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διαθέτουν μόνο τά μέσα προσφυγής πού προβλέπονται ἀπό τό ἐν λόγω άρθρο καί ἀπό τους σχετικούς κανόνες παραγώγου δικαίου καί, ἑπομένως, δέν δύνανται νά ἐπικαλεσθοῦν κατά τῆς Διοικήσεως τά άλλα μέσα προστασίας πού ή συνθήκη ἀναγνωρίζει, γενικά, στά άτομα. 'Αρκεί νά ὑπομνησθεῖ ἡ ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 48/76, Reinarz (Raccolta) 1977, σ. 291).
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πού ὑπε-στηρίχθη ἀπό τους προσφεύγοντες, δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Τό γεγονός ὅτι ή δεύτερη παράγραφος τοῦ ἄρθρου αυτού ἀναφέρεται, ὅπως εἴδαμε, σέ «μέτρο γενικοῦ χαρακτῆρος» δέν δύναται νά ἀποτελέσει σοβαρό επιχείρημα γιά νά υποστηριχθεῖ ὅτι οἱ πράξεις γενικού περιεχομένου δύνανται νά προσβληθούν ευθέως. Τό ἐν λόγω μέρος τοῦ κειμένου πρέπει πράγματι νά νοηθεί κατά τρόπο διαφορετικό, σέ ἁρμονία μέ τό ὅλο κείμενο τῆς διατάξεως καί μέ τους άλλους κανόνες της συνθήκης. Όταν τό άρθρο 90 κάνει λόγο περί τῆς ἐνεργείας, τῆς στρεφόμενης κατά πράξεως γενικοῦ χαρακτῆρος, ἐννοεῖ στην πραγματικότητα τίς πράξεις ἐκεῖνες, γενικές ὡς πρός τόν τύπο άλλά ἀτομικές ὡς πρός την ουσία, κατά τῶν ὁποίων προβλέπεται ρητῶς προσφυγή ἀπό την συνθήκη στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 173 δεύτερο εδάφιο. Ή άποψη αυτή σαφῶς ἐπιβεβαιοῦται ἀπό άλλο τμῆμα τοῦ ἄρθρου 90 καί ἀκριβέστερα ἀπό τό πρώτο μέρος τῆς παραγράφου 2, ὅπου προβλέπεται ὅτι οἱ υπάλληλοι δύνανται νά υποβάλουν διοικητική ένσταση κατά πάσης «πράξεως» της ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχῆς ή ὁποία τους βλάπτει: ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «πράξη» υποδηλώνει προδήλως ὅτι ή δυνατότης προσβολῆς περιορίζεται στίς ὑποχρεωτικές πράξεις ἀτομικοῦ χαρακτῆρος. Ό δικηγόρος τῶν προσφευγόντων δέν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη τό μέρος αυτό της διατάξεως, παρ' ὅλον ὅτι χρησιμεύει ἀκριβώς γιά τόν ὁρισμό τῆς προσβλητέας πράξεως, άλλά περιορίζεται, ἀντιθέτως, στον σχετικό μέ τήν έναρξη τῆς προθεσμίας κανόνα, ὁ όποιος ἀντιπροσωπεύει μία ιδιαίτερη άποψη τοῦ νομικοῦ συστήματος τῶν ενστάσεων, ἀντλώντας ἀπό αυτόν συμπεράσματα ἐπί τοῦ γενικοῦ θέματος τῆς εννοίας τῆς πράξεως πού εἶναι δεκτική προσβολής. Μία τέτοια ἀπόπειρα είναι σαφώς ἀντιφατική καί ὀλίγο πειστική.
Οἱ προσφεύγοντες επικαλοῦνται, ἐξ άλλου, τό άρθρο 184 τῆς συνθήκης, τό όποιο ὁρίζει, ὅπως εἶναι γνωστό, ὅτι «κάθε διάδικος σέ διαφορά ὅπου τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση ἡ ἰσχύς κανονισμού τοῦ Συμβουλίου ἡ τῆς Ἐπιτροπῆς δύναται νά επικαλεσθεί τους λόγους πού προβλέπονται στό άρθρο 173 πρώτη παράγραφος» (δηλαδή ἀναρμοδιότητα, παράβαση ουσιωδών τύπων, παράβαση τῆς συνθήκης ἡ ὁποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικοῦ μέ τήν εφαρμογή της, κατάχρηση εξουσίας), «γιά νά επικαλεσθεί στό Δικαστήριο τό ἀνεφάρμοστο τοῦ κανονισμού αὐτοῦ». Ή διάταξη αυτή θά ἐστήριζε τήν άποψη κατά τήν ὁποία οἱ υπάλληλοι δύνανται νά προσβάλλουν ευθέως τους υπολογισμούς. Ἀλλά, κατ᾽ ἐμέ, φαίνεται ὅτι ἡ κατηγορία των δικαστικών προσφυγών τῶν υπαλλήλων κατά τῆς διοικήσεως, γιά θέματα πού συνδέονται μέ τήν υπαλληλική σχέση, δέν εντάσσεται στό πεδίο εφαρμογῆς τοῦ ἀναφερθέντος κανόνος, ὁπως αποδεικνύεται μέ διάφορα επιχειρήματα.
Εἴδαμε ήδη ὅτι, σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, οἱ ὑπάλληλοι διαθέτουν ἀποκλειστικώς τους τρόπους προστασίας πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως ή, ἐν πάση περιπτώσει, ἀπό τήν παράγωγη κανονιστική ρύθμιση πού θεμελιοῦται στό άρθρο 179 τῆς συνθήκης. Αυτό ἤρκει γιά νά ἀποκλεισθεί ἡ δυνατότης επικλήσεως τοῦ άρθρου 184 στό πλαίσιο διαφοράς μεταξύ κοινοτικοῦ ὀργάνου καί τῶν υπαλλήλων του ἡ πρώην υπαλλήλων, πού άφορα ὁρισμένα σημεία τῆς υπηρεσιακῆς σχέσεως, ή προβλήματα πού ἀναφέρονται σέ αυτή. Πάντως, ἀκόμη καί χωρίς τήν σκέψη αὐτή, ή άποψη κατά τήν ὁποία ἀπό τό άρθρο 184 ἀπορρέει τό δικαίωμα τῶν Ιδιωτών νά προσβάλλουν εὐθέως τους κανονισμούς φαίνεται επίσης ὅτι δέν δύναται νά ὑποστηριχθεί. Πράγματι, τό άρθρο 184 δέν προβλέπει αὐτόνομη προσφυγή, άλλά περιορίζεται στην ρύθμιση τῶν παρεμπιπτόντως ἐγερθέντων προβλημάτων νομιμότητος δηλαδή τῶν προβλημάτων πού ἐντάσσονται στό πλαίσιο μιᾶς διαδικασίας πού 'έχει σάν αντικείμενο, κατά κύριο λόγο, τήν νομιμότητα άλλων πράξεων, καί ή ὁποία ἐκινήθη εγκαίρως καί κανονικώς. Τό κείμενο τῆς διατάξεως εἶναι επαρκώς σαφές ὡς πρός αυτό, ἐκεῖ ὅπου ἀπαιτεί, ὡς προϋπόθεση γιά τήν επίκληση τοῦ ἀνεφαρμοστου μιας γενικῆς πράξεως, τήν ύπαρξη «διαφοράς ὅπού τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση ή ἰσχύς κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου ἡ τῆς Ἐπιτροπῆς». 'Εξ άλλου, τό άρθρο 173 δεύτερο εδάφιο ὁρίζει σαφώς ὅτι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται νά ἀσκήσει προσφυγή κατά πράξεως πού περιβάλλεται τόν τύπο κανονισμού μόνο ὅταν ὁ τύπος αυτός δέν ἀντιστοιχεί στην αληθινή φύση τής πράξεως, καί στην πραγματικότητα πρόκειται γιά ἀπόφαση πού άφορᾶ τό πρόσωπο αυτό «άμεσα καί ατομικά». Κατά συνέπεια, ἡ ἀρχή συνίσταται στό ὅτι οἱ ιδιῶτες δέν δύνανται νά προσβάλλουν τίς κανονιστικές πράξεις καί τό άρθρο 184 ενισχύει τήν άποψη αυτή κατά τήν έννοια ὅτι ακριβῶς, πρός τόν σκοπό ἐλαφρύνσεως τῶν ἀρνητικών επιπτώσεων τῆς ἀρχῆς αὐτής, προβλέπει τήν δυνατότητα επικλήσεως καί ἀναγνωρίσεως τῆς μή νομιμότητος μιας γενικῆς πράξεως, ἀρκεῖ αὐτό νά γίνεται μέσα στό πλαίσιο μιας κανονικώς κινηθείσης διαδικασίας.
Ἕνας άλλος κανόνας, στόν όποιο οἱ προσφεύγοντες ἀναφέρονται γιά νά υποστηρίζουν τήν άποψη τους περί ευθείας προσβολής κατά τῶν κανονισμών, εἶναι τό άρθρο 173 δεύτερο εδάφιο (σύμφωνα μέ τό όποιο «κάθε φυσικό ἡ νομικό πρόσωπο δύναται νά ἀσκήσει προσφυγή κατά τῶν ἀποφάσεων πού ἄν καί εκδίδονται ὡς κανονισμοί τό ἀφορούν άμεσα καί προσωπικά»). 'Αλλά ὁ ειδικός καί ἀποκλειστικός χαρακτήρας τοῦ θεσπισθέντος ἀπό τό άρθρο 179 κανόνα γιά τίς προσφυγές τῶν υπαλλήλων κατά τῶν ὀργάνων ἀποτελεί καί ἐδῶ επιχείρημα ἀρκετό γιά νά ἀποκλείσει τήν ἔνταξη τοῦ είδους αυτού τῶν προσφυγών στό πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 173. Προσθέτω, ἐξ άλλου, ὅτι οἱ κανονισμοί, πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη στό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 173, εἶναι στην ουσία ἀτομικές πράξεις, ἐνῶ οἱ πράξεις, μέ τίς όποιες ἀπασχολούμεθα ἐν προκειμένω καί οἱ όποιες υποστηρίζεται ὅτι δύνανται νά προβληθούν ἀπό τους υπαλλήλους, είναι ἀναμφιβόλως γενικής εφαρμογής. Ἐν πάση περιπτώσει, μοῦ φαίνεται ὅτι δέν ήταν δυνατή ἡ ἀνάλογη εφαρμογή τοῦ άρθρου 173 δεύτερο ἐδάφιο στίς διαφορές μεταξύ υπαλλήλων καί ὀργάνων: πρέπει, πράγματι, νά ληφθεί ὑπ'ὄψη ὅτι ἡ ἀπονομή στους Ιδιώτες τῆς ευχέρειας νά προσβάλλουν πράξεις πού περιβάλλονται τόν ἁπλό τύπο κανονισμών ἀποτελεί μία εξαίρεση ἀπό τήν ἀρχή, κατά τήν ὁποία οἱ κανονισμοί δέν δύνανται νά προσβληθούν καί οἱ κανόνες εξαιρετικού χαρακτῆρος δέν εἶναι ἱκανοί νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ἀναλόγου εφαρμογής.
Συνειδητοποιώντας ὅλες αυτές τίς δυσχέρειες ἡ υπεράσπιση τῶν προσφευγόντων ἀνέπτυξε, επικουρικώς, μία άλλη άποψη. 'Ισχυρίζεται ὅτι, ἀκόμη καί ἄν γίνει δεκτή ἀπό τό Δικαστήριο ἡ άποψη κατά τήν ὁποία οἱ πράξεις γενικού περιεχομένου δέν είναι δεκτικές ευθείας προσφυγής, θά ἀπέμενε πρός διακρίβωση, κατά περίπτωση, ἄν ὁρισμένες πράξεις, καίτοι γενικής ἰσχύος, ἔχουν ἐπί τῆς έννόμου καταστάσεως ὁρισμένων υποκειμένων δικαίου διάφορη επίπτωση ἀπό τήν επίπτωση πού έχουν ἐπί άλλων υποκειμένων δικαίου. Στην περίπτωση αυτή θά έπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ Ιδιώτες έχουν τήν ευχέρεια νά προσβάλλουν ευθέως τους κανονισμούς.
Δέν πιστεύω ὅτι ἡ άποψη αυτή δύναται νά γίνει δεκτή. Λέγεται ὅτι μία πράξη είναι γενικής Ισχύος, ὅταν ἐφαρμόζεται σέ καταστάσεις πού καθορίζονται κατά τρόπο ἀντικειμενικό καί συνεπάγεται έννομα ἀποτελέσματα γιά κατηγορίες προσώπων, καθοριζόμενες κατά τρόπο γενικό καί ἀφηρημένο (βλ. σημείο 6 τοῦ σκεπτικού τῆς ἀποφάσεως τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1981 στην υπόθεση 64/80, Giuffrida καί Campogrande κατά Συμβουλίου, πού δέν έχει δημοσιευθεί στην Συλλογή). Τό γεγονός ὅτι ὁρισμένες κατηγορίες προσώπων θίγονται κατά τρόπο διαφορετικό ἡ πιό άμεσα δέν ἀρκεῖ γιά νά ἀποστερήσει τήν πράξη, ή ὁποία ρυθμίζει τήν κατάσταση τους, ἀπό κάθε γενικό καί ἀφηρημένο ἀποτέλεσμα. Έτσι, ἄν πρόκειται γιά έναν κανονισμό περί τοῦ οικονομικού καθεστώτος τῶν κοινοτικών υπαλλήλων, τό γεγονός ὅτι ὁρισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, λόγω ἀντικειμενικών περιστάσεων (τόπος υπηρεσίας, ἀρχαιότης, ἀσκούμενα καθήκοντα) θίγονται διαφορετικά ἀπό άλλες δέν ἀρκεῖ γιά νά μεταβάλει τόν κανονισμό σέ ἀτομική ἀπόφαση. Τό Δικαστήριο έλαβε πρόσφατα θέση στό θέμα αυτό, δεχόμενο ὅτι ή κανονιστική φύση μιας πράξεως «δέν τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση ἀπό τήν δυνατότητα νά προσδιορισθεί μέ μεγαλύτερη ή μικρότερη ἀκρίβεια ὁ ἀριθμός ἡ ἀκόμα καί ή ταυτότης τῶν υποκειμένων δικαίου στά όποια ὁ κανονισμός εφαρμόζεται σέ ὁρισμένη στιγμή, ἐφ' ὅσον διαπιστώνεται ὅτι ή εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται, ὅπως στην προκειμένη περίπτωση, βάσει μιας ἀντικειμενικής νομικής ἡ πραγματικής καταστάσεως, πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἴδια τήν πράξη, σέ σχέση μέ τόν σκοπό της» (βλ. σημείο 7 τοῦ σκεπτικοί) τῆς μνημονευθείσης ἀποφάσεως τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1981, Giuffrida καί Campogrande).
8.
Πάντοτε στην υπόθεση 153/79 (Bowden), ἡ Ἐπιτροπή ἰσχυρίσθη ὅτι ή προσφυγή εἶναι επίσης ἀπαράδεκτη καί γιά έλλειψη, στην προκειμένη περίπτωση, βλαπτικής πράξεως, ικανής νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ενστάσεως. Τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ὁρίζει πράγματι ὅτι «προσφυγή στό Δικαστήριο τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων γίνεται ἀποδεκτή μόνο ἄν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην ἁρμόδια γιά διορισμούς ἀρχή ἀἴτημα κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2». Ό τελευταίος αυτός κανόνας ὁρίζει ὅτι ή ένσταση δύναται νά ἀσκηθεί «κατά πράξεως ἡ ὁποία... θίγει τά συμφέροντα» [υπαλλήλου] καί ὅτι ἡ πράξη αύτη πρέπει νά προέρχεται ἀπό τήν ἴδια τήν αρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή. Όμως, κατά τήν Ἐπιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση δέν υφίσταται θίγουσα τά συμφέροντα τοῦ υπαλλήλου πράξη πού νά προέρχεται ἀπό τήν ΑΔΑ καί ἡ ἔλειψη αυτή ἀποτελεί κώλυμα γιά τήν άσκηση τῆς δικαστικής προσφυγής βάσει τῶν συνδυασμένων άρθρων 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ή ένσταση αυτή μοῦ φαίνεται βάσιμη. Μέχρι τῆς στιγμής πού ἐκινήθη ἡ προκειμένη περίπτωση, ἡ 'Επιτροπή δέν είχε λάβει έναντι τῶν προσφευγόντων, οἱ όποιοι εἶναι ὅλοι ἐν ενεργεία υπάλληλοι, κανένα μέτρο εκτελέσεως τῶν κανονισμῶν 3085 καί 3086. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές οἱ ενδιαφερόμενοι, επιθυμώντας νά ἀντιταχθούν στην εφαρμογή τῶν δύο κανονισμών ἐπί τοῦ συνταξιοδοτικοί) καθεστῶτος πού θά ἐφηρμόζετο ἐπ' αυτών στό μέλλον, υπέβαλαν τίς διοικητικές τους ενστάσεις, ούτως ώστε, κατά τήν στιγμή κατά τήν οποία θά ἀποκτήσει ὁ καθένας ἀπό αυτούς δικαίωμα ἐπί τῆς καταβολής τῆς συντάξεως, νά δύνανται νά λάβουν ὡς σύνταξη ποσό ἴσο πρός τό ποσό πού θά ελάμβαναν ἄν ἡ νέα κανονιστική ρύθμιση δέν εἶχε θεσπισθεί. Οἱ ἐνστάσεις, ὅμως, δέν ἐστηρίζοντο σέ ἀπόφαση (ή σέ παράλειψη) τῆς ΑΔΑ, πού νά έχει θίξει τά συμφέροντα τῶν προσφευγόντων. Εἶναι, επομένως, πρόδηλο ὅτι ευρισκόμεθα έκτός τῆς περιπτώσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί, επομένως, ή ένσταση φαίνεται βάσιμη.
Ό δικηγόρος τῶν προσφευγόντων παρατηρεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή έλαβε ἀπόφαση, ἀπορριπτική τῶν ενστάσεων, ἐφ' ὅσον ἀπέστειλε στους ἐνισταμένους τήν εγκύκλιο τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ πρέπει πρό παντός νά διασαφηνισθεί ὅτι ἡ εγκύκλιος ἀποτελεί ἀπάντηση στίς ενστάσεις πού ὑπεβλήθησαν ἀπό όλους τους προσφεύγοντες τῶν Μάρτιο 1979, εξαιρέσει τοῦ Seymour ὁ τελευταίος, πράγματι, υπέβαλε την δική του ένσταση μόλις στίς 31 Αυγούστου 1979 (βλ. παράρτημα Ι τῆς προσφυγής). 'Εκτός ἀπό αυτό πρέπει νά εξετασθεί ἄν ή ἀπόφαση πού περιέχεται στην εγκύκλιο τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 συνιστά πράγματι πράξη πού προξενεί βλάβη κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Νομίζω ὅτι όχι. Τό πρώτο κώλυμα γιά τήν ἀποδοχή τῆς ἀπόψεως τῶν προσφευγόντων ευρίσκεται στό 'ίδιο τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, κατά τό όποιο ἡ ένσταση πρέπει νά ἀπευθύνεται κατά ἀποφάσεως (ή παραλείψεως) τῆς διοικήσεως πού θίγει τά συμφέροντα τοῦ υπαλλήλου. Ή ἀπόφαση πού προξενεί βλάβη πρέπει συνεπώς νά προηγείται τῆς υποβολής τῆς διοικητικής ενστάσεως. Στην περίπτωση μας, οἱ προσφεύγοντες διαβλέπουν ἀντιθέτως πράξη πού προξενεί βλάβη στην λήψη θέσεως ἐκ μέρους τῆς διοικήσεως, μεταγενέστερη τῆς ενστάσεως, σέ προφανή ἀντίθεση μέ τό γράμμα καί τόν σκοπό τοῦ κανόνος γιά τόν όποιο πρόκειται.
Ἄν περαιτέρω ἐξετάσω τά οὐσιαστικά χαρακτηριστικά τῆς πράξεως πού προξενεί βλάβη, πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι ή ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς δέν συγκεντρώνει τά χαρακτηριστικά αυτά. 'Αναφέρω ότι, σύμφωνα μέ την νομολογία τοῦ Δικαστηρίου αποτελεί πράξη πού προξενεί βλάβη, κάθε πράξη ἱκανή νά ἔχει άμεση ἐπίπτωση ἐπί ὁρισμένης ἐννόμου καταστάσεως (βλ. τίς ἀποφάσεις τῆς 1ης 'Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 26/63, Pistoj κατά 'Επιτροπῆς, Raccolta 1964, σ. 673, τῆς 1ης 'Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 78/63, Huber κατά Ἐπιτροπῆς, Raccolta 1964, σ. 721, τῆς 10ης Δεκεμβρίου στην υπόθεση 32/68, Grasselli κατά Ἐπιτροπῆς, Raccolta 1969, σ. 505, της 11ης 'Ιουλίου 1974, στίς υνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 177/73 καί 5/74, Reinarz κατά Ἐπιτροπῆς, Raccolta 1974, σ. 819). Εἶναι προφανές ὅτι ένας κανονισμός, λόγω τοῦ γενικού καί ἀφηρημένου χαρακτῆρος του, δέν δύναται νά ἀνταποκρίνεται στόν ὁρισμό αυτό. Κατά συνέπεια, ἡ πράξη μέ την ὁποία υπάλληλος προσβάλλει κανονισμό καί ζητεί ἀπό την διοίκηση νά μη τόν λάβει ὑπ' οψη στό μέλλον, ὅταν Sá έχουν συγκεντρωθεί οἱ προϋποθέσεις γιά την εφαρμογή του ἐπ' αυτού, δέν ἀποτελεῖ χαρακτηριστική ἔνσταση ὅπως τό ἀπαιτεῖ τό ἄρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καί δέν δύναται, επομένως, νά ἀποτελέσει κατάλληλη βάση γιά νά ενεργοποιήσει ἐν συνεχεία τήν δικαστική προστασία κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 91.
Ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου επιβεβαιώνει τήν ερμηνεία τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής κατστάσεως πού ἀποδέχομαι. 'Αναφέρομαι ἰδίως στην ήδη μνημονευθείσα ἀπόφαση τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969 στην υπόθεση 32/68, Grasselli κατά 'Επιτροπής, στην ὁποία διασαφηνίζεται (στά σημεία 10 καί 11 τοῦ σκεπτικού), ὅτι, ὅταν υποβάλλεται ένσταση πού δέν εἶναι σύμφωνη μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ δικαστική προσφυγή, πού ἀσκείται μεταγενεστέρως κατά τῆς ἀπορριπτικῆς ἀποφάσεως τοῦ ὀργάνου, φέρει τό 'ίδιο στίγμα ἀπαραδέκτου ὅπως καί ἡ ένσταση. "Αλλωστε, ἄν δέν συνέβαινε αυτό θά ήταν εὐχερές — ὅπως δικαίως παρατηρεί ó εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς — νά υπερπηδηθεί τό κώλυμα πού συνιστούν οί προϋποθέσεις ἀποδοχῆς τῶν ενστάσεων πού καθορίζονται ἀπό τό άρθρο 90 (ύπαρξη ἀτομικῆς ἀποφάσεως προερχομένης ἀπό τήν ΑΔΑ, ἡ ὁποία νά θίγει τά συμφέροντα τοῦ υπαλλήλου, τήρηση προθεσμιών), μέ τήν υποβολή ενστάσεως, πού δέν πληροί τίς θεσπισθείσες προϋποθέσεις καί μέ τήν προσβολή κατόπιν, μέ τήν δικαστική ὁδό, τῆς διοικητικής ἀπορριπτικῆς ἀποφάσεως.
9.
'Η 'Επιτροπή υπεστήριξε επίσης τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής Bowden καί γιά έλλειψη συμφέροντος πρός ἔγερση ἀγωγῆς. Σχετικά ἀναφέρει ὅτι οἱ προσφεύγοντες, δεδομένου ὅτι εἶναι υπάλληλοι ἐν ενεργεία καί περιορίζονται στό αίτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς υποχρεώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς νά μήν ἐφαρμόσει ἐπ' αυτών τό νέο καθεστώς ὑπολογισμοῦ τῶν συντάξεων, οταν θά ἀποκτήσουν τό δικαίωμά τους πρός συνταξιοδότηση, δέν προβάλλουν καμμία ἐνεστώσα βλάβη τῆς έννομου καί περιουσιακής τους καταστάσεως ἐκ τῆς νέας κανονιστικής ρυθμίσεως καί δέν έχουν, επομένως, συμφέρον πού νά δικαιολογεί τήν προσφυγή.
Είμαι τῆς γνώμης ὅτι καί ἡ ένσταση αύτη πρέπει νά γίνει δεκτή.
Εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά ισχυρισθώ (στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 148/79, Korter κατά Συμβουλίου, πού ἀνέπτυξα τήν 28η 'Ιανουαρίου 1981 καί δέν ἐδημο-σιεύθησαν ἀκόμη στή Συλλογή) ὅτι τό συμφέρον πρός έγερση ἀγωγῆς υφίσταται «ὅταν ἡ ἀπόφαση, τῆς ὁποίας ζητεῖται ή ἔκδοση ἀπό τόν δικαστή, ἀποτελεί μέσο ἱκανό νά ικανοποιήσει τό ουσιαστικό συμφέρον, πού ἐθίγη (κατά τόν ενάγοντα) ἀπό τήν συμπεριφορά τοῦ ἀντιδίκου». Πρέπει, συνεπώς, νά διερωτηθούμε, πρώτον, ἄν οἱ προσφεύγοντες ἐπεκαλέσθησαν τήν βλάβη ίδιου συμφέροντος τους στην προκειμένη περίπτωση, λόγω τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀντιδίκου. Κατά τήν γνώμη μου, ή ἀπάντηση πρέπει νά εἶναι ἀρνητική, γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν έλαβε έναντι τῶν προσφευγόντων κανένα μέτρο εκτελέσεως τῶν κανονισμών πού προσβάλλουν. 'Εξήγησα ήδη τους λόγους για τους ὁποίους θεωρώ ὅτι τό υπηρεσιακό σημείωμα, μέ τό όποιο ἡ διοίκηση ἀπέρριψε τίς ενστάσεις, δέν δύναται νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀτομικό εκτελεστικό μέτρο.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ περιορίζομαι, επομένως, νά παραπέμψω σέ ὅ,τι ἀνέφερα προηγουμένως. "Αν ἀποκλεισθεί ὅτι οἱ προσφεύγοντες είχαν «ἐνεστώς» συμφέρον γιά νά ἀσκήσουν την δικαστική προσφυγή ἀπομένει νά διαπιστωθεί ἄν εἶναι φορείς «πιθανού» συμφέροντος. Γνωρίζομε ὅτι ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου έχει θεωρήσει επιτρεπτό ένα τέτοιο συμφέρον: ἀναφέρω πχ, τήν ἀπόφαση τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1975 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 81-88/74, Marenco κλπ. κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1975, σ. 1247), ἡ ὁποία, σχετικά μέ τήν νομιμότητα τοῦ διορισμοῦ μιας ὁμάδος υπαλλήλων, ἀνεγνώρισε τό συμφέρον προς άσκηση προσφυγής καί σέ πρόσωπα πού δέν εἶχαν υποβάλει υποψηφιότητα γιά τίς θέσεις πού ἀπετέλουν τό ἀντικείμενο τῆς ἀνακοινώσεως περί υπάρξεως κενῶν θέσεων, διότι «θά είχαν τήν δυνατότητα νά υποβάλουν υποψηφιότητα ἄν ἡ διοίκηση εἶχε ὀργανώσει ἐσωτερικό διαγωνισμό». 'Αλλά ὅποιος ἐπικαλείται στό Δικαστήριο συμφέρον, ἐνεστώς ἡ πιθανό, πρέπει, ταυτοχρόνως, νά ισχυρισθεί ὅτι υφίσταται βλάβη συνεπεία τοῦ προσβαλλόμενου ἀτομικοῦ μέτρου. Κατά τήν έννοια αυτή ἡ προϋπόθεση τοῦ συμφέροντος πρός άσκηση ἀγωγής συνδέεται πάντοτε στενά μέ τήν ύπαρξη πράξεως ικανής νά προξενήσει βλάβη. Μέ άλλους λόγους, ἀκόμα καί ὅταν υφίσταται πιθανό συμφέρον ἡ πράξη πού προξενεί βλάβη πρέπει ήδη νά υφίσταται καί πρέπει νά έχει τό χαρακτήρα ἀτομικοῦ μέτρου. "Ομως στην περίπτωση μας είδαμε ὅτι δέν ἀντεμετωπίσθη κανένα ἀτομικό μέτρο (έστω μόνο πιθανό) πού νά δύναται νά βλάψει τήν νομική κατάσταση των προσφευγόντων.
Ή ἀντίληψη αυτή ἐπιβεβαιοῦται ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1979 στην περίπτωση 17/78, Deshormes κατά 'Επιτροπής (Raccolta 1979, σ. 189). Ή διαφορά ἀφορούσε τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπαλλήλου ἐν ενεργεία, καί τό Δικαστήριο εδέχθη τύποις τήν προσφυγή παρατηρώντας (σημείο 10 τοῦ σκεπτικοῦ) ὅτι: «ἄν καί εἶναι ἀκριβές ὅτι, πρίν ἀπό τήν συνταξιοδότηση, γεγονός μέλλον καί ἀβέβαιο, τά δικαιώματα ἐπί συντάξεως εἶναι ἁπλῶς ενδεχόμενα... εἶναι... προφανές ὅτι μία διοικητική πράξη, μέ τήν ὁποία ἀποφασίζεται ὅτι μία ὁρισμένη περίοδος εργασίας δέν δύναται νά ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη γιά τόν υπολογισμό τῆς συντάξεως γήρατος, θίγει ἀμέσως καί ευθέως τήν νομική κατάσταση τοῦ ἐνδιαφερομένου, ἀκόμα καί ἄν ἡ πράξη αύτη δέν πρόκειται νά εκτελεσθεί μεταγενεστέρως». Τό Δικαστήριο, επομένως, ἀνεγνώρισε τήν ύπαρξη «πιθανού» δικαιώματος, χαρκατηρίζοντας ὡς βλαπτική πράξη ἀπόφαση τῆς διοικήσεως πού προορίζεται νά εκτελεσθεί στό μέλλον, μετά πάροδο πολλών ετών συνέδεσε ὅμως σαφώς τό δικαίωμα πρός άσκηση προσφυγής μέ ένα ιδιαίτερο μέτρο ικανό νά θίξει «ἀμέσως καί ευθέως» τήν νομική κατάσταση τοῦ υπαλλήλου.
Ό δικηγόρος τῶν προσφευγόντων, γιά νά ἀποδείξει τήν ύπαρξη τοῦ συμφέροντός τους πρός άσκηση προφυγῆς ἀκόμα καί πρό τῆς ἀποχωρήσεως ἀπό τήν υπηρεσία καί τῆς γενέσεως τοῦ συνταξιοδοτικού δικαιώματος, επικαλείται τήν ἀνάγκη διασφαλίσεως τῆς ἀσφαλείας τῶν έννομων σχέσεων καί χαρακτηρίζει τήν ἀσκηθείσα δικαστική προσφυγή ὡς ἀναγνωριστική. 'Αλλά αυτό δέν ἀρκεί, κατά τήν γνώμη μου, γιά νά εξαφανίσει τά κωλύματα καί νά καταστήσει δεκτή τήν προσφυγή: ἀπαιτείται πράγματι νά προσδιορισθεί ἄν στό σύστημα τῶν μέσων προστασίας, πού ή έννομη τάξη διασφαλίζει στους κοινοτικούς ὑπαλλήλους έναντι τῆς διοικήσεως, εντάσσονται καί οἱ ἀναγνωριστικές ἀγωγές καί, ἐν καταφατική περιπτώσει, ποῖες εἶναι οι προϋποθέσεις πού οἱ ἐν λόγω ἀγωγές πρέπει νά πληροῦν.
Εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά ἀναφέρω (στίς προτάσεις μου στην μνημονευθείσα υπόθεση 48/76, Reinarz κατά 'Επιτροπής, Raccolta 1977, σ. 301) ὅτι «οιαδήποτε διαφορά πού υποβάλλεται ἀπό άτομο πού επικαλείται τήν Ιδιότητα τοῦ υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου τῆς Κοινότητος, καί ἐγείρει ζήτημα πρός επίλυση στό πλαίσιο τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται στους κοινοτικούς υπαλλήλους, πρέπει νά ἀκολουθήσει ἀποκλειστικῶς τήν ὁδό πού ὁρίζεται ἀπό τό ἄρθρο 179 καί τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, ὄχι μόνο ὅταν ἀντικείμενο τῆς προσφυγῆς εἶναι ἡ ἀκύρωση μιᾶς πράξεως, ἀλλά καί ὅταν ἀκόμη ζητείται ἡ ἀποκατάσταση τῆς βλάβης». Ὁ ίδιος συλλογισμός δύναται νά επαναληφθεί γιά τίς ἀναγνωριστικές ἀγωγές οἱ όποιες, κατά τήν γνώμη μου, δέν εντάσσονται στό ζήτημα εγγυήσεων πού διασφαλίζονται στους υπαλλήλους, παρά μόνο στό πλαίσιο τῶν άρθρων 179 τῆς συνθήκης καί 90-91 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως. Αυτό συνεπάγεται ὅτι οἱ προσφυγές αὐτές πρέπει επίσης νά εἶναι σύμφωνες μέ τίς προϋποθέσεις πού προδιαγράφονται ἀπό τους κανόνες αυτούς καί, συνεπῶς, νά συνδέονται μέ τήν προσφυγή πού ἀσκείται κατά ἀτομικής πράξεως τῆς διοικήσεως, Ικανής νά βλάψει τήν νομική κατάσταση τοῦ υπαλλήλου. Δεδομένου ὅτι αυτό δέν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ή προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη, καί ἡ ύπαρξη συμφέροντος τῶν προσφευγόντων γιά τήν ἀναγνώριση τοῦ δικαιώματος γιά τό ὁποῖο πρόκειται δέν παρουσιάζει κανένα ἐνδιαφέρον, δεδομένου ὅτι ἡ ἀναγνωριστική ἀγωγή, ὡς μή πληρούσα τίς ἀνωτέρω προϋποθέσεις, δέν δύναται ἐν πάση περιπτώσει νά γίνει δεκτή.
10.
Στην υπόθεση 154/79 (Biller) τό Κοινοβούλιο υπέβαλλε ένσταση ἀπαραδέκτου: α) γιά έλλειψη πράξεως ικανής νά θίξει τά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος, καί, κατά συνέπεια, γιά έλλειψη παραβάσεως τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως β) διότι ή προσφυγή δέν δύναται νά θεμελιωθεί ούτε στά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως οὔτε στά άρθρα 173 καί 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον ἀφορᾶ τό σημείο α, παρατηρώ ὅτι τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δέν έχει λάβει ατομικά μέτρα εκτελέσεως τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 έναντι τῶν προσφευγόντων (εξαιρέσει τοῦ Curtis), καί ὅτι οἱ τελευταίοι, στην υπόθεση γιά τήν ὁποία πρόκειται, προσέβαλαν ευθέως τίς δύο κανονιστικές πράξεις. Όταν παρέλαβε τίς ενστάσεις τῶν ενδιαφερομένων, τό Κοινοβούλιο ἀπήντησε ἀρνητικώς μέ επιστολές τοῦ 'Ιουλίου 1979 πού έφεραν τήν υπογραφή τοῦ γενικοῦ γραμματέα Opitz, άλλά οἱ επιστολές αὐτές, ἀκριβώς επειδή ἀποτελοῦν απάντηση στίς ενστάσεις, δέν δύνανται νά χαρακτηρισθοῦν ὡς πράξεις πού προξενοῦν βλάβη κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Θεωρώ, συνεπώς, ὅτι ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου εἶναι, ἀπό τήν άποψη αὐτή, βάσιμη: ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ στίς σκέψεις πού ἀνέπτυξα ἐν σχέσει μέ τό ἄν είναι δεκτή τύποις ἡ προσφυγή Bowden.
Ή ένσταση πού ἠγέρθη ἀπό τό Κοινοβούλιο πρέπει επίσης νά γίνει δεκτή ὑπό τό πρίσμα τῶν ἀναφερθέντων ὑπό τό στοιχείο β. Πρόκειται, στην οὐσία, γιά επιχειρήματα πού ήδη προεβλήθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στην υπόθεση 153/79: καί, συνεπώς, παραπέμπω επίσης στά προεκτεθέντα.
Ὡς πρός τήν θέση τοῦ Curtis παρατηρώ ὅτι ὁ τελευταίος ἤσκησε καί άλλη προσφυγή (167/80) κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Κοινοβουλίου, πού έχει πάντοτε ὡς ἀντικείμενο τήν προσωπική του υπηρεσιακή κατάσταση βάσει τοῦ συνταξιοδοτικοῦ καθεστώτος, εξεταζομένου ὑπό τό φῶς τοῦ νέου καθεστώτος πού ἐθεσπίσθη ἀπό τους κανονισμούς 3085 καί 3086. Θά ἀσχοληθώ μέ αυτό περαιτέρω καί θά εξετάσω επίσης στό πλαίσιο αυτό τίς επιπτώσεις ἐπί τῆς στάσεως τοῦ Κοινοβουλίου, μέσα στό πλαίσιο τῶν προκειμένων διαφορών, τῶν ἀτομικών μέτρων εκτελέσεως τῶν δύο μνημονευθέντων κανονισμών, πού ελήφθησαν τότε μόνο έναντι τοῦ Curtis. Ἐν πάση περιπτώσει ἡ προσφυγή πού ἠσκήθη ἀπό τόν υπάλληλο αὐτό ταυτοχρόνως μέ δώδεκα άλλους συναδέλφους καί ἐπρωτοκολλήθη ὑπό τόν ἀριθμό 154/79 πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτη γιά τους λόγους πού ἀνέφερα ἀνωτέρω.
11.
Στην υπόθεση 33/80 (Albini κλπ. κατά 'Επιτροπής καί Συμβουλίου) τό καθ' οὗ όργανο ἐπεκαλέσθη πρώτον τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής, μέ τήν ὁποία ζητείται ή ἀκύρωση τῶν κανονισμών 3085 καί 3086: ή ή μή εφαρμογή τους ἐπί τῶν προσφευγόντων. Βασίζεται σέ δύο λόγους: α) ή προσφυγή στρέφεται κατά πράξεων πού δέν ελήφθησαν ἀπό τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή' β) οἱ προσβαλλόμενες πράξεις εἶναι γενικού χαρακτῆρος.
Καί οἱ δύο λόγοι μοῦ φαίνονται βάσιμοι. Είναι γνωστό ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 ἐξεδόθησαν ἀπό τό Συμβούλιο, ἐνῶ ή ἰδιότης τῆς AAA ἀναγνωρίζεται στην προκειμένη περίπτωση στην Ἐπιτροπή, ἐφ' ὅσον ὅλοι οἱ προσφεύγοντες εἶναι πρώην υπάλληλοι της. Ἐξ άλλου, ἡ ἀρχή κατά τήν ὁποία οἱ προσφυγές τῶν υπαλλήλων δύνανται νά στρέφονται μόνο κατά πράξεων προερχομένων ἀπό τήν ΑΔΑ, προκύπτει ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ὁ όποιος στό άρθρο 91 παράγραφος 2 ὁρίζει ὅτι «προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων γίνεται αποδεκτή μόνο ἄν προηγουμένως ἔχει διατυπωθεί στην ἁρμόδια γιά διορισμούς αρχή αίτημα...» καί στό άρθρο 90 παράγραφος 2 ὁρίζει σαφῶς ὅτι τό ἐν λόγω αίτημα πρέπει νά υποβάλλεται κατά πράξεως προερχομένης ἀπό τήν ΑΔΑ. Ἑπομένως, σύμφωνα μέ τους κανόνες αυτούς, ἀντικείμενο τῆς προσβολής δύναται νά εἶναι μόνο πράξη τῆς ΑΔΑ. Τό Δικαστήριό μας ἐξεφράσθη πρόσφατα κατά τήν ἔννοια αυτή μέ τήν διάταξη τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979, πού εξεδόθη στην υπόθεση 48/79, Ooms καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1979, σ. 3121), βεβαιώνοντας ὅτι «οἱ ἀσκούμενες ἀπό υπαλλήλους προσφυγές στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 179 τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά στρέφονται ἐπί ποινή ἀπαραδέκτου «κατά τῆς ἁρμόδιας γιά τους διορισμούς ἀρχής καί νά ἀφοροῦν πράξεις ή παραλείψεις τῆς αρχής αυτής...».
Ὡς πρός τόν γενικό χαρακτήρα τῶν προσβαλλόμενων πράξεων δέν συντρέχει λόγος νά επαναλάβω τίς σκέψεις πού εξέφρασα ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ὅταν ἠσχολήθην μέ τίς διαδικαστικές πλευρές τῆς υποθέσεως Bowden. "Εχομε ἰδεῖ ὅτι οἱ κανονισμοί δέν εντάσσονται στό πλαίσιο τῶν πράξεων, κατά τῶν ὁποίων οἱ υπάλληλοι δύνανται νά ἀσκήσουν προσφυγή ἀκυρώσεως στό πλαίσιο τῶν άρθρων 179 τῆς συνθήκης καί 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οὔτε στό πλαίσιο τῶν πράξεων κατά τῶν ὁποίων οἱ ἰδιῶτες δύνανται νά ἀσκήσουν προσφυγή, βάσει τοῦ ἄρθρου 173 δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ ἐπικαλούμενοι κατά κύριο λόγο τό άρθρο 184.
Ἡ 'Επιτροπή προέβαλε, δεύτερον, τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής μέ τήν ὁποία ζητείται ή επιδίκαση ἀναλόγου ἀποζημιώσεως, ώστε νά ἀντισταθμισθεί ἡ μείωση τῆς συντάξεως. Υποστηρίζει, σχετικά, ὅτι τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως κατά τῶν δύο κανονισμών συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, δεδομένου ὅτι ἡ τελευταία έχει σάν προϋπόθεση τό ἀνίσχυρο τῶν πράξεων τῶν ὁποίων ζητείται ἡ ἀκύρωση κατά κύριο λόγο. Ή ένσταση αυτή πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά γίνει δεκτή. Εἶναι επαρκώς γνωστό ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό Δικαστήριο έχει επίσης ἁρμοδιότητα ἐπί τῆς οὐσίας, προκειμένου περί διαφορών χρηματικοῦ χαρακτῆρος πού ἀνακύπτουν μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν υπαλλήλων της, ἀλλά ἡ ἁρμοδιότης αυτή ἐπί τῆς ουσίας ἀνήκει στό Δικαστήριο μόνο στίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες υφίσταται διαφορά κατά τήν έννοια τοῦ πρώτου μέρους τῆς Ιδίας παραγράφου 1, δηλαδή διαφορά μεταξύ τῆς διοικήσεως καί ὑπαλλήλου, πού προκύπτει ἀπό πράξη πού προξενεί βλάβη καί στην ὁποία προέβη ἡ διοίκηση έναντι τοῦ υπαλλήλου αὐτοῦ (βλ. κατά τήν έννοια αυτή τήν ἀπόφαση τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969 στην υπόθεση 32/68, Grasselli κατά Ἐπιτροπής, Raccolta 1969, σ. 505). Στην προκειμένη περίπτωση ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως συνδέεται στενά μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως πού ἠσκήθη κατά κύριο λόγο: καί οἱ δύο στηρίζονται στην υποτιθέμενη έλλειψη νομιμότητος τῶν δύο κανονισμών 3085 καί 3086 καί οἱ δύο ἀποσκοπούν στην ἀποφυγή τῆς οἰκονομικῆς βλάβης πού συνδέεται μέ τήν εφαρμογή τους έναντι τῶν προσφευγόντων. Μοῦ φαίνεται, συνεπώς, λογικό τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως νά επεκταθεῖ καί στην ἀγωγή ἀποζημιώσεως. Ἐξ άλλου, ἄν δέν συνέβαινε αυτό, οἱ υπάλληλοι θά ἠδύναντο εύκολα νά παραμερίζουν τό κώλυμα, πού ἀποτελεί τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγῆς ἀκυρώσεως, ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως. Ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἐνισχύει τήν άποψη μου: βλ. τίς ἀποφάσεις τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1966 στην υπόθεση 59/65, Schrechenberg κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1966, σ. 733) τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1967 στην υπόθεση 4/67, Collignon κατά 'Επιτροπής (Raccolta 1967, σ. 429) τῆς 24ης 'Ιουνίου 1971 στην ὑπόθεση 53/70, Vinck κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1071, σ. 601) τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1974 στίς υποθέσεις 15 ὥς 33 καί 52/73, Kortner κλπ. κατά Συμβουλίου, Ἐπιτροπῆς καί Κοινοβουλίου (Raccolta 1974, σ. 177).
Ἕνας άλλος λόγος, πού προεβλήθη ἀπό τόν εκπρόσωπο τῆς Ἐπιτροπῆς πρός υποστήριξη τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, εἶναι ἡ έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως. Ἀπό τήν άποψη αὐτή ἡ ένσταση δέν μοῦ φαίνεται βάσιμη: τά αἰτήματα ἀποζημιώσεως δέν πρέπει νά διατυπώνονται κατά τήν υποβολή τῆς διοικητικής ενστάσεως καί στην πραγματικότητα αυτό δέν έχει γίνει. Αυτό δέν εἶναι ἀντίθετο πρός τήν διάταξη τοῦ άρθρου 91 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως: πράγματι, δεδομένου ὅτι υπάρχει ἀντιστοιχία μεταξύ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ενστάσεως καί τοῦ ἀντικειμένου τῆς προσφυγής ἀρκεῖ, κατά τήν γνώμη μου, ἡ νομιμότης τῆς ἰδίας πράξεως νά προσβάλλεται καί στά δύο στάδια (διοικητικό καί δικαστικό). Ή στενότερη ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 2 δέν μοῦ φαίνεται δικαιολογημένη οὔτε ἀπό τό γράμμα τοῦ κανόνος, ὁ όποιος παραπέμπει ἀκριβώς στήν ταυτότητα τῆς προσβαλλομένης πράξεως πού προξενεί βλάβη ούτε ἀπό τήν ratio legis τοῦ κανόνος αὐτοῦ, πού συνίσταται στην διασφάλιση, γιά κάθε διαφορά, διπλοῦ συστήματος εγγυήσεων, πρώτον στό διοικητικό καί, ἀκολούθως, στό δικαστικό επίπεδο. Πιστεύω, συνεπώς, ὅτι ἕνα αίτημα ἀποζημιώσεως, πού συνδέεται ἀναγκαστικά, ὅπως έχω υπογραμμίσει, μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως κατά πράξεως πού προξενεῖ βλάβη καί ἠσκήθη ἀπό υπάλληλο, δύναται νά υποβάλλεται νομίμως κάθε φορά πού προβάλλεται στην διοικητική ένσταση τό ἀνίσχυρο τῆς ιδίας πράξεως πού προσβάλλεται κατόπιν ενώπιον τῆς δικαιοσύνης.
12.
Στην ἴδια υπόθεση 33/80 ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Συμβουλίου ἰσχυρίσθη καί αυτός ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη ἀπό διάφορες ἀπόψεις.
α)
Όσον άφορᾶ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 ὁ εκπρόσωπος τοῦ Συμβουλίου ἰσχυρίσθη κατ' ἀρχάς ὅτι οἱ προσφεύγοντες δέν υπέβαλαν προηγουμένως ένσταση ενώπιον τοῦ Συμβουλίου. Αυτό εἶναι ἀκριβές. Ὅλοι οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν ένσταση ἀποκλειστικῶς στην 'Επιτροπή καί κατόπιν ἤσκησαν δικαστική προσφυγή, τόσο κατά τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ ὅσο καί κατά τοῦ Συμβουλίου. Αυτό συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής έναντι τοῦ Συμβουλίου: πράγματι, εἶναι γνωστό ὅτι, μεταξύ των προϋποθέσεων τοῦ παραδεκτοί) τῆς προσφυγής, τό άρθρο 91 ἀναφέρει τήν υποβολή προηγουμένης διοικητικής ἐνστάσεως.
β)
Ένας δεύτερος λόγος ἀπαραδέκτου βασίζεται στό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο δέν έχει τήν ιδιότητα ΑΔΑ. Καί ὁ λόγος αυτός μοῦ φαίνεται βάσιμος. Είναι βέβαιο ὅτι ὅλοι οἱ προσφεύγοντες εἶναι πρώην υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, τό Συμβούλιο δέν έχει, ὡς πρός αυτούς, τήν ἰδιότητα ΑΔΑ. Ἐξ άλλου έχω ήδη καταδείξει ὅτι οἱ υπάλληλοι δύνανται νά ἀσκήσουν προσφυγή, στό πλαίσιο τοῦ άρθρου 179 τῆς συνθήκης, μόνο κατά των προερχομένων ἀπό τήν ΑΔΑ πράξεων.
γ)
Πάντα σέ σχέση μέ τήν προσφυγή ακυρώσεως τῶν κανονισμών, τό Συμβούλιο υπέβαλε, τρίτον, τήν ένσταση ὅτι οἱ υπάλληλοι δέν έχουν τήν ευχέρεια νά προσβάλλουν ευθέως πράξεις γενικοῦ περιεχομένου. Αυτό εἶναι ἀληθές ὅπως εἴδαμε προηγουμένως. Ή ένσταση πρέπει, επομένως, νά γίνει δεκτή.
δ)
Τέλος, καθ' ὅσον ἀφορᾶ τήν αίτηση ἀποκαταστάσεως τῶν βλαβών, οἱ λόγοι πού προβάλλονται ἀπό τόν εκπρόσωπο τοῦ Συμβουλίου πρός ἀπόδειξη τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς εἶναι οἱ ίδιοι πού προεβλήθησαν ἀπό τόν εκπρόσωπο τῆς Ἐπιτροπής, καί τους ὁποίους έχω ήδη εξετάσει. Παραπέμπω, ἑπομένως, στά συμπεράσματα στά όποια κατέληξα βάσει τῆς ἀναλύσεως αυτής.
13.
Στήν υπόθεση 167/80 (Curtis κατά 'Επιτροπῆς καί Κοινοβουλίου) ἡ 'Επιτροπή προέβαλε τό ἀπαράδεκτο τοῦ κυρίου αιτήματος, μέ τό όποιο ζητείται ἡ μή εφαρμογή ἐπί τοῦ προσφεύγοντος τῶν δύο κανονισμῶν 3085 καί 3086, ἀναφέροντας ὅτι δέν δύναται νά επιτραπεί ἡ άσκηση ευθείας προσφυγής κατά πράξεων γενικού περιεχομένου ἐκ μέρους τῶν υπαλλήλων καί Ιδίως ὅτι ἡ προσφυγή αυτή δέν δύναται νά θεμελιωθεί στό άρθρο 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Συμμερίζομαι τήν άποψη αυτή, ὅπως τό ἐξήγησα συζητώντας τίς διαδικαστικές πλευρές τῆς υποθέσεως Bowden.
Ή προσφυγή ἀκυρώσεως τοῦ υπηρεσιακού σημειώματος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979 εἶναι, επομένως, ἐξ ἴσου ἀπαράδεκτη, σύμφωνα μέ τήν Ἐπιτροπή, τόσο διότι ἡ 'Επιτροπή δέν έχει τήν ιδιότητα ΑΔΑ στην προκειμένη περίπτωση, ὅσο καί διότι ἡ προσφυγή δέν στρέφεται κατά πράξεως Ικανής νά θίξει τά συμφέροντα τοῦ υπαλλήλου.
Ό πρώτος ἀπό τους λόγους αυτούς είναι βάσιμος. Ό προσφεύγων εἶναι πρώην υπάλληλος τοῦ Κοινοβουλίου. "Αρα πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό Κοινοβούλιο έχει έναντι αὐτοῦ τήν Ιδιότητα τῆς ΑΔΑ. 'Ως πρός τήν 'Επιτροπή, τό γεγονός καί μόνο ὅτι προβαίνει, γιά λόγους λογιστικής φύσεως καί μόνο, στην πληρωμή τῶν συντάξεων σέ όλους τους πρώην κοινοτικούς υπαλλήλους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὀργάνου στό όποιο ήσαν τοποθετημένοι, δέν ἀρκεῖ βέβαια γιά νά τῆς προσδώσει παρόμοια Ιδιότητα. Καί ἐξ άλλου τό γεγονός ὅτι ή προσφυγή πρέπει νά στρέφεται κατά τῆς ΑΔΑ ἐπί ποινή ἀπαραδέκτου συνιστᾶ μή ἀμφιλεγόμενο σημείο ὅπως τό ἐτόνισα προηγουμένως.
'Αντιθέτως, ὁ δεύτερος λόγος δέν μοῦ φαίνεται πειστικός. Είναι γεγονός ὅτι ἡ ήδη μνημονευθείσα επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979 κατέστησε γνωστό στόν ενδιαφερόμενο τόν υπολογισμό σχετικά μέ τό νέο ὕψος τῆς συντάξεως του. Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς υποστηρίζει ὅτι τό έγγραφο αυτό, έχοντας ὡς μόνο σκοπό τήν παροχή πληροφοριών, δέν συνιστά ἀτομικό εκτελεστικό μέτρο τοῦ κανονισμού 3085, δηλαδή πράξη πού θίγει τά συμφέροντα τοῦ Curtis. "Ομως, γνωρίζομε ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου διακρίνει μεταξύ ερμηνευτικών πράξεων καί πράξεων πού έχουν χαρακτήρα αποφάσεως καί ἀναγνωρίζει μόνο στίς δεύτερες τήν Ικανότητα νά προξενήσουν βλάβη. Εἰδικῶς, θεωρείται ὅτι στερείται χαρακτῆρος ἀποφάσεως ή ἀπάντηση, μέ τήν όποια ἡ διοίκηση καθιστά γνωστό στόν ενδιαφερόμενο ὅτι ή αίτηση του μελετᾶται (ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1972 στην υπόθεση 40/71 Richez-Parise κατά 'Επιτροπής, Raccolta 1972, σ. 73) καί τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν επιστολή, μέ τήν ὁποία οἱ υπηρεσίες ενός ὀργάνου γνωστοποιούν στόν ἐνδιαφερόμενο τό περιεχόμενο μιας ἀποφάσεως πού πρέπει νά ληφθεί ἀναγκαστικῶς κατά τρόπο τυπικό (ἀπόφαση τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1963 στίς υποθέσεις 35/62 καί 16/63, Leroy κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής, Raccolta 1963, σ. 399). Δέν πιστεύω, ἐν τούτοις, ὅτι δύναται νά γίνει επωφελής ἐπίκληση των νομολογιακών αὐτῶν προηγουμένων στην παρούσα υπόθεση.
Στην πραγματικότητα, μέ τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979 ἡ 'Επιτροπή (ενεργώντας ὡς εντολοδόχος τοῦ Συμβουλίου γιά τήν καταβολή τῶν συντάξεων σέ εκτέλεση τοῦ προϋπολογισμοί)) κατέστησε γνωστό μέ ποιό τρόπο θά εφήρμοζε τόν κανονισμό 3085 έναντι τοῦ προσφεύγοντος, γιά τήν χρονική περίοδο μεταξύ 'Οκτωβρίου 1979 καί 'Ιουλίου τοῦ επομένου έτους. Ή ἐπιστολή αυτή ἀκολούθησε τό εκκαθαριστικό σημείωμα τῆς συντάξεως τοῦ μηνός 'Οκτωβρίου, πού κατεβλήθη μιά ἑβδομάδα, περίπου, προηγουμένως: τό σημείωμα αυτό έκανε μνεία τοῦ πρώτου μέρους τῆς μειώσεως, χωρίς νά ἀναφέρει τίποτε ὡς πρός τήν μεταγενέστερη εξέλιξη τῆς περικοπής τῆς συντάξεως. Ή 'Επιστολή, ἀντιθέτως, εξέθετε τίς πλήρεις λεπτομέρειες τῆς εφαρμογής τοῦ κανονισμοί) 3085, λαμβανομένης ὑπ᾽ ὄψη τῆς ειδικής θέσεως τοῦ προσφεύγοντος, οὕτως ώστε επιτρέπεται νά λεχθεί ὅτι ἐγνωστοποίησε στόν τελευταίο τήν ἀπόφαση τῆς διοικήσεως ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ ἐπ᾽ αὐτοῦ. "Αν συμβαίνει αυτό εἶναι ἀκριβής ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐπιστολῆς ὡς πράξεως, ἡ ὁποία προξενεί βλάβη πού θά ἐπήρχετο ἐν συνεχεία κατά στάδια, ἀλλα ἡ ὁποία υπήρχε ήδη στό επίπεδο τῆς πιθανότητος καί ἐδικαιολόγεί, συνεπῶς, τήν άμεση υποβολή τῆς ενστάσεως.
Ή Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι ὁ προσφεύγων έπρεπε νά προσβάλει τό εκκαθαριστικό σημείωμα τῆς συντάξεως τοῦ 'Οκτωβρίου, τό μόνο έγγραφο πού περιείχε ἀτομική ἀπόφαση Ικανή νά προξενήσει βλάβη. Ἐξ άλλου τό σημείωμα αυτό είχε μερικό χαρακτήρα διότι περιείχε μόνο τήν πρώτη από τίς δέκα προοδευτικές μηνιαίες μειώσεις καί δέν περιείχε καμμία ἀναφορά στον κανονισμό 3085. Λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, δέν θεωρώ ὅτι τό γεγονός ὅτι δέν προσέβαλε τό σημείωμα παρέβλαψε τήν δυνατότητα νά προσβάλει τήν επιστολή τῆς 22ας 'Οκτωβρίου, πού καθώριζε πλήρως τίς λεπτομέρειες χρονικής εφαρμογής τοῦ κανονισμού 3085 έναντι τοῦ προσφεύγοντος.
Δέν εἶναι καθόλου ἀναγκαίο νά προστεθεί ὅτι ἡ ενδεχόμενη ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως, πού θεμελιοῦται στην έλλειψη πράξεως πού προξενεί βλάβη, δέν ἀρκεῖ γιά νά γίνει τύποις δεκτή ἡ προσφυγή Curtis κατά τῆς 'Επιτροπής, ἐφ᾽ ὅσον κριθεί βάσιμος ὁ λόγος μέ τόν ὁποῖο ἡ 'Επιτροπή ἐπεκα-λέσθη ὅτι δέν έχει τήν Ιδιότητα ΑΔΑ στην προκειμένη περίπτωση.
Ἀπομένει νά λεχθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐπεκα-λέσθη επίσης τό ἀπαράδεκτο τοῦ αἰτή-ματος (πού υπεβλήθη άλλως καί ἐπικουρικώς), μέ τό όποιο ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως περί ἀπορρίψεως τῆς ἐνστάσεως. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ, τό καθ᾽ οὗ όργανο ὀρθῶς ισχυρίζεται ὅτι πρόκειται περί πράξεως μή Ικανής νά προξενήσει βλάβη: περαιτέρω, ὡς πρός τό θέμα αυτό, στίς παρατηρήσεις πού ήδη ἀνέπτυξα ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ σχετικά μέ τήν υπόθεση 153/79.
14.
Πάντοτε στην υπόθεση 167/80, τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προέβαλε επίσης ένσταση ἀπαραδέκτου γιά δύο λόγους. Ό πρώτος λόγος εἶναι ὅτι ἡ προσφυγή τοῦ Curtis έχει τό ἴδιο περιεχόμενο μέ τήν προσφυγή πού ἠσκήθη προγενέστερα ἀπό αυτόν μαζί μέ άλλους υπαλλήλους καί ἐπρωτοκολλήθη ὑπό τόν ἀριθμό 154/79, πράγμα πού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ή εκκρεμοδικία ἀποτελεί λόγο ἀπαραδέκτου καί εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 92 τοῦ κανονισμού διαδικασίας (βλ. ἀπόφαση τῆς 17ης Μαΐου 1973 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 58 καί 75/72, Perinciolo κατά Συμβουλίου Raccolta 1973, σ. 511). 'Αλλά, ὅταν δύο υποθέσεις ευρίσκονται στην ίδια διαδικαστική φάση, ὅπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, δύναται νά διαταχθεί ἡ συνεκδίκαση πρός τόν σκοπό εκδόσεως ενιαίας ἀποφάσεως, πράγμα πού θά καθίστα προδήλως άνευ ἀντικειμένου τήν ένσταση ἀπαραδέκτου. Ἐν πάση περιπτώσει θεωρώ ὅτι ἡ ένσταση αύτη εἶναι ἀβάσιμη, διότι οἱ ἐν λόγω δύο προσφυγές δέν εἶναι ταυτόσημες. Πράγματι, ἐνῶ στην υπόθεση 154/79 ζητείται μόνο ἡ ἀκύρωση τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, στην υπόθεση 167/80, ἀντιθέτως, ἀμφισβητείται επίσης καί τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς Διοικήσεως, τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1979. 'Εξ άλλου, τῆς πρώτης προσφυγής προηγήθη ένσταση κατά τοῦ κανονισμού 3085, ἐνῶ ἡ δεύτερη βασίζεται ἐπί Ιδιαιτέρας ενστάσεως, πού υπεβλήθη τήν 8η 'Ιανουαρίου 1980.
Ὁ άλλος λόγος ἀπαραδέκτου, τόν όποιο προέβαλε τό Κοινοβούλιο, συνίσταται στό εκπρόθεσμο τῆς ενστάσεως (πού υπεβλήθη ὅπως εἴδαμε τήν 8η 'Ιανουαρίου 1980). Υποστηρίζεται ὅτι ὁ προσφεύγων εἶχε πληροφορηθεί τίς επιπτώσεις τῆς εφαρμογής τοῦ νέου καθεστώτος μέ τήν επιστολή τῆς διοικήσεως τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1979 καί ὅτι, συνεπώς, ἡ περίοδος τῶν τριών μηνών, κατά τήν ὁποία δύναται νά υποβληθεί ἡ διοικητική ένσταση, έπρεπε νά ἀρχίσει νά τρέχει ἀπό τήν ημερομηνία αυτή (μέ συνέπεια ὅτι ἡ προθεσμία εξέπνευσε τήν 4η Δεκεμβρίου 1979). Ή άποψη αύτη στερείται βάσεως. Ή επιστολή τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1979 δέν έχει, πράγματι, την φύση πράξεως πού δύναται νά προξενήσει βλάβη ἀποτελεί εγκύκλιο ἐπιστολή, περιέχουσα πληροφορίες γενικού χαρακτῆρος ὡς πρός τίς συνέπειες πού ἡ νέα κανονιστική ρύθμιση θά παρήγαγε ἐπί τοῦ συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Σέ σχέση μέ τήν επιστολή αύτη δύναται, ὀρθῶς, γιά νά ἀποκλεισθεί κάθε δυνατότης προσφυγής, νά γίνει επίκληση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου σχετικά μέ τίς ἀποκαλούμενες ἑρμηνευτικές πράξεις, νομολογία πού εἶχα τήν εὐκαιρία νά μνημονεύσω ὅταν ἐξήτασα τήν φύση τῆς επιστολής πού εστάλη ἀπό τήν 'Επιτροπή στόν προσφεύγοντα στίς 22 'Οκτωβρίου 1979. Θά πρέπει νά υπογραμμισθεί σχετικά ὅτι υφίσταται μεταξύ των δύο επιστολών, τῆς 4ης Σεπτεμβρίου καί τῆς 22ας 'Οκτωβρίου, ουσιαστική διαφορά ή πρώτη, πράγματι, ἔχει γενικό καί ἀφηρημένο χαρακτήρα καί, μέ τήν έννοια αυτή, δέν προσθέτει τίποτε στόν κανονισμό στον όποιο ἀναφέρεται, ἐνῶ ἡ δεύτερη ἀποτελεί τήν θέση σέ ἐφαρμογή τῶν κανονισμῶν ὡς πρός τό άτομο καί, επομένως, δέν δύναται παρά νά χαρακτηρισθεί ὡς απόφαση πού έχει επιπτώσεις ἐπί τῆς νομικής καταστάσεως του, θίγοντας τά συμφέροντα του.
Τελικά, καί οἱ δύο ενστάσεις ἀπαραδέκτου πού προεβλήθησαν ἀπό τό Κοινοβούλιο ἀποδεικνύονται ἀβάσιμες ούτως ώστε ή προσφυγή πού ἠσκήθη ἀπό τόν Curtis κατά τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νά κριθεί τύποις δεκτή.
15.
Θά ἀσχοληθώ τώρα μέ δύο υποθέσεις πού ἀποτελοῦν μέρος τῆς ὁμάδος τῆς σχετικής μέ τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών καί, ἀκριβέστερα, μέ τίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 783 καί 786/79 (Venus καί Obert κατά Ἐπιτροπής καί Συμβουλίου). Εἶναι οἱ μόνες, στό πλαίσιο τῆς ὁμάδος αυτής, πού έδωσαν λαβή στην προβολή ενστάσεων ἐκ μέρους τῶν κοινοτικών ὀργάνων, ὡς πρός τό ἄν είναι τύποις δεκτές.
Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ, πρό παντός, ὅτι οἱ προσφεύγοντες έχουν ζητήσει, ὡς κύριο αίτημα, τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής περί εφαρμογής ἐπ' αὐτών τῶν νομισματικών ισοτιμιών, πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό 3085 γιά τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών τους, ή οποία πραγματοποιείται βάσει τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Οἱ προσφεύγοντες στην ἀπάντηση τους διευ-κρίνησαν ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, πού είχαν τήν πρόθεση νά προσβάλουν, ήταν ἡ περιεχόμενη στην επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1980 ἡ — επικουρικώς, ὅπως φαίνεται — ἡ περιεχόμενη στην άλλη εγκύκλιο επιστολή τῆς 4ης Ἀπριλίου 1979.
Ἡ 'Επιτροπή ισχυρίζεται πρώτον ὅτι ή προσφυγή, ἄν ἑρμηνευθεί ὅτι στρέφεται κατά τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, πρέπει νά κηρυχθεί ἀπαράδεκτη, δεδομένου ὅτι οἱ κανονισμοί δέν εἶναι δεκτικοί ευθείας προσφυγής ἐκ μέρους τῶν υπαλλήλων. Κατά τήν γνώμη μου ἡ ἑρμηνεία αυτή τῆς προσφυγής δέν εἶναι ἀκριβής, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη καί τῶν διευκρινίσεων πού ὁ δικηγόρος τῶν προσφευγόντων παρέσχε (στό μνημονευθέν ἀπαντητικό υπόμνημα) γιά νά χαρακτηρίσει τίς πράξεις πού ἀπετέλεσαν τό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως. Πάντως, ἄν θεωρηθεῖ ὅτι ἡ προσφυγή ἐστρέφετο, πράγματι, κατά τῶν κανονισμών, ἡ ένσταση θά ήταν βάσιμη γιά τους λόγους πού έχω ήδη εκθέσει.
Τό ίδιο συμπέρασμα, κατά τήν γνώμη μου επιβάλλεται ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεί ὅτι ἀντικείμενο τῆς προσφυγής εἶναι ἡ εγκύκλιος επιστολή, πού εστάλη στίς 4 'Απριλίου 1979 ἀπό τήν διοίκηση τοῦ Joint European Torus σέ ὅλο τό προσωπικό τῆς Euratom, πού εἶναι τοποθετημένο στην κοινή επιχείρηση JET. Ή επιστολή αύτη ἐπεσήμαινε ὅτι ἡ μεταφορά ξένων νομισμάτων στό εξωτερικό θά άρχιζε πραγματοποιούμενη, γιά τό μέρος τῶν ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979, μέ βάση ισοτιμίες διάφορες ἀπό ἐκείνες πού ἐφηρμόζοντο τόν προηγούμενο μήνα καί περιείχε, σέ παράρτημα, τίς νέες διατάξεις, πού ίσχυαν ἀπό τῆς 1ης 'Απριλίου 1979, σχετικά μέ τόν υπολογισμό τοῦ μέρους τῶν ἀποδοχών πρός μεταφορά στό εξωτερικό. Μιά επιστολή τοῦ είδους αὐτοῦ δέν έχει χαρακτήρα ἀποφάσεως περιορίζεται στό νά παρέχει πολύ γενικές πληροφορίες, πού ενδιαφέρουν ὅλο τό προσωπικό καί δέν παρουσιάζει, κατά συνέπεια, έναντι τοῦ ἰδιώτου, εκείνο τόν χαρακτήρα μέσου εκτελέσεως γενικής πράξεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν ὕπαρξη ἀποφάσεως Ικανής νά προξενήσει βλάβη στην κατάσταση τοῦ ἀτόμου καί δυναμένης νά προσβληθεί βάσει τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Σχετικά παραπέμπω στίς παρατηρήσεις, πού ἀνέπτυξα προηγουμένως ὅσον άφορᾶ τήν έννοια τῆς πράξεως, ή ὁποία προξενεί βλάβη στό πλαίσιο τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως πού περιέχει ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τίς προσφυγές τῶν υπαλλήλων.
"Αν ἐπιλεγεί ἡ άποψη ὅτι ἡ προσφυγή ἐστρέφετο κατά τῆς εγκυκλίου επιστολής τῆς 12ης Ἰουλίου 1980, τό συμπέρασμα δέν μεταβάλλεται. Μέ τήν ἐπιστολή αυτή ή Ἐπιτροπή ἀπαντοῦσε, συλλογικά, σέ μεγάλο ἀριθμό ἐνστάσεων, πού ἀφοροῦσαν ὅλες τήν ἐφαρμογή τῶν κανονισμῶν 3085, 3086 καί 3087 καί παρείχε ἀρκετά λεπτομερείς εξηγήσεις ἐπί τοῦ νέου καθεστῶτος Ισοτιμιών, καί σέ σχέση μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ (πού προβλέπει, ὅπως γνωρίζομε, τήν μεταφορά στό ἐξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών). Καί ἡ επιστολή αυτή, έχοντας γενικό περιεχόμενο, δέν δύναται νά ἀποτελεί πράξη πού προξενεί βλάβη, γιά τους ίδιους λόγους πού ἀνέφερα σχετικά μέ τήν επιστολή τῆς 4ης 'Απριλίου 1979. Προσθέτω, ἐξ άλλου, ὅτι προκειμένου περί ἀπαντήσεως στίς ενστάσεις, δέν ἠδύνατο σέ καμμία περίπτωση νά γίνει σύγχυση μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση, γιά τους λόγους πού είχα τήν ευκαιρία νά διευκρινίσω εξετάζοντας τήν προσφυγή Bowden.
Στην παρούσα υπόθεση, εἶναι ἀναντίρρητο ὅτι ἡ 'Επιτροπή έλαβε έναντι τῶν προσφευγόντων ἀτομικά μέτρα ἐφαρμογής τοῦ νέου καθεστώτος μεταφοράς ξένων νομισμάτων αναφέρομαι σχετικά στίς ἀποφάσεις, οἱ όποιες προκύπτουν ἀπό τά εκκαθαριστικά σημειώματα τῶν ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979 καθώς καί τῶν ἑπομένων μηνών. Οἱ ἀποδοχές αυτές ὑπελογίσθησαν, πράγματι, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ νέου κόστους — ηὐξημένου, σέ σχέση μέ τά εκφραζόμενα σέ ξένα νομίσματα ποσά — μεταφοράς μέρους αυτών. Ἄν ἑπομένως, οἱ δικαστικές προσφυγές ἠδύναντο νά ερμηνευθούν ὡς ἀποβλέπουσες στην προσβολή τῶν ἀτομικών ἀποφάσεων πού προέκυπταν ἀπό τά εκκαθαριστικά σημειώματα τῶν ἀποδοχών, ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου πού βασίζεται στην έλλειψη προσβολής πράξεως ἱκανής νά προξενήσει βλάβη θά ἀπερρίπτετο. Μολαταῦτα, ὅταν γίνεται προσπάθεια νά ἀκολουθηθεί ἡ ὁδός αὐτή συναντᾶται ένα νέο ἀνυπέρβλητο εμπόδιο: ή έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως. Πράγματι, οἱ ἀποφάσεις πού προέκυπταν ἀπό τά εκκαθαριστικά σημειώματα τῶν ἀποδοχών φέρουν ημερομηνία 'Απριλίου 1979, ἐνῶ οἱ ἐνστάσεις υπεβλήθησαν τόν Μάρτιο τοῦ ἰδίου έτους καί προηγούνται, επομένως, τῶν ἀποφάσεων αυτών. Εἴμεθα, επομένως, ἀναγκασμένοι, νά συμπεράνομε ὅτι οἱ δικαστικές προσφυγές τῶν Venus καί Obert, καθώς καί οἱ διοικητικές ἐνστάσεις πού προηγήθησαν αυτών, μή έχοντας ὡς ἀντικείμενο ἀποφάσεις πού δύνανται νά προσβληθοῦν, πρέπει νά θεωρηθοῦν ἀπαράδεκτοι.
"Οσον άφορᾶ, τέλος, τήν τύχη τῆς αἰτήσεως περί ἀποκαταστάσεως τῶν ζημιών πού υπεβλήθη ἀπό τους προσφεύγοντες, επιβεβαιώνω ὅ,τι είπα προηγουμένως: τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως ἀντανακλάται σέ αυτές.
Καί τό Συμβούλιο — τό ὁποίο εκλαμβάνει, ὡς πράξεις πού προσβάλλονται, τίς εκκαθαρίσεις τῶν μηνιαίων ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979 — προβάλλει καί εκείνο ένσταση ἀπαραδέκτου κατά τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως καί τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, καί ισχυρίζεται, ὡς πρός τήν πρώτη, ὅτι δέν έχει τήν ἰδιότητα τῆς ΑΔΑ έναντι τῶν προσφευγόντων υπαλλήλων τῆς 'Επιτροπής, καί ὡς πρός τήν δεύτερη, ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως συνδέεται στενά μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως, πράγμα πού συνεπάγεται ὅτι τό ἀπαράδεκτο τῆς τελευταίας ἀντανακλᾶ ἀναγκαστικά ἐπί τῆς πρώτης. Τά δύο αυτά θέματα ἐξητάσθησαν κατά τήν ἀνάπτυξη τῶν προτάσεων μου: περιορίζομαι, ἑπομένως, νά διαπιστώσω ὅτι οἱ ενστάσεις τοῦ Συμβουλίου εἶναι βάσιμες.
16.
'Απομένει νά εξετασθούν οἱ διαδικαστικές πλευρές στίς υποθέσεις, οἱ όποιες ἀφοροῦν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογῆς πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές των υπαλλήλων πού εἶναι τοποθετημένοι στην 'Ιταλία: ὑπόθ. 158/79, 543/79, 799/79 καί 737/79.
Ἀρχίζω ἀπό τήν υπόθεση 158/79 (Roumengous κατά Ἐπιτροπής), στην ὁποία προεβλήθη ἔνσταση ἀπαραδέκτου τόσο κατά τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως περί εκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών ἀποδοχών, πού κατεβλήθησαν τόν 'Ιανουάριο 1979, ὅσο καί κατά τῆς ἀγωγής περί ἀποκαταστάσεως τῶν βλαβών πού ἐπροξενήθησαν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3987.
Σχετικά μέ τήν πρώτη ένσταση πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι οἱ αιτιάσεις τοῦ προσφεύγοντος ἀφοροῦν: α) τό πεδίο εφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ αναπροσαρμογής, πού θεωρεί ἀνεπαρκές καί εσφαλμένο καί β) τήν περιορισμένη ἀναδρομικότητα τῆς ἀναπροσαρμογής ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, ἐνῶ κατά τήν ενδιαφερόμενη θά έπρεπε επίσης νά επεκταθεῖ καί στην προηγουμένη διετία, δηλαδή στά έτη 1976 καί 1977.
Σχετικά μέ τήν αιτίαση περί τῆς ὁποίας τό σημείο α, τό καθ' οὗ όργανο ισχυρίζεται ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη καθ' ὅσον άφορᾶ τό ἑξάμηνο Ἰουλίου-Δεκεμβρίου 1978, μέ συνέπεια ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού ὡρίσθη γιά τό ἑξάμηνο αυτό έπρεπε νά παραμείνει έκτός τῆς παρούσης διαφοράς. Πράγματι, κατά τήν 'Επιτροπή, ἡ προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ γιά τό ἀνωτέρω ἑξάμηνο ἐθεσπίσθη ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 3084/78, ἐνῶ ὁ κανονισμός 3087 καθώρισε τόν συντελεστή μόνο γιά τό πρώτο ἑξάμηνο τοῦ 1978. Καί ἡ προσφεύγουσα περιωρίσθη στην προσβολή, τόσο μέ τήν διοικητική ένσταση ὅσο καί μέ τήν δικαστική προσφυγή τῶν ἀποτελεσμάτων, μόνο, τοῦ κανονισμοί) 3087. Παρατηρώ, πάντως, ὅτι ἄν καί εἶναι ἀληθές ὅτι καί ή προσφυγή καί ἡ διοικητική ένσταση ἀναφέρονται μόνο στόν κανονισμό 3087, είναι επίσης ἀληθές ὅτι ἀναφέρονται προδήλως στην προσαρμογή τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά ὁλόκληρο τό έτος 1978, έστω διότι προσβάλλουν τήν εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, ή ὁποία άφορᾶ ὁλόκληρο τό έτος 1978. Δέν υπάρχει ἀμφιβολία, ὅμως, ὅτι ἡ βούληση τοῦ προσφεύγοντος εἶναι ἡ προσβολή τῆς προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ γιά ὁλόκληρο τό έτος, καί δέν πιστεύω ὅτι τό γεγονός ὅτι ἐπλανήθη κατά τήν ἀναφορά τῆς πηγής τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως, δύναται νά συνεπάγεται περιορισμό τῆς εκτάσεως τῆς προσφυγής, ἀσυμβίβαστο πρός τήν σαφώς εκφρασθείσα βούληση τοῦ προσφεύγοντος. "Οσον άφορᾶ τήν αιτίαση πού αναφέρεται στό σημείο β ἡ 'Επιτροπή εἶναι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη τόσο ἡ αίτηση περί εφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στην διετία 1976-1977, καθώς καί τό αίτημα πού ἀποσκοπεί στην επέκταση στην ἐν λόγω διετία τοῦ προσαρμοσθέντος συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής κατά τό μέτρο πού ὡρίσθη μέ τόν κανονισμό 3087. 'Επικαλείται πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως τῆς δύο λόγους: ή εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών, πού έγινε τόν 'Ιανουάριο 1979, εἶχε χαρακτήρα βεβαιωτικό ὡς πρός τίς μηνιαίες εκκαθαρίσεις τῶν ἀποδοχών πού ἐπραγματοποιήθησαν στην διετία 1976-1977 (καθώς καί σχετικά μέ τίς προηγούμενες εκκαθαρίσεις) καί δέν συνιστά, κατά συνέπεια, πράξη δυναμένη νά προσβληθεί αυτόνομα. 'Εν πάση περιπτώσει, δέν υπεβλήθησαν, εγκαίρως, οἱ διοικητικές ενστάσεις κατά τῶν εκκαθαρίσεων τῶν ἀποδοχών τῶν σχετικών μέ τήν ἀνωτέρω διετία. Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ πρώτος τῶν ἀνωτέρω λόγων είναι υπερβολικά περίτεχνος. Στην πραγματικότητα, οὔτε ὁ κανονισμός 3087 ούτε οἱ πράξεις εκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών πού ἐνηργήθησαν κατ' εφαρμογή του, ἀφοροῦν τό επίπεδο τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν προγενέστερη τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1978 περίοδο. 'Από αυτό τό ἁπλό πραγματικό δεδομένο εἶναι αυθαίρετο νά συνάγεται ἡ σιωπηρή βούληση περί ἐπιβεβαιώσεως τοῦ Ισχύοντος συντελεστού κατά την ἀνωτέρω περίοδο. Πιστεύω ὅτι εἶναι ὀρθότερο νά περιορισθοῦμε στην ἀναγνώριση ὅτι ὁ κανονισμός 3087, καί οἱ άλλες ἐκτελεστικές του πράξεις, δέν ἀφορούν μέ κανένα τρόπο τίς εκκαθαρίσεις τῶν μισθών πού ἔγιναν πρό τῆς 1ης Ἀπριλίου 1978.
Ἀντιθέτως, ὁ δεύτερος τῶν προαναφερθέντων λόγων μοῦ φαίνεται ὀρθός. Ό ενδιαφερόμενος ἔπρεπε νά προσβάλει ἀμέσως, διοικητικῶς, τίς εκκαθαρίσεις των μισθῶν πού κατεβλήθησαν κατά τήν ἐπίδικη διετία, επικαλούμενος τήν ἀνεπάρκεια τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής. 'Αλλά επειδή, καμμία ένσταση τοῦ είδους αὐτοῦ δέν υπεβλήθη τότε, πρέπει νά διερωτηθούμε, ἄν ἡ επέλευση τοῦ κανονισμοί) 3087, πού καθώριζε νέο συντελεστή μέ καθορισμένη ἀναδρομικότητα, έφερε σέ επικαιρότητα τό συνολικό ζήτημα, ἐπιτρέποντας στόν ενδιαφερόμενο νά υποβάλει διοικητική ένσταση καί κατά τῶν εκκαθαρίσεων των μισθών πού ἐπραγματοποιήθησαν καί πέραν τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν. Δέν πιστεύω ὅτι μία τέτοια άποψη δύναται νά γίνει δεκτή. Θά ἐστέρει κάθε σημασίας τόν κανόνα τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως πού προβλέπει τήν υποβολή τῆς διοικητικής ἐνστάσεως εντός σχετικώς βραχείας προθεσμίας. Ή ἀναγκαιότης τῆς ἀσφαλείας στίς σχέσεις μεταξύ υπαλλήλων καί διοικήσεως ἀποτελεί τήν βάση τοῦ κανόνος αὐτοῦ καί ἡ επιταγή αύτη θά διεκυβεύετο ἄν ἐγένετο δεκτή ἡ ιδέα μιᾶς υποτιθεμένης νέας ενάρξεως τῶν προθεσμιών. Γιά νά καταστεί σαφές πόσο ἡ ιδέα αύτη είναι ὀλίγο εὔλογη, ἀρκεῖ νά ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ὅτι συνεπάγεται ὅτι οἱ υπάλληλοι δύνανται νά εγείρουν τό ζήτημα τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής ἄνευ χρονικών ὁρίων: πράγμα προδήλως ἀπαράδεκτο διότι ευρίσκεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τόν κανόνα τῆς προηγουμένης διοικητικής προσφυγῆς.
'Εν συμπεράσματι, θεωρώ τύποις δεκτή τήν αίτηση σχετικά μέ τήν προσαρμογή τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής μόνο καθ' ὅσον ἀφορᾶ τό έτος 1978, ἐνῶ θεωρώ εντελώς ἀπαράδεκτη τήν αἴτηση πού άφορᾶ τήν επέκταση τῆς εφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ 3087 στην διετία 1976-1977.
Ή δεύτερη ένσταση τοῦ καθ' οὗ ὀργάνου ἀφορᾶ, ὅπως έχω ἀναφέρει, τήν αίτηση ἀποκαταστάσεως τῶν ζημιών. Ό προσφεύγων έχει ζητήσει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τοῦ ὀφείλεται επίσης τό ποσό πού προκύπτει ἀπό τήν κατά 6,4 ο/ο αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς ὡς πρός τίς ἀποδοχές τῶν ετών 1976 καί 1977 «ηὐξημένο ἐξ άλλου γιά νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη τά υψηλότερα ἐπίπεδα τῶν τιμών στό Βαρέζε ἐν σχέσει μέ τήν Ρώμη... — καθώς καί οἱ σχετικοί τόκοι». Πρέπει νά υπογραμμισθεί ὅτι ἡ αίτηση αύτη, ὁπως συνάγεται ἀπό τήν ἀναμφίβολη διατύπωση της, άφορᾶ μόνο τίς υποτιθέμενες ζημίες πού προκύπτουν ἀπό τήν μή εφαρμογή κατά τήν διετία 1976-1977 τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς πού προσηρμόσθη ἀπό τόν κανονισμό 3087. 'Η ένσταση ἀπαραδέκτου μοῦ φαίνεται βάσιμη, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως τῆς εκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών εἶναι κατά τήν γνώμη μου ἀπαράδεκτη ὡς πρός τήν διετία 1976-1977 καί τοῦ γεγονότος ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγῆς ἀκυρώσεως ἀντανακλά ἐπί τοῦ παραδεκτού τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως ὅταν — ὅπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση — πρόκειται γιά αιτήσεις πού υπεβλήθησαν ἀπό υπαλλήλους, οἱ ὁποῖες συνδέονται στενά μεταξύ τους. Μοῦ ἀρκεῖ νά παραπέμψω σέ ὅ,τι έχω ἤδη ἀναφέρει ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ στό πλαίσιο τῆς εξετάσεως ἀναλόγων ενστάσεων.
17.
Στην υπόθεση 543/1979 (Birke κατά 'Επιτροπής καί Συμβουλίου) ἡ 'Επιτροπή υπεστήριξε τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ἀπό διάφορες ἀπόψεις.
Προτοῦ εξετασθεί ἡ βασιμότης κάθε ενστάσεως, θά πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι ο Birke υπέβαλε, εγκαίρως, ενώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τρεις διοικητικές ενστάσεις. Δύο ἀπό αυτές, πού ἐπρωτοκολλήθησαν καί οἱ δύο στίς 26 Μαρτίου 1979, ἀφορούν ἀντιστοίχως τήν εφαρμογή τῶν κανονισμῶν 3085 καί 3086 (σχετικά μέ τίς οἰκονομικές ἀποδοχές πού Ισχύουν ἀπό τοῦ Ἀπριλίου 1979) καί τοῦ κανονισμού 3087 (πού ηὔξησε τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 μέχρι 31ης Μαρτίου 1979). Ή τρίτη διοικητική ένσταση, πού υπεβλήθη τόν 'Ιούνιο 1979, άφορᾶ τους κανονισμούς 3085 καί 3086, καί, ἰδίως, τό ειδικό πρόβλημα τοῦ κόστους τῆς μεταφοράς ξένων νομισμάτων. Σχετικά μέ τήν αίτηση πού άφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087, αυτή χωρίζεται σέ δύο σημεῖα: επέκταση τῆς ἀναδρομικότητος τοῦ ἐν λόγω κανονισμού στην διετία 1976-1977 καί ἀναθεώρηση τοῦ εφαρμοζομένου στίς ἀποδοχές συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής κατά τήν περίοδο 1976-1978 (λαμβανομένου ὡς στοιχείου ἀναφορᾶς τοῦ κόστους ζωής στην επαρχία τοῦ Βαρέζε ή, επικουρικώς, στην επαρχία τῆς Ρώμης).
Ή 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι ἡ ένσταση τῆς 26ης Μαρτίου 1979, σχετικά μέ τόν κανονισμό 3087, ἀφοροῦσε μόνο τήν επέκταση τῆς ἀναδρομικότητος καί δέν περιείχε καμμία αιτίαση σχετικά μέ τήν μέθοδο πού εφαρμόζεται γιά τόν συσχετισμό τῶν διακυμάνσεων τοῦ κόστους ζωής καί, επομένως, γιά τόν καθορισμό τοῦ μέτρου τῆς αυξήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής. 'Από αυτό συνάγει ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη ὡς πρός τήν αίτηση περί ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ βάσει των διακυμάνσεων τοῦ κόστους ζωής. Ἡ ένσταση αυτή μοῦ φαίνεται βάσιμη. 'Η σχετική μέ τόν κανονισμό 3087 ένσταση δέν άφορᾶ τήν έκταση τῆς αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής πού καθωρίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή, άλλα μόνο τήν καταβολή τῶν ἀναδρομικῶν γιά τήν διετία 1976-1977: ὁ Bikre, πράγματι, στά αιτήματα τῆς ενστάσεως του διευκρίνιζε ὅτι ἀποσκοπούσε νά ενεργήσει κατά τοῦ ελλιπούς τῶν ἀναδρομικών τῆς 15ης 'Ιανουαρίου 1978. 'Εξ άλλου, τυγχάνει γνωστό ὅτι, κατά τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει νά υφίσταται ουσιαστική σχέση μεταξύ ἀντικειμένου τῆς ενστάσεως καί ἀντικειμένου τῆς προσφυγής ὑπό τήν έννοια ὅτι τό ἀμφισβητούμενο σημείο πρέπει νά έχει υποβληθεί στην διοίκηση μέ τήν ένσταση, ώστε ἡ διοίκηση νά έχει τεθεί σέ θέση νά παρέμβει καί νά επιλύσει τήν διαφορά πρίν ή τελευταία εισέλθει στην δικαστική φάση. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, τό θέμα πού ετέθη στην 'Επιτροπή μέ τήν ένσταση ήταν μόνο εκείνο τῶν ἀναδρομικών. 'Οπως έχουν τά πράγματα, μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νά ἀποκλεισθεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής γιά τό μέρος πού σχετίζεται μέ τήν ἀναθεώρηση τῶν εκτιμήσεων πού ἀφορούν τήν έκταση τῆς αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής. Κάθε διαφορετική ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως θά ἐστέρει κάθε περιεχομένου τήν υποχρεωτική προηγουμένη ένσταση, τῆς ὁποίας τό ἀντικείμενο ἀκριβώς νά παράσχει στά μέρη — υπαλλήλους καί όργανα — τήν δυνατότητα νά λάβουν γνώση τῆς διαφοράς καί νά τήν επιλύσουν στό διοικητικό επίπεδο.
Ἡ Ἐπιτροπή προέβαλε ἀκολούθως τό ἀπαράδεκτο τῆς σχετικής μέ τόν κανονισμό 3087 προσφυγής καθ' όσον άφορᾶ τό ποσό τῶν ἀναδρομικών πού ἀφοροῦν τήν προηγουμένη τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1978 περίοδο, παρατηρώντας ὅτι ἡ διοικητική ένσταση πού υπεβλήθη τήν 26η Μαρτίου 1979 γιά νά προσβάλει τήν μή καταβολή τῶν ἀναδρομικών γιά τά έτη 1976 καί 1977 εἶναι εκπρόθεσμη καί ὅτι αυτό συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής. Ἕνας άλλος λόγος ἀπαραδέκτου ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ή εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, πού περιείχε μόνο τό ποσό τῶν ἀναδρομικών πού ἀφορούν τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 καί ἐντεῦθεν, στην ουσία επιβεβαιώνει τίς προγενέστερες τῆς 1ης'Ιανουαρίου 1978 μηνιαίες ἐκκαθαρίσεις πρόκειται, συνεπώς, γιά πράξη πού επιβεβαιώνει τίς προηγούμενες ἀποφάσεις καί, ἑπομένως, μη δεκτική αυτόνομης προσβολῆς. 'Ανάλογες παρατηρήσεις διετυπώθησαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή, καί συνεζητήθησαν ἀπό ἐμέ, στό πλαίσιο τῆς υποθέσεως 158/79. Τό συμπέρασμα, στό ὁποῖο κατέληξα εἶναι ὅτι ἡ σχετική μέ τήν ελλιπή καταβολή τῶν ἀναδρομικῶν γιά τήν διετία 1976-1977 ένσταση, πού υπεβλήθη μετά τήν «ἐπέλευση» τοῦ κανονισμοῦ 3087, εἶναι ἐκπρόθεσμη, ἐνῶ ἡ άποψη κατά τήν ὁποία ή εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών έχει επιβεβαιωτική ἀξία γιά τίς ἀποδοχές τῆς διετίας αυτής δέν εἶναι πειστική. Τό συμπέρασμα αυτό ισχύει καί γιά τήν προκειμένη περίπτωση.
'Απομένει νά λεχθεί ὅτι τόσο στην υπόθεση 543/79, ὅσο καί στην υπόθεση 799/79 (Bruckner κατά Ἐπιτροπῆς καί Συμβουλίου), τό Συμβούλιο ἐπεκαλέσθη καί αυτό τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ὑπό διάφορες ἀπόψεις, πού εἶναι ταυτόσημες μέ τίς προβληθεῖσες στην υπόθεση 33/80 (Albini κλπ. κατά Ἐπιτροπῆς καί Συμβουλίου). Ὅπως εἴδαμε στό πλαίσιο τῆς εξετάσεως τῆς υποθέσεως Albini, ὅλα αυτά τά στοιχεῖα ἀπαραδέκτου εἶναι βάσιμα: μοῦ ἀρκεῖ, επομένως, νά παραπέμψω στά επιχειρήματα πού ἀνεπτύχθησαν σχετικά μέ τήν ὑπόθεση αύτη.
18.
Στην υπόθεση 737/79 (Battaglia κατά Ἐπιτροπής), τό καθ' οὗ όργανο υπέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής ἀναφορικῶς μέ διάφορα αιτήματα τῆς προσφυγής, τά όποια έχουν ὡς ἀντικείμενο, ἀντιστοίχως: α) τήν ἀκύρωση τῆς εκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών ἀποδοχών πού κατεβλήθησαν τόν 'Ιανουάριο 1979 β) τήν καταβολή τῶν διαφορών τῶν ἀποδοχών, πού θά προέκυπταν ἄν ἐγένετο δεκτό τό προηγούμενο αίτημα' γ) επικουρικώς, τήν ἀποκατάσταση τῶν ζημιών, τίς όποιες ή 'Επιτροπή προεκάλεσε στόν προσφεύγοντα παραβιάζοντας τήν ἀρχή τῆς μή εισαγωγής διακρίσεων καί τό καθήκον ἀρωγής δ) πλέον επικουρικώς, τήν ἀναγνώριση ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις προσαρμογής τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής, οἱ όποιες ἀναφέρονται στό άρθρο 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί ὅτι τό Συμβούλιο εἶναι υποχρεωμένο νά προβεί στην προσαρμογή αὐτή γιά τήν περίοδο πού ἀρχίζει τήν 1η 'Ιανουαρίου 1976.
Ὡς πρός τήν προσφυγή ἀκυρώσεως, θά πρέπει νά διασαφηνισθεῖ ὅτι, ὅπως στην υπόθεση 158/79, στηρίζεται στην ἀνεπαρκή ἀναθεώρηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής καί στην ἀνεπαρκή ἀναδρομικότητα τῆς προσαρμογής. Ή 'Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ὅπως τό έπραξε στην υπόθεση 158/79, ὅτι ἡ εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών εἶναι ξένη πρός τό πλαίσιο τῆς διαφοράς γιά τό μέρος πού ἀφορα τό δεύτερο εξάμηνο τοῦ 1978. Δέν πιστεύω ὅτι δύναμαι νά συμμερισθώ τήν άποψη αυτή, γιά τους λόγους πού εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά διασαφηνίσω. Δεύτερον, καί ἀναφορικά μέ τό αίτημα ὅτι πρέπει νά εφαρμοσθεῖ, κατά τήν διετία 1976-1977, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού ἐθεσπίσθη ἀπό τόν κανονισμό 3087, ἡ Ἐπιτροπή επικαλείται τήν έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως καί τόν ἐπιβεβαιωτικό χαρακτήρα τής προσβαλλομένης πράξεως. 'Η ένσταση μοῦ φαίνεται βάσιμη μόνο ἀπό τῆς πρώτης ἀπόψεως: παραπέμπω σχετικά μέ αυτό τό θέμα στίς παρατηρήσεις πού ἀνέπτυξα ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ στήν υπόθεση 158/79.
Ὡς πρός τήν αίτηση καταβολής τῶν ποσών, πού θά ὠφείλοντο ὡς συνέπεια τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναδρομικών τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως ἀντανακλάται ἐπί τοῦ εξεταζομένου αἰτήματος. Ή ένσταση αύτη εἶναι βάσιμη. Θεωρώ, συνεπώς, ὅτι τό αίτημα αυτό εἶναι δεκτό κατά τό μέρος πού πιστεύω ὅτι ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως είναι δεκτή, δηλαδή μόνο γιά τό θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τό έτος 1978. Πράγματι, ή αίτηση πού ἀποβλέπει στην καταβολή τῶν διαφορών τῶν ἀποδοχών δέν ἀποτελεί παρά τό παρακολούθημα τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως, δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο ἔχει πλήρη δικαιοδοσία πού εκτείνεται, δηλαδή, καί ἐπί τῆς ουσίας στίς διαφορές μεταξύ υπαλλήλων καί διοικήσεως.
Ὡς πρός τό αίτημα ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας ἡ Ἐπιτροπή επικαλείται τό απαράδεκτό (του) ισχυριζόμενη ὅτι συνδέεται στενά μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως καί ὅτι ή τελευταία είναι, μέ τήν σειρά της, ἀπαράδεκτη.
Παραπέμπω σχετικά σέ ὅ,τι έχω ήδη ἀναπτύξει στό πλαίσιο τῆς υποθέσεως 33/80. Είμαι τῆς γνώμης ὅτι καί τό αίτημα ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας εἶναι παραδεκτό ἐντός τῶν Ιδίων ὁρίων, στά όποια είναι δεκτή ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως.Τέλος, ὅσον άφορα τήν ἀναγνωριστική ἀγωγή, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς υποστηρίζει ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη παρατηρώντας ὅτι, μεταξύ τῶν μέσων προστασίας τά όποια παρέχονται στους υπαλλήλους στίς σχέσεις (τους) μέ τήν διοίκηση ἀπό τό άρθρο 179 τῆς συνθήκης, δέν περιλαμβάνονται οἱ ἀναγνωριστικές ἀγωγές. "Εχομε ήδη συναντήσει τήν ένσταση αυτή στό πλαίσιο τῶν άλλων ὑποθέσεων στίς ὁποίες ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις μου καί επαναλαμβάνω ὅτι μοῦ φαίνεται βάσιμη. Μία ἀναγνωριστική ἀγωγή πού ἀσκείται ἀπό υπάλληλο δέν δύναται νά ἀποτελέσει αυτόνομο μέσο προστασίας. Είναι, πράγματι, ἀπαραίτητο ἡ ἀναγνωριστική ἀπόφαση νά συνδέεται μέ τήν έλλειψη νομιμότητος μιας κοινοτικής πράξεως ἀτομικῆς φύσεως. Παραπέμπω σέ ὅ,τι ἔχω ἀναφέρει ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ προηγουμένως. Πρέπει νά σημειωθεί ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἡ ἀναγνωριστική ἀγωγή ἔχει επικουρικό χαρακτήρα ὑπό τήν ἔννοια ὅτι διατυπώνεται επικουρικώς γιά τήν περίπτωση ἀπορρίψεως τῶν άλλων αἰτήσεων πού τείνουν στην ἀκύρωση τῆς εκκαθαρίσεως τῶν ἀποδοχών ἀπό τοῦ 'Ιανουαρίου 1979 καί, ἐπικουρικῶς στην ἀποκατάσταση τῆς υποτιθεμένης ζημίας. Αυτό σημαίνει ὅτι ὁ προσφεύγων ηθέλησε νά τήν ἀσκήσει ὡς αυτόνομο μέσο προστασίας. "Αν τά πράγματα έχουν έτσι, ἡ σχετική ἀγωγή πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτη.
Όσον ἀφορᾶ, περαιτέρω, Ιδίως τήν αίτηση μέ τήν ὁποία ζητεῖται νά ἀναγνωρισθεῖ ή ὑποχρέωση τοῦ Συμβουλίου νά προέλθει στην δέουσα διόρθωση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς σέ σχέση μέ τίς διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωής, δέν νομίζω ὅτι δύναται νά γίνει, γιά τήν υποστήριξη της, επίκληση κατά επωφελή τρόπο τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῆς 19ης Μαρτίου 1975 στην υπόθεση 28/74, Gillet κατά Ἐπιτροπής (Raccolta 1975, σ. 463) στην ὁποία, στό σημείο 16 τοῦ σκεπτικού γίνεται δεκτό ὅτι «ἀπόκειται στό Συμβούλιο νά προσαρμόσει τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως στην οἰκονομική πραγματικότητα καί, ἑπομένως, νά ἀναζητήσει τόν τρόπο ἀποκαταστάσεως τῆς ενδεχομένης βλάβης πού υφίστανται οἱ υπάλληλοι, πού διαμένουν σέ χώρα, τό νόμισμα τῆς ὁποίας υπέστη αἰσθητή υποτίμηση». Τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο στό πλαίσιο τῆς αιτιολογίας αὐτῆς ἀνεφέρθη σέ καθῆκον τοῦ Συμβουλίου δέν έχει, κατά τήν γνώμη μου, καμμία σχέση μέ μία ἀναγνωριστική ἀπόφαση πού επιβάλλει μία υποχρέωση. Τό ἐν λόγω νομολογιακό προηγούμενο δέν εἶναι συνεπώς Ικανό νά μεταβάλει τά συμπεράσματα στά ὁποια κατέληξα προηγουμένως, ὅσον ἀφορᾶ τό παραδεκτό ἁπλῆς ἀναγνωριστικής ἀγωγῆς.
19.
Ἔχοντας έτσι περατώσει τήν ἐξέταση τῶν ζητημάτων ἀπαραδέκτου, θά ἀσχοληθώ τώρα μέ τά προβλήματα ουσίας, τά σχετικά μέ τίς υποθέσεις 817/79 (Buyl κατά Ἐπιτροπής), 828/79 (Adam κατά Επιτροπής) καί 1253/79 (Battaglia κατά Επιτροπής). Παρατηρώ ὅτι κατά τήν προφορική διαδικασία, οἱ υποθέσεις Biller (154/79) καί Airola (72/80) συνεζητήθησαν καί ἐπί τῆς ουσίας ἀλλά, γιά τήν πρώτη, ἐπεφυλάχθην νά ἀναπτύξω ἐνδεχομένως ιδιαίτερες προτάσεις, ἀφοῦ τό Δικαστήριο λύσει τό πρόβλημα τοῦ ἀπαραδέκτου, ἐνῶ ή δευτέρα θά τύχει εξετάσεως περαιτέρω, τόσο ἀπό διαδικαστικής ὅσο καί ἀπό πλευρᾶς ουσίας.
Οἱ τρεις ὑποθέσεις γιά τίς όποιες θά ὁμιλήσω τώρα έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Οἱ προσφεύγοντες, ὅλοι υπάλληλοι τῆς 'Επιτροπής, προσέβαλαν τήν εκκαθάριση τῶν ἀναδρομικών ἀποδοχών πού τους κατεβλήθησαν τόν Ἀπρίλιο 1978, διότι είχαν περικοπεί λόγω τοῦ μεγαλυτέρου κόστους τῆς μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών σέ άλλες χῶρες. 'Αναφέρω, σχετικά ὅτι ὁ κανονισμός 3085 ἐτροποποίησε δύο διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων: τό άρθρο 63 περί νομισματικών Ισοτιμιών καί τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, περί μεταφοράς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών. Χωρίς νά θέλω νά επαναλάβω ὅ,τι έχω ἤδη ἐκθέσει σχετικά μέ τήν ἐν λόγω κανονιστική ρύθμιση, θά περιορισθώ στην παρατήρηση ὅτι τό νέο σύστημα επέφερε μία αἰσθητή αύξηση τοῦ κόστους τῶν πράξεων μεταφοράς νομισμάτων, αύξηση, ή ὁποία υπήρξε ἀκόμη πιό έκδηλη γιά τους ὑπαλλήλους πού εἶναι τοποθετημένοι σέ χώρες μέ ἀσθενή νομίσματα, παρά τήν ἐφαρμογή τοῦ εἰδικοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού εισήχθη μέ τήν παράγραφο 3 τοῦ ἄρθρου 17. Παραδείγματος χάρη, γιά υπάλληλο πού εἶναι τοποθετημένος στήν Ἰταλία, ή. τιμή μετατροπής τῆς λιρέττας σέ βελγικά φράγκα ἀνήλθε ἀπό 12,50 σέ 21 λιρέττες κατά φράγκο. Πρόκειται ὅμως πάντοτε γιά τιμή συναλλάγματος πλεονεκτικότερη ἀπό τήν τρέχουσα ἰσοτιμία τῶν 30 περίπου λιρεττῶν κατά φράγκο.
Κατά τους προσφεύγοντες, οἱ ἐκκαθαρίσεις τοῦ μηνιαίου μισθοῦ 'Απριλίου 1979 — πρώτα ἀτομικά μέτρα εφαρμογής τοῦ νέου καθεστώτος — καί οἱ κανονισμοί στους ὁποίους στηρίζονται οἱ εκκαθαρίσεις αυτές (εννοώ τρύς κανονισμούς 3085 καί 3086), είναι.ελαττωματικοί ἀπό πολλές απόψεις καί ἀκριβέστερα: α) λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων β) λόγω παραβάσεως διαφόρων γενικών ἀρχῶν τῆς κοινοτικής ἐννόμου τάξεως (ἀρχή ἰσότητος, ἀρχή προστασίας τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης, ἀρχή τῆς διατηρήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ἀρχή τῆς μή μειώσεως τῶν ἀποδοχών τῶν κοινοτικών υπαλλήλων, ἀρχή τῆς δεσμευτικής ἀρμοδιότητος, ἀρχή, τέλος, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ διοίκηση ὀφείλει νά σέβεται τίς βασικές προϋποθέσεις τῆς υπηρεσιακής σχέσεως) γ) λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Θά εξετάσω τίς αἰτιάσεις αυτές κατά τήν ἴδια σειρά.
20.
Τό πρώτο θέμα πρός συζήτηση εἶναι ἄν οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086/78 φέρουν τό στίγμα τῆς παραβάσεως οὐοιωοῶν τύπων. Σύμφωνα μέ τους προσφεύγοντες, οἱ δύο αυτές πράξεις, ἐπί τῶν ὁποίων ἐρείδονται ἐἱ ἀτομικές ἀποφάσεις τοῦ 'Απριλίου 1979, πού ἀποτελούν τό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής, ἐθεσπίσθησαν μέ τήν εφαρμογή μή κανονικής διαδικασίας λόγω ελλείψεως διαβουλεύσεως μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τήν επιτροπή τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τήν ἐπιτροπή προσωπικού.
Πρέπει νά διευκρινισθεῖ προκαταρκτικά ὅτι, προκειμένου περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικού καί τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό, τό κοινοτικό δίκαιο προβλέπει τόσο διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (καθώς καί μέ τό Δικαστήριο), ὅσο καί γνώμη τῆς επιτροπής τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης πού συνιστᾶ ενιαίο Συμβούλιο καί ενιαία 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ὁρίζει ὅτι «τό Συμβούλιο, ἀποφασίζοντας μέ ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπής, καί κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τά άλλα ενδιαφερόμενα όργανα, θεσπίζει τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν μονίμων υπαλλήλων... καί τό καθεστώς πού ἐφαρμόζεται στους άλλους υπαλλήλους». Ἐπίσης, ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει, στό άρθρο 10 δεύτερο εδάφιο, ὅτι ἡ 'Επιτροπή ζητεί τήν γνώμη τῆς επιτροπής τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (πού ἀποτελείται ἀπό εκπροσώπους τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητας καί εκπροσώπους τῶν επιτροπών προσωπικοί)) «ἐπί κάθε προτάσεως ἀναθεωρήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως». Στην προκειμένη περίπτωση, ἐπομένως, δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κανονισμός 3085, ὁ όποιος έχει ως ἀντικείμενο ὁρισμένο ἀριθμό τροποποιήσεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, δέν ἠδύνατο νά ἐκδοθεῖ χωρίς ἡ 'Επιτροπή νά έχει ἀκούσει τήν επιτροπή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, καί χωρίς τό Συμβούλιο νά έχει, καί ἐκείνο, ζητήσει τήν γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καί τοῦ Δικαστηρίου ἐπί των προτάσεων τῆς 'Επιτροπής. Καί πράγματι, στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ εμφαίνεται ὅτι οἱ τρεις γνῶμες έχουν παρασχεθεί.
Τό νομικό πλαίσιο εἶναι ὅλως διάφορο, ὅσον άφορᾶ τόν κανονισμό 3086, δεδομένου ὅτι ο τελευταίος ἀποσκοπεί τήν εκτέλεση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά μέ τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής (άρθρα 64, 65 παράγραφος 2 καί ἄρθρο 82 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρα 20 πρῶτο εδάφιο καί 64 τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό) καί, συνεπώς, ευρίσκεται, εντός τῆς ἱεραρ-χίας τῶν κοινοτικών πηγών, σέ επίπεδο ἐξηρτημένο ἐν σχέσει με τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Είναι προφανές ὅτι τό ἀναφερθέν άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν εκτελεστικών ὀργάνων, καί τό άρθρο 10 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως δέν ἀφοροῦν τόν κανονισμό 3086. Ή μόνη σκέψη πού θά ήταν δυνατή εἶναι ὅτι θά έπρεπε νά εφαρμοσθεί, σχετικά μέ τόν κανονισμό αυτό, τό άρθρο 110 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις τοῦ παρόντος κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως θεσπίζονται ἀπό κάθε όργανο, κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή προσωπικού του καί κατόπιν γνώμης τῆς επιτροπής τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 10». 'Αλλά ἡ άποψη αυτή δέν ευσταθεί όταν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό άρθρο 110 ἀναφέρεται στίς γενικές διατάξεις, τίς ὁποῖες κάθε όργανο πρέπει νά θεσπίσει στόν δικό του τομέα, γιά νά ἐκτελέσει τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως (δηλαδή σέ μία εκδήλωση ειδικής κανονιστικῆς ρυθμιστικῆς αυτονομίας πού ἀνήκει σέ κάθε όργανο) ἐνῶ ὁ κανονισμός 3086 εξεδόθη ἀπό τό Συμβούλιο κατά τήν ενάσκηση τῆς συνήθους κανονιστικής του εξουσίας και περιέχει κανόνες προορισμένους νά ἐφαρμοσθοῦν κατά τόν ἴδιο τρόπο στό προσωπικό ὅλων τῶν ὀργάνων. Οἱ αιτιάσεις πού ἀναφέρονται στον κανονισμό 3086 λόγω ελλείψεως διαβουλεύσεως μέ την επιτροπή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως στερούνται, συνεπώς, βάσεως. Καί δέν υπάρχει καμμία νομική βάση για νά υποστηριχθεί ενδεχομένως, ὅτι πρέπει νά ζητηθεί ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καί τοῦ Δικαστηρίου γιά τήν έκδοση κανονισμοῦ τοῦ τύπου αὐτοῦ.
Μετά τήν έκθεση τῶν ἀνωτέρω, πώς εξηγείται ὅτι οἱ προσφεύγοντες παραπο-νοῦνται γιά τήν έλλειψη τῶν γνωμών τοῦ Κοινοβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά μέ τόν κανονισμό 3085, ἐνῶ στό προοίμιο τοῦ τελευταίου βεβαιοῦται ὅτι οἱ γνώμες αυτές ἐλήφθησαν;
Στην πραγματικότητα, οἱ προσφεύγοντες δέν ἀμφισβητούν ὅτι ἡ διαβούλευση ἐπραγ-ματοποιήθη. Περιορίζονται νά παρατηρήσουν ὅτι τό Κοινοβούλιο καί ἡ επιτροπή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως ἠκούσθησαν ὅσον άφορᾶ σχέδιο τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ήταν πολύ διαφορετικό ἀπό τό κείμενο, τό ὁποιο ενεκρίθη τόν Δεκέμβριο, ἐπί τῆς προτάσεως πού υπεβλήθη ἀπό τήν 'Επιτροπή στό Συμβούλιο τήν 1η 'Απριλίου 1977 (βλ. GU C 99 τῆς 27ης Ἀπριλίου 1977, σ. 5) περί εισαγωγής τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί στό καθεστώς πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό. Κατά τήν γνώμη τους, τό κείμενο τοῦ 1978, λόγω τῆς διαφοράς του ἀπό τό κείμενο τοῦ προηγουμένου έτους, θά έπρεπε νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο νέων διαβουλεύσεων.
Τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά εξετάσει τό νομικό καθεστώς τῶν διαβουλεύσεων μέ τό Κοινοβούλιο στην ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιουλίου 1970 [υπόθεση 41/69, Chemiefarma κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1970, σ. 661)]. 'Επρόκειτο τότε νά διαπιστωθεί ἄν οἱ τροποποιήσεις πού έγιναν ἀπό τό Συμβούλιο στό κείμενο κανονισμοῦ, πού εἶχε προταθεί ἀπό τήν 'Επιτροπή επέβαλαν νά γίνουν νέες διαβουλεύσεις μέ τό Κοινοβούλιο. Τό Δικαστήριο ἐπεβεβαίωσε ὅτι, ὅταν γίνεται διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο ἐπί σχεδίου κανονισμοῦ, τό Συμβούλιο δέν εἶναι υποχρεωμένο νά διαβουλευθεί μέ αυτό ἐκ νέου όταν τό σχέδιο δέν έχει υποστεί, στό σύνολό του, οὐσιαστικές τροποποιήσεις. Ἡ άποψη αύτή ἀνταποκρίνεται στην ἀπαίτηση νά διασφαλισθεί στό Κοινοβούλιο ἡ δυνατότης διατυπώσεως τῆς γνώμης του, χωρίς ἀνώφελη επιπλοκή της διαδικασίας γιά την θέσπιση τῶν κανονισμών. Πλέον πρόσφατα, τό Δικαστήριο ὑπεγράμμισε τήν ανάγκη «τό Κοινοβούλιο νά εκφράζει ουσιαστικά τήν γνώμη του» ὅταν ἡ διαβούλευση μέ αυτό εἶναι υποχρεωτική (ἀποφάσεις τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1980 στίς υποθέσεις 138/79, Roquette frères κατά Συμβουλίου, ιδίως σημείο 34 τοῦ σκεπτικοθ καί 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου, ἰδίως σημείο 35 τοῦ σκεπτικοῦ, μή δημοσιευθείσες στην Συλλογή). Τό βάθος τοῦ προβλήματος ευρίσκεται, ἑπομένως, στην διαπίστωση, κατά περίπτωση, ἄν οἱ τροποποιήσεις στό ἀρχικό σχέδιο τῆς 'Επιτροπῆς εἶναι τόσο ριζικές ὥστε νά καθιστούν τήν πρώτη διαβούλευση άχρηστη καί χωρίς ενδιαφέρον. Όταν συμβαίνει αυτό τότε πρέπει νά γίνουν νέες διαβουλεύσεις μέ τό Κοινοβούλιο ώστε τό τελευταίο νά δυνηθεί νά εκφράσει τίς ἀπόψεις του κατά ἀποτελεσματικό τρόπο.
Ὑπό τό φως τῶν κριτηρίων αυτῶν, εξεταστέα τώρα εἶναι ἡ διαδικασία θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ 3085. Ή πρόταση πού υπεβλήθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή τήν 1η 'Απριλίου 1977 (GU C 99 τῆς 22ας 'Απριλίου 1977, σ. 5) προέβλεπε ὅτι τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής σχέσεως θά ἐτροποποιεῖτο ὑπό τήν ἔννοια ὅτι οἱ ἀποδοχές των κοινοτικῶν υπαλλήλων θά ἐξεφράζοντο σέ ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες ἀντί σέ βελγικά φράγκα (βλ. άρθρο 1 τοῦ σχεδίου), καί ὅτι θά ἐτροποποιεῖτο, ἐξ άλλου, τό άρθρο 17, παράρτημα VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής σχέσεως, καθοριζομένου ὅτι στην μεταφορά νομισμάτων θά ἐφηρμόζετο ὁ συντελεστής, πού προέκυπτε ἀπό τήν σχέση μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού εἶχε ορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τῆς ὁποίας πραγματοποιείται ἡ μεταφορά καί τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού εἶχε ὁρισθεί γιά τήν χώρα οπού εἶναι τοποθετημένος ὁ υπάλληλος. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ἀνάλογη πρόταση τροποποιήσεως τοῦ άρθρου 17, παράρτημα VII, εἶχε ήδη υποβληθεί ἀπό τήν 'Επιτροπή τήν 13η 'Ιουνίου 1974 (GU C 88 τῆς 26ης 'Ιουλίου 1974, σ. 25).
Τό 1978, τό ὁριστικό κείμενο τοῦ κανονισμοῦ 3085 εγκατέλειψε τήν ἰδέα τῆς εισαγωγής στον τομέα τῶν ἀποδοχών τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος, άλλά παρέμεινε πιστό στην κυρία φροντίδα πού ενέπνευσε τήν τροποποποίηση, δηλαδή τήν ἀνάγκη ἀπομακρύνσεως ἀπό τίς Ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου καί τῆς εφαρμογής στό σύστημα τῶν ἀποδοχών πραγματικών τιμών συναλλάγματος πού νά συμφωνοῦν ουσιαστικά μέ τίς τρέχουσες τιμές. Τό άρθρο 63, τροποποιηθέν, προβλέπει στό δεύτερο εδάφιο, ὅτι: «οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου υπολογίζονται βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνται γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων...». Τόσο ἡ υίοθέτηση τῆς εὑρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ὅσο καί ή παραπομπή στίς τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιοῦνται γιά τόν κοινοτικό προϋπολογισμό ἀντιπροσωπεύουν λύσεις πού ἀνταποκρίνονται στόν ίδιο σκοπό: δηλαδή νά ἀποφευχθεί τό ποσό τῶν ἀμοιβών πού καταβάλλονται σέ εγχώριο νόμισμα νά συνεχίζεται νά υπολογίζεται βάσει πλασματικών καί ἀπηρχαιωμένων τιμών συναλλάγματος.
Ή κυρία διαφορά μεταξύ τῶν δύο λύσεων ευρίσκεται στό γεγονός ὅτι σέ περίπτωση γενικής υἱοθετήσεως τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος θά έπρεπε νά έκφρασθοῦν κατά τόν ίδιο τρόπο καί οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ βελγικά φράγκα, ἐνῶ στό σύστημα πού υἱοθετήθη οἱ ἀποδοχές σέ βελγικά φράγκα παραμένουν τό σημείο ἀναφοράς ἀπό τοῦ ὁποίου υπολογίζονται οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ διαφορετικό νόμισμα. Είναι γνωστό ὅτι ὁ κοινοτικός προϋπολογισμός υπολογίζεται σέ εὐρωπαϊκές λογιστικές μονάδες καί ὅτι, συνεπώς, οἱ τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν εκτέλεση του ἀντιστοιχούν στην σχέση μεταξύ ευρωπαϊκῆς λογιστικῆς μονάδος καί εθνικών νομισμάτων. Δέν φαίνεται, ἑπομένως, ἡ ἐπινοηθείσα νέα τεχνική λύση (προσφυγή στίς τιμές συναλλάγματος, πού χρησιμοποιείται στόν κοινοτικό προϋπολογισμό παρά στην εὐρωπαϊκή λογιστική μονάδα) νά έχει τροποποιήσει ἀπό ἀπόψεως οικονομικών ὅρων τό καθεστώς τῶν ἀποδοχῶν πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικού φράγκου.
Καί έρχομαι τώρα στό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ. Τό σύστημα τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού ἀνεφέρετο στην ἀρχική πρόταση γιά τήν καταβολή στό εξωτερικό μέρους των ἀποδοχών ήταν ταυτόσημο μέ τό σύστημα πού έγινε δεκτό μέ τό εγκριθέν ἀπό τό Συμβούλιο κείμενο. Ή μόνη διαφορά συνίσταται, επομένως, στην ἀντικατάσταση της ευρωπαϊκῆς λογιστικῆς μονάδος ἀπό τίς ισοτιμίες πού χρησιμοποιούνται γιά τόν προϋπολογισμό, τήν ὁποία μόλις ἀνέφερα. 'Από αυτό έπεται ὅτι ἡ πρόταση τοῦ 1977 συνεπήγετο ἤδη τό ηὐξημένο κόστος τῆς μεταφοράς πού, ἀκολούθως, ὁ κανονισμός 3085 ἐκύρωσε ὁριστικά.
"Αλλες διαφορές μεταξύ τῶν δύο κειμένων δέν έχουν ἀσφαλῶς ουσιαστικό χαρακτήρα. Εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά υπογραμμίσω ὅτι ὁ κανονισμός 3085 τροποποιεί τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ ὄχι μόνο ἀπό τήν άποψη τῶν νομισματικών ισοτιμιών καί τῶν εφαρμοστέων συντελεστών ἀναπροσαρμογής, άλλά καί ἀπό άλλες ἀπόψεις, προβλέποντας τήν δυνατότητα πραγματοποιήσεως τῆς μεταφοράς «στό νόμισμα τῆς χώρας τῆς προηγουμένης τοποθετήσεως (τοῦ υπαλλήλου) ἡ τῆς χώρας στην ὁποία εδρεύει τό όργανο στό όποιο ἀνῆκε, ἀρκεῖ νά πρόκειται γιά υπάλληλο τοποθετημένο έκτος τοῦ εδάφους τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο α τρίτη περίπτωση) καί τήν δυνατότητα πραγματοποιήσεως κανονικών μεταφορών καί πέραν τοῦ ποσοῦ πού καταβάλλεται ως ἀποζημίωση ἀποδημίας ή εκπατρισμού σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικώς καθοριζόμενες περιστάσεις (άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο β). Οἱ δύο αυτές τροποποιήσεις δέν περιείχοντο στό σχέδιο τοῦ 1977. Πρόκειται, ἐξ άλλου, γιά πλευρές τοῦ καθεστώτος τῶν μεταφορών ἐμφανώς περιθωριακές ἐν σχέσει μέ τήν βασική ἀναμόρφωση, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν εισαγωγή νέων Ισοτιμιών καί νέων συντελεστών ἀναπροσαρμογής.
Ὑπό αυτές τίς συνθήκες, φρονώ τελικά ὅτι, ὅσον άφορᾶ τό καθεστώς τῆς μεταφοράς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών (πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῶν εξεταζομένων υποθέσεων), τό κείμενο πού ενεκρίθη ἀπό τό Συμβούλιο δέν παρουσίαζε ουσιαστικές διαφορές ἐν σχέσει μέ τό κείμενο πού εἶχε προταθεί ἀρχικά ἀπό τήν 'Επιτροπή. Δέν ήταν, ἑπομένως, ἀπαραίτητο νά ζητηθεί νέα γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καί δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεί σήμερα ὅτι ὁ κανονισμός 3085 φέρει τό στίγμα τῆς ελλείψεως διαβουλεύσεως μέ τό Κοινοβούλιο. Τά ἴδια συμπεράσματα ισχύουν σχετικά μέ τήν υποτιθεμένη έλλειψη διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν περαιτέρω ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέσχε στό Κοινοβούλιο ἀνεπαρκείς καί παραπλανητικές πληροφορίες ὅταν, τό 1977, τοῦ διεβίβασε τήν πρώτη της πρόταση τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, βεβαιώνοντας ὅτι τό νέο καθεστώς ισοτιμιών δέν θά συνεπήγετο μείωση τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων. Πράγματι, στην έκθεση πού υπεβλήθη ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τους προϋπολογισμούς (ἔγγρ. 218/77 της 7ης 'Ιουλίου 1977, ΕΚ 49.101/ὁρ.) δυνάμεθα νά ἀναγνωρίσομε (σ. 10, σημείο 13) ὅτι «ὁ εισηγητής» (Cointat) «δέχεται τίς διαβεβαιώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ήτοι ὅτι οἱ προτάσεις της δέν θά θίξουν καθόλου τά δικαιώματα τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί) ὅσον άφορᾶ τήν πραγματική άξια των ἀποδοχῶν, συντάξεων, ἀποζημιώσεων τους...» Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως πού διεξήχθη στό Κοινοβούλιο (πάντοτε ἐπί τοῦ αὐτοῦ σημείου κατά τή συνεδρίαση τῆς 7ης 'Ιουλίου 1977) ὁ επίτροπος Tugendhat διευκρίνισε ὅτι τό νέο σύστημα ἀπέβλεπε στην «οικονομική ουδετερότητα» (ΕΕ παράρτημα 219, 'Ιούλιος 1977, πλήρη πρακτικά τῶν συνεδριάσεων ἀπό 4ης έως 8ης 'Ιουλίου 1977, σ. 303). Ὅμοιες ἀντιλήψεις ευρίσκονται στό ψήφισμα μέ τό ὁποιο τό Κοινοβούλιο εξέφρασε τήν γνώμη του ἐπί τῆς προτάσεως της 'Επιτροπῆς. Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, πράγματι, βεβαιώνεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέσχε ἐγγυήσεις «ὅτι οἱ προτάσεις τῆς δέν θά θίξουν καθόλου, ὅσον άφορᾶ τίς ἀποδοχές καί τίς άλλες ἀμοιβές (τους), τους ὑπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων» (GU C 183 τῆς 1ης Αυγούστου 1977, σ. 55).
Πρέπει, πάντως, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἐπί τοῦ εἰδικοῦ θέματος τοῦ κόστους τῆς μεταφορᾶς στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών, ἡ στάση τῆς 'Επιτροπής ήταν λιγότερο σαφής, ἄν ὄχι ἀόριστη. Ό επίτροπος Tugendhat, κατά τήν συνεδρίαση τοῦ Ευρωπαϊκοί) Κοινοβουλίου τῆς 7ης 'Ιουλίου 1977 (GU παράρτημα No 219, 'Ιούλιος 1977, προαναφερθείσα σ. 304), περιωρίσθη νά δηλώσει ὅτι καί τό πρόβλημα τῶν μεταφορών είχε ἀπασχολήσει τήν 'Επιτροπή καί ὅτι ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ «υπήρχε πρός εξέταση πρόταση τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων», πρόταση πού κατά τήν γνώμη του θά έπρεπε νά ἐγκριθεί. Ή ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό νέο καθεστώς δέν ήταν πράγματι ουδέτερο παρά μόνο γιά τους μισθούς πού κατεβάλλοντο ἐξ ὁλοκλήρου σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοί) φράγκου στους υπαλλήλους πού υπηρετούσαν σέ χώρες άλλες ἀπό τό Βέλγιο καί τό Λουξεμβοῦργο. Εἶναι, πράγματι, ἀναμφισβήτητο ὅτι, μετά τήν μεταβολή τῶν ἰσοτιμιών καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, οἱ υπάλληλοι αυτοί έλαβαν τόν 'Απρίλιο 1979 (ημερομηνία κατά τήν ὁποία ἤρχισε εφαρμοζόμενο τό νέο σύστημα) τίς ίδιες ἀποδοχές — εκφραζόμενες στό εγχώριο νόμισμα — πού εἶχαν λάβει τόν προηγούμενο μήνα βάσει τοῦ παλαιοί) συστήματος. Γιά τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρος τῶν ἀποδοχών ἡ κατάσταση εξελίχθη διαφορετικά, δεδομένου ὅτι τό κόστος τους ηὐξήθη σημαντικά σέ ὁρισμένες χώρες μέ ἀσθενές νόμισμα ὅπως τό Ἡνωμένο Βασίλειο, ἡ 'Ιταλία καί ή 'Ιρλανδία.
'Εν πάση περιπτώσει, πιστεύω ὅτι δύναται νά βεβαιωθεί ὅτι τό Κοινοβούλιο ἐπληροφορήθη επαρκώς ὅλες τίς πλευρές τῆς νέας κανονιστικής ρυθμίσεως καί αυτό μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι τό ἀποφασιστικό γεγονός. "Εχω ήδη ἀναφέρει ὅτι τό κείμενο τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VII, στην πρόταση τοῦ 1977, συνεπήγετο τίς ίδιες επιπτώσεις, ὅσον ἀφορᾶ τήν αύξηση τοῦ κόστους -μεταφορᾶς πού προήλθαν, κατόπιν, ἀπό τόν κανονισμό 3085. "Οσον άφορᾶ άλλα διαθέσιμα στοιχεία πληροφορήσεως παρατηρώ ὅτι μεταξύ τῶν παραρτημάτων τῆς εκθέσεως, πού υπεβλήθη στην επιτροπή προϋπολογισμοῦ ἀπό τόν Cointat, υπάρχει ὄχι μόνο ὁ πίνακας, ὁ σχετικός μέ τό κόστος τῆς μεταφοράς νομισμάτων ἀπό τήν Γερμανία καί τήν 'Ολλανδία (βλ. ήδη μνημονευθείσα έκθεση σ. 18), άλλά ἐπίσης καί δεύτερος πίνακας, σχετικός μέ τό 'ίδιο κόστος γιά τήν μεταφορά νομισμάτων ἀπό τήν Γαλλία, Γερμανία, Δανία, 'Ιταλία καί Μεγάλη Βρετανία (op. cit. σ. 19). Τά μέλη τοῦ Κονοβουλίου ἠδυνήθησαν, ἑπομένως, νά λάβουν γνώση τῆς αυξήσεως τῶν εξόδων εξετάζοντας τά έγγραφα αὐτά, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἠδύναντο νά ζητήσουν ὁπωσδήποτε τήν γνώμη εἰδικῶν, ἄν δέν ήταν σέ θέση νά κατανοήσουν επακριβώς ὅλα τά σημεία τῆς νέας κανονιστικής ρυθμίσεως, πού εἶχε περιεχόμενο ιδιαζόντως τεχνικό. Κατά συνέπεια, μοῦ φαίνεται ὅτι τό Κοινοβούλιο ετέθη σέ θέση νά διατυπώσει τήν γνώμη του κατά ἀποτελεσματικό τρόπο.
21.
Στις υποθέσεις 828/79 καί 1253/79 οἱ προσφεύγοντες Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ὅτι δέν ἔγινε διαβούλευση μέ την Οικονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί τό 'Ελεγκτικό συνέδριο στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας καταρτίσεως τοῦ κανονισμοῦ 3085. Ή άποψη τους στηρίζεται στην γνώμη ὅτι τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν εκτελεστικῶν ὀργάνων, πού ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, ὅταν ἀναφέρεται στά «άλλα ἐνδιαφερόμενα όργανα», μέ τά όποια πρέπει νά γίνει διαβούλευση πρίν θεσπισθούν ἤ τροποποιηθοῦν κανονιστικές διατάξεις, ἀναφέρεται καί στό 'Ελεγκτικό Συνέδριο καί στην Οικονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή.
Ή άποψη αύτη δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Δέν ευρίσκω λόγους επαρκείς γιά νά δεχθώ τήν άποψη κατά τήν ὁποία ἡ λέξη «όργανα», πού στίς συνθήκες περί ιδρύσεως τῆς Κοινότητος χρησιμοποιείται γιά νά προσδιορίσει ἀποκλειστικώς τό Συμβούλιο, τήν 'Επιτροπή, τό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο, ὑποδηλοῖ τήν βούληση τοῦ νομοθέτου νά περιλάβει όλα τά όργανα πού, στό πλαίσιο τῆς Κοινότητος, ἀπασχολοῦν προσωπικό. Παρόμοια ερμηνεία θά ἰσοδυναμοῦσε «παραβίαση» τοῦ γράμματος τοῦ κανόνος, πράγμα μή δικαιολογούμενο ούτε ἀπό συστηματικής ἀπόψεως οὔτε ἀπό τόν σκοπό τοῦ μνημονευθέντος άρθρου 24. Μοῦ φαίνεται, πράγματι, λογικό ότι παρεσχέθη μόνο στά κατά κυριολεξία κοινοτικά όργανα ειδικός καί εξαιρετικῆς σημασίας ρόλος κατά τήν έκδοση καί ἀναθεώρηση τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ.
Ή γνώμη μου επιβεβαιώνεται ἀπό τήν πρόσφατη τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 1376/77 τῆς 21ης 'Ιουνίου 1977 (GU L 157 τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977, σ. 1), τροποποίηση πού συνίσταται στην προσθήκη δευτέρου εδαφίου, τό όποιο ορίζει ὅτι «έκτός ἀντιθέτων διατάξεων, ἡ Οικονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ἐξωμοιοῦντο γιά τήν ἐφαρμογή τον παρόντος κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, μέ τά όργανα τῶν Κοινοτήτων». Αυτό ἀποδεικνύει ότι, όταν ὁ κοινοτικός νομοθέτης ηθέλησε νά ἐξομοιώσει ὁρισμένα όργανα πρός κοινοτικά όργανα, τό έπραξε χρησιμοποιώντας ρητές διατάξεις καί περιορίζοντας τήν εξομοίωση σέ καθορισμένο κανονιστικό πλαίσιο. Εἶναι δίκαιο νά εξαχθεί ἀπό αυτό τό συμπέρασμα ότι, ἐν ἀπουσία διατάξεων ad hoc, ὅταν οἱ πηγές τοῦ πρωτογενούς ἡ τοῦ παραγώγου δικαίου ὁμιλούν περί «ὀργάνων» ἀναφέρονται σέ εκείνα πού θεωρούνται ως όργανα ἀπό τίς συνθήκες. Κατά συνέπεια, ἡ παράλειψη διαβουλεύσεων μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί τό 'Ελεγκτικό Συνέδριο δέν θίγει τήν εγκυρότητα τοῦ κανονισμοῦ 3085.
Ὁ δικηγόρος τοῦ Adam υποστηρίζει, τέλος, ότι υπάρχει παράβαση ουσιωδῶν τύπων καί λόγω τοῦ γεγονότος ότι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 εἶναι ανεπαρκώς αιτιολογημένοι. Δέν πιστεύω ότι ὁ λόγος αυτός είναι βάσιμος. Στην δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 3085 ἀναφέρεται ὅτι ἐφάνη ἀναγκαῖο νά τροποποιηθοῦν οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροῦν όχι μόνο τίς νομισματικές ισοτιμίες, άλλά καί «τόν τρόπο μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών υπαλλήλου σέ χώρα διάφορη ἀπό τήν χώρα όπου εἶναι τοποθετημένος». Ή μνεία αυτή, ἀκόμα καί ἄν είναι συνοπτική, μοῦ φαίνεται ἀνεπαρκής γιά νά ικανοποιήσει τήν υποχρέωση αιτιολογήσεως, πού ὁρίζεται στό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἰδίως όταν συσχετίζεται μέ τίς γνώμες πού εξεφράσθησαν ἀπό τά μνημονευόμενα στό προοίμιο όργανα μέ τά όποια έγινε διαβούλευση. Προκειμένου, περαιτέρω, περί τοῦ κανονισμοῦ 3086, ή αιτιολογία του μοῦ φαίνεται επίσης επαρκής: ἡ μοναδική του αιτιολογική σκέψη παραπέμπει, πράγματι, στην επελθούσα τροποποίηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφοροῦν τίς νομισματικές ισοτιμίες καί στην συνεπομένη ἀνάγκη προσαρμογῆς των συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς πού ἐφαρμόζονται στις ἀποδοχές καί τίς συντάξεις.
22.
Στό πλαίσιο τῶν υποτιθεμένων παραβιάσεων τῶν γενικῶν άρχων, οἱ όποιες στιγματίζουν τους κανονισμούς 3085 καί 3086, προεβλήθη κατά πρῶτον ὁ Ισχυρισμός ὅτι οἱ δύο αυτές πράξεις εισάγουν διάκριση ὡς πρός τήν μεταχείριση τοῦ προσωπικού. Οἱ προσφεύγοντες παρατηροῦν ὅτι ὁ κανονισμός 3085 στό άρθρο 4 τελευταίο εδάφιο περιέχει μεταβατική διάταξη, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στην χρονική κλιμάκωση τῆς εφαρμογής τοῦ νέου καθεστώτος στους συνταξιούχους, οὕτως ώστε νά ἀποφευχθούν οἱ ἀρνητικές επιπτώσεις μιᾶς αιφνίδιας μεταβολής τῆς οικονομικής τους καταστάσεως. Τό ἐν λόγω άρθρο 4 ὁρίζει, πράγματι, ὅπως εἶχα τήν ευκαιρία νά ἀναφέρω, ὅτι «γιά τίς συντάξεις καί τίς ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων τά καθαρά ποσά υφίστανται μείωση ἐν σχέσει μέ τήν ἐφαρμογή τοῦ Ισχύοντος συστήματος, ὁ... κανονισμός δέν εφαρμόζεται παρά μόνο ἀπό τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1979» καί ὅτι «μετά τήν ημερομηνία αυτή, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν καθαρών ποσών πού προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμού καί τῶν ποσών πού εἰσεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979, μειοῦται κατά 1/10 μηνιαίως». Ἀντιθέτως, κανένα μεταβατικό μέτρο, δέν προβλέπεται ἀπό τόν 'ίδιο κανονισμό ὅσον ἀφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ νέου καθεστώτος στους μισθούς καί στην μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών. Ή ἐν λόγω διαφορά μεταχειρίσεως συνιστά παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος.
'Αληθώς, δέν νομίζω ὅτι δύναται νά γίνει επωφελής επίκληση τῆς ἀρχής αυτής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἐν λόγω ἀρχή επιβάλλει νά μή ρυθμίζονται κατά διάφορο τρόπο όμοιες ἡ συγκρίσιμες καταστάσεις, έκτός ἄν μιά διαφορά μεταχειρίσεως δικαιολογείται ἀντικειμενικώς. 'Αναφέρω τίς πιό πρόσφατες ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀποφάσεις: τήν ἀπόφαση τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 117/76 καί 16/77, Ruckdeschel κατά Hauptzollamt Itzehoe (Raccolta 1977, σ. 1753), μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο εδέχθη, σέ γενικό πλαίσιο, ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος ἐπιβάλλει νά μή εἰσάγονται διακρίσεις μεταξύ συγκρίσιμων καταστάσεων, διασαφηνίζοντας ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, μιά διαφορά μεταχειρίσεως εἶναι δυνατή ἄν δικαιολογείται ἀντικειμενικώς (βλ. σημείο 7 τοῦ σκεπτικού) τίς ἀποφάσεις τῆς 25ης 'Οκτωβρίου 1978 στίς υποθέσεις 125/77 Koninklijke Scholten Honig κατά Hoofproduktschap voor Akkerbouwprodukten (Raccolta 1978, σ. 1991, σημεία 26 καί 27 τοῦ σκεπτικοῦ) καί 103 καί 145/77, Royal Scholten Honig κατά Intervention Board for Agricultural Produce (Raccolta 1978, σ. 2037, σημεία 26 καί 27 τοῦ σκεπτικοῦ), μέ τίς όποιες ἔγινε δεκτό τό ίδιο κριτήριο' τήν ἀπόφαση τῆς 20ής Ὀκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 5/76, Jänsch κατά 'Επιτροπής (Raccolta 1977, σ. 1817) πού ἀναφέρεται ειδικώς στην μεταχείριση τῶν υπαλλήλων, υπενθυμίζοντας τήν ἀντίληψη ὅτι μιά διαφορετική μεταχείριση δέν θίγει τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος ὅταν βασίζεται σέ ἀντικειμενικά κριτήρια (βλ. σημείο 19 τοῦ σκεπτικού) τήν ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 114/77, Jacquemart κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1978, σ. 1697) πού καί εκείνη εἶναι σύμφωνη μέ τήν νομολογιακή αυτή κατεύθυνση, πάντα ἐν σχέσει μέ τήν μεταχείριση τῶν υπαλλήλων (βλ. σημείο 24 τοῦ σκεπτικοῦ).
Στην περίπτωση μας, ἡ υποτιθεμένη διάκριση άφορᾶ ὑπαλλήλους ἐν ενεργεία καί συνταξιούχους. 'Αλλά οἱ δύο κατηγορίες δέν φαίνονται νά ευρίσκονται σέ συγκρίσιμες καταστάσεις, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν διαφορών, πού υφίστανται μεταξύ τῆς οικονομικής μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία επιφυλάσσεται στους ἐν ενεργεία υπαλλήλους καί εκείνης πού επιφυλάσσεται στους συνταξιούχους. Οἱ διαφορές αυτές βασίζονται στήν διαφορετική λειτουργία τῶν δύο μορφών μεταχειρίσεως: λειτουργία ἀνταμοιβής ὅσον άφορᾶ τους μισθούς καί κοινωνικῆς προνοίας ὅσον ἀφορᾶ τίς συντάξεις. Ἐξ άλλου, ὁ κανονισμός υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο τά δύο οικονομικά καθεστώτα, στά άρθρα 62 ἕως 70 bis γιά τίς ἀποδοχές καί στό άρθρο 77 έως 83 γιά τίς συντάξεις.
Γιά νά γίνει ἀντιληπτό πόσο βαθειά εἶναι ή διαφορά μεταξύ τῶν δύο καθεστώτων, ἀρκεῖ νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ὁ υπάλληλος, ὁ τοποθετημένος στό εξωτερικό, δέν είναι σέ θέση νά επιλέξει χώρα διαμονῆς (επειδή ή επιλογή αυτή πραγματοποιείται ἀπό τό διοικητικό όργανο στό όποιο ἀνήκει) καί, ἑπομένως, υπόκειται, χωρίς δυνατότητα διαφορετικής επιλογής, σέ κριτήρια υπολογισμού τῶν ἀποδοχών του (νόμισμα πληρωμής, εφαρμόσιμος συντελεστής ἀναπροσαρμογής) πού συνδέονται μέ τόν τόπο διαμονής, ἐνῶ ὁ συνταξιούχος δύναται νά προβεί ὁ ίδιος στην επιλογή του καί, συνεπῶς, μέ τόν τρόπο αυτό νά ἐπηρεάσει τά κριτήρια υπολογισμού τῆς συντάξεως του. Τό άρθρο 82 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ὁρίζει πράγματι ὅτι στίς συντάξεις «εφαρμόζεται ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τῶν διατάξεων των ἄρθρων 64 καί 65 παράγραφος 2 γιά τήν χώρα τῆς Κοινότητος ὅπου ὁ δικαιούχος τῆς συντάξεως δηλώνει ὅτι ἔχει κατοικία».
"Αν ἐξετάσομε περαιτέρω τήν συγκεκριμένη έκταση τῶν τροποποιήσεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού εισήχθησαν μέ τόν κανονισμό 3085 καί τίς επιπτώσεις τοῦ νέου καθεστῶτος — πού βασίζεται σέ πραγματικές νομισματικές ισοτιμίες καί σέ συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τά διαφορετικά επίπεδα τοῦ κόστους ζωής — εὑρί-σκομε συμπληρωματική ἐπιβεβαίωση τῆς διαπιστώσεως ὅτι ἡ θέση τῶν συνταξιούχων δέν δύναται νά εξομοιωθεί μέ εκείνη τῶν υπαλλήλων καί ὅτι, ιδιαιτέρως, τά μεταβατικά μέτρα πού ἐθεσπίσθησαν ἀπό τόν κανονισμό 3085 γιά τήν προστασία τῶν συνταξιούχων ἀντιστοιχοῦν σέ ειδικές ἀντικειμενικές ἀπαιτήσεις τῆς κατηγορίας αυτής, ἀπαιτήσεις, πού δέν Ισχύουν γιά τους υπαλλήλους. Τό νέο καθεστώς προβλέπει, πράγματι, ὅπως εἴδαμε, μιά μείωση 50 ο/ο περίπου, τῶν συντάξεων πού καταβάλλονται σέ πρώην υπαλλήλους, οἱ όποιοι — βάσει τῆς προηγουμένης κανονιστικής ρυθμίσεως — είχαν επιλέξει κατοικία σέ χώρα μέ ἀσθενές νόμισμα καί καταβολή τῆς συντάξεως σέ βελγικά φράγκα. 'Αντιθέτως, τό ἴδιο καθεστώς άφησε ἀμετάβλητο τό επίπεδο τῶν μισθών τῶν υπαλλήλων, μέ τήν εξαίρεση τοῦ ηὐξη-. μένου κόστους τῆς μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών σέ άλλες χώρες. Καί ὁπωσδήποτε, τό ηὐξημένο αυτό κόστος θίγει τίς συνολικές ἀποδοχές τῶν ἐν ἐνεργεία υπαλλήλων σέ χώρες μέ ἀσθενές νόμισμα σέ μέτρο πολύ κατώτερο ἀπό τήν μείωση τῶν συντάξεων. Συνεπώς, ἄν ἐθεωρήθη δικαιολογημένη ἡ χρονική κλιμάκωση τῆς μειώσεως τῶν συντάξεων, ἡ ὁποία, στό σύνολο, εἶναι πολύ σημαντική, δέν ήταν ἐξ ἴσου ἀναγκαία ἡ κλιμάκωση τῶν επιπτώσεων τοῦ νέου καθεστώτος ὅσον ἀφορᾶ τήν επίπτωση τοῦ κόστους μεταφοράς νομισμάτων ἐπί τῶν μηνιαίων ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων.
Προσθέτω, τέλος, ὅτι οἱ δύο καταστάσεις δέν μοῦ φαίνονται συγκρίσιμες καί γιά ἕναν άλλο λόγο. Τά πλεονεκτήματα, τά ὁποια, σχετικά μέ τήν μεταφορά νομισμάτων, ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εξασφαλίζει στους υπαλλήλους, δέν εντάσσονται, κατά τήν γνώμη μου, στίς ἀποδοχές λόγω τοῦ μεταβλητοῦ καί ἀσυνε-χοῦς χαρακτῆρος τους, ὁπως θά ἀναπτύξω κατωτέρω. Τό στοιχείο αυτό καθιστά, μοῦ φαίνεται, ἀκόμα ευκρινέστερο ὅτι δέν δύναται νά γίνει σύγκριση τῆς μειώσεως τῶν συντάξεων μέ τό μεγαλύτερο κόστος τῶν μεταφορών μέρους τῶν ἀποδοχών σέ άλλες χώρες.
23.
Μιά άλλη αιτίαση πού προβάλλεται σχετικά μέ τίς πηγές τοῦ νέου καθεστώτος τῶν νομισματικών μεταφορών εἶναι ή παραδίάση τῆς ἀρχῆς τῆς θεμιτῆς ἐμπιστοσύνης. Οἱ υπάλληλοι, πού είχαν πραγματοποιήσει ἐπί έτη τήν μεταφορά στό εξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχῶν τους βάσει τοῦ προηγουμένου καθεστῶτος σέ τιμές συναλλάγματος Ιδιαίτερα πλεονεκτικές γιά τους διαμένοντες σέ χῶρες μέ ἀσθενές νόμισμα, προβάλλεται ὁ Ισχυρισμός ὅτι έτρεφαν εὔλογη εμπιστοσύνη στην συνέχιση τοῦ καθεστώτος αύτοῦ καί τῶν σχετικών μέ αυτό πλεονεκτημάτων. ΟΙ τροποποιήσεις, πού ἐπήλθαν ἀπό τό Συμβούλιο τό 1978, χωρίς μάλιστα νά συνοδεύονται ἀπό μεταβατικές διατάξεις πού θά ἀποσκοπούσαν στον μετριασμό τῶν ἀρνητικών επιπτώσεων, παραβιάζουν την εμπιστοσύνη αύτη καί είναι, συνεπώς, μή νόμιμες.
Πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι, σύμφωνα μέ την νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ εμπιστοσύνη, γιά νά δυνηθεῖ νά γίνει επίκλησή της, πρέπει νά βασίζεται σέ διαβεβαιώσεις τοῦ ἀντισυμβαλλομένου. Ἀναφέρω ὅτι στην ἀπόφαση τῆς 5ης 'Ιουνίου 1973, σχετικῆς μέ την υπόθεση 81/72, 'Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Raccolta 1973, σ. 575), τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι υπήρξε παραβίαση τῆς εμπιστοσύνης πού έτρεφε τό προσωπικό έναντι τῆς Διοικήσεως διότι τό Συμβούλιο, άφοῦ είχε υποσχεθεί νά τηρήσει — κατά τήν ενάσκηση τῶν εξουσιών πού τοῦ ἀπονέμονται ἀπό τό άρθρο 65 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως σχετικά μέ τίς ἀποδοχές — μιά καθορισμένη μέθοδο πού συνεπάγεται ὅτι λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ένα σύνολο παραγόντων, εἶχε κατόπιν ενεργήσει χωρίς νά τηρήσει τήν μέθοδο αυτή. Πρέπει λοιπόν νά ἐπαληθευθεί ἄν, στην περίπτωση μας, ἡ διοίκηση συμπεριεφέρθη κατά τρόπο πού νά δημιουργήσει τήν θεμιτή προσδοκία ὅτι οἱ μεταφορές νομισμάτων θά έπραγματοποιοῦντο πάντοτε σύμφωνα μέ τό ίδιο καθεστώς, χαρακτηριζόμενο ἀπό ὄχι ἀμελητέα συναλλαγματικά πλεονεκτήματα.
Είναι χρήσιμο νά ἀναφερθεί ὅτι τό καθεστώς τῶν ἀνελαστικών ἀγορών συναλλάγματος, πού συνδέεται μέ τίς Ισοτιμίες τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, εἰσήχθη σέ μία εποχή σχετικής νομισματικής σταθερότητος καί οτι, γιά τό λόγο αυτό, κατά τά πρώτα έτη δέν επέτρεπε στους υπαλλήλους πού διέμεναν σέ χώρες μέ ασθενές νόμισμα νά καρπωθούν εἰδικά πλεονεκτήματα. Ἡ προοδευτική χειροτέρευση ὁρισμένων νομισμάτων κατέστησε προοδευτικά πάντοτε λιγότερο πραγματικές τίς Ισοτιμίες αυτές, δημιουργώντας έτσι τήν ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ συστήματος. 'Ανέφερα ήδη ἐνωρίτερα ὅτι μία πρώτη πρόταση τροποποιήσεως τοῦ άρθρου 17, παράρτημα VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπεβλήθη ἀπό τήν 'Επιτροπή τό 1974, ἡ ὁποία καθόριζε ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής, πού έπρεπε νά εφαρμόζεται ἐπί τῶν μεταφορών, έπρεπε νά ἀντιστοιχεί στό μέσο ὅρο μεταξύ τοῦ συντελεστού πού εφαρμόζεται στόν τόπο τοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου καί τοῦ εφαρμοζομένου στην χώρα προορισμοῦ τῶν μεταφορών. Ή ἀποδοχή τῆς προτάσεως αυτής, ἄν παρέμενε ἀμετάβλητη ή ἰσοτιμία τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θά επέφερε αἰσθητή αύξηση τοῦ κόστους τῶν μεταφορών, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ συντελεστής τόπου τοποθετήσεως ήταν, γιά τίς χώρες μέ ἀσθενές νόμισμα, πολύ υψηλός καί, ἐν πάση περιπτώσει, υψηλότερος τοῦ συντελεστοῦ τῆς χώρας προορισμοῦ τῶν μεταφερομένων ποσών. 'Η μέση ἀξία θά ήταν, συνεπώς, κατώτερη ἀπό τόν συντελεστή τόπου τοποθετήσεως καί τά έξοδα, βάσει τῆς Ισοτιμίας τοῦ πρός εξαγωγή συναλλάγματος, μεγαλύτερα. "Εγινε πρόταση τῆς ίδιας τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 17 παράρτημα VΙΙ καί πάλι τό 1977, ἀλλά τήν φορά αυτή συνω-δεύετο ἀπό τήν εἰσαγωγή πραγματικών νομισματικών ισοτιμιών, χάρη στην χρησιμοποίηση τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος γιά τόν υπολογισμό τῶν ἀποδοχών τοῦ προσωπικού. 'Η θέσπιση πραγματικών τιμών συναλλάγματος είχε ὡς λογικό επακόλουθο τήν τροποποίηση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί Ιδίως, τήν εγκατάλειψη τῶν ἀρκετά υψηλών συντελεστών πού προεβλέποντο προηγουμένως γιά τίς χώρες μέ χαμηλό κόστος διαβιώσεως, ἀφού ἡ θέσπιση τῶν τρεχουσῶν ισοτιμιών καθίστα ἀνωφελή τήν χρησιμοποίηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν διενέργεια τῶν διορθώσεων πού υπήρξαν, ἀντιθέτως, ἀπαραίτητες ἐφ' ὅσον ἴσχυαν οἱ ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου. Ό συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς περιωρίσθη καί πάλι στην προβλεπομένη ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ἀποστολή του τῆς προσαρμογής τῶν ἀποδοχῶν στό κόστος ζωής τοῦ τόπου τοποθετήσεως. Τό τελικό ἀποτέλεσμα τῆς ἐν λόγω σειρᾶς τροποποιήσεων — καί μετά τήν ἀντικατάσταση τοῦ σχεδίου τοῦ 1977 ἀπό τό κείμενο τοῦ κανονισμοί) 3085 — ήταν νά καταστήσει τίς μεταφορές ὀλιγότερο ἀκριβές ἀπό ὅ,τι θά συνεπήγετο ἡ ἀπόλυτη εφαρμογή τῶν νέων ισοτιμιών, άλλά ἐν πάση περιπτώσει, ἀκριβότερες ἀπό ὅ,τι ήσαν μέ τό προηγούμενο καθεστώς.
Όλα αυτά καταδεικνύουν ὅτι ἡ αύξηση τοῦ κόστους τῶν μεταφορών δέν έγινε αιφνιδιαστικά ἀπό τήν μία ἡμερα στην άλλη. Προσθέτω ὅτι, μέ εγκύκλιο πού ἐκυκλοφόρησε τόν Μάιο 1978 (παράρτημα 2 στό υπόμνημα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 13ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 828/79), ἡ Ἐπιτροπή επεσήμανε στους υπαλλήλους τά ἀποτελέσματα πού θά εἶχε ἐπί τῆς οικονομικής μεταχειρίσεως τους τό νέο σύστημα καταβολής τῶν ἀποδοχών πού ἐβασίζετο στην ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα καί στην ριζική τροποποίηση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής: ὅσον ἀφορᾶ, τό καθεστώς των μεταφορών, ἡ εγκύκλιος ἀνέφερε, ιδίως, ὅτι ὁ νέος τύπος (πού περιεγράφετο μέ ἀρκετή σαφήνεια) θά συνεπήγετο «τήν εξάλειψη ὁρισμένων πλεονεκτημάτων» (βλ. σ. 4, προαν. ἔγγρ.). Οἱ ίδιες πληροφορίες εδόθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην ἀπάντηση τῆς 12ης 'Οκτωβρίου 1978 ἐπί γραπτής ερωτήσεως τοῦ Az. Ripamonti (Ἐρώτηση 412/78 τῆς 30ής 'Ιουνίου 1978). Ὑπενθύμιζε μέ τήν ευκαιρία αυτή, ὅτι ἡ τροποποίηση τοῦ συστήματος μεταφορών εἶχε ήδη προταθεί, κατόπιν κοινής συμφωνίας μέ τους εκπροσώπους τοῦ προσωπικού τό 1974 καί ἐβασίζετο «στην ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως τῶν παλαιών ισοτιμιών πού επέβαλλε ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως». Στό ίδιο κείμενο ἡ 'Επιτροπή διευκρίνιζε ὅτι «οἱ νέες τιμές λαμβάνουν ὑπ' όψη τίς νομισματικές διακυμάνσεις», συνιστούσαν «μιά σημαντική ἐξυγίανση, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται στην οικονομική λειτουργία τῶν μεταφορών» καί ὅτι ήταν δυνατό επίσης «νά προκύψει γιά ὁρισμένους υπαλλήλους, μείωση τῶν διαθεσίμων ὀνομαστικών ἀποδοχών» (GU C 267/78 τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978).
'Υπό τίς συνθήκες αυτές, μοῦ φαίνεται πολύ ριψοκίνδυνο νά υποστηριχθεί ὅτι ή διοίκηση ενεθάρρυνε τους προσφεύγοντες νά θεωρήσουν ὅτι τό καθεστώς τῶν μεταφορών θά παρέμενε ἀμετάβλητο. 'Αντιθέτως, μιά σειρά πολύ σαφών ἐνδείξεων ἐπληροφόρει τους υπαλλήλους ὅτι τό σύστημα αὐτό θά ἐτροποποιεῖτο. Μοῦ φαίνεται, επομένως, ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 δέν δύνανται νά «ελεγχθούν» γιά παραβίαση τῆς εμπιστοσύνης τῶν υπαλλήλων στην διατήρηση τοῦ προϋφισταμένου νομικού καθεστώτος, διότι ἡ εμπιστοσύνη αυτή ήταν ἀπολύτως ἀδικαιολόγητη.
24.
Οἱ προσφεύγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086, προκαλώντας αύξηση τοῦ κόστους τῆς μεταφοράς, προσέβαλαν τό δικαίωμά τους διατηρήσεως τῶν πλεονεκτημάτων πού τό προηγούμενο καθεστώς τους ἐξησφάλιζε στό θέμα αυτό. Δέν πιστεύω ὅτι δύναται βασίμως νά θεωρηθεί ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί προσέβαλαν κεκτημένα δικαιώματα.
Γιά νά δύναται νά γίνει λόγος περί κεκτημένων δικαιωμάτων εἶναι ἀπαραίτητο τό γενεσιουργό γεγονός τοῦ δικαιώματος νά έχει επισυμβεί ὑπό τό καθεστώς ενός κανόνος προγενεστέρου τῶν τροποποιήσεων πού ἐθεσπίσθησαν μεταγενεστέρως ἀπό τήν κανονική ἀρχή. Τό σημείο αυτό δευκρινίσθη επαρκώς μέ τήν ἀπόφαση τῆς 19ης Μαρτίου 1975 στην υπόθεση 28/74, Gillet κατά Ἐπιτροπῆς (Raccolta 1975, σ. 463, ειδικώς σημείο 5 τοῦ σκεπτικοῦ). Στην ἰδία υπόθεση ὁ γενικός εἱσαγγελεύς Mayras ὀρθότατα παρετήρησε στίς προτάσεις του ὅτι «ή κοινοτική ἀρχή έχει τό δικαίωμα νά ἐπιφέρει ἀνά πᾶσα στιγμή στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τροποποιήσεις πού κρίνει σύμφωνες πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας ὑπό τόν ὅρο οἱ τροποποιήσεις αὐτές νά θεσπισθούν ἀπό τήν ἀρμοδία ἀρχή, επομένως τό Συμβούλιο, καί νά μή έχουν οἱ τροποποιήσεις αυτές ἀναδρομικά ἀποτελέσματα εἰς βάρος τῶν υπαλλήλων». Και, χωρίς καμμία ἀμφιβολία, δυνάμεθα νά ἀποκλείσομε τήν σκέψη ὅτι ὁ κοινοτικός νομοθέτης ηθέλησε νά προσδώσει στους κανονισμούς 3085 καί 3086 ἀναδρομική ισχύ: οἱ κανονισμοί αυτοί ὁρίζουν σαφῶς, μόνο γιά τό μέλλον. Πρέπει, επίσης, νά ἀποκλεισθεῖ ὅτι τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, ὁπως ἴσχυε πρό τῆς τροποποιήσεως τοῦ 1978, ἐγγυᾶτο στους υπαλλήλους άνευ χρονικών ὁρίων καί ἀνεξαρτήτως νομισματικών διακυμάνσεων τήν διατήρηση τῶν τιμών συναλλάγματος τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου γιά τίς πράξεις μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών τους, ὥστε νά τους παράσχει ἀντίστοιχο κεκτημένο δικαίωμα: κανένα στοιχείο στό κείμενο τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως δέν επιτρέπει τήν ερμηνεία αὐτή καί, ἐξ άλλου, μιά διάταξη τοῦ είδους αὐτοῦ θά ήταν άτοπη καί παράλογη. Ή ἀλήθεια εἶναι ὅτι, επειδή οἱ μεταφορές ἀποδοχών πραγματοποιούνται κατά μήνα, τό δικαίωμα τῶν υπαλλήλων νά ἐπωφελοῦνται τῆς πράξεως βάσει κανόνων πού ισχύουν κατά τήν στιγμή κατά τήν οποία ζητούνται οἱ μεταφορές, γεννάται κάθε φορά. Ή νέα κανονιστική ρύθμιση, ἑπομένως, ἄν καί εξαλείφει ὁρισμένα πλεονεκτήματα πού τό προηγούμενο καθεστώς ἐξησφάλιζε στους υπαλλήλους, δέν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα.
25.
Τό ἀμετάβλητο τῶν πλεονεκτημάτων πού συνδέονται μέ τό παλαιό καθεστώς τῶν μεταφορών θά έπρεπε νά ἀναγνωρισθεί, σύμφωνα μέ τους προσφεύγοντες, καί γιά έναν άλλο λόγο ἀκόμη: προβάλλεται ὁ ισχυρισμός ὅτι τά πλεονεκτήματα αὐτά, πού ἀπορρέουν ἀπό τήν εφαρμογή ἀρκετά ευνοϊκών τιμών συναλλάγματος, ἀντεπροσώπευαν ουσιαστικό μέρος τοῦ μισθού καί, επομένως, ἡ ἐξάλειψη τους μεταφράζεται σέ μείωση τῶν ἀποδοχών, πράγμα ἀντίθετο πρός μιά γενική ἀρχή τῆς κοινοτικής έννόμου τάξεως, κατά τήν ὁποία οἱ ἀποδοχές τῶν ευρωπαϊκών ὑπαλλήλων δέν δύνανται νά μειώνονται σέ καμμία περίπτωση ούτε καί μέ πράξεις γενικής ἰσχύος.
Ή άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Ή υποτιθεμένη γενική ἀρχή περί μή δυνατότητος μειώσεως τῶν αποδοχών δέν δύναται νά προκύψει οὔτε ἀπό τόν κανονισμό τῆς ευρωπαϊκής δημοσίας ὑπηρεσίας ούτε ἀπό τίς έννομες τάξεις τῶν Κρατών μελών. Ὁς πρός τόν πρώτο, ὁ μόνος κανόνας πού δύναται νά ληφθεῖ ὑπ' ὄψη σχετικά μέ τίς διακυμάνσεις τοῦ επιπέδου τῶν ἀποδοχών εἶναι τό άρθρο 65, τό όποιο ὁρίζει ὅτι τό Συμβούλιο προβαίνει κάθε χρόνο σέ ἐξέταση τῶν ἀποδοχών, βάσει εκθέσεως πού ὑποβάλλεται ἀπό τήν 'Επιτροπή, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὁρισμένους δείκτες πού καταρτίζονται ἀπό τήν Στατιστική Ὑπηρεσία τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στην περίπτωση αὐτή τό Συμβούλιο, ἀξιολογεῖ ἄν, στό πλαίσιο τῆς οικονομικής πολιτικής τῆς Κοινότητος, εἶναι σκόπιμο νά προβεί σέ προσαρμογή τῶν ἀποδοχών (βλ. άρθρο 65 παράγραφος 1) καί ἀποφασίζει, σέ περίπτωση αισθητής διακυμάνσεως τοῦ κόστους ζωής, τήν λήψη προσφόρών μέτρων γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί ενδεχομένως περί τῆς ἀναδρομικής τους ἰσχύος (άρθρο 65 παράγραφος 2). Ό σχετικός κανόνας ἀναφέρεται, επομένως, σέ δύο ιδιαίτερα σημεία: ἀφ' ἑνός στην προσαρμογή τῶν ἀποδοχών καί, ἀφ' έτερου, στίς τροποποιήσεις τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής.
Πάντως, τό τελευταίο αυτό σημείο δέν έχει καμμία σχέση μέ τό υποτιθέμενο ἀμετάβλητο τῆς οικονομικής μεταχειρίσεως: κατά τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, οἱ τροποποιήσεις τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής έχουν, πράγματι, ὡς ἀποκλειστικό σκοπό τήν ἀποφυγή τῆς μειώσεως τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως τῶν ἀποδοχῶν λόγω τῶν διακυμάνσεων τοῦ κόστους ζωῆς. Ὡς πρός τό νομικό καθεστώς τῆς προσαρμογής τῶν μισθῶν, οἱ ὅροί ἀναφοράς τοῦ ἄρθρου 65 (διακύμανση τοῦ στατιστικοί) δείκτου, προσανατολισμός τῆς οικονομικῆς καί κοινωνικῆς πολιτικής τῆς Κοινότητος) ἀποτελοῦν φαινόμενα ἱκανά νά συνεπάγονται τόσο την αὔξηση, ὅσο καί τήν μείωση τῶν ἀποδοχῶν.
Τό ίδιο άρθρο 65 (παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο δεύτερο μέρος) ὁρίζει ότι τό Συμβούλιο, προβαίνοντας στην προσαρμογή τῶν ἀποδοχών, λαμβάνει ὑπ' ὄψη «τήν ενδεχομένη αύξηση τῶν ἀποδοχών στίς δημόσιες υπηρεσίες καί τίς ἀνάγκες τῶν προσλήψεων». 'Εδώ ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἀναφέρεται σαφώς σέ καταστάσεις πού δύνανται νά δικαιολογήσουν μόνο αυξήσεις τῶν ἀποδοχών, άλλα δέν νομίζω ὅτι μιά φράση μέ τό κείμενο αυτό, καί ή ὁποία, ἐπί πλέον, εἶναι περιθωριακής φύσεως ἐν σχέσει μέ τό πλαίσιο τοῦ κανόνος, δύναται νά επιτρέψει τόν ἰσχυρισμό ὅτι ὁ κανόνας ἀπαγορεύει τήν μείωση τῶν ἀποδοχών. Ὁμοίως, δέν είναι δυνατόν στην λέξη «προσαρμογή», πού χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1 γιά νά προσδιορισθούν οἱ μισθολογικές τροποποιήσεις, νά ἀποδώσομε τήν ιδέα τῆς αυξήσεως τῶν ἀποδοχών. Θά παρατηρήσω σχετικά ὅτι γίνεται επίσης μνεία τῆς προσαρμογής στην παράγραφο 2 γιά νά επισημανθοῦν οἱ προσαρμογές τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί δέν υπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι δύνανται νά γίνουν προσαρμογές καί ὑπό τήν έννοια μειώσεως στην περίπτωση (προς τό παρόν, ἀληθώς, ὀλίγο πιθανή) μειώσεως τοῦ κόστους ζωής. 'Από αυτό δύναται νά συναχθεί ὅτι ὁ ὅρός «προσαρμογή» εἶναι Ικανός νά σημαίνει διακυμάνσεις καί πρός τήν μία καί πρός τήν άλλη κατεύθυνση.
Οἱ σκέψεις αυτές μέ ὁδηγούν στό συμπέρασμα ὅτι ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δέν ἀπαγορεύει τίς μειώσεις τῶν ἀποδοχών: ἐξ άλλου, ἀκόμη καί ἄν υποτεθεί ὅτι περιλαμβάνει ἀπαγόρευση τοῦ εἴδους αὐτοῦ, τό Συμβούλιο θά είχε πάντα τήν δυνατότητα νά παρεκκλίνει, ἀφοῦ ένας κανονισμός, ἀπό ἀπόψεως ιεραρχίας τῶν πηγών, έχει τήν ἰδία ἰσχύ μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. 'Απομένει νά προσδιορισθεί ἄν υφίσταται στην κοινοτική τάξη γενική ἀρχή, στηριζομένη ἐπί ἀρχων πού εἶναι κοινές στά Κράτη μέλη, ή ὁποία νά ἀπαγορεύει τήν μείωση τῶν ἀποδοχών τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι μόνο ἡ έννομη τάξη 'Ιταλίας καί Λουξεμβούργου περιέχει διατάξεις τοῦ είδους αυτού υπέρ τῶν δημοσίων υπαλλήλων. Γιά τήν 'Ιταλία τό άρθρο 227 τοῦ «testo unico» τῆς 3ης Μαρτίου 1934 ἀριθ. 383 (πού ἀφορᾶ μόνο τους υπαλλήλους τῶν ὀργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως άλλά έχει επεκταθεί ἑρμηνευτικῶς ἀπό τήν νομολογία σέ ὅλους τους δημοσίους υπαλλήλους) ὁρίζει ὅτι ἡ οἰκονομική μεταχείριση πού τους «παρέχεται ήδη» δεν δύναται νά τροποποιηθεί, ἐπί ζημία τῶν δημοσίων υπαλλήλων». Θά παρατηρήσω ὅμως, ὅτι πρόκειται γιά κανόνα πού ἐθεσπίσθη ἀπό κοινό νόμο καί στερούμενο συνταγματικής βάσεως, ούτως ώστε δέν ἀποκλείεται, ὅπως τό ἐπεβεβαίωσε προσφάτως τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας (βλ. Συμβούλιο τῆς 'Επικρατείας τμήμα V 7 'Ιουλίου 1978, ἀριθ. 830) μεταγενέστερος κοινός νόμος νά προβλέψει μειώσεις ἀποδοχών. Ὡς πρός τό Λουξεμβούργο ὁ νόμος τῆς 16ης 'Απριλίου 1979 ὁρίζει ὅτι ὁ υπάλληλος έχει, γιά ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του, κεκτημένο δικαίωμα ἐπί τῶν αποδοχών, τῶν ὁποίων ἀπολαύει, βάσει νομοθετικής διατάξεως. 'Αλλά καί ἐδῶ είναι δυνατόν νά παρατηρηθεί ὅτι ὁ νόμος τοῦ Λουξεμβούργου ὁμιλώντας γιά «κεκτημένο δικαίωμα» προστατεύει τους υπαλλήλους ἀπό τήν θέσπιση διατάξεως πού μειώνουν τόν μισθό ἀναδρομικώς, άλλά ὄχι καί γιά τό μέλλον ἐξ άλλου, δύναμαι νά ἐπαναλάβω, σχετικά μέ τήν ὑπό εξέταση διάταξη, ὅτι δέν έχει κανένα συνταγματικό έρεισμα. Στίς έννομες τάξεις τῶν άλλων χωρών τῆς Κοινότητος δέν υφίστανται κανόνες πού νά ἀπαγορεύουν την μείωση τῶν ἀποδοχών των δημοσίων λειτουργών.
Δέν συνάγεται ἀπό τίς εθνικές τάξεις ή υποτιθεμένη ἀρχή τοῦ ἀμεταβλήτου των ἀποδοχῶν τοῦ δημοσίου τομέως. 'Αλλά, έκτός ἀπό αυτό, ἀκόμα καί ἄν μιά ἀρχή τοῦ είδους αὐτοῦ ὑφίστατο στό κοινοτικό νομικό σύστημα, δεν θά είχε ἐνδιαφέρον γιά τήν έκδοση ἀποφάσεως στην παρούσα υπόθεση. Δέν πιστεύω, πράγματι, ὅτι τά πλεονεκτήματα πού συνδέονται μέ τήν μεταφορά στό ἐξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχῶν ἐντάσσονται στην έννοια τῶν ἀποδοχῶν. Είναι γνωστό ὅτι μεταξύ τῶν περιουσιακών παροχών πού ὀφείλονται στόν εργαζόμενο πρέπει νά γίνεται διάκριση μεταξύ τῶν παροχών, οἱ όποιες λόγω τοῦ συνεχούς καί ὑποχρεωτικοῦ τους χαρακτήρα ἀποτείνουν μέρος στίς ἀποδοχές, καί τῶν παροχών, οἱ ὁποίες, ἀντιθέτως, καίτοι συμπληρώνουν τίς ἀποδοχές, δέν έχουν ἀνταποδοτικό χαρακτήρα ὑπό τήν τεχνική έννοια, διότι εἶναι συμπτωματικές ἡ ἐξαιρετικές καί δέν έχουν, ἑπομένως, συνεχή χαρακτήρα. Καί, τά πλεονεκτήματα πού συνδέονται μέ τίς μεταφορές μέ τίς όποιες ἀπασχολούμεθα δέν παρουσιάζουν, κατά τήν γνώμη μου, τά χαρακτηριστικά αυτά τῆς συνεχείας καί τῆς ὑποχρεωτικότητος πού εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τῶν ἀποδοχών. Δέν παρέχονται σέ ὅλους τους υπαλλήλους, άλλά μόνο σέ εκείνους πού ζητούν νά μεταφέρουν μέρος τῶν ἀποδοχών τους στό ἐξωτερικό ἐξ άλλου, ἀκόμη καί μεταξύ εκείνων πού ζητούν τήν πραγματοποίηση μεταφορών υπάρχουν διαφορές ὡς πρός τό μέγεθος τῶν μεταφορών πού ὁ καθένας εκτελεί γιά νά μή γίνει λόγος περί τῶν μεταφορών πέραν τοῦ ὁρίου πού συνιστά ή ἀποζημίωση ἀποδημίας, οἱ όποιες έχουν ἀσφαλώς εξαιρετικό χαρακτήρα καί ἐπιτρέπονται, κατά περίπτωση, ἀπό τήν διοίκηση (άρθρο 17, παράρτημα VΙΙ παράγραφος 2 στοιχεῖο γ). Πρόκειται, ἐπομένως, περί πλεονεκτημάτων πού δέν δύνανται νά εἶναι συνεχή, ἰδίως διότι — στίς υποθέσεις ὑπό β καί γ τοῦ ἄρθρου 17 — εξαρτώνται ἀπό προϋποθέσεις, οἱ όποιες δύνανται νά μεταβληθούν.
Οἱ προσφεύγοντες Adam καί Battaglia ζητούν, επικουρικώς, νά διατηρήσουν τά ἐν λόγω πλεονεκτήματα ὑπό μορφή ἀποζημιώσεως ad personam, ἡ ὁποία θά έπρεπε κατόπιν νά ἀπορροφηθεί βαθμηδόν ἀπό μέλλουσες αυξήσεις τῶν ἀποδοχών. Ή αίτηση αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή, πρώτον, γιά τίς σκέψεις πού ἀνέπτυξα σχετικά μέ τήν ἀνυπαρξία δικαιώματος τῶν ὑπαλλήλων νά διατηρήσουν τά πλεονεκτήματα πού εἶναι συναφή μέ τό παλαιό καθεστώς τῶν μεταφορών. Ἐξ άλλου, δέν θά ήταν θεμιτή ἡ δημιουργία μιας ἀνισότητος μεταχειρίσεως μεταξύ τῶν υπαλλήλων πού θά ἀπελάμβαναν τῆς ἐν λόγω αποζημιώσεως λόγω τοῦ ὅτι ὅλως τυχαία ἐζήτησαν εγκαίρως τήν μεταφορά στό ἐξωτερικό μέρους τῶν ἀποδοχών τους καί εκείνων οἱ όποιοι, ἀντιθέτως, δέν θά ἠδύναντο νά τύχουν τῆς μεταχειρίσεως αυτής, διότι δέν υπέβαλαν ἐγκαίρως τήν σχετική αἴτηση ἡ διότι ἐζήτησαν νά μεταφέρουν μικρότερο ποσό.
26.
Ό δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος Battaglia (υπόθεση 1253/79), έκτός τῆς υποστηρίξεως τῆς ἀπόψεως κατά τήν ὁποία ή τροποποίηση τοῦ καθεστώτος μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών θά κατέληγε σέ ἀθέμιτη μείωση τῶν ἀποδοχών, ἰσχυρίζεται ὅτι ή ἐν λόγω τροποποίηση ἀποτελεί μία τόσο βαθειά μετατροπή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων ώστε είναι ικανή νά επηρεάσει τήν ἴδια τήν ἀπόφαση τοῦ ἐνδιαφερομένου νά ὑπαχθεί στόν κανονισμό αυτό. Ή ἐπιχειρηματολογία αυτή δέν πείθει. Δεδομένου ὅτι τό καθεστώς τῶν κοινοτικών υπαλλήλων βασίζεται σέ κανονιστικές διατάξεις καί όχι σέ σύμβαση, ἀποκλείεται ἡ δυνατότης επικλήσεως τῆς ἐννοίας τῆς προσβολής τῶν θεμελιωδών ὅρων τῆς σχέσεως ἐργασίας στην προκειμένη περίπτωση ἡ έννοια αυτή — ὅπως εἶναι γνωστό καί ὅπως ὁ ίδιος ὁ δικηγόρος τοῦ Battaglia ἀναγνωρίζει — ἔχει ἀναπτυχθεί ἀναφορικῶς μέ τήν σχέση εργασίας πού στηρίζεται σέ συμβατική βάση.
27.
Κατά τόν δικηγόρο τοῦ προσφεύγοντος Buyl (υπόθεση 817/79) ἡ τροποποίηση τοῦ καθεστῶτος τῆς μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχῶν παραβιάζει τήν ἀρχή της δεσμεντικῆς ἁρμοδιότητος. Μέ τήν έκφραση «δεσμευτική ἁρμοδιότης», γίνεται ἀναφορά γενικῶς στίς περιπτώσεις στίς όποιες ἡ διοίκηση ὑποχρεοῦται, βάσει τῆς ισχυούσης κανονιστικής ρυθμίσεως, νά λάβει μιά καθορισμένη απόφαση ἐφ' ὅσον υφίσταται ὁρισμένες περιστάσεις χωρίς νά έχει τήν δυνατότητα διαφόρων επιλογών. Καί, δέν μοῦ φαίνεται ὅτι τό Συμβούλιο, ὅταν ἐθέσπισε τους κανονισμούς 3085 καί 3086, ήταν υποχρεωμένο νά πραγματοποιήσει διαφορετικές επιλογές ἀπό τίς περιεχόμενες στους κανονισμούς αυτούς. "Οπως ὀρθώς παρατηρεί ἡ 'Επιτροπή, γιά νά υποστηριχθεί ἡ ἄποψη μιᾶς δεσμευτικῆς αρμοδιότητος, θά ἔπρεπε νά ἀποδειχθεί ή ύπαρξη ἀνωτέρων ἀρχῶν δικαίου, μέ τίς όποιες ἡ διοίκηση θά ὤφειλε νά προσαρμόσει τήν δράση της. Ἀλλά ἡ ἀπόδειξη αυτή δέν προσεκομίσθη: έχομε, πράγματι, ήδη διαπιστώσει ὅτι καμμία ανώτερη ἀρχή δικαίου δέν παρεβιάσθη στην προκειμένη περίπτωση.
28.
Οἱ προσφεύγοντες, Battaglia (υπόθεση 1253/79) καί Adam (υπόθεση 828/79) ισχυρίζονται ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 φέρουν επίσης τό στίγμα τῆς καταχρήσεως ἐξουσίας. Θά παρατηρήσω ὅτι, ιδίως ὅσον άφορα τήν τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VIII, πού επήλθε μέ τόν κανονισμό 3085, τίποτε δέν επιτρέπει νά υποτεθεί ὅτι τό Συμβούλιο, ενεργώντας κατ' αυτή τήν έννοια, έκαμε ἀνάρμοστη ή καταχρηστική χρήση τῶν εξουσιών του. 'Από άλλη άποψη, καμμία ειδική ένδειξη δέν έχει προσκομισθεί ἀπό τους προσφεύγοντες πρός υποστήριξη τῶν αιτιάσεων τους. Όσον άφορᾶ, περαιτέρω, τόν καθορισμό τῶν νέων συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού ἀναφέρει ὁ κανονισμός 3086, οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν στην ουσία ὅτι οἱ συντελεστές αυτοί καθορίσθησαν ὄχι βάσει τῶν διακυμάνσεων τοῦ κόστους ζωής, άλλά σύμφωνα μέ κριτήρια καθαρώς μαθηματικά καί μέ μόνο σκοπό τήν διατήρηση ἀμεταβλήτου τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχών ἐν σχέσει μέ τόν προηγούμενο μήνα.
Σέ ἀπάντηση τῆς επιχειρηματολογίας αυτής ἀρκεῖ νά σημειωθεί ὅτι οἱ ἀποδοχές τοῦ Μαρτίου 1978 εἶχαν προσαρμοσθεί στό κόστος ζωής βάσει τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό 3084/78: επομένως, ἄν καί ἀληθεύει ὅτι οι νέοι συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού ἐφηρμόσθησαν ἀπό τῆς 1ης 'Απριλίου 1978 δέν ἐτροποποίησαν τό προηγούμενο επίπεδο τῶν ἀποδοχών, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἀποτελούν κατάλληλα τεχνικά όργανα γιά τήν διατήρηση τῆς ἀντιστοιχίας μεταξύ ἀποδοχών καί κόστους ζωής. Μέ άλλα λόγια, ἀκόμη καί ἄν οἱ νέοι συντελεστές καθορίσθησαν βάσει ἑνός ἁπλοῦ μαθηματικοί) υπολογισμοί), αυτό πού έχει σημασία εἶναι ὅτι τό ἀποτέλεσμα υπήρξε σύμφωνο μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἀπό άλλης ἀπόψεως, μέ τήν εισαγωγή τῶν νέων ισοτιμιών, δέν υπήρχε άλλη λύση παρά ἡ προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ κατά τρόπο ἀριθμητικό γιΆ νά διατηρηθεί ἀμετάβλητο τό επίπεδο τῶν ἀποδοχών.
Ἄν δύναται νά γίνεται λόγος περί καταχρήσεως εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση αυτό ισχύει μάλλον ἀναφορικῶς μέ τόν τρόπο εφαρμογής τοῦ μνημονευθέντος άρθρου 64 επί πολλά χρόνια ἀπό τό Συμβούλιο καί τήν 'Επιτροπή προκειμένου νά πραγματοποιηθούν σκοποί πού ήταν ξένοι πρός αυτό. 'Αναφέρω ὅτι μέχρι τοῦ 'Απριλίου 1979, προκειμένου νά ἀντισταθμισθεί τό ἀρνητικό ἀποτέλεσμα τῶν ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου ἐπί τῶν ἀποδοχών πού κατεβάλλοντο σέ ἀσθενές νόμισμα, τά όργανα ἐχρησιμοποίησαν κατά τρόπο πραγματικά ἀνάρμοστο τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, πού δέν εἶχε ἀσφαλώς επινοηθεί ως όργανο ἐξισορροπήσεως τῶν πλασματικών νομισματικών Ισοτιμιών. "Αν σήμερα τό Συμβούλιο καί ή 'Επιτροπή ἐπέλεξαν, μέ τους κανονισμούς μέ τους ὁποίους ασχολούμεθα, τήν κανονική εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δέν πιστεύω ὅτι δύναται νά προσαφθεῖ στά ὄργανα αυτά ὅτι διέπραξαν κατάχρηση εξουσίας.
29.
Περαίνω έτσι τήν εξέταση ἐπί τῆς ουσίας τῶν υποθέσεων 817/79, καί 1253/79. Ἀπομένει ἀκόμα νά ἀναλύσω — τόσο ἀπό ἀπόψεως παραδεκτοί) ὅσο καί ἀπό ἀπόψεως ουσίας — τήν ὑπόθεση 72/80 (Airola κατά Επιτροπής). Ό προσφεύγων προσάπτει στήν προκειμένη περίπτωση κατά τῆς καθ' ης δύο αιτιάσεις, πού καί οἱ δύο εἶναι σχετικές μέ τήν επίπτωση τοῦ νέου καθεστώτος τῶν νομισματικών ισοτιμιών ἐπί τοῦ πεδίου εφαρμογής τοῦ άρθρου 106 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοί), τό όποιο ρυθμίζει τήν ἀποζημίωση πού ἀντικαθιστᾶ τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως. 'Επικαλείται πρώτον τό γεγονός ὅτι, κατά τήν περίοδο ἀπό τοῦ Φεβρουαρίου 1976 μέχρι τοῦ Μαρτίου 1978, δέν ἐφηρμόσθη στην ἀποζημίωση πού τοῦ κατεβλήθη μιά προσαρμοσμένη τιμή συναλλάγματος, καί δεύτερο, τό γεγονός ὅτι, τόν 'Απρίλιο 1979, τό νέο νομικό καθεστώς πού εἰσήγαγε ὁ κανονισμός 3085, δέν ἐπεξετάθη στην ἀποζημίωση αυτή καθ' ὅσον άφορα τίς τιμές συναλλάγματος πού ἔπρεπε νά ἐφαρμοσθοῦν πρός τόν σκοπό καθορισμού τοῦ ποσού της.
Τό παραδεκτό τῆς προσφυγής ἀμφισβητείται ἀπό τήν 'Επιτροπή, κατά γενικό τρόπο, στό υπόμνημα ἀντικρούσεως της 5ης Μαΐου 1980 (βλ. σ. 11). Σχετικά μέ τό θέμα αυτό πιστεύω ὅτι εἶναι ἀναγκαίο νά γίνει διάκριση μεταξύ τῶν δύο σημείων τά όποια ἀναφέρει ἡ αίτηση. Σχετικά μέ τό αίτημα μέ τό όποιο ζητείται νά γίνει επανεκτίμηση τῆς ἀποζημιώσεως γιά τήν περίοδο Φεβρουαρίου 1976 — Μαρτίου 1978, υπολογιζόμενης ἀναφορικῶς μέ τίς προσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος, είμαι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτο γιατί δέν υπεβλήθη εγκαίρως ἔνσταση κατά τῶν μηνιαίων εκκαθαρίσεων τῶν ἀποδοχών, στίς όποιες ἡ ἀποζημίωση ὑπελογί-ζετο σέ ποσό κατώτερο ἀπό τό ὀφειλόμενο. Ό προσφεύγων, πράγματι, διετύπωσε τήν ἐν λόγω αιτίαση μέ τήν ένσταση πού υπεβλήθη στίς 28 'Ιουνίου 1979, καί, συνεπώς, ὅταν είχε ἤδη παρέλθει τρίμηνο ἀπό τῆς τελευταίας εκκαθαρίσεως (ἐκείνης τοῦ Μαρτίου 1979), τήν ὁποία τό πρώτο αυτό σημείο άφορᾶ. Σχετικά πρέπει να ὑπομνησθεῖ ὅτι κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 16, παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, οἱ ἀποδοχές καταβάλλονται στους υπαλλήλους τήν 15η ήμερα κάθε μηνός ώστε τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα τοῦ μισθού τοῦ μηνός Μαρτίου πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι εστάλη στόν ενδιαφερόμενο τό ἀργότερο στίς 15 Μαρτίου 1979. 'Ακόμα καί ἄν ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δέν ήγειρε ρητώς τό τυπικό αυτό ελάττωμα, τό Δικαστήριο δύναται νά τό πράξει αυτεπαγγέλτως: συνιστά πράγματι παγία νομολογία ὅτι «τό παραδεκτό τῶν προσφυγών εξετάζεται αυτεπαγγέλτως» (βλ. τήν ἀπόφαση τῆς 17ης Μαρτίου 1976 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 67 καί 85/75, Lesieur Cotelle et Associes, σημείο 12 τοῦ σκεπτικοί), Raccolta 1976, σ. 391).
'Ως πρός τό αἴτημα, τό σχετικό μέ τήν ἐκκαθάριση τῆς ἀποζημιώσεως πού ἐπραγματοποιήθη μέ τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα τοῦ Ἀπριλίου 1979, μοῦ φαίνεται, ἀντιθέτως, ὅτι δέν υπάρχουν λόγοι γιά νά τεθεί θέμα ἀπαραδέκτου. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, τῆς δικαστικής προσφυγής προηγήθη ἡ ἀντίστοιχη ένσταση, ἡ ὁποία υπεβλήθη εμπροθέσμως.
'Επί τῆς ουσίας πρέπει νά λεχθεί ὅτι ἡ λύση της διαφοράς εξαρτάται, κυρίως, ἀπό τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Πρέπει νά γίνει σύντομη ἀναφορά τῶν περιστατικών πού προηγήθησαν τῆς διατάξεως αυτής γιά νά ὑπομνησθεῖ οτι, πρό της θέσεως ἐν ἰσχύι τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, (1η 'Ιανουαρίου 1962), οἱ κοινοτικοί υπάλληλοι πού υπηρετούν στήν 'Επιτροπή ελάμβαναν μιά ειδική ἀποζημίωση, ἀποκαλούμενη «ἀποζημίωση ἀποστάσεως», 'ίση πρός τό 20 ο/ο τοῦ βασικοῦ μισθοῦ, ὅταν ὁ τόπος τοποθετήσεως τῶν υπαλλήλων αυτών ἀπεῖχε πλέον τῶν 70 χιλιομέτρων ἀπό τους ἀντιστοίχους τόπους κατοικίας τους. Ὁ κανονισμός ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως τοῦ 1962 κατήργησε τήν ἀποζημίωση αύτη καί την ἀντικατέστησε μέ τήν ἀποκαλούμενη ἀποζημίωση «ἀποδημίας», ἡ ὁποία ὅμως συνεδέετο ὄχι πλέον μέ τό κριτήριο τῆς ἀποστάσεως, ἀλλά μέ τό γεγονός τῆς παροχής υπηρεσίας σέ κράτος διάφορο ἀπό εκείνο στό ὁποῖο ανήκε ὁ υπάλληλος. Τό άρθρο 106, παρεχώρει, πάντως, στόν υπάλληλο, ὁ ὁποῖος ἐδικαιοῦτο τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως ὑπό τό προηγούμενο καθεστώς, καί ὁ όποιος δέν ἐνομιμοποιεῖτο νά λάβει τήν νέα ἀποζημίωση ἀποδημίας «τό ποσό πού θά ελάμβανε ὡς ἀποζημίωση ἀποστάσεως κατ' εφαρμογή τοῦ προηγουμένου καθεστώτος...». Ή ἰδία διάταξη προσέθετε ὅτι «τό ποσό αυτό δέν δύναται νά τροποποιηθεί στό μέλλον γιά οιαδήποτε αἰτία...».
Ό προσφεύγων, υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής πού υπηρετεί στην Εὐρατόμ ἀπό τόν Ἰούλιο 1960, δέν είχε λάβει εγκαίρως τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως. Μόνο ἀπό τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1973 ἀνεγνωρίσθη σέ αυτόν, ὅπως καί σέ άλλους υπαλλήλους τοποθετημένους στην Εὐρατόμ πρό τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1961, τό δικαίωμα εἰσπράξεως τῆς ἀποζημιώσεως πού τήν ἀντικατέστησε καί τήν ὁποία προβλέπει τό άρθρο 106. Ή ἀποζημίωση αύτη τοῦ κατεβλήθη πάντοτε σέ ένα ποσό σέ λιρέττες ἴσο πρός τό ποσό, εκφραζόμενο επίσης σέ λιρέττες, πού θά έπρεπε νά τοῦ χορηγείται γιά τήν ἰδία αἰτία τό 1960. 'Από τοῦ 'Απριλίου 1979 τό ποσό αυτό παρέμεινε ἀμετάβλητο παρά τήν θέση σέ ἰσχύ τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, πού εισήγαγαν νέες τιμές συναλλάγματος καί νέους συντελεστές ἀναπροσαρμογής.
Ό Airola υποστηρίζει σήμερα ὅτι ὁ υπολογισμός τῆς ἀποζημιώσεως πού δικαιούται έπρεπε νά εἶχε γίνει λαμβάνοντας ὡς παράμετρο τό σέ βελγικά φράγκα ποσό τῆς ἀρχικής ἀποζημιώσεως ἀποστάσεως καί μετατρέποντας κατόπιν τό ποσό αυτό σέ λιρέττες στην προσαρμοσμένη τιμή συναλλάγματος ἀπό τοῦ Μαρτίου 1979 καί βάσει των Ισοτιμιῶν πού καθορίζονται ἀπό τόν κανονισμό 3085 ἀπό τοῦ Ἀπριλίου 1979.
Στην άποψη αυτή ἡ 'Επιτροπή ἀντιπαραθέτει ὅτι τό άρθρο 106, ὁρίζοντας ὅτι ὁ υπάλληλος πού εἶναι ἤδη δικαιούχος τῆς ἀποζημιώσεως ἀποστάσεως, ὅταν δέν δύναται νά λάβει τήν ἀποζημίωση ἀποδη- μίας, έχει δικαίωμα «στά ποσό πού ελάμβανε ὡς ἀποζημίωση ἀποστάσεως κατ' εφαρμογή τοῦ καθεστώτος ἀποδοχών, πού ἴσχυε πρίν ἀπό τήν θέση σέ ἰσχύ τοῦ παρόντος κανονισμοῦ», εννοεί τό ποσό σέ τοπικό νόμισμα πού έπρεπε νά καταβληθεί ή κατεβάλλετο ὡς ἀποζημίωση ἀποστάσεως. Τό ποσό αυτό ἀποτελεῖ τήν ἀποζημίωση πού ἀντεκατέστησε τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως καί, δυνάμει τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ Ιδίου ἄρθρου 106, δέν δύναται «νά τροποποιηθεί στό μέλλον» (δηλαδή μετά τήν θέση ἐν ἰσχύι τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως) «γιά οἱαδήποτε αἰτία». Ή χρονική προσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος θά συνεπήγετο, ἀντιθέτως, τήν αύξηση τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως ἐν ἀντιθέσει πρός τά ὁριζόμενα στό τελευταίο μέρος τοῦ ἄρθρου 106.
Γιά νά υποστηρίξει τήν άποψη τῆς ἡ 'Επιτροπή υπογραμμίζει ὅτι τό πρό τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως καθεστώς, στό όποιο πρέπει νά γίνεται παραπομπή γιά τόν καθορισμό τῆς παραμέτρου τῆς τωρινής ἀποζημιώσεως τοῦ ἄρθρου 106 — προέβλεπε γιά τους υπαλλήλους ένα καθορισμένο ποσό εκφραζόμενο σέ βελγικά φράγκα, άλλά καταβαλλόμενο στά διάφορα νομίσματα ἀνάλογα μέ τόν τόπο τοποθετήσεως. Τό καθεστώς αυτό δέν προβλέπει εφαρμογή συντελεστών ἀναπροσαρμογής. 'Η μετατροπή τῶν μισθών ἀπό βελγικά φράγκα σέ εγχώριο νόμισμα ἐπραγματοποιεῖτο μόνο βάσει τῶν επισήμων Ισοτιμιών, οἱ ὁποίες ουσιαστικά συνέπιπταν μέ τίς ἀγοραίες. Σύμφωνα μέ τήν γνώμη τῆς 'Επιτροπής, ὁ μόνος τρόπος τηρήσεως τῆς διατάξεως περί μή τροποποιήσεως τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως ἀποστάσεως εἶναι ὁ υἱοθετηθείς ἀπό τήν ἰδία καί πού συνίσταται στην σύνδεση τοῦ ποσοῦ τῆς τωρινής ἀποζημιώσεως μέ τό ἀντίστοιχο ποσό σέ λιρέττες πού θά ὠφείλετο ὡς ἀποζημίωση ἀποστάσεως, πρίν ἀπό τό 1962. Ἡ καθ' ἧς προσθέτει ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἡ ἀποζημίωση πού ἀντεκατέστησε τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως κατεβάλλετο στόν προσφεύγοντα ἀπό τήν αρχή, πάντα σέ λιρέττες: πράγμα πού επεξηγεί επίσης τό ὅτι «ή παγιοποίηση» της δέν ἠδύνατο νά ἀναφέρεται παρά μόνο στό ποσό πού ἐξεφράζετο σέ λιρέττες.
Θά σημειώσω ὅτι τό βελγικό φράγκο ήταν, ἀκόμη πρό τῆς ενάρξεως τοῦ πρό τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως καθεστῶτος, τό νόμισμα στό όποιο ἐξεφράζοντο οἱ ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων. Ή μετατροπή σέ εγχώριο νόμισμα ἐπραγματοποιεῖτο, τότε ὅπως και τώρα, ἀναφορικῶς μόνο μέ τόν τόπο τοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου. Ό υπολογισμός τῶν ἀποδοχών σέ βελγικά φράγκα ἀντεπεκρίνετο καί ἀνταποκρίνεται πάντοτε ὄχι μόνο σέ λόγους λογιστικής φύσεως, άλλα ἀκόμη, καί κατά πρώτο λόγο στην ἀνάγκη εξασφαλίσεως τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν υπαλλήλων. Όμως, αυτό πού είναι υπέρ τῆς ἀπόψεως τοῦ προσφεύγοντος εἶναι ἀκριβώς ἡ ἀνάγκη διασφαλίσεως τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία λαμβάνεται ὡς κριτήριο ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 106.
Γιά νά καταστεί δυνατή ἡ εκτίμηση τῶν διακριτικών επιπτώσεων τῆς ἑρμηνείας τοῦ άρθρου αὐτοῦ, ἡ ὁποία υποστηρίζεται ἀπό τήν 'Επιτροπή, ἄς λάβομε υποθετικά τήν περίπτωση δύο υπαλλήλων, οἱ όποιοι πρό τοῦ 1962 ἐλάμβαναν τήν ἀποζημίωση ἀποστάσεως καί πού ήσαν τοποθετημένοι, ὁ ἕνας στην Γερμανία καί ὁ άλλος στην 'Ιταλία. "Ας ὑποθέσομε ὅτι καί οἱ δύο ελάμβαναν, τότε, ἀποζημίωση ἀποστάσεως ἴση πρός 1000 βελγικά φράγκα πού μετετρέποντο σέ εγχώριο νόμισμα, στην ἐπίσημη τιμή συναλλάγματος τῆς 20ης 'Ιουνίου 1961 (1 DM = 12,61 FΒ 100 λιρέττες 8,7 FΒ. Ἐχρησιμοποιήθη τό δελτίο τιμών συναλλάγματος πού προσεκομίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή ὡς παράρτημα ΙΙΙ στό υπόμνημα της 25ης 'Ιουλίου 1980). Τό ποσό τῆς ἀποζημιώσεως θά ήταν, ἀντιστοίχως, 79,30 μάρκα καί 11494 λιρέττες. Σήμερα, ἄν ἀκολουθή-σομε τό κριτήριο τῆς 'Επιτροπῆς, οἱ ίδιοι υπάλληλοι θά έπρεπε νά λάβουν τά 'ίδια ποσά σέ μάρκα καί λιρέττες παρ' ὅλον ὅτι ή συναλλαγματική σχέση καί ἡ σχέση μεταξύ τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως τῶν δύο αυτών νομισμάτων, ἔχει ἐν τῶ μεταξύ σημαντικά μεταβληθεί (11500 λιρέττες ἀντιστοιχοῦν σήμερα σέ ποσό κάτι τι λιγότερο τῶν 23 μάρκων). Τό ἀποτέλεσμα είναι, επομένως, ὅτι οἱ δύο ὑπάλληλοι, οἱ όποιοι ἀρχικά — μέ βάση τήν παράμετρο τοῦ βελγικού φράγκου — ελάμβαναν ἴση ἀποζημίωση (δηλαδή ἀποζημίωση πού προσέφερε καί στους δύο τήν αυτή ἀγοραστική δύναμη) λαμβάνουν σήμερα δύο ἀποζημιώσεις, πού, σέ πραγματικούς όρους, είναι πολύ διαφορετικές, ἀφοῦ ἡ ἀποζημίωση πού εἰσπράττεται από τόν υπάλληλο πού κατοικεῖ στην Γερμανία ἀνέρχεται κατ' ἀξία στό τριπλάσιο καί πλέον τῆς ἀποζημιώσεως πού εἰσπράττεται ἀπό τόν υπάλληλο πού κατοικεί στην 'Ιταλία.
Δέν νομίζω ὅτι δύναμαι νά συμμερισθώ μιά άποψη, ὅπως ἡ ὑποστηριζομένη ἀπό τήν 'Επιτροπή πού ὁδηγεί σέ εἰσαγωγή τόσο σοβαρών διακρίσεων. Γιά τήν ἀποφυγή παρομοίων ἀδικιών εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀναγκαίο νά ἀναγάγομε τήν σχετική ἀποζημίωση σέ βελγικά φράγκα, μοναδική παράμετρο πού ἐπιτρέπει τήν διασφάλιση τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως τῶν υπαλλήλων. Στό βελγικό φράγκο πρέπει νά ἐφαρμοσθεί, γιά τήν μετατροπή στά διάφορα νομίσματα, ἡ ἐπίσημη τιμή συναλλάγματος δηλαδή ἡ ἀναφερομένη στόν κανονισμό 3085. Πρόκειται περί κινητής Ισοτιμίας πού προσαρμόζεται στίς νομισματικές διακυμάνσεις, ἀκριβώς ὅπως ήταν μεταβλητή ή Ισοτιμία βάσει τῆς ὁποίας, τό 1961, ή ἀποζημίωση ἀποστάσεως (ὅπως τά άλλα στοιχεῖα τῶν ἀποδοχών) μετατρέποντο ἀπό τό βελγικό φράγκο σέ ἐγχώριο νόμισμα.
Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δέν προβάλλει κανένα πειστικό ἐπιχείρημα κατά τῆς υἱοθετήσεως τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος ὡς κριτηρίου ὁδηγοῦ γιά τήν ερμηνεία τοῦ άρθρου 106. Ματαίως βέβαια θά προεβάλλετο ὁ ισχυρισμός ὅτι ἡ κοινοτική ἀρχή θά ἠδύνατο νά μή εἰσαγάγει στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τήν ἐν λόγω αποζημίωση: ἀρκεῖ νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι, ἐφ' ὅσον ἀπεφασίσθη ἡ εἰσαγωγή της, ή ρύθμιση τῆς πρέπει νά τηρεί τίς γενικές ἀρχές τοῦ συστήματος καί, συνεπώς, καί τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν υπαλλήλων. Ματαία θά ήταν επίσης ἡ προβολή τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι ἡ νομισματική διάβρωση ήταν δυνατό νά προβλεφθεί δοθέντος τοῦ κανόνος τῆς μή δυνατότητος τροποποιήσεως καί τοῦ ὅτι τό άρθρο 106 ἀποτελεί σέ τελευταία ἀνάλυση μεταβατική διάταξη: ἀναφέρω ὅτι ἐν πάση περιπτώσει εἶναι ἀπαραίτητο ἡ νομισματική διάβρωση νά πλήττει κατά τό ἴδιο μέτρο ὅλους τους υπαλλήλους πού ευρίσκονται στην ἴδια κατάσταση. Στό υπόμνημα τῆς 25ης 'Ιουλίου 1980 ἡ 'Επιτροπή μνημονεύει τίς δυσχέρειες πού θά συνήντα ἄν, σέ περίπτωση ἀπορρίψεως τῆς ἀπόψεως της, θά ήταν υποχρεωμένη ὄχι μόνο νά αυξήσει τήν ἀποζημίωση τοῦ ἄρθρου 106 πού καταβάλλεται στους υπαλλήλους, οἱ όποιοι κατοικοῦν σέ χῶρες μέ ἀσθενές νόμισμα, άλλα ἐπί πλέον νά μειώσει τήν ἀποζημίωση πού χορηγείται στους υπαλλήλους, οἱ όποιοι υπηρετούν σέ χῶρες μέ Ισχυρό νόμισμα. Πρόκειται περί επιχειρήματος πού, κατά τήν γνώμη μου, ἀντί να υποστηρίζει τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, καταδεικνύει πόσο βαθειά εἶναι εφεξής ἡ ἀνομοιότης μεταχειρίσεως μεταξύ υπαλλήλων όσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 106.
Ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται περαιτέρω ὅτι ή Ἐπιτροπή, εκκαθαρίζοντας τόν 'Απρίλιο 1979, τήν ἀποζημίωση του βάσει τοῦ άρθρου 106 μέ ποσό κατώτερο ἀπό τό ὀφειλόμενο παρεβίασε δύο άλλες γενικές ἀρχές: τήν ἀρχή τῆς μή προσβολής κεκτημένων δικαιωμάτων καί τήν ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης. Οἱ αιτιάσεις αυτές στερούνται βάσεως. Όσον άφορα τό περιεχόμενο τῆς ἀρχής τῆς μή προσβολής κεκτημένων δικαιωμάτων παραπέμπω σέ ὅ,τι ἀνέφερα προηγουμένως. Ὡς πρός τήν προκειμένη περίπτωση θά περιορισθώ νά παρατηρήσω ὅτι ἐδῶ δέν ἀμφισβητείται ή προστασία τῶν κεκτημένων καταστάσεων, άλλά πρόκειται, ἀντιθέτως, περί επανορθώσεως μιᾶς εσφαλμένης ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 106 καί τῆς ἀναγνωρίσεως στόν προσφεύγοντα δικαιώματος, τοῦ ὁποίου ή έκταση μέχρι τώρα ἐξετιμήθη κακώς ἀπό τήν 'Επιτροπή. Όσον άφορᾶ, περαιτέρω, τήν ἀρχή τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης, δέν βλέπω σέ ποιά βάση θά ἠδύνατο νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή τήν έχει παραβιάσει στην περίπτωση μας: πράγματι, τό όργανο αυτό δέν έχει επιδείξει συμπεριφορά, ἱκανή νά δημιουργήσει στον προσφεύγοντα προσδοκίες, άλλα, ἀντιθέτως, ἠρνήθη νά τοῦ ἀναγνωρίσει ἕνα δικαίωμα.
Θεωρώ, ἑπομένως, βάσιμο τό αίτημα τοῦ Airola, μέ τό όποιο ζητεί ἡ ἀποζημίωση του βάσει τοῦ ἄρθρου 106 νά υπολογισθεῖ μέ τήν εφαρμογή τῶν προσαρμοσμένων τιμών συναλλάγματος, πού ἀναφέρει ὁ κανονισμός 3085. Δέν πιστεύω, ἀντιθέτως, ὅτι πρέπει νά εφαρμοσθούν οἱ συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό 3086, δεδομένου ὅτι ἡ παράμετρος ἀναφοράς εἶναι τό ἀρχικό ποσό σέ βελγικά φράγκα, τό όποιο δέν ἔπρεπε νά ἀναπροσαρμοσθεί μέ τήν ἐφαρμογή συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς.
30.
Βάσει τῆς ὅλης επιχειρηματολογίας πού ἀνεπτύχθη μέχρι τώρα περαίνω προτείνοντας στό Δικαστήριο:
α)
νά δεχθεί τύποις τίς προσφυγές πού ἤσκησαν οἱ Dunstan Courtis κατά τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου (υπόθεση 167/80) μέ δικόγραφο τῆς 18ης 'Ιουλίου 1980 ἡ Monique Roumengous κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 158/79 μέ δικόγραφο τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1979, μόνο καθ' ὅσον άφορᾶ τό αίτημα ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τό έτος 1978 ὁ Dino Battaglia κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 737/79) μέ δικόγραφο τῆς 17ης 'Οκτωβρίου 1979, καθ' ὅσον άφορᾶ τό αίτημα περί ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τό 1978, καθώς καί τήν συναφή αἴτηση καταβολής τῶν διαφορων τῶν ἀποδοχών πού θά τοῦ ὠφείλοντο στήν περίπτωση πού θά ἐκρίνετο βάσιμη ἡ αίτηση ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, καί την αίτηση (επικουρική ὡς πρός την τελευταία) περί ἀποκαταστάσεως της βλάβης πού τοῦ ἐπροξενήθη ἀπό τόν εσφαλμένο καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ γιά τό έτος 1978 ὁ Marco Airola κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 72/80) μέ δικόγραφο τῆς 7ης Μαρτίου 1980, μόνο καθ' ὅσον άφορᾶ την αίτηση ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποζημιώσεως πού έχει εκκαθαρισθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979, ὁ Anton Birke κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 453/79) μέ δικόγραφο τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1979 μόνο καθ' ὅσον άφορᾶ τήν ἀκύρωση τῶν μισθοδοτικῶν καταστάσεων Ἰανουαρίου καί 'Απριλίου 1979 καί τά σχετικά αιτήματα
β)
νά κηρύξει ἀπαράδεκτες τίς προσφυγές πού ἤσκησαν οἱ Gordon Craigie Bowden καί λοιποί κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (ὑπόθεση 153/79) μέ δικόγραφο τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 ὁ Stephen Biller καί λοιποί κατά τοῦ Ευρωπαϊκοί) Κοινοβουλίου (υπόθεση 154/79) μέ δικόγραφο τῆς 3ης 'Οκτωβρίου 1979 ὁ Renato Albini καί λοιποί κατά τῆς Ἐπιτροπής καί τοῦ Συμβουλίου (υπόθεση 33/80) μέ δικόγραφο τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1980 ὁ Dunstan Curtis κατά τῆς 'Επιτροπής (ὑπόθεση 167/80) μέ δικόγραφο τῆς 18ης 'Ιουλίου 1980 οἱ Venus καί Obert κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 783/79 καί 786/79) μέ δικόγραφα τῆς 22ας καί 26ης 'Οκτωβρίου 1979 ή Monique Roumengous κατά τῆς Ἐπιτροπής (υπόθεση 158/79) γιά ὅλα τά αιτήματα, έκτός εκείνων πού ἐθεώρησα δεκτά ὑπό α ὁ Anton Birke κατά τοῦ Συμβουλίου (υπόθεση 543/79) μέ δικόγραφο τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1979 ὁ Günter Bruckner κατά τοῦ Συμβουλίου (υπόθεση 799/79) μέ δικόγραφο τῆς 12ης Νοεμβρίου 1979 ὁ Dino Battaglia κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 737/79) επίσης γιά ὅλα τά αιτήματα έκτός ἀπό εκείνα πού ἐθεώρησα δεκτά ὑπό α ὁ Marco Airola κατά τῆς Ἐπιτροπῆς (υπόθεση 72/80), μόνο καθ' ὅσον άφορᾶ τήν αίτηση ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποζημιώσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τήν περίοδο Φεβρουαρίου 1976 — Μαρτίου 1978
γ)
νά ἀναγνωρίσει τό δικαίωμα τοῦ Marco Airola (υπόθεση 72/80) ώστε νά εφαρμοσθοῦν στην ἀποζημίωση, πού δικαιούται βάσει τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ὅσον άφορᾶ τήν μετατροπή τοῦ ἀρχικοῦ σέ βελγικα φράγκα ποσοῦ — μέ χρονική ἀναφορά στην 31η Δεκεμβρίου 1961 — οἱ τιμές συναλλάγματος πού ἀναφέρονται στόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 3085/78, ἀπό τῆς 1ης 'Απριλίου 1979
δ)
ἀποφαινόμενο έπί τῆς ουσίας, νά ἀπορρίψει τίς προσφυγές πού ἤσκησαν κατά τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Roger Buyl (υπόθεση 871/79) μέ δικόγραφο τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1979 ó Robert Adam (υπόθεση 828/79) μέ δικόγραφο τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1979 καί ὁ Dino Battaglia (υπόθεση 1253/79 μέ δικόγραφο τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1979.
Ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα θεωρώ δίκαιο ὅπως τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας, ἀποφανθεῖ ὅτι τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν τά καθ' ων όργανα παραμένουν εἰς βάρος τους στίς υποθέσεις 153/79, 154/79, 543/79, 783 καί 786/79, 799/79 καί 33/80, ἐφ' ὅσον δεχθεί τήν πρόταση μου περί κηρύξεως τῶν προσφυγῶν ὡς ἀπαραδέκτων καί, κατά συνέπεια, ἀπαγγείλει ὁριστικές ἀποφάσεις καί ὁμοίως στίς υποθέσεις 817/79, 828/79 καί 1253/79, έφ' ὅσον ἀποδεχθεί τήν πρόταση μου καί ἀπορρίψει τίς προσφυγές κατ' οὐσίαν. Στην υπόθεση 72/80 προτείνω ἡ Επιτροπή να υποχρεωθεί νά ἀποδώσει στόν προσφεύγοντα τά έξοδα τῆς δίκης, κατ' εφαρμογή τῆς ἀρχής κατά τήν ὁποία ὁ ἡττώμενος διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
Τέλος, ὡς πρός τίς ὑποθέσεις πού πρέπει νά ἐξετασθούν ἐπί τῆς ουσίας (158/79 Roumengous 737/79 Battaglia 167/80 Curtis) τό Δικαστήριο πρέπει νά επιφυλαχθεί ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy