ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 4 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ δίκη, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας ἀναπτύσσω τίς προτάσεις μου σήμερα, άφορα καί πάλι τό πρόβλημα τῆς κατατάξεως στό κοινό δασμολόγιο τῶν κερασιών πού διατηρούνται εντός μίγματος ἀλκοόλης καί ύδατος. Τό ερώτημα αυτό ἀνέκυψε ἤδη στην υπόθεση 37/75 (Bagusat KG κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof, ἀπόφαση τῆς 11ης Νοεμβρίου 1975, Sls. 1975, σ. 1339) καί στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 87/79 (Gebrüder Bagusat KG κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof), 112 καί 113/79 (Einkaufsgesellschaft der deutschen Konservenindustrie mbH κατά Hauptzollamt Hamburg-Waltershof καί Hauptzollamt Bad Reichenhall, ἀπόφαση τῆς 20ης Μαρτίου 1980, Slg. 1980, σ. 1159).
Εἶναι ἀληθές ὅτι στίς ἀνωτέρω υποθέσεις οἱ εἰσαγωγές ἐπραγματοποιήθησαν μετά τήν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς θέσπιση κανονισμού περί δασμολογικής κατατάξεως (κανονισμός 1709/74, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 02/001, σ. 51), ἐνῶ στην παρούσα υπόθεση οι εἰσαγωγές ἐπραγματοποήθησαν πρό τῆς ημερομηνίας αυτής.
Στίς 16 Αυγούστου 1968, ἡ Oberfinanzdirektion τοῦ Μονάχου ἐκοινοποίησε στην προσφεύγουσα τῆς κυρίας δίκης επίσημη πράξη δασμολογικής κατατάξεως, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ γερμανικού νόμου περί τελωνείων. Σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω πράξη, τά βύσσινα εισαγωγής ἐκ Γιουγκοσλαβίας, τά διατηρούμενα ἐντός διαλύματος περιέχοντος 13,4 ο/ο ἀλκοόλης καί 9,3 % ύδατος έπρεπε νά καταταγούν στην διάκριση 20.06 Β Ι ε) 1 («Ὀπῶραι άλλως παρασκευασμέναι ἡ διατετηρημέναι, μετά ἡ άνευ προσθήκης σακχάρεως ή ἀλκοόλης: ... Β. λοιπά: Ι. μετά προσθήκης ἀλκοόλης : ... ε) λοιπαί ὀπῶραι: 1. περιεκτικότητος εἰς σάκχαρο ἀνωτέρας τοῦ 9 % κατά βάρος ...»).
Ή αἰτοῦσα προσέβαλε τήν κατάταξη αυτή ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof, τό όποῖο, μέ ἀπόφαση τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1973, εδέχθη τήν αίτηση τῆς καί ἀκύρωσε τήν πράξη δασμολογικής κατατάξεως. Στίς 9 Μαΐου 1973, ἡ αἰτοῦσα έλαβε νέα πράξη δασμολογικής κατατάξεως, μέ τήν ὁποία τό επίδικο ἐμπόρευμα κατετάσσετο — σύμφωνα μέ ὅ,τι ἐδέχθη ἡ ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof — στην διάκριση 08.11 Δ («Ὀπῶραι προσωρινῶς διατετηρημέναι (πχ. τῆ βοήθεια διοξειδίου τοῦ θείου ἡ ἐν άλμη, ἐν ὕδατι θειωμένω, ἡ ἐν ὕδατι εἰς ὅ προσετέθησαν ἕτεραι οὐσίαι χρησιμεύουσαι διά τήν ἐξασφάλισιν τῆς προσωρινής διατηρήσεως των), ἀλλα ἀκατάλληλοι πρός κατανάλωσιν εἰς οἵαν κατάστασιν ευρίσκονται: ... Δ. λοιπά).
Κατά τήν διάρκεια τῆς Ισχύος τῆς πρώτης πράξεως δασμολογικής κατατάξεως, ήτοι ἀπό τίς 16 Αυγούστου 1968 ως τίς 24 'Απριλίου 1973, ἡ αἰτοῦσα εἶχε εκτελωνίσει σέ διάφορα τελωνεία 111 φορτία βύσσινα καί γλυκά κεράσια, μετά ἡ άνευ πυρῆνος, τά όποια διετηροῦντο έκτος μίγματος ἀλκοόλης καί ύδατος, εἶχαν δέ εἰσαχθεῖ ἐκ Γιουγκοσλαβίας. Κατά τίς δηλώσεις τῆς αἰτούσης, ἡ περιεκτικότης σέ οἰνόπνευμα ήταν μεταξύ 14 καί 16 % κατ' ὄγκον, σέ εξαιρετικές δέ περιπτώσεις μέχρι 23 % κατ' ὄγκον. Σύμφωνα μέ τά πορίσματα τῶν τελωνειακῶν άρχῶν, κατόπιν πολλών ἀναλύσεων δειγματοληπτικώς, ἡ περιεκτικότης σέ οἰνόπνευμα ἐκυμαίνετο μεταξύ 10,8 καί 15 ο/ο κατά βάρος καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἀνήρχετο σέ ποσοστό 18,1 %. Ή περιεκτικότης σέ ζάχαρη ήταν ἐν μέρει κατωτέρα καί ἐν μέρει ἀνωτέρα τοῦ 9%
κατά βάρος. Σύμφωνα μέ ὅσα προέβλεπε ή τότε Ισχύουσα πράξη δασμολογικῆς κατατάξεως, τά τελωνεία κατέταξαν τό σύνολο των ἐν λόγω εμπορευμάτων στην δασμολογική κλάση 20.06. Ή αἰτοῦσα υπέβαλε ένσταση κατά 23 ἐκ τῶν ἐν λόγω πράξεων επιβολῆς δασμού οἱ υπόλοιπες δέν δύνανται πλέον νά προσβληθοῦν.
Μετά την έκδοση τῆς νέας πράξεως δασμολογικής κατατάξεως, ἡ αἰτοῦσα ἐζήτησε την διόρθωση ὅλων τῶν πράξεων επιβολῆς δασμοῦ πού είχαν εκδοθεί κατά την περίοδο ἀπό 16ης Αυγούστου 1968 μέχρι 24ης 'Απριλίου 1973, στηριχθείσα στό άρθρο 94 τοῦ Reichsabgabenordnung, τό όποιο παρέχει την σχετική δυνατότητα. Ἐν τούτοις, τά τελωνεία διόρθωσαν μόνο τίς πράξεις κατά τῶν ὁποίων εἶχε υποβληθεί ἔνσταση πρό τῆς ἀποφάσεως τοῦ Bundesfinanzhof τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1973. Οἱ υπόλοιπες δέν έτυχαν διορθώσεως, ἀκόμα καί μετά τήν κατάθεση ενστάσεων κατά των ἀπορριπτικῶν ἀποφάσεων.
Ἐν συνεχεία ἡ υπόθεση ἤχθη ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Μονάχου. Μέ ἀπόφαση τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1975, τό τελευταίο ἀκύρωσε τίς ἀπορριπτικές ἀποφάσεις κατά τό μέτρο πού δέν εἶχαν ἀκόμα εκπνεύσει οἱ προθεσμίες παραγραφής γιά τους δασμούς πού εἶχαν καθορισθεί ἀπό τίς σχετικές πράξεις. Τό Bundesfinanzhof, ενώπιον τοῦ ὁποίου προσεβλήθη ἡ ἀπόφαση τοῦ Finanzgericht, προχώρησε ἀκόμα περισσότερο στην επίκριση τῆς στάσεως τῶν τελωνειακῶν ἀρχων. Μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 26ης 'Απριλίου 1979, εδέχθη ὅτι, ὅταν μία πράξη δασμολογικής κατατάξεως έχει επιτυχώς προσβληθεί ενώπιον τῶν δικαστηρίων, ἡ τροποποίηση τῶν βάσει τῆς πράξεως αυτής εκδιδομένων πράξεων επιβολής δασμοῦ δέν εξαρτάται ἀπό τήν υποβολή ενστάσεως κατά τῆς ἐν λόγω πράξεως, άλλά εἶναι δυνατή ἀκόμα κι ἄν οἱ τελευταίες έχουν καταστεί ὁριστικές. Τό αυτό ισχύει καί στην περίπτωση πού ἡ διόρθωση πράξεων επιβολής δασμοῦ ζητείται μετά τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας πού εφαρμόζεται στίς φορολογικές ενστάσεις. Κατά συνέπεια, τό Bundesfinanzhof ἀκύρωσε τήν ἀπόφαση τοῦ Finanzgericht, στό όποιο καί ἀνέπεμψε τήν υπόθεση πρός επανεξέταση. Μέ τήν ευκαιρία αυτή ὑπεγράμμισε τήν σημασία τοῦ προσδιορισμοῦ περί τοῦ ἄν ή πράξη δασμολογικής κατατάξεως εἶναι ή ὄχι δεσμευτική γιά τήν διοίκηση, ἄν δηλαδή ἡ δασμολογική κατάταξη είχε γίνει βάσει τῆς πράξεως αυτής, πράγμα πού έπρεπε νά γίνει δεκτό, στην περίπτωση πού τά εισαχθέντα εμπορεύματα ἐκαλύπτοντο ἀπό αυτή καί πού οἱ υπηρεσίες οἱ όποιες ενήργησαν τόν εκτελωνισμό ἐδεσμεύοντο ἀπό τήν πράξη δασμολογικής κατατάξεως.
'Εξετάζοντας τήν υπόθεση, τό Finanzgericht τοῦ Μονάχου ὑπεγράμμισε ὅτι λόγω τοῦ αὐστηροῦ χαρακτῆρος τῶν ουσιαστικών διατάξεων πού ισχύουν ἐπί καθορισμοῦ τῶν δασμών, εἶναι σημαντικό, γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Reichsabgabenordnung, νά διευκρινισθεί ἄν οἱ ἀρχικές ἀποφάσεις πρέπει νά θεωρηθούν ὡς μή κανονικές, επομένως ἄν τά τελωνεία κατέταξαν τά ἐμπορεύματα κατά τρόπο ἀνακριβή. Ὡς πρός τό σημείο αυτό τό Finanzgericht δέν δεσμεύεται ούτε ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ Bundesfinanzhof τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1973 καί τῆς 26ης 'Απριλίου 1979 οὔτε ἀπό τήν πράξη δασμολογικής κατατάξεως τῆς 9ης Μαΐου 1973. Τέλος, κατά τό ἴδιο δικαστήριο, δέν εἶναι δυνατή ἡ επίκληση τοῦ κανονισμοῦ 1709/74, γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα, διότι ὁ κανονισμός αυτός ετέθη ἐν ἰσχύι μετά τήν κρίσιμη ημερομηνία τῶν εισαγωγών. 'Εξ άλλου, πάντα κατά τήν άποψη τοῦ Finanzgericht, ἄν ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ κατά τόν ἐν λόγω κανονισμό κατάταξη, πρός τήν ὁποία ἀντιβαίνει ἡ απόφαση τοῦ Bundesfinanzhof τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1973, τά ὅρια τῆς δασμολογικής κλάσεως 08.11 ἐν σχέσει προς τήν δασμολογική κλάση 20.06 δέν εἶναι σαφή, γιά τήν προ τῆς θεσπίσεως τοῦ κανο-νισμοῦ 1709/74 περίοδο.
Γιά τόν λόγο αυτό, τό ἐν λόγω δικαστήριο, μέ διάταξη τῆς 4ης 'Ιουλίου 1980, ἀνέβαλε τήν ὁριστική του ἀπόφαση καί υπέβαλε, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πώς έπρεπε νά ερμηνευθεί ἡ δασμολογική κλάση 08.11 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ὅσον ἀφορᾶ τίς εκφράσεις «προσωρινώς διατετηρημένοι» καί «ἀλλ' ἀκατάλληλοι πρός κατανάλωσιν εἰς οἵαν κατάστασιν ευρίσκονται» πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1709/74 τῆς 'Επιτροπῆς, της 2ας 'Ιουλίου 1974, καί πῶς έπρεπε νά προσδιορισθούν τά ὅρια αὐτῆς τῆς δασμολογικής κλάσεως, σέ σχέση μέ την δασμολογική κλάση 20.06;»
Οἱ παρατηρήσεις μου ἐπί τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ εἶναι οἱ ἀκόλουθες;
1.
Ή αἰτοῦσα τῆς κυρίας δίκης, μέ τό ἀπό 13 'Οκτωβρίου 1980 υπόμνημά της, ἐπληροφόρησε τό Δικαστήριο ὅτι, εἶχε ἀσκήσει ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof προσφυγή κατά τῆς διατάξεως περί παραπομπῆς τοῦ Finanzgericht. Γιά τόν λόγο αυτό, ἀρχίζοντας τίς γραπτές παρατηρήσεις της, ἐζήτησε νά ἀναβληθεί ἡ έκδοση ἀποφάσεως μέχρις ὅτου ἀποφανθεί τό Bundesfinanzhof.
Κατά τήν γνώμη μου, παρέλκει πλέον ἡ εξέταση τοῦ αιτήματος αὐτοῦ, στό όποιο δέν εδόθη προφανώς συνέχεια, διότι ἐν τῶ μεταξύ τό Bundesfinanzhof εξέδωσε ἀπόφαση, καίτοι ὄχι μέ τό περιεχόμενο πού ἐπεθύμει ἡ αἰτοῦσα. "Αν δέν ἀπατῶμαι, τό Bundesfinanzhof ενέμεινε στην νομολογία του, ἡ ὁποία διετυπώθη ήδη σέ μιά διάταξη της 27ης Ἰανουαρίου 1981 («Außenwirtschaftsdienst des Betriebsberaters» 1981, σ. 971) καί κατά τήν ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτες οἱ προσφυγές κατά αιτήσεων τοῦ Finanzgericht περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Παρομοίως, ἡ αἰτοῦσα δέν ενέμεινε προφανώς στην άποψη πού εἶχε προβάλει μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις της, ὅτι ή αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως εἶναι ἀπαράδεκτη πρός τό παρόν καί, ἐφ' ὅσον δέν εκδοθεί ἀπόφαση ἐπί τοῦ ερωτήματος (πού προηγείται τοῦ ερωτήματος τῆς κατατάξεως) ἄν ἡ δεύτερη πράξη δασμολογικής κατατάξεως εἶναι ἀναδρομικώς δεσμευτική ἀπό 16ης Αυγούστου 1981 καί πρέπει, ὡς ἐκ τούτου, νά εφαρμοσθεί ἐπί τῶν επιδίκων εισαγωγών.
Τοῦτο δέν ἠδύνατο νά σημαίνει παρά ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof, ἀνωτέρου δακαστηρίου, ἀφοῦ τό Finanzgericht, τό όποιο παρέπεμψε τήν υπόθεση στό Δικαστήριο, εἶχε σχηματίσει πεποίθηση ἐπ' αυτής, τό δέ Δικαστήριο δέν ἠδύνατο νά ζητήσει ἀπό τό εθνικό δικαστήριο νά μεταβάλει τήν γνώμη του ἐπί θέματος εθνικού δικαίου.
Ἡ αἰτοῦσα ἐγκατέλειψε τήν άποψη αὐτή, διότι ἐν τῶ μεταξύ τό Bundesfinanzhof εξέδωσε ἀπόφαση ἡ ὁποία — κρίνοντας τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη — δέν έλυσε πράγματι τό πρόβλημα πού έθεσε ή αἰτοῦσα. Τέτοια λύση δύναται ἑπομένως νά επιτευχθεί μόνο ἄν, μετά τήν νομότυπη κατάθεση προσφυγῆς «ἀναθεωρήσεως», τό Finanzgericht, στηριζόμενο στην δική σας προδικαστική ἀπόφαση, εκδώσει ὁριστική ἀπόφαση, ἡ ὁποία δέν θά υιοθετεί τήν νομική άποψη πού υποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα.
3.
Κατά τήν προφορική διαδικασία, ή αἰτοῦσα επανῆλθε στήν ἀνωτέρω άποψη ὑπό άλλη μορφή.
Παρετήρησε ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 77/71 τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1971, Gervais-Danone AG κατά Hauptzollamt München-Schwanthalerstraße, Slg. 1971, σ. 1127, καί κυρίως σ. 1138), οἱ επίσημες πράξεις δασμολογικής κατατάξεως πού εκδίδονται κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 23 τοῦ γερμανικού νόμου περί τελωνείου ισχύουν καί κατά τό κοινοτικό δίκαιο πιστεύει ὅτι οἱ πράξεις αυτές πρέπει νά θεωρούνται ισχυρές, τουλάχιστο καθ' ὅ μέρος, ελλείψει κοινοτικών κανόνων περί δασμολογικής κατατάξεως, συμφωνούν πρός τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τῶν Βρυξελλών, οἱ όποιες εἶναι πολύ
γνωστές. Πιστεύει ὅτι αυτό ισχύει γιά τήν πράξη δασμολογικής κατατάξεως τῆς 9ης Μαΐου 1973, ἡ ὁποία μᾶς ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, καί κατά τήν ὁποία, ὅπως ἀνέφερα στην ἀρχή, τά ἐν λόγω εμπορεύματα έπρεπε νά καταταγούν στην διάκριση 08.11 Δ. Κατά τήν αἰτοῦσα, ἡ πράξη αυτή ἐξεδόθη βάσει τῆς ἀπό 16ης 'Ιανουαρίου 1973 ἀποφάσεως τοῦ Bundesfinanzhof, στην ὁποία τό δικαστήριο αυτό, στηριχθέν ρητῶς στίς επεξηγηματικές σημειώσεις των Βρυξελλῶν, ἀπέρριψε τήν δασμολογική κατάταξη στην κλάση 20.06 καί έκρινε ἐφαρμοστέα τήν δασμολογική κλάση 08.11. Ή αἰτοῦσα υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀνωτέρω πράξη δασμολογικής κατατάξεως εἶναι επομένως καθοριστική τῆς δασμολογικής κατατάξεως καί ὅτι, ἀφού ἡ πράξη αυτή ἰσχύει ἀναδρομικώς ἀπό 16ης Αυγούστου 1968, ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ εκτίμηση πράξεων επιβολής δασμοῦ, σχετικών πρός μεταγενέστερες τῆς ἀνωτέρω ημερομηνίας εισαγωγές, δέν δύναται νά εξαρτάται ἀπό τήν ερμηνεία τῶν δασμολογικών κλάσεων πού ἀναφέρονται στην διάταξη περί παραπομπής καί ἀπό τόν προσδιορισμό τῶν μεταξύ τους ορίων.
Ἔτσι ἀνακύπτει προφανώς τό πρόβλημα τῆς κρισιμόνητος τοῦ ερωτήματος τοῦ Finanzgericht γιά τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς. Κατά τήν γνώμη μου πάντως, τά επιχειρήματα πού προβάλλει ἡ αἰτοῦσα δέν εἶναι ἱκανά νά ἀποκλείσουν τήν ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα.
Ὅπως έχει ήδη κατ' επανάληψη υπογραμμίσει στίς ἀποφάσεις του τό Δικαστήριο, στό πλαίσιο διαδικασιών βάσει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀπέχει κατ' ἀρχήν ἀπό τήν ἐξέταση τῶν ἐπιχειρημάτων περί τοῦ ἄν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπάντηση στά υποβληθέντα ερωτήματα γιά τήν ὑπό τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ έκδοση ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως ἡ ὁποία έχει ἀχθεῖ ενώπιον του. Τούτο ισχύει ἰδίως στην περίπτωση ὅπού τά επιχειρήματα αὐτά δέν εμπίπτουν ἀποκλειστικώς στό κοινοτικό δίκαιο, ἀλλ' άφοροϋν επίσης τό εθνικό δίκαιο.
Εἶναι σαφές ὅτι αυτό συμβαίνει ἐν προκειμένω. Ὅπως προκύπτει πράγματι ἀπό τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς αιτούσης, τό ἐρώτημα ἄν ἡ δεύτερη πράξη δασμολογικής κατατάξεως έχει ἀναδρομική ἰσχύ ἀκόμα καί ἐπί τῶν εισαγωγών ὡς πρός τίς όποιες τό Bundesfinanzhof θεωρεί δυνατή τήν βάσει τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Reichsabgabenordnung τροποποίηση τῶν πράξεων επιβολής δασμοῦ παρά τήν εκπνοή τῶν προθεσμιών παραγραφής καί προσφυγής, ἀποτελεί ζήτημα ἐθνικοῦ δικαίου. Ούτε δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ ἀπό 26 'Απριλίου 1979 ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof έδωσε σαφή ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό. Ἐν πάση περιπτώσει, τό παραπέμπον δικαστήριο δέν ἐξετίμησε κατ' αυτόν τόν τρόπο τήν ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof, ἀφοῦ τό τελευταίο τοῦ ἀνέπεμψε τήν υπόθεση. Τό δικαστήριο αυτό θεωρεί μᾶλλον ὅτι δέν δεσμεύεται ἀπό τήν πράξη δασμολογικής κατατάξεως, προκειμένου νά ἐκδόσει τήν ἀπόφαση του ἐπί τῶν υποθέσεων πού τοῦ έχουν υποβληθεί, στηρίζεται δέ προδήλως καί προπάντων, ἐν προκειμένω, σέ λόγους τοῦ γερμανικοῦ δικαίου: πράγματι, στην σελίδα 14 τῆς διατάξεως περί παραπομπής ἀναφέρεται ὅτι ἡ πράξη δασμολογικής κατατάξεως τῆς 9ης Μαΐου 1973 δέν ἠδύνατο νά θεμελιώσει δικαίωμα τῆς αιτούσης, ὅπως εφαρμοσθεί ἡ δασμολογική κλάση 08.11-Δ γιά τά ήδη εἰσαχθέντα καί ἐκτελωνισθέντα εμπορεύματα. Δεδομένου ὅτι, ὡς πρός τό θέμα αυτό, ὅσον άφορᾶ τήν εκτίμηση τῆς σπουδαιότητος πού έχει μιά ἀπόφαση ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ γιά τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς, δέν δύναται νά γίνει λόγος περί προφανοῦς πλάνης (ὑπό τήν έννοια τῆς ἀποφάσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1968, ἐπί τῆς ὑποθέσεως Salgoil κατά Υπουργείου Ἐξωτερικού 'Εμπορίου τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας, Slg. 1968, σ. 661), δέν εἶναι δυνατόν νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ εξέταση τοῦ περί δασμολογικής κατατάξεως υποβληθέντος ἐρωτήματος εἶναι άσχετη ὡς πρός τήν προμνημονευθεῖσα πράξη δασμολογικής κατατάξεως.
4.
Πρέπει ἑπομένως νά εξετασθεί — καί φθάνω τώρα στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Finanzgericht — πώς έπρεπε νά ἑρμηνευθεί ή δασμολογική κλάση 08.11 τοῦ κοινού δασμολογίου, ὅσον άφορα τίς εκφράσεις «προσωρινώς διατετηρημέναι» καί «ἀλλ' ἀκατάλληλοι πρός κατανάλωσιν εἰς οἵαν κατάστασιν ευρίσκονται» πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 1709/74 καί πῶς έπρεπε νά προσδιορισθούν τά ὅρια της κλάσεως αὐτης, ἐν σχέσει πρός την δασμολογική κλάση 20.06. Ή αιτούσα της κυρίας δίκης εξέφρασε τήν άποψη ὅτι, πρό της θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ 1709/74, ὁ όποιος σύμφωνα μέ την νομολογία καί λόγω τοῦ χαρακτῆρος του ὡς γενεσιουργού δικαιωμάτων δέν έχει ἀναδρομική ἰσχύ, ήταν δυνατόν νά δοθούν διάφορες ἑρμηνείες τῆς δασμολογικής κλάσεως 08.11 — ὁμιλεῖ μάλιστα γιά περισσότερες, ὀρθές ερμηνείες. Διαφορετικά, ὁ κανονισμός θά ήταν περιττός καί δέν θά ὡρίζετο ὅτι ἐπρόκειτο νά τεθεί ἐν ἰσχύι 21 ήμέρες μετά τήν δημοσίευση του. 'Εν τούτοις, κατά τήν αιτούσα, ἄν οἱ γνωστές επεξηγηματικές σημειώσεις τῶν Βρυξελλῶν ἐφαρμοσθοῦν κατά τήν ἐν λόγω περίοδο, ἡ κατάταξη τῶν επιδίκων εμπορευμάτων στην δασμολογική κλάση 08.11 — τήν ὁποία ἐξ άλλου ἐδέχθη τό Bundesfinanzhof μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1973 — φαίνεται ἀπολύτως δυνατή. Τούτο προκύπτει ἀπό τό μέρος εκείνο τῶν ἐπεξηγηματικών σημειώσεων τῶν Βρυξελλών, κατά τό όποῖο, γιά νά υπαχθούν τά φρούτα στην δασμολογική κλάση 08.11, πρέπει νά διατηρούνται προσωρινώς μόνο γιά τήν μεταφορά, νά προορίζονται κυρίως γιά πρώτη όλη στην βιομηχανία ειδών διατροφής καί νά μεταφέρονται συνήθως σέ βαρέλια ἡ κάνιστρα.
"Οπως καί ἡ 'Επιτροπή, πιστεύεω ὅτι υπάρχουν σοβαροί λόγοι νά μή γίνει δεκτή ή άποψη αὐτή.
Ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου πού ἀνέφερα στην ἀρχή καί ιδίως ἡ ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 87, 112 καί 113/79 (Sig. 1980, σ. 1171) παρέχει σχετικώς ὁρισμένα στοιχεία. Ναί μέν, ὅπως καί στην υπόθεση 37/75, τό κύριο πρόβλημα ἐν προκειμένω είναι ἡ εξέταση τοῦ κύρους τοῦ κανονισμού 1709/74, πλην ὅμως τό Δικαστήριο, εξετάζοντας τό συμβιβάσιμο τοῦ κανονισμού αὐτοῦ πρός τό κοινό δασμολόγιο, ἑρμήνευσε εὐθέως τήν δασμολογική κλάση 08.11, στην ερμηνεία δέ αυτή παραπέμπω τώρα άνευ έτερου.
Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω ερμηνεία, ἀποφασιστικό γιά τήν εφαρμογή τῆς δασμολογικῆς κλάσεως 08.11 εἶναι τό κριτήριο «ἀκατάλληλοι πρός κατανάλωσιν εἰς οἵαν κατάστασιν ευρίσκονται», ἐνῶ τό θέμα ἄν τά επίδικα εμπορεύματα πρόκειται, ἡ ὄχι, νά υποστούν περαιτέρω επεξεργασία στερείται σημασίας ὡς πρός τήν μεταξύ τους ὁριοθέτηση τῶν πεδίων εφαρμογῆς τῶν δασμολογικών κλάσεων 08.11 καί 20.06.
Στίς προτάσεις μου ἐπί τῶν υποθέσεων 87, 112 καί 113/79, προέβην σέ λεπτομερῆ εξέταση τοῦ ἀνωτέρω κριτηρίου, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τίς διάφορες γλωσσικές ἀποδόσεις καί τό γενικό πλαίσιο στό όποιο ἀνήκει ή δασμολογική κλάση. Κατέληξα στην πεποίθηση ὅτι «genießbar» [καταναλώσιμο] σημαίνει «eßbar» [φαγώσιμο] καί «Genuß» [τροφή] τίποτα άλλο παρά «Verzehr» [κατανάλωση]. Γιά τόν λόγο αὐτό, πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατή ἡ εφαρμογή τῆς δασμολογικῆς κλάσεως 08.11 μόνο ἄν Ινα προϊόν δέν δύναται νά καταναλωθεί στην κατάσταση πού ευρίσκεται χωρίς κίνδυνο γιά τήν υγεία. Τό Δικαστήριο εδέχθη τήν άποψη αυτή, υπογραμμίζοντας ὅτι ἄν, κατά τήν συνήθη άποψη τῶν καταναλωτών ὁρισμένα προϊόντα δέν θεωρούνται ὡς ὀρεκτικά καί δέν καταναλίσκονται συνήθως στην κατάσταση πού ευρίσκονται, αυτό δέν σημαίνει ὅτι εἶναι γι' αυτό τόν λόγο ἀκατάλληλα πρός κατανάλωση «ἐφ᾽ ὅσον δύνανται νά καταναλωθούν στην κατάσταση πού ευρίσκονται χωρίς κίνδυνο γιά τήν υγεία».
Οἱ διαπιστώσεις αυτές ἀρκοῦν καί ἐν προκειμένω. Ὅπως ἀνέφερα καί στίς προτάσεις μου, δεδομένου ὅτι οἱ μέχρι τώρα διεξα-χθεῖσες πραγματογνωμοσύνες δέν ἀπέδειξαν ὅτι τά εισαχθέντα προϊόντα εἶναι ἀκατάλληλα πρός κατανάλωση ὑπό τήν ἀνωτέρω ἔννοια, οἱ διαπιστώσεις αυτές ὁδηγούν σαφώς στό συμπέρασμα ὅτι δέν είναι δυνατή ἡ κατάταξη στην δασμολογική κλάση 08.11, ἀλλα μόνο στην κλάση 20.06 καί ὅτι, ὅπως ὑπεστήριξε ἡ 'Επιτροπή, ὁ κανονισμός 1709/74 ἀποτελεί πράγματι σημαντικό επικουρικό μέσο ἑρμηνείας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ἀκόμα καί γιά τήν πρό τῆς θεσπίσεώς του περίοδο.
Κατά τήν προφορική διαδικασία, ή αἰτοῦσα ἀνεφέρθη επίσης στίς υποθέσεις 4/79 (Société Coopérative «Providence agricole de la Champagne» κατά Office National Interprofessionnel des Céréales, ἀπόφαση τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1980, μή εισέτι δημοσιευθείσα στην Συλλογή) καί 109/79 Maïseries de Beauce κατά Office National Interprofessionnel des Cérérales, ἀπόφαση τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1980, μή εισέτι δημοσιευθείσα) — μέ τίς όποιες τό Δικαστήριο, ἀφοῦ διεπίστωσε τό ἀνίσχυρο τοῦ καθορισθέντος γιά σιμιγδάλια ἐξ ἀραβοσίτου νομισματικοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ, ὑπεγράμμισε ὅτι ή διαπίστωση αυτή δέν επέτρεπε τήν ἀμφισβήτηση τῆς εισπράξεως ἡ καταβολής τῶν νομισματικών εξισωτικῶν ποσών, πού είχαν γίνει βάσει τοῦ ἀνίσχυρου κανονισμοῦ γιά τήν πρό τῆς ημερομηνίας τῆς ἀποφάσεως περίοδο — στηριζομένη δέ στην ἀρχή τῆς προστασίας τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης πού διετυπώθη κατ' αυτόν τόν τρόπο, ἡ αἰτοῦσα ἐπρότεινε στό Δικαστήριο νά κρίνει ὅτι μία επίσημη πράξη δασμολογικής κατατάξεως πρέπει νά παραμένει ἐν ἰσχύι, δεσμεύουσα ἀκόμα καί τά δικαστήρια, μέχρι τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας. Όσον άφορᾶ τό επιχείρημα αυτό, επιθυμώ ἁπλώς νά παρατηρήσω ὅτι δέν ἀπαιτεί ἐπί πλέον παρατηρήσεις πού ἐκφεύγουν τοῦ πλαισίου τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος. Πράγματι, ἀφ' ἑνός τά πραγματικά περιστατικά δέν εἶναι προδήλως δεκτικά συγκρίσεως. Ἀφ' ἑτερου, ἀποτελεί, χωρίς ἀμφιβολία, πρωτίστως θέμα εθνικού δικαίου τό ἄν πράξεις δασμολογικής κατατάξεως, οἱ όποιες, ὅπως έγινε δεκτό ισχύουν καί κατά τό κοινοτικό δίκαιο, παραμένουν δεσμευτικές ἀκόμα καί σέ περιπτώσεις ὅπως ἡ παρούσα, ὅπού δηλαδή πράξεις δασμολογικής κατατάξεως πού δέν προσβάλλονται πλέον υποβάλλονται σέ επανεξέταση κατά τήν ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 94 τοῦ Reichsabgabenordnung, τό όποιο παρέχει τήν πρός τούτο διακριτική ευχέρεια. Μόνον ὅταν φωτισθεί τό σημείο αυτό, θά καταστεί επίσης δυνατόν νά τεθεί τό ερώτημα ἄν μιά πράξη δασμολογικής κατατάξεως, ἡ ὁποία δέν συμβιβάζεται πρός τό κοινό δασμολόγιο, εξακολουθεί παρά ταύτα νά ισχύει μέχρις ὅτου καταργηθεί δυνάμει τοῦ εθνικού δικαίου.
5.
Προτείνω, επομένως, νά δοθεί στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Finanzgericht τοῦ Μονάχου ἡ ἀπάντηση ὅτι: πρό τῆς ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ κανονισμοῦ 1709/74, ἡ δασμολογική κλάση 08.11 ἐφηρμόζετο ἐπί φρούτων προσωρινῶς διατηρουμένων καί ακαταλλήλων πρός κατανάλωση ως έχουν: ἡ τελευταία αύτη προϋπόθεση δέν ήδύνατο νά θεωρηθεί ὅτι έπληροϋτο στην περίπτωση πού ήταν δυνατή ἡ κατανάλωση τῶν φρούτων χωρίς κίνδυνο γιά την υγεία.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy