ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 ΜΑΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό φθινόπωρο τοῦ 1973 ἡ 'Επιτροπή ἀνεκοίνωσε στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων (ABl. τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1973, Nr. C 71, σ. 4 ἑπ.) τήν διοργάνωση γενικοῦ διαγωνισμοῦ βάσει τίτλων καί κατόπιν εξετάσεων γιά τήν κατάρτιση πίνακος προσλήψεως βοηθῶν διοικήσεως της σταδιοδρομίας Β 3 καί Β 2 (Διαγωνισμός ΚΟΜ/Β/106).
Ή φύση τῶν καθηκόντων πού συνεπάγετο ή πρός πλήρωση θέση, περιεγράφετο ὡς έξης:
«Υπάλληλος εφαρμογῆς, ὁ όποιος, κατόπιν γενικών ὁδηγιών, εκτελεί δύσκολες καί περίπλοκες εργασίες, ιδίως επεξεργασία καί προσαρμογή προγραμμάτων γιά υπολογιστές τῆς τρίτης γενεᾶς».
Οἱ υποψήφιοι ἔπρεπε νά εἶναι ἡλικίας 28 ετών κατά κατώτατο ὅριο καί 40 ετών κατ' ἀνώτατο. "Οσον άφορᾶ τους ἀπαιτούμενους τίτλους ἡ διπλώματα καί τήν ἐπαγγελματική πείρα ἡ προκήρυξη ὅριζε τά ακόλουθα:
«—
γνώσεις επιπέδου πλήρους κύκλου μέσης εκπαιδεύσεως, (πιστοποιούμενες ἀπό τόν σχετικό τίτλο περατώσεως σπουδών)
—
γνώση δύο γλωσσῶν προγραμματισμού πχ. COBOL, PL/l, FORTRAN, ASSEMBLER, APL, ALGOL, METASYMBOL κλπ., ἀπό τίς όποιες ἡ μία πρέπει ὁπωσδήποτε νά εἶναι ἡ COBOL ἤ ἡ PL/l
—
καλή γνώση ὡς πρός τήν προετοιμασία έγγράφων προγραμματισμού καί τήν διαχείριση τῶν προγραμμάτων
—
πείρα στην επεξεργασία μέσω υπολογιστών διοικητικών καί στατιστικών προβλημάτων καί στίς ἔρευνες τεκμηριώσεως˙
—
επαγγελματική πείρα στον τομέα, πού είναι ἀντικείμενο τοῦ παρόντος διαγωνισμού.»
Στόν ἀνωτέρω διαγωνισμό συμμετείχε — μέ ἐπιτυχία — καί ὁ Blasig, προσφεύγων στην παρούσα δίκη. Κατόπιν αὐτοῦ, έλαβε επιστολή, μέ ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 1974, τοῦ διευθυντού τῆς αρμοδίας γιά τίς υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπῆς στό Λουξεμβούργο Διευθύνσεως προσωπικού καί διοικήσεως, μέ τήν ὁποία τοῦ προσεφέρετο θέση «βοηθού διοικήσεως (προγραμματι-στοῦ)» καί τοῦ ἀνεκοινώνετο ὅτι ἄν ἀπεδέ-χετο τήν προσφορά, θά προσελαμβάνετο ὡς δόκιμος υπάλληλος στόν βαθμό 3, 1ο κλιμάκιο τῆς κατηγορίας Β. Τήν 1η 'Οκτωβρίου 1974 ὁ προσφεύγων ἀνέλαβε τά καθήκοντα του καί ἐτοποθετήθη στην διοικητική ενότητα «'Ανάλυση καί προγραμματισμός» σέ θέση πού προεβλέπετο ἀπό τίς πιστώσεις λειτουργίας. Μέ ἀπόφαση τῆς 18ης 'Οκτωβρίου 1974 έγινε δόκιμος υπάλληλος, ὡς βοηθός διοικήσεως στον βαθμό Β 3/1 — ἀναδρομικώς, ἀπό τήν 1η 'Οκτωβρίου 1974. Μέ ἀπόφαση τῆς 16ης 'Ιουλίου 1975 έγινε — ἀπό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1975 — μόνιμος υπάλληλος, στην θέση πού ἤδη κατείχε.
"Ηδη πρίν ἀπ᾽ αυτήν τήν ημερομηνία — δηλαδή μέ επιστολή τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1974 — ὁ προσφεύγων υπέβαλε στην 'Επιτροπή ένα διπλό αίτημα. Ἀφ' ενός ἐζήτει πληροφορίες γιά τά κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων έγινε ἡ κατάταξη σέ βαθμούς καί κλιμάκια κατόπιν τοῦ διαγωνισμού KOM/Β/106, ἄν έγινε χρήση τῶν δυνατοτήτων πού προσφέρει τό άρθρο 31 παράγραφος 2 6 ἡ τοῦ ἄρθρου 32 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού, καί βάσει ποίων κριτηρίων έγινε ἡ κατάταξη του στον βαθμό Β 3/1. 'Αφ' έτερου υπέβαλε, προληπτικώς, ένσταση λόγω κατατάξεως σέ κατώτερο βαθμό καί ἀπαίτησε, επικαλούμενος τήν επαγγελματική του πεῖρα, κατάταξη στον βαθμό Β 2/1 ἤ τουλάχιστον στόν Β 3/3.
Ἡ ἀνωτέρω ένσταση ἀπερρίφθη μέ σημείωμα τῆς 2ας Ἰουνίου 1975, τό ὁποῖο ἀνεφέρετο σέ μία ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, πού ετέθη σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιουλίου 1973, «περί τῶν κριτηρίων πού εφαρμόζονται κατά τήν πρόσληψη, ὅσον ἀφορᾶ τους διορισμούς σέ βαθμούς καί τήν κατάταξη σέ κλιμάκια», ἡ ὁποία εἶχε επισυναφθεί στην ἀπόφαση ἐπί τῆς ενστάσεως. Τήν ἐποχή αυτή, ἡ υπόθεση δέν έφθασε ενώπιον δικαστηρίου.
Στίς 20 Δεκεμβρίου 1979 ὁ προσφεύγων υπέβαλε ἐκ νέου ένσταση ενώπιον τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής. Μέ τήν ἐν λόγω ένσταση ἐπεκαλεῖτο κυρίως «τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων καί τήν κατανομή τῶν αρμοδιοτήτων πού ἀντιστοιχούν στίς θέσεις-τύπους πού ἀπαριθμούνται στό παράρτημα I-Α τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων» πού ἐθεσπίσθη μέ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 1ης Ἰουλίου 1972, τό ἀνωτέρω παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ, τίς ἐνδείξεις πού περιείχοντο στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοί) ΚΟΜ/Β/106 περί τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων πού ἀντιστοιχούν στίς πρός πλήρωση θέσεις καί τους σχετικούς ὅρούς ἀποδοχής, καθώς καί τά καθήκοντα πού ὁ προσφεύγων πράγματι ἀσκούσε ἀπό τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του γιά να υποστηρίξει ὅτι ἡ προκήρυξη τοῦ διαγωνισμού ΚΟΜ/Β/106, στην πραγματικότητα, ἀφορούσε θέση σταδιοδρομίας Β 1 καί, κατά συνέπεια, θά έπρεπε νά καταταγεί στην σταδιοδρομία Β 1, ἀπό τῆς 1ης'Οκτωβρίου 1974.
Ἡ ένσταση αυτή ἀπερρίφθη ἀπό τό ἀρμόδιο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς μέ σημείωμα τῆς 24ης 'Απριλίου 1980. Στό σημείωμα αυτό ἐτονίζετο ἀφ' ενός μέν ὅτι ἡ κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος κατέστη ὁριστική, επειδή δέν ἤσκησε προσφυγή μετά τήν ἀπόρριψη τῆς πρώτης ενστάσεως τοῦ ἀφ' έτερου δέ ὅτι ἡ κατάταξη ἀντικειμενικῶς καλῶς έγινε, λόγω τῆς συμμετοχης σέ έναν διαγωνισμό πού εἶχε ὀργανωθεί ειδικώς γιά τήν σταδιοδρομία Β3/Β2 τό γεγονός ὅτι ἀσκοῦσε — ὅπως ἰσχυρίζετο — καθήκοντα πού ἀντιστοιχούσαν σέ ἀνώτερο βαθμό δέν δύναται νά θεμελιώσει ἀξίωση περί κατατάξεως σέ άλλη σταδιοδρομία.
Κατόπιν αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων ἤσκησε προσφυγή στό Δικαστήριο, μέ τήν ὁποία ζητεί
—
νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ καθ' ἧς υποχρεοῦται νά κατατάξει τόν προσφεύγοντα στον βαθμό Β 1 ἀπό τήν 1η 'Οκτωβρίου 1974 καί
—
νά υποχρεώσει τήν καθ' ἧς νά κατα-βάλει στον προσφεύγοντα τό ποσό, εντόκως πρός 8 %, πού ἀντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ τῶν ἀποδοχών, πού πράγματι έλαβε καί τῶν ἀποδοχών, πού θά ελάμβανε ἄν εἶχε καταταγεί στόν βαθμό πού έπρεπε.
Ή 'Επιτροπή ζητεί τήν ἀπόρριψη τῶν ἀνωτέρω αιτημάτων ὡς ἀπαραδέκτων, ἐν πάση περιπτώσει ὡς ἀβασίμων.
Ἐπ' αυτής τῆς υποθέσεως, ἡ θέση μου είναι ή έξης:
Ι — Ἐπί τοῦ παραδεκτού
Ή 'Επιτροπή θεωρεί τήν προσφυγή ἀπαράδεκτη στό σύνολο της. Ὅσον άφορᾶ τήν μεταβολή τῆς κατατάξεως τοῦ προσφεύγοντος, πρόκειται γιά ἀμφισβήτηση ἀποφάσεως πού εξεδόθη τό 1974 καί κατά τῆς ὁποίας τότε υπεβλήθη ένσταση, χωρίς νά ἀχθεῖ ἡ υπόθεση στην συνέχεια ενώπιον δικαστηρίου. Ή ἐπανεξέταση αυτής τῆς ἀποφάσεως δέν εἶναι πλέον δυνατή, διότι ή ἀπόφαση πού εξέδωσε μεταγενεστέρως ή ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή — ή ἀπόρριψη τῆς ἐνστάσεως τοῦ προσφεύγοντος, τῆς 20ης Δεκεμβρίου 1979 — συνιστά βεβαιωτική πράξη, μή βλαπτική αυτή καθ' εαυτή. 'Εφ' ὅσον, ὅμως, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι έλαβε γνώση περί τοῦ μή κανονικοῦ τῆς κατατάξεως του, μόνον μεταγενεστέρως, ὅταν τοῦ εδόθη τό 1979, ένας «ὁδηγός βαθμολογήσεως» μέ τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων, ἡ ὁποία εξεδόθη τό 1972, τό ἀποφασιστικό στοιχείο εἶναι ὅτι ἐν προκειμένω αυτό δέν συνιστά επέλευση νέου γεγονότος. 'Επί πλέον, δέν έχει σημασία τό πότε πράγματι έλαβε γνώση τοῦ ἀνωτέρω στοιχείου ὁ προσφεύγων, επειδή ἡ περιγραφή τῶν καθηκόντων εἶχε ήδη δημοσιευθεί στον Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικού τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1973 καί επειδή ὁ ὁδηγός βαθμολογήσεως εἶχε ἤδη τεθεῖ στην διάθεση τοῦ προσφεύγοντος τό 1975, ἐπ' ευκαιρία τῆς πρώτης του βαθμολογήσεως. Τό ἀπαράδεκτο τοῦ αιτήματος πού άφορο τήν κατάταξη συνεπάγεται, άνευ ἑτερου, τό ἀπαράδεκτο τοῦ αιτήματος περί τῆς ἐκ τῶν υστέρων καταβολής ἀποδοχών. Δεδομένου ὅτι καί αυτή ἡ αξίωση στηρίζεται στην υποτιθέμενη παράνομη κατάταξη, ισχύουν ἐν προκειμένω — ὅσον άφορᾶ τίς τηρητέες προθεσμίες — οἱ ίδιοι συλλογισμοί. "Αν ὅμως ἡ ἀξίωση αυτή χαρακτηρισθεί ὡς ἀξίωση ἀποζημιώσεως, είχε ήδη παραγραφεί κατά τό χρονικό σημείο τῆς υποβολῆς τῆς ενστάσεως τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1979 βάσει τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Όργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ.
'Επί τῶν ἀνωτέρω, ὁ προσφεύγων τονίζει κατά πρῶτον ὅτι ἡ ἔνσταση του, τοῦ 1974, δέν ἀφοροῦσε την κατάταξη του στόν βαθμό Β 1, ἀλλα μόνον — ὅπως σαφῶς συνάγεται ἀπό την ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής ἐπί τῆς ενστάσεως — την κατάταξη του σέ ἀνώτερο βαθμό τῆς σταδιοδρομίας Β3/Β2 λόγω τῆς ἐπαγγελματικῆς πείρας πού διέθετε. Γιά τό ὅτι εἶχε δικαίωμα κατατάξεως στόν βαθμό Β 1 έλαβε σαφῆ γνώση μόνον ἀφοῦ, τόν 'Οκτώβριο 1979, ἔλαβε τόν ὁδηγό βαθμολογήσεως μέ την περιγραφή των καθηκόντων. 'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται νά Ισχυρισθεί ὅτι αύτη ἡ περιγραφή τῶν καθηκόντων εἶχε ήδη δημοσιευθεῖ τό 1973 ἡ ὅτι είχε ἀποσταλεῖ στόν προσφεύγοντα, τό 1975, τουλάχιστον ἕνα συμπλήρωμα αὐτοῦ τοῦ ὁδηγοῦ βαθμολογήσεως. Τό τελευταίο αυτό πράγματι δέν συνέβη καί, επομένως, ὁ προσφεύγων δέν είχε λάβει γνώση τῆς περιγραφής των καθηκόντων ήδη ἀπό τό 1975. Όσον ἀφορᾶ δέ την δημοσίευση τῆς τό 1973, εἶναι ουσιώδες ὅτι τότε ὁ προσφεύγων δέν εἶχε ἀκόμη ἀναλάβει καθήκοντα στην Κοινότητα. Δέν εἶναι επίσης δυνατόν νά ληφθεί ὡς βάση ὅτι ὑποχρεοοτο ὁ 'ίδιος νά λάβει σχετικώς πληροφορίες. 'Αντιθέτως, θά ήτο σύμφωνο πρός τήν υποχρέωση προνοίας τοῦ εργοδότου νά θέσει εγκαίρως στην διάθεση τῶν υπαλλήλων του ὅλες τίς ἀποφάσεις, πού εἶναι σημαντικές γιά τήν νομική τους κατάσταση.
Ἐπί αυτής τῆς διαμάχης, πρέπει νά λεχθεί, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι εἶναι προφανώς εσφαλμένη ἡ άποψη, πού υπεστήριξε ὁ προσφεύγων κατά τήν διάρκεια τῆς έγγράφου διαδικασίας, ὅτι δηλαδή οἱ παράνομες ἀποφάσεις εἶναι δυνατόν νά προσβάλλονται ἀνά πάσα στιγμή. Είναι σαφές, ὅτι αυτό ἀντιτίθεται στό σύστημα τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.
Βάσει τῆς ἀρχής τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, πού εἶναι σημαντική γιά τήν διοίκηση ἀλλά καί γιά τά συμφέροντα τῶν τρίτων, αυτό τό σύστημα εξαρτά τόν έλεγχο τῆς νομιμότητος τῶν βλαπτικών πράξεων ἀπό τό ὅτι αυτός ὁ έλεγχος επιδιώκεται κατ' ἀρχάς εντός ὁρισμένων προθεσμιών — μέσω ενστάσεως — ενώπιον τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής καί κατόπιν — μέσω προσφυγής — ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
'Εν συνεχεία εἶναι σημαντικό τό ὅτι στην πραγματικότητα πρόκειται, ὅσον άφορᾶ τόν προσφεύγοντα, νά επιτύχει τήν τροποποίηση ἀποφάσεως περί κατατάξεως του στον πίνακα μισθών, πού εξεδόθη τό 1974, κατά τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του. 'Εν ὄψει τῶν κατά τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως Ισχυουσών προθεσμιών — υποβολή τῆς ενστάσεως εντός τριών μηνών ἀπό τῆς ἀνακοινώσεως τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως (άρθρο 90) — αυτός ὁ σκοπός δέν δύναται κατ' ἀρχήν νά ἐπιτευχθεί μέ υποβολή ενστάσεως τό 1979. Ἐκ τῶν προτέρων φαίνεται σαφές ὅτι ή μετέπειτα εκδοθείσα ἀπόφαση πρέπει νά θεωρηθεί ἁπλώς ὡς βεβαιωτική πράξη, ή ὁποία κατά τήν νομολογία δέν δίδει τήν δυνατότητα προσφυγής (πρβλ. πχ. τήν ἀπόφαση ἐπί τῶν υποθέσεων 33 καί 75/79, Richard Kuhner κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 28ης Μαΐου 1980, Slg. 1980, σ. 1677). Αυτό Ισχύει πολύ περισσότερο, ἐφ' ὅσον μέ τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς ενστάσεως τονίζεται ἰδιαιτέρως ὅτι ἡ ἀμφισβητούμενη κατάταξη εἶχε ήδη καταστεῖ ἀπρόσβλητη, καί μόνον συμπληρωματικώς — παρεμπιπτόντως — ἀνεφέρθη ὅτι ἡ κατάταξη πού ἐπραγματοποιήθη τό 1974 ήταν, ἀντικειμενικώς, ἀπολύτως ὀρθή.
Διαφορετική κρίση θά ήταν δυνατόν νά ἐκφερθεί μόνον σέ περίπτωση πού ἀνέκυπτον νέα γεγονότα μεταβολής τῆς πραγματικής ἡ νομικής καταστάσεως, μετά τήν έκδοση τῆς ἀρχικής ἀποφάσεως περί κατατάξεως. Σέ μιά τέτοια περίπτωση, θά υπήρχε πράγματι λόγος νά ἐπανεξετάσει ή διοίκηση μιά προηγούμενη ἀπόφαση καί θά ἦτο δυνατόν — ἄν εἶχε κινηθεί για νέα διοικητική διαδικασία μέ αυτόν τόν τρόπο — ἡ ἀπόφαση, πού θά ἐξεδίδετο μεταγενεστέρως νά μή χαρακτηρισθεί ὡς ἁπλῶς βεβαιωτική πράξη. 'Αντιθέτως, θά επρόκειτο γιά μιά νέα πράξη, ἀπό τῆς εκδόσεως τῆς ὁποίας θά άρχιζαν ἐκ νέου οἱ προθεσμίες υποβολής ενστάσεως καί ἀσκήσεως προσφυγής. Αυτό συνάγεται ἀπό τήν μέχρι τώρα νομολογία πχ. ἀπό τήν ἀπόφαση ἐπί των υποθέσεων 109/63 καί 13/64 (Charles Muller κατά 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1964, Slg. 1964, σ. 1411, 1436), ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ἡ διοίκηση υποχρεούται, σέ περίπτωση πού ἀνακύπτουν νέα ουσιώδη στοιχεῖα, νά επανεξετάσει μιά ἀπόφαση πού εἶχε καταστεί ὁριστική, ή ἀπό τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 59/65 (Heinrich Schreckenberg κατά 'Επιτροπής της ΕΚΑΕ, ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1966, Slg. 1966, σ. 824 ἑπ.), στην ὁποία ἀναπτύσσονται οἱ ἴδιοι συλλογισμοί.
Εἶναι ὅμως προφανές ὅτι αυτό δέν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα, ὁ προσφεύγων δέν στηρίζει τήν ένσταση πού υπέβαλε τό 1979 στό ὅτι ἀνέκνιραν νέα γεγονότα, κατά τήν έννοια τῆς νομολογίας, πού ἀνεφέρθη. 'Ισχυρίζεται, απλώς, ὅτι μόλις τότε ἀνεκάλνφε τό νομικό κριτήριο, βάσει τοῦ ὁποίου ἀξιολόγησε τήν ἀπόφαση περί κατατάξεως, πρᾶγμα πού προϋποθέτει ὅτι πρόκειται γιά κριτήριο, πού 'ίσχυε ήδη τό 1974 καί πού ἔπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη κατά τήν έκδοση τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως. Ἀπ' αυτό τό γεγονός δέν συνάγεται ὅτι, ὅταν ή διοίκηση έλαβε θέση ἐπί τοῦ αιτήματος τοῦ προσφεύγοντος, εξέδωσε μιά νέα ἀπόφαση, πού ἦτο δυνατόν νά προσβληθεί ἐκ νέου. Στην πραγματικότητα, πρόκειται γιά μιά ἁπλώς βεβαιωτική πράξη, ἀπό τῆς εκδόσεως τῆς οποίας δέν ἀρχίζει νέα προθεσμία, ἀκριβῶς ἐπειδή τό στοιχείο πού επικαλείται ὁ προσφεύγων δέν συνιστά νέο γεγονός γιά τήν διοίκηση.
'Εν πάση περιπτώσει, θά ἦτο δυνατόν, σέ περίπτωση ἀνακαλύφεως μεταγενεστέρως ἑνός νέου στοιχείου σημαντικού γιά τήν εκτίμηση μιᾶς νομικής πράξεως, νά ἀντιμετωπισθεί τό ενδεχόμενο μιᾶς επαναφοράς τῶν πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, γιά τήν ὁποια τό άρθρο 42 παράγραφος 2 τοῦ 'Οργανισμού τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ ὁρίζει:
«'Απώλεια δικαιώματος λόγω παρόδου τῶν προθεσμιών δέν δύναται νά ἀντιταχθεί ὅταν ὁ ενδιαφερόμενος ἀποδεικνύει τήν ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ἡ ἀνωτέρας βίας.»
'Αλλά ούτε μέ ἐπίκληση αυτής τῆς διατάξεως δύναται ὁ προσφεύγων νά καταστήσει παραδεκτή τήν προσφυγή του. Ἔτσι, γεννώνται κατ' ἀρχήν ἀμφιβολίες, ἄν ή άγνοια ἡ ἡ ελλιπής γνώση τοῦ δικαίου — πού εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος — ἐν προκειμένω, δικαιολογούν ὁπωσδήποτε επαναφορά τῶν πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση. Σχετικώς δυνάμεθα νά παραπέμψουμε στίς ἀντίστοιχες διατάξεις τοῦ ἐθνικού δικαίου, κατά τίς όποιες, ὅπως γιά παράδειγμα τό άρθρο 60 τοῦ γερμανικοῦ Verwaltungsgerichtsordnung (κανονισμοῦ διαδικασίας τῶν διοικητικών δικαστηρίων), έχει σημασία τό ἄν ἡ προθεσμία ἀπωλέσθη ἀνυπαιτίως, καί στίς όποιες τονίζεται ὅτι άγνοια δικαίου κατ' ἀρχήν ἀποκλείεται (πρβλ. σχόλιο ἐπί τοῦ κανονισμού διαδικασίας τῶν διοικητικών δικαστηρίων, ὑπό Eyermann-Fröhler, παρατήρηση 11 ἐπί τοῦ ἄρθρου 60). Εἶναι επομένως εύλογο νά υποστηριχθεί ἡ άποψη — ἐν πάση περιπτώσει αυτό ισχύει γιά υπαλλήλους ενός ὁρισμένου επιπέδου, στους ὁποίους βεβαίως περιλαμβάνονται καί οἱ ἀνώτεροι υπάλληλοι τῆς κατηγορίας Β —, ὅτι αυτοί οἱ 'ίδιοι ὀφείλουν νά εφοδιασθούν εγκαίρως μέ τίς νομικές γνώσεις πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τόν έλεγχο τῆς κατατάξεως τους καί ὅτι ἄν παρέλειψαν νά τό κάνουν, δέν εἶναι δυνατόν νά επικαλεσθούν, γιά νά δικαιολογήσουν μιά προσφυγή πού ἠσκήθη μεταγενεστέρως, τήν υποχρέωση προνοίας της ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, καί τό γεγονός ὅτι αυτή δέν τους ἐπληροφόρησε επαρκώς ὡς πρός τίς λεπτομέρειες τῆς υπηρεσιακής τους καταστάσεως.
'Επί πλέον, στην προκειμένη περίπτωση εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ συνεχής μέχρι τό 1979 άγνοια τοῦ προσφεύγοντος, ὡς πρός τά σημαντικά γιά τήν κατάταξη του κριτήρια, δέν εἶναι δυνατόν σέ καμμία περίπτωση νά θεωρηθεί ὡς συγγνωστή ἀπό ἀπόψεως ἀξιώσεως επαναφορᾶς τῶν πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, δέν χρειάζεται νά εξετασθεί ἄν ἐδόθη στόν προσφεύγοντα, τό 1975, τό συμπλήρωμα τοῦ «ὁδηγοῦ βαθμολογήσεως», μαζί μέ τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων ἤ ἄν — ὅπως ισχυρίζεται ὁ προσφεύγων — αὑτό δέν συνέβη. Σημαντικό είναι μάλλον ὅτι κατά τήν ανάληψη των καθηκόντων του εδόθη στόν προσφεύγοντα ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Μέ αυτόν τόν τρόπο — δηλαδή μέσω τοῦ άρθρου 5 — ἐπληροφορήθη γιά τήν ύπαρξη τῆς περιγραφής τῶν καθηκόντων, τήν ὁποία ἦτο εύκολο νά προμηθευθεί, επειδή εἶχε δημοσιευθεί τό φθινόπωρο τοῦ 1973 στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικού, πού ἦτο προσιτό σέ όλους τους υπαλλήλους. Ἐξ άλλου — ὁπως δείχνει ἡ πρώτη ένσταση του — εἶναι προφανές ὅτι μόλις ἀνέλαβε τά καθήκοντα του, ὁ προσφεύγων ἐμελέτησε σέ βάθος ὅλες τίς ἀποχρώσεις τοῦ ὑπαλληλικού δικαίου καί ἰδίως ἠσχολήθη μέ τά κριτήρια κατατάξεως. Θά ἦτο επομένως κατ' ἀρχήν εύλογο γι' αυτόν νά εξετάσει αυτό τό ζήτημα στό σύνολό του καί ὄχι μόνον περιορισμένα ὡς πρός τήν κατάταξη μέσα στό πλαίσιο τῆς σταδιοδρομίας καί ἐν πάση περιπτώσει νά μήν ἀναβάλει μέχρι τό 1979 κάθε σχετικό του συμπέρασμα.
Κατά συνέπεια, τό ὅτι ὁ προσφεύγων δέν ἠδύνατο ἤδη τό 1979 νά επανέλθει στην ἀπόφαση περί τῆς κατατάξεως του, πού εξεδόθη τό 1974, συνεπάγεται ὄχι μόνον τό ἀπαράδεκτο τοῦ πρώτου αιτήματος τῆς προσφυγής του, άλλά καί τοῦ δευτέρου. Αυτό εἶναι προφανές, διότι ἡ ἀξίωση πού προβάλλει γιά συμπληρωματική καταβολή ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀναγνώριση ὡς παράνομης τῆς ἀποφάσεως περί κατατάξεως του, πού τώρα δέν εἶναι πλέον δυνατή. Δέν εἶναι δυνατόν, ἐξ άλλου, νά ἀποτραπεί αυτό τό ἀποτέλεσμα, ἀκόμη καί ἄν χαρακτηρισθεί ἡ ἀξίωση περί συμπληρωματικής καταβολής ὡς ἀξίωση ἀποζημιώσεως. Σχετικῶς εἶναι σημαντικό ὅτι στην προσφυγή δέν γίνεται ιδιαίτερη ἀνάπτυξη σχετική μέ πταίσμα περί τήν υπηρεσία καί ὅτι ή ἀποζημίωση πρέπει νά συνίσταται στην συμπληρωματική καταβολή τῆς διαφοράς μεταξύ τῶν μισθών πού είχε λάβει καί των μισθῶν πού ἀντιστοιχούσαν στόν βαθμό Β 1. Συνεπώς ἡ παρούσα υπόθεση θυμίζει σαφώς τήν υπόθεση 59/65, πού ἤδη ἀνεφέρθη ἀνωτέρω (Slg. 1966, σ. 824 ἑπ.). Στην υπόθεση αυτή ἐτονίσθη ὅτι στην πραγματικότητα ὁ προσφεύγων δέν ἀπαιτούσε ἀποζημίωση, άλλά ἀπλώς τό ποσόν τῆς διαφορᾶς μεταξύ τοῦ μισθού πού ελάμβανε καί τοῦ μισθοῦ πού ἀντιστοιχοῦσε στον βαθμό Α 3. Ἐπ' αὐτοῦ τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ρητώς ὅτι δέν ἦτο δυνατόν μέ αυτόν τόν τρόπο — δηλαδή μέ τήν προβολή ἀξιώσεως ἀποζημιώσεως — νά παρακαμφθεί τό ἀπαράδεκτο προσφυγής πού στρέφεται κατά τοῦ ἰδίου παρανόμου μέτρου καί ἀποβλέπει στίς ἴδιες οικονομικές συνέπειες.
'Επί πλέον, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό άρθρο 43 τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀξιώσεις κατά τῆς Κοινότητος στό πεδίο τῆς ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη ἀπό τῆς επελεύσεως τοῦ ζημιογόνου γεγονότος. 'Επειδή τό ζημιογόνο γεγονός — ή δήθεν μή κανονική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος — επήλθε τό 1974, καί επειδή υπέβαλε ἔνσταση — ὅσον άφορᾶ τήν κατάταξη του στόν βαθμό Β 1 — μόλις τόν Δεκέμβριο τοῦ 1979, ἡ ένσταση παραγραφής σαφώς πρέπει νά ευσταθεί. Τό δεύτερο αἴτημα θά πρέπει ἐν πάση περιπτώσει, γιά τόν λόγο αυτό, νά ἀπορριφθεί.
ΙΙ — 'Επί τῆς ουσίας
Ἐπί τοῦ ερωτήματος ἄν ἡ προσφυγή είναι βάσιμη, πράγμα πού καί ἡ 'Επιτροπή ἀρνείται, δέν χρειάζεται συνεπώς νά ὑπεισέλθω, παρά μόνο επικουρικώς.
Ἡ πρόσληψη τοῦ προσφεύγοντος, κατά τήν ὁποία έγινε ἡ επίμαχη κατάταξη, ἐπηκολούθησε διαγωνισμοί) — ὅπως προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως (άρθρο 29) —, τοῦ ὁποιου οι λεπτομέρειες ρυθμίζονται στό παράρτημα ΙΙΙ αὐτοῦ τοῦ κανονισμοί). Αυτή ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι βασικῆς σημασίας γιά μιά ἀξίωση ὅπως ἡ προβληθεῖσα στην παροῦσα υπόθεση, εἶναι ἀπόλυτα σαφής, καθ' ὅσον ἀνεφέρετο στην πρόσληψη βοηθών της σταδιοδρομίας Β 3 καί Β 2.
1.
Ὁ προσφεύγων ὅμως υποστηρίζει — καί αυτό ἀποτελεί ἕνα ἀπό τά κύρια επιχειρήματα, μέ τά όποια επιδιώκει νά γίνει δεκτό τό αἴτημά του — ὅτι στήν πραγματικότητα ἡ υπαγωγή τῆς περιγραφείσης θέσεως στην σταδιοδρομία πού προεβλέπετο ἦτο εσφαλμένη. Ἀπό πολλά στοιχεία συνάγεται ὅτι υπήρχε πράγματι πρόθεση γιά κατάταξη σέ βαθμό Β 1. Τό σπουδαιότερο στοιχείο εἶναι ἡ περιγραφή τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων, ιδίως τό γεγονός ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἀνεφέρετο ή επεξεργασία καί ἡ εφαρμογή προγραμμάτων, ὅπως ἀκριβώς — γιά τήν σταδιοδρομία Β 1 — συμβαίνει καί στην περιγραφή τῶν θέσεων πού καλύπτονται ἀπό τίς πιστώσεις λειτουργίας, τήν ὁποία εξέδωσε ἡ 'Επιτροπή τό 1972. Παράλληλα, έχει σημασία τό ελάχιστο όριο ηλικίας πού ὅριζε ἡ προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοί), τό οποίο ἀνεφέρετο σέ μακρά ἐπαγγελματική πεῖρα ὡς προγραμματιστοῦ. Ἐξ άλλου, υπέρ τῆς ἀπόψεως τοῦ προσφεύγοντος συνηγορούν οἱ ἀπαιτούμενες, ἰδίως στους ἀριθμούς 3 καί 4 τοῦ τμήματος ΙΙΙ τῆς προκηρύξεως, γνώσεις.
Κατά τήν γνώμη μου, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτή, οὔτε αυτή ἡ άποψη τοῦ προσφεύγοντος.
Πρέπει νά λεχθεί ευθύς ἐξ ἀρχής ὅτι ἡ επιδίωξη διορθώσεως τῆς κατατάξεως μέσω τροποποιήσεως τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμού πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς άκρως ἀμφισβητήσιμη. Ἄν θεωρηθεί ὅτι πράγματι έγινε προκήρυξη θέσεως Β 1 — σέ ἀντίθεση μέ τήν ρητή δήλωση, πού περιείχετο στην προκήρυξη διαγωνισμοί) —, αυτό δέν ήταν δυνατόν νά γίνει ἀμέσως ἀντιληπτό, γι' αυτό δέ καί δέν υπεβλήθησαν υποψηφιότητες γι' αυτήν τήν θέση γενικώς. Αυτό σημαίνει — μέ άλλα λόγια — ὅτι ὁ διαγωνισμός ἐνοθεύθη. Ἄν ὁ διαγωνισμός διεξήγετο κανονικά, μέ σαφή προκήρυξη γιά θέση Β 1, δέν είναι καθόλου βέβαιο ὅτι ὁ προσφεύγων θά εἶχε ὁπωσδήποτε επιλεγεί μεταξύ τῶν υποψηφίων, πού θά ήταν τότε ἀναμφιβόλως διαφορετικοί. 'Εάν γίνει δεκτή ἡ άποψη τοῦ προσφεύγοντος, θά ἦτο συνεπώς πιό λογικό νά κηρυχθεί άκυρος ὁ διαγωνισμός στό σύνολό του, ἀντί νά καταταγεί τώρα ὁ προσφεύγων, ὁ όποιος συμμετείχε σέ έναν διαγωνισμό πού δέν ἦτο βέβαιο ὅτι ἀφοροῦσε τήν θέση Β 1, σέ ἀνώτερο βαθμό.
Σημαντικότερη ὅμως ἀπό τόν ἀνωτέρω συλλογισμό εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοί), ἡ ὁποία έγινε μετά ἀπό προσεκτική διαδικασία καί κατόπιν γνώμης τῆς επιτροπής ἴσης εκπροσωπήσεως, πράγματι, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο αιτιάσεων, κατά τό μέρος πού προβλέπει ρητώς υπαγωγή τῆς θέσεως στην σταδιοδρομία Β 3/Β 2.
Ἄν κατ' ἀρχάς περιορισθοῦμε στην περιγραφή τῶν καθηκόντων τοῦ 1972, πού επικαλείται ὁ προσφεύγων, ἡ ὁποία, πράγματι — μαζί μέ τόν τίτλο τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ — ἀποτελεί τό σημαντικότερο κριτήριο, εἶναι ουσιώδες ὅτι βάσει αυτής τῆς περιγραφής ἡ σταδιοδρομία Β 2/Β 3 — καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω — χαρακτηρίζεται ἀπό «τήν εκτέλεση δύσκόλων καί περίπλόκων εργασιών κατόπιν γενικών ὁδηγιών». Σ' αυτόν τόν χαρακτηρισμό ἀντιστοιχεί, σχεδόν κατά λέξη, τό πρώτο μέρος τῆς περιγραφής τῶν καθηκόντων τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοί), τό όποιο ἀναφέρεται σέ «δύσκολες καί περίπλοκες εργασίες» πού ἐκτελοῦνται«κατόπιν γενικών ὁδηγιών» — καί αυτό, ἀντίθετα ἀπ' ὅ,τι υποστηρίζει ὁ προσφεύγων, άφορα, ὄχι μόνον τους διοικητικούς, ἀλλά καί τους τεχνικούς υπαλλήλους. "Αν παράλληλα στό δεύτερο μέρος τῆς ανωτέρω περιγραφῆς ἀναφέρεται καί «ή επεξεργασία καί ἡ εφαρμογή προγραμμάτων γιά ὑπολογιστές τῆς τρίτης γενεᾶς», ή αναφορά στην περιγραφή τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων Β 1, στην ὁποία επίσης γίνεται λόγος γιά «επεξεργασία προγραμμάτων γιά ηλεκτρονικούς υπολογιστές» εἶναι — ὁπως ὀρθῶς ἐτόνισε ἡ Ἐπιτροπή — μόνον φαινομενική. 'Από τό ὅλο περιεχόμενο τῆς προκηρύξεως επιβάλλεται αυτό ἀκριβώς τό συμπέρασμα. Πράγματι, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι τό ἀνωτέρω μέρος τῆς φράσεως δέν ἀναφέρεται πράγματι σέ μιά θέση Β 1, τῆς ὁποίας χαρακτηριστικό είναι, σύμφωνα μέ τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων τῆς 'Επιτροπής, ἡ εκτέλεση ἰδιαιτέρως δυσκόλων καί περίπλόκων ἐργασιών κατόπιν γενικών ὁδηγιών. Δεδομένου ὅτι ἡ πρώτη παράγραφος τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ ἀναφέρεται ρητώς στην σταδιοδρομία Β 3 καί Β 2 καί, ἀκόμη, ὅτι ή περιγραφή καθηκόντων ἀναφέρεται μόνον σέ δύσκολες καί περίπλοκες ἐργασίες, τό τμήμα τῆς φράσεως πού ἀφορᾶ τά προγράμματα γιά υπολογιστές τῆς τρίτης γενεᾶς πρέπει, μᾶλλον, νά ερμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι επρόκειτο γιά μία, ἄς ποῦμε, ὄχι καθ' ὁλοκληρία επεξεργασία προγραμμάτων, δηλαδή, στην ουσία, γιά άσκηση καθηκόντων βοηθοῦ κατά τήν εκτέλεση μιας τέτοιας φύσεως εργασίας. Στό 'ίδιο συμπέρασμα ὁδηγεί ἐξ άλλου καί τό γεγονός — πού ἐδῶ ὅμως δύναται νά μή τύχει εξετάσεως — ὅτι στην περιγραφή τῶν καθηκόντων πού περιείχετο στην προκήρυξη διαγωνισμοῦ, παράλληλα μέ τήν επεξεργασία προγραμμάτων ἀναφέρεται ή προσαρμογή προγραμμάτων, ἐνῶ αυτό δέν ἀναφέρεται καί στην περιγραφή τῶν καθηκόντων γιά τήν σταδιοδρομία Β 1.
Κατά τήν γνώμη μου, ούτε τά άλλα στοιχεῖα πού ἐπικαλείται ὁ προσφεύγων είναι δυνατόν νά προκαλέσουν ἀμφιβολίες γιά τήν ὀρθότητα τοῦ χαρακτηρισμοί) τοῦ διαγωνισμοῦ ΚΟΜ/Β/106. Αυτό ισχύει μέ βεβαιότητα γιά τό ελάχιστο ὅριο ηλικίας πού ἀναφέρεται στην προκήρυξη. 'Ακόμη καί ἄν ληφθεί ως βάση — πού ὅμως δέν φαίνεται ἀναγκαίο — ὅτι 'έτσι ἀνεφέρετο σέ ὁρισμένη επαγγελματική πείρα στόν τομέα τῆς επεξεργασίας δεδομένων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, αυτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἐπρόκειτο γιά προγραμματιστή μέ πείρα ἀπαιτούμενη γιά τήν σταδιοδρομία Β 1. Πρέπει μᾶλλον νά γίνει δεκτό τό ἀντίθετο, επειδή, κατά τήν «ἀπόφαση περί τῶν κριτηρίων πού εφαρμόζονται κατά τήν πρόσληψη, ὅσον άφορᾶ τους διορισμούς σέ βαθμούς καί τήν κατάταξη σέ κλιμάκια» — ἡ ὁποία εδόθη στόν προσφεύγοντα μαζί μέ τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς πρώτης ενστάσεως του καί ἔχει επισυναφθεί στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς προσφυγής — Ισχύει ὡς προϋπόθεση γιά τήν κατάταξη στον βαθμό Β 1 επαγγελματική πείρα 14 ετών, τήν ὁποία ένας υποψήφιος ηλικίας 28 ετών πού εἶναι τό κατώτατο ὅριο, εἶναι δύσκολο νά πληροῖ στόν τομέα, πού ενδιαφέρει ἐν προκειμένω. Τό ἴδιο Ισχύει καί γιά τίς γνώσεις πού, κατά τήν προκήρυξη, ἀπαιτοῦντο γιά τίς προς πλήρωση θέσεις. Ἀκόμη καί ἄν ἐγένετο δεκτό ὅτι δέν διαφέρουν καθόλου ἀπό τίς γνώσεις πού ἀπητοῦντο γιά τήν σταδιοδρομία Β 1 — ζήτημα πού ἐδῶ δέν είναι ἀναγκαίο νά εξετασθεί λεπτομερώς — αυτό δέν ἀρκεῖ γιά νά γίνει δεκτό ὅτι θά έπρεπε, πράγματι, νά γίνει προκήρυξη θέσεως Β 1. Μιά τέτοια ὁμοιότητα μεταξύ τῶν γνώσεων πού ἀπαιτοῦνται γιά θέσεις διαφορετικοί) βαθμοί) δέν έχει τίποτα τό ἀσύνηθες. Όσον άφορᾶ τήν παροῦσα υπόθεση, αυτή ἡ ὁμοιότητα σημαίνει ἁπλώς ὅτι οἱ ἐν λόγω γνώσεις δέν πρόκειται νά χρησιμοποιηθούν κατά τήν εκτέλεση ιδιαιτέρως δύσκόλων εργασιών (Β 1), άλλά μόνον κατά τήν εκτέλεση δύσκόλων εργασιών μέσα στό πλαίσιο τῆς σταδιοδρομίας Β 3/Β 2, ὅπου ἐπίσης χρειάζονται, παρ' ὅλο πού πρόκειται μόνον γιά άσκηση καθηκόντων βοηθού.
2.
Ἐπειδή, συνεπῶς, τό κύριο επιχείρημα τοῦ προσφεύγοντος, ὅτι στην πραγματικότητα ἡ προκήρυξη ἀφορούσε μία θέση Β 1, δέν εἶναι πειστικό, πρέπει ἐν συνεχεία νά εξετασθεί, ἄν οἱ άλλοι ἰσχυρισμοί του θά ήταν δυνατό νά στηρίξουν την ἀξίωση τοῦ νά καταταγεί στον βαθμό Β 1.
Κάτι τέτοιο δέν ευσταθεί ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι στην επιστολή τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1974, μέ τήν ὁποία έγινε πρόταση προσλήψεως στον προσφεύγοντα, ἐχρησιμοποιήθη ὁ ὅρος «προγραμματιστής», ὁ όποιος ἀπαντᾶται καί στην περιγραφή των καθηκόντων γιά τήν σταδιοδρομία Β 1 τῆς Ἐπιτροπῆς. Είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι μιά τέτοια συνοπτική περιγραφή καθηκόντων, πού περιέχεται σέ μιά διοικητική ἀνακοίνωση, δέν δύναται νά έχει ἀποφασιστική σημασία, ἄν μάλιστα ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ὁ ἀναφερθείς ὅρος δέν ἀπαντᾶται ούτε στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμού οὔτε στην ἀπόφαση περί διορισμού καί ὅτι ἐπί πλέον ἡ ἴδια επιστολή της διοικήσεως ἀνεφέρετο ρητώς στην θέση «βοηθοῦ» διοικήσεως καί σέ κατάταξη σέ θέση Β 3/1.
Περαιτέρω, εἶναι ἀνεξήγητο, μέ ποιό τρόπο ή ἀναφορά τοῦ προσφεύγοντος σέ δύο άλλους διαγωνισμούς (ΚΟΜ/Β/135 καί ΚΟΜ/Β/137) θά ἦτο δυνατόν νά συμβάλει στην κρίση τῆς παρούσης υποθέσεως. Ό δεύτερος ἀπό τους ἀναφερθέντες διαγωνισμούς ταυτίζεται πράγματι μέ τόν διαγωνισμό πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς παρούσης διαδικασίας. Στον διαγωνισμό ΚΟΜ/Β/135 ὅμως δέν επρόκειτο γιά «βοηθούς προγραμματιστές» τῆς σταδιοδρομίας Β 2/Β 3, ἀλλα γιά τήν πλήρωση θέσεων τῆς σταδιοδρομίας Β 4/Β 5. Γιά τόν λόγο αυτό, ή ἀνωτέρω προκήρυξη διαγωνισμοῦ δέν ἀνεφέρετο στην εκτέλεση δυσκόλων καί περίπλοκων εργασιῶν καί σέ καθήκοντα βοηθοῦ προγραμματιστοῦ, ἀλλά μόνο στην εκτέλεση, ὑπό επίβλεψη, τρεχουσῶν εργασιῶν καί στην συμμετοχή στην επεξεργασία καί τήν προσαρμογή προγραμμάτων.
Τέλος, ἡ αξίωση τοῦ προσφεύγοντος δέν είναι δυνατόν νά στηριχθεί στην δραστηριότητα, πού — ὅπως ισχυρίζεται — πράγματι ἀσκούσε ἀπό τῆς ἀναλήψεως των καθηκόντων του, οὔτε στίς εκθέσεις βαθμολογήσεως πού συνετάχθησαν γιά τόν προσφεύγοντα, βάσει τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στίς ὁποίες τά καθήκοντά του ἐχαρακτηρίζοντο μέ τόν ὅρο «προγραμματιστής» καί στίς ὁποίες ὑπήρχε ἡ επεξήγηση ὅτι ἦτο επιφορτισμένος μέ εργασίες αναλύσεως καί ὅτι συντόνιζε εργασίες ἀναλύσεως καί προγραμματισμού. Πράγματι, οἱ κατά τό άρθρο 43 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως χαρακτηρισμοί καί οἱ εκτιμήσεις πού περιέχονται στίς ἐκθέσεις βαθμολογήσεως, πού προέρχονται ἀπό τους προϊσταμένους τοῦ προσφεύγοντος, δέν είναι βεβαίως δυνατόν αυτές καθ' εαυτές νά στηρίξουν κατάταξη διαφορετική ἀπ' αυτήν πού έγινε μέ τήν ἀπόφαση τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής. Ὅσον άφορᾶ ὅμως τά καθήκοντα, πού ὁ προσφεύγων Ισχυρίζεται ὅτι πράγματι ἀσκοῦσε, ἡ Ἐπιτροπή ἀμφισβήτησε κατηγορηματικώς ὅτι ὁ προσφεύγων ἐκτελοῦσε εργασίες, πού ἀντιστοιχοῦν στην σταδιοδρομία Β 1. Βεβαίως, κατά τήν νομολογία (πρβλ. πχ. τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 189/73, Gijsbertus van Reenen κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 19ης Μαρτίου 1975, Slg. 1975, σ. 445) ένα τέτοιο γεγονός θά ήταν δυνατό, ἐν πάση περιπτώσει, νά έχει σημασία γιά μιά προαγωγή, ἀλλά ὄχι νά στηρίξει ἀξίωση γιά διόρθωση τῆς κατατάξεως. Δέν είναι δυνατόν νά γίνει διαφορετικά, γιατί ἀλλιώς θά ήταν εύκολο νά καταστρατηγούνται οἱ διατάξεις περί διεξαγωγῆς διαγωνισμών καί νά καταστοῦν άνευ περιεχομένου οἱ ἐξουσίες τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής.
Κατόπιν αὐτοῦ δέν εἶναι ἀναγκαίο νά εξετασθούν οἱ Ισχυρισμοί πού ἀφοροῦν τίς προσπάθειες τῆς Ἐπιτροπῆς νά τροποποιήσει τήν περιγραφή τῶν θέσεων πού καλύπτονται ἀπό τίς πιστώσεις λειτουργίας ώστε νά συμπίπτουν μέ τήν περιγραφή καθηκόντων πού ισχύει γιά τίς ἀντίστοιχες θέσεις πού καλύπτονται ἀπό τίς πιστώσεις ἐρεύνης — προφανώς, εἶναι άνευ σημασίας γιά τήν παρούσα υπόθεση, επειδή ουσιαστικῶς πρόκειται γιά τήν πρόβλεψη θέσεων Β 4/Β 5 καί ὡς πρός τόν τομέα τῆς επεξεργασίας δεδομένων ἀπό υπολογιστές, πού καλύπτεται ἀπό τίς πιστώσεις λειτουργίας. 'Αντιθέτως, επιβάλλεται, ὡς συμπέρασμα, ή διαπίστωση ὅτι ἡ προσφυγή δέν δύναται ούτε κατ' ουσία νά θεωρηθεί ὡς βάσιμη, καί μάλιστα ούτε ὅσον άφορᾶ τήν κατάταξη κατά τήν πρόσληψη, ούτε ὅσον άφορᾶ τήν ἀξίωση περί συμπληρωματικής καταβολής ποσού ἴσου πρός τήν διαφορά μεταξύ τῶν ἀποδοχών ἀπό τήν κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος καί τῶν ἀποδοχών ἀπό τήν κατάταξη του στόν βαθμό Β 1.
ΙΙΙ —
Προτείνω, επομένως, νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή, κατά κύριο λόγο, ὡς αἀαράδεκτη, καί επικουρικῶς ὡς ἀνέρειστη, τά δέ δικαστικά ἔξοδα νά επιδικασθοῦν βάσει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy