ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ υπηρεσία μεσοπρόθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων τῆς Επιτροπής υπάγεται στην Γενική Διεύθυνση ΙΧ «Προσωπικό καί διοίκηση». Κατά τήν ὑπό εξέταση περίοδο, ἡ ἐν λόγω γενική διεύθυνση συμπεριελάμβανε πέντε διευθύνσεις στίς Βρυξέλλες καί μία στό Λουξεμβούργο. Μία ἀπό τίς διευθύνσεις τῶν Βρυξελλῶν, ή «Μετάφραση, τεκμηρίωση, ἀναπαραγωγή καί βιβλιοθήκη» περιελάμβανε τήν περίοδο εκείνη ένδεκα τμήματα, επτά ἀπό τά όποια ἠσχολοῦντο μέ τήν μετάφραση : υπήρχε ένα τμήμα πού ἠσχολεῖτο μέ γενικά μεταφραστικά θέματα καί ἕνα γιά κάθε μία ἀπό τίς επίσημες γλώσσες. Ή διεύθυνση τοῦ Λουξεμβούργου ἀπετελεῖτο ἀπό επτά τμήματα μεταξύ τῶν ὑποίων καί ἡ υπηρεσία μεσοπροθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων. Τό τμήμα αυτό ἀπετελεῖτο ἀπό ὀκτώ γραφεία, ένα γιά κάθε επίσημη γλώσσα, ένα πού ἠσχολεῖτο μέ γενικές υποθέσεις καί προγραμματισμό καί ένα μέ θέματα ὁρολογίας.
Στην προκειμένη δίκη, πέντε ἀπό τους προϊσταμένους τῶν ἐν λόγω γραφείων προσάπτουν στην Ἐπιτροπή ὅτι ἀπέρριψε σιωπηρῶς τήν αἴτησή τους περί ἀναδιαρθρώσεως τῆς υπηρεσίας τῆς μεσοπρόθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων, μέ τήν ὁποία ἀπεσκοπεῖτο ἡ μετατροπή τῶν υφισταμένων γραφείων σέ τμήματα, ὅπως εκείνα πού υπάρχουν στίς Βρυξέλλες καί κατά συνέπεια ὁ διορισμός τοῦ ἀρχαιοτέρου ὡς προϊσταμένου τμήματος ἀντί προϊσταμένου γραφείου. Ή διαφορά χρονολογείται ἀπό μακρού.
Ἀπό τόν Ίούνιο τοῦ 1973, οἱ προϊστάμενοι τῶν γραφείων τοῦ Λουξεμβούργου ἀπηύθυναν στόν τότε πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπής Ortoli επιστολή, μέ τήν ὁποία υπεστήριζαν ὅτι ἐτύγχανον δυσμενεστέρας μεταχειρίσεως έναντι τῶν συναδέλφων τους τῶν Βρυξελλών καί τοῦ Κοινοβουλίου πού ήσαν προϊστάμενοι τμήματος μέ τόν βαθμό L/A 3. Ζητοῦσαν επομένως τήν μετατροπή καί τῶν δικών τους θέσεων. Ό πρόεδρος Ortoli ἀπήντησε ὅτι, ἄν καί ἡ κατάταξη τῶν προϊσταμένων τῶν ἐν λόγω γραφείων ἀνταποκρίνεται στην φύση τῆς εργασίας καί εκφράζει τήν τρέχουσα ὀργάνωση καί τίς ἀνάγκες τῆς υπηρεσίας στό Λουξεμβοῦργο, ἡ Ἐπιτροπή ἀντιμετώπιζε τό ενδεχόμενο ἀναθεωρήσεως τῆς διαρθρώσεως της υπηρεσίας μεσοπρόθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων λόγω πιθανής αυξήσεως τοῦ ὄγκου εργασίας, καθώς καί τό ενδεχόμενο νά ζητήσει, στό πλαίσιο τοῦ σχεδίου προϋπολογισμοῦ γιά τό 1975, σχετικές πιστώσεις γιά τήν επίλυση τοῦ προβλήματος. Οἱ προϊστάμενοι τῶν ἐν λόγω γραφείων, καθώς καί οἱ διάδοχοι τους ἀντήλλαξαν επιστολές ὑπό τό αυτό πνεῦμα μέ τόν πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῶν ετών 1973 καί 1974.
Τό 1974 καί 1975, δύο μέλη τοῦ Εὐρω-παϊκοῦ Κοινοβουλίου υπέβαλαν πρός τήν Ἐπιτροπή γραπτές ερωτήσεις ἐπί τοῦ θέματος: βλ. PQ 19/74 τῆς 20ής Μαρτίου 1974, OJ 1974 C 61/24, PQ 189/74 τῆς 21ης Ίουνίου 1974, OJ 1974 C 113/44, καί PQ 614/74 τῆς 10ης Ίανουαρίου 1975, OJ 1975 C 86/24. Μέ τίς ἀπαντήσεις της, μάλιστα δέ μέ τήν τελευταία, ἡ Ἐπιτροπή ἐπεβεβαίωσε τήν πρόθεσή τῆς νά προβεί στην βαθμιαία ἀναδιοργάνωση τῆς υπηρεσίας μεσοπρόθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων, μετατρέποντας τά γραφεία σέ τμήματα καί ἐτόνισε ὅτι στόν προϋπολογισμό γιά τό έτος 1975 προεβλέποντο δύο θέσεις στον βαθμό L/A 3.
Οἱ ἐν λόγω θέσεις εδόθησαν σέ δύο ἀπό τους προϊσταμένους γραφείων στό Λουξεμβοῦργο, οἱ όποιοι κατέστησαν σύμβουλοι. Σέ απάντηση επιστολῆς τῶν επτά προϊσταμένων τῶν ἐν λόγω γραφείων, μέ τήν ὁποία ἐξεφράζετο ἡ λύπη γιά τό γεγονός ὅτι οἱ διορισθέντες στίς νέες θέσεις δέν διωρίσθησαν ὡς διευθυντές, ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπής διευκρίνισε μέ τήν επιστολή του της 19ης Νοεμβρίου 1975 ὅτι ἡ ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία κατέστησαν σύμβουλοι οἱ ἀνωτέρω δύο προϊστάμενοι γραφείων, ἐδικαιολογεῖτο ἀποκλειστικώς καί μόνο ἀπό τήν ἀνάγκη νά διατηρηθεί ἀνέπαφη ή ὁμοιογενής διοικητική διάρθρωση τῆς υπηρεσίας τοῦ Λουξεμβούργου. Ό πρόεδρος ἀνέφερε ὅτι ἡ Ἐπιτροπή εμμένει στό σχέδιο σταδιακής ἀναδιαρθρώσεως τῆς υπηρεσίας μεσοπροθεσμων καί μακροπροθέσμων μεταφράσεων.
Τήν 12η Ίουλίου 1978, λίγο μετά τήν έναρξη ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 912/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Μαΐου 1978, περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, OJ 1978 L 119/1, οἱ προϊστάμενοι γραφείων τοῦ Λουξεμβούργου (ὀκτώ τόν ἀριθμό) ἔγραψαν καί πάλι στον πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπής, ισχυριζόμενοι ὅτι θά ήταν φυσικό καί λογικό νά καταταγοῦν στον βαθμό L/A 3, δεδομένου ὅτι ὁ βαθμός L/A 4 πού είχαν κατέστη L/A 5/4, γεγονός πού εθεωρείτο ὡς υποβιβασμός. Ἐτόνιζαν ἐπίσης ὅτι δέν ἐδικαιολογεῖτο περαιτέρω καθυστέρηση γιά τήν κατάταξη τους ὡς προϊσταμένων τμημάτων. Ή Ἐπιτροπή ἐπρωτοκόλλησε τήν ἐν λόγω επιστολή ὡς αἴτηση, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, χωρίς όμως νά δώσει ἀπάντηση σέ εκείνη τήν φάση. Τήν 12η Μαρτίου 1979, οἱ προϊστάμενοι γραφείων ἔγραψαν ἐκ νέου στόν πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπής, επαναλαμβάνοντας κατ' οὐσίαν τήν ἐπιστολή τους τῆς 12ης Ίουλίου 1978, επικαλούμενοι ἐπί πλέον τήν φορά αυτή τό γεγονός ὅτι στην Ἐπιτροπή υπήρχε μικρότερη ἀναλογία υπαλλήλων, μέ τόν βαθμό L/A3 ἀπό εκείνη πού υπήρχε στά άλλα όργανα τῆς Κοινότητος. Τρεις μήνες ἀργότερα δέν είχαν ἀκόμη λάβει ἀπάντηση σέ καμμία ἀπό τίς ἐν λόγω επιστολές.
Κατά συνέπεια, τήν 21η Ίουνίου 1979, κάθε ένας ἀπό τους πέντε αἰτοῦντες ἀπηύθηνε προς τήν Ἐπιτροπή ἀτομικῶς ἐπιστολή μέ τόν τίτλο «Demande au titre de l'article 90 (1) du statut», μέ τήν ὁποία ἐζήτει ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά λάβει ὅλα τά ἀναγκαία διοικητικά μέτρα καθώς καί μέτρα ἀναφερόμενα στόν προϋπολογισμό γιά τήν μετατροπή τῆς θέσεως του (της) σέ θέση προϊσταμένου τμήματος μέ τόν βαθμό L/A3. Τήν 31η Ίουλίου 1979, ὁ Tugendhat, μέλος τῆς Ἐπιτροπής, ἀπήντησε στην επιστολή της 12ης Ίουλίου 1978, ἀναφέροντας ὅτι στό σχέδιο προϋπολογισμοῦ γιά τό έτος 1980 ἡ Ἐπιτροπή είχε ζητήσει πιστώσεις πού, ἄν ἐδίδοντο, θά τῆς επέτρεπαν νά διορίσει έναν βοηθό γενικό διευθυντή γιά τήν Γενική Διεύθυνση ΙΧ τοῦ Λουξεμβούργου. Τό γεγονός αυτό θά επέτρεπε ἀκολούθως τήν ἀναθεώρηση τῆς διαρθρώσεως τῆς Γενικής Διευθύνσεως, στό πλαίσιο τοῦ προϋπολογισμοῦ γιά τό 1981. Ἡ ἐπιστολή πάντως δέν περιελάμβανε καμμία συγκεκριμένη υπόσχεση.
Κατόπιν τούτου, οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν στίς 17 Ίουνίου 1980 ενστάσεις, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἐπειδή δέν εδόθη ἀπάντηση ἐπί τῶν ενστάσεων τους, ἤσκησαν στίς 16 Αυγούστου 1980 τίς προσφυγές τους, δυνάμει τοῦ άρθρου 91 παράγραφος 3.
Ἡ Ἐπιτροπή υποστηρίζει ὅτι οι ἐν λόγω προσφυγές εἶναι ἀπαράδεκτες. Ίσχυρίζεται ὅτι ἡ επιστολή πού έφερε ημερομηνία 12 Ίουλίου 1978 ἐπεῖχε θέση αιτήσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ὅτι ἐπρωτοκολλήθη ὡς τοιαύτη καί ἀπετέλει τό χρονικό σημείο ενάρξεως τῶν προθεσμιών πού τάσσει τό ἐν λόγω καθώς καί τό ἑπόμενο άρθρο. Σύμφωνα μέ τόν ἀνωτέρω συλλογισμό, οἱ ἀπό 21ης Ίουνίου 1979 επιστολές των αιτούντων δέν ἠδύναντο νά ἀποτελέσουν ἀφετηρία νέων προθεσμιών γιά την υποβολή ενστάσεως καί την άσκηση προσφυγῆς, ἐφ' ὅσον εἶχαν τό αυτό ἀντικείμενο μέ την προγενέστερη κοινή αίτηση.
Γίνεται πλέον δεκτό ὅτι ὁ προσφεύγων, πού παρέλειψε νά ἀμφισβητήσει τό κύρος ἀποφάσεως εντός τῶν προθεσμιῶν πού τάσσουν τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, δέν δύναται νά διορθώσει τήν παράλειψη του μέ τό απλό τέχνασμα τῆς ἀμφισβητήσεως μεταγενεστέρας επιστολής τῆς ἁρμοδίας ἀρχής πού επικυρώνει τήν προγενέστερη ἀπόφαση. Τό ερώτημα πού τίθεται στην προκειμένη υπόθεση εἶναι ἄν ή επιστολή τῆς 12ης Ίουλίου 1978 πρέπει κατά κυριολεξία νά θεωρηθεί ὡς αίτηση.
Ἐπιστολή, πού δέν χαρακτηρίζεται ὡς «demande» (ή «αίτηση») καί δέν ἀναφέρεται ρητώς στό άρθρο 90 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, δύναται νά επέχει θέση αιτήσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἀνωτέρω άρθρου, ἄν ἀποδεικνύεται σαφώς ὅτι ζητεί ρητώς ἀπό τήν ἁρμοδία ἀρχή νά λάβει συγκεκριμένη ἀπόφαση ὑπέρ τῶν κατονομαζομένων προσώπων. (Βλ. πχ. τίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 22 καί 23/60 Elz κατά Ἀνωτάτης Ἀρχής [1961] ECR 181 καί τήν υπόθεση 79/70 Müllers κατά Οικονομικής καί Κοινωνικής Ἐπιτροπής [1971] ECR 689.) Ή ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολής μεμονωμένως εἶναι δυνατόν νά στηρίξει τήν άποψη ὅτι ἀποτελεί «demande», μολονότι άφορᾶ κατ' ἀρχήν τόν βαθμό L/A 3, παρά τήν θέση τοῦ προϊσταμένου τμήματος. Κατά τήν άποψη μας, πάντως, ἡ εξέταση τῆς επιστολής μεμονωμένως ἀποτελεί ελάχιστα ρεαλιστική ἀντιμετώπιση. Πρέπει νά τήν ἀναγνώσει κανείς στό γενικότερο πλαίσιο της ἐπί μακρόν ἀνταλλαγής επιστολών μεταξύ τῶν προσφευγόντων καί τῶν διαδόχων τους ἀφ' ἑνός καί τῶν διαδοχικών προέδρων τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφ' έτερου, ἀπό τήν ὁποία ἀποδεικνύεται ὅτι οι πρώτοι είχαν ζητήσει επανειλημμένως τήν ἀναδιάρθρωση τῆς υπηρεσίας τους. Ούτως εχόντων τῶν πραγμάτων, θεωρώ ὅτι ἡ επιστολή τῆς 12ης Ίουλίου 1978 δέν ἀποτελεί αίτηση πρός τήν ἀρχή πρός λήψη σχετικής ἀποφάσεως ὑπέρ εκείνων πού υπέγραψαν τήν επιστολή κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1. Ἀποτελεί μάλλον μέρος μιας σειράς επιστολών, προορισμένων νά πείσουν τίς ἁρμόδιες ἀρχές νά προβούν σέ ὡρισμένες διαρθρωτικές ἀλλαγές στην ὀργάνωση. Κατά συνέπεια, νομίζω ὅτι ἡ ἐν λόγω προσφυγή δέν εἶναι απαράδεκτη.
Πάντως, έστω καί ἄν ἡ ἀπό 12ης Ίουλίου 1978 επιστολή συνιστά «αίτηση» κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90, τό γεγονός αυτό δέν καθίστᾶ ἀπαράδεκτη τήν προσφυγή τοῦ Stefan Bauer, λόγω τοῦ ὅτι δέν υπέγραψε τήν ἐν λόγω επιστολή. Εἶναι επομένως ἀπαραίτητο ἡ αίτηση τοῦ Bauer νά εκτιμηθεί ἐν σχέσει πρός τα δεδομένα της.
Οἱ προσφεύγοντες, λοιπόν, υποστηρίζουν, στό πλαίσιο τῆς προκειμένης δίκης, ὅτι ή Ἐπιτροπή παρέβη τίς υποχρεώσεις της ἀπέναντι τους ἐκ τοῦ λόγου ὅτι δέν προέβη στην σύσταση τμημάτων (μάλλον παρά γραφείων) τῆς Γενικής Διευθύνσεως τοῦ Λουξεμβούργου, γεγονός πού θά συνεπήγετο τουλάχιστον τό ενδεχόμενο νά διορισθοῦν προϊστάμενοι τμημάτων.
Δέχομαι ἀσυζητητί τήν διαβεβαίωση τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ επιστολές καί οἱ ἀπανήσεις στό Κοινοβούλιο πού ἐπικαλοῦνται οἱ προσφεύγοντες δέν γεννοῦν ἀφ' εαυτών ὁποιαδήποτε υποχρέωση, τήν εκτέλεση τῆς ὁποίας νά δύνανται νά ζητήσουν. Συνιστούν τό πολύ δήλωση προθέσεων ἡ (ὅπως προεβλήθη ὡς ισχυρισμός) ηθική δέσμευση νά μελετηθεί ὑπό τίς σκιαγραφηθεῖσες περιστάσεις καί, ἄν εἶναι δυνατόν, νά εφαρμοσθεί ἀναδιάρθρωση τῆς υπηρεσίας.
Ἡ υπόθεση πάντως δέν λήγει ἐδῶ. Πρός υποστήριξη τῶν προσφυγῶν τους, ὁ συνήγορος τῶν προσφευγόντων ἐπεκαλέσθη ιδίως τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί τίς γενικές ἀρχές τοῦ δικαίου. Τό γεγονός ὅτι δέν ἐπραγματοποιήθη ὅ,τι ελέχθη στίς επιστολές καί τίς ἀπαντήσεις προβάλλεται γιά νά ἀποδειχθεί ὅτι παρεβιάσθη ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καί οἱ ἀνωτέρω ἀρχές δικαίου. Τό άρθρο 5 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων προβλέπει ὅτι «οἱ υπάλληλοι πού ἀνήκουν στην ἴδια κατηγορία ἡ στον ἴδιο κλάδο υπόκεινται ἀντίστοιχα στίς ἴδιες προϋποθέσεις προσλήψεως καί εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας». Ἀρα, ἡ καθοριστική ὁμάδα εἶναι ή «κατηγορία» καί ὄχι ὁ βαθμός ἡ οἱ θέσεις εντός τοῦ ιδίου εξειδικευμένου επαγγελματικοῦ τομέως πού ἀποτελείται ἀπό υπηρεσίες καί περιλαμβάνει ένα σύνολο βαθμῶν μιᾶς ἡ περισσοτέρων κατηγοριών.
Τό ἀκριβές νόημα τῆς εκφράσεως «ἴδιες προϋποθέσεις εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας» δέν εἶναι, τουλάχιστον γιά μένα, ἀμέσως σαφές. Προφανώς, δέν σημαίνει ἴδιες προϋποθέσεις σταδιοδρομίας ἡ ἄλλως, ἐπί παραδείγματι, ὅτι στα πλαίσια μιᾶς κατηγορίας οἱ ἀποδοχές πρέπει νά εἶναι ἴδιες. Ἐν πάση περιπτώσει φαίνεται ὅτι ενέχει τήν ἀντίληψη ὅτι εκείνοι πού ἐκτελοῦν ἴδια εργασία πρέπει νά τυγχάνουν ἴσης μεταχειρίσεως, ιδίως ὅσον άφορᾶ τήν ἀρχαιότητά τους, καί ὅτι θά πρέπει νά τους προσφέρονται οἱ ἴδιες δυνατότητες προαγωγής. Τήν άποψη αυτή νομίζω ὅτι υπαγορεύει τό γαλλικό κείμενο «des conditions identiques de recrutement et de déroulement de carrière». Ἐπίσης φαίνεται ὅτι ἀναγνωρίζεται καί μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου πού εξέδωσε στην υπόθεση 102/63 Boursin κατά Ἀνωτάτης Ἀρχῆς τῆς ΕΚΑΧ (1964) ECR 691, στην σελίδα 708, ὅπού ἀναφέρεται ὅτι «ή ἀρχή τῆς αντιστοιχίας μεταξύ των ἀσκουμένων καθηκόντων καί τοῦ βαθμοῦ στην ὁποία στηρίζεται τό παράρτημα Ι τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, καθώς καί τό άρθρο 5, πού άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν καθηκόντων καί ἁρμοδιοτήτων, πού γίνεται ἀπό κάθε όργανο, έχει ὡς σκοπό ἀφ' ἑνός νά ἀποτρέπει άνιση μεταχείριση μεταξύ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων, στους ὁποίους ἀνετέθησαν νομίμως καθήκοντα παρομοιας φύσεως καί ἀφ' ἑτερου νά εξασφαλίζει τό ὅτι δέν ἀπαιτείται ἀπό υπάλληλο νά παράσχει υπηρεσίες πού δέν ἐμπίπτουν στό πλαίσιο τῶν καθοριζομένων γιά τήν σχετική θέση καθηκόντων.»
Ἀληθεύει ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4, οἱ διορισμοί ἡ οἱ προαγωγές έχουν ὡς μοναδικό ἀντικείμενο τήν πλήρωση κενής θέσεως κατά τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ἐπομένως, σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία κάποιος διορίζεται σέ συγκεκριμένη θέση, τοῦ ζητείται ὅμως νά ἀσκήσει καί ἀσκεῖ πράγματι καθήκοντα πού ἀνήκουν σέ ἀνώτερη θέση, δέν δύναται νά ὑποστηρίξει ὅτι τό γεγονός αυτό καί μόνον δικαιολογεί τήν κατάταξη του σέ ἀνώτερο βαθμό (βλ. Boursin ἔνθ. ἀνωτέρω καί υπόθεση 77/70 Prelle κατά Ἐπιτροπής [1971] ECR 561, στην σελίδα 566). Πάντως, ὁπως διαπιστώνω, δέν δίδεται ἀπάντηση στην ένσταση, δεδομένου ὅτι ἀρχικώς οἱ προσφεύγοντες δέν προέβαλαν τήν μή προαγωγή τους, άλλά τήν μή σύσταση τῶν θέσεων προϊσταμένου τμήματος.
Ἡ ἐν λόγω προβαλλόμενη παράβαση τοῦ άρθρου 5 συνδέεται στενῶς μέ έναν δεύτερο λόγο, ὅτι παραβιάζονται οἱ γενικές ἀρχές τῆς ἐπιεικείας καί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν δυσμενών διακρίσεων πού πρέπει νά διέπουν τίς σχέσεις μεταξύ τῆς Ἐπιτροπής καί τῶν υπαλλήλων της.
Δεχόμενοι ὅτι τό άρθρο 5 πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι περιλαμβάνει τά θέματα εκείνα πού ἀνεφέρθησαν ανωτέρω καί ὅτι ισχύει ἡ γενική ἀρχή, απομένει ἀκόμη τό ερώτημα ἄν εκείνοι οι υπάλληλοι των ὁποίων ἡ κατάσταση συγκρίνεται, δύνανται νά συγκριθούν. Αυτό νομίζουμε ὅτι ἀποτελεί ζήτημα, ἡ εκτίμηση τοῦ ὁποίου εναπόκειται στην Επιτροπή. Ἐξ άλλου, ὅπως ἐβεβαίωσε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Reischl στην υπόθεση 14/79 Loebisch κατά Σνμβονλίον, ECR 1979, 3679 στην σελίδα 3801: «κατ'ἀρχάς, δέν επιτρέπεται λόγω της εφαρμογής διαφορετικών κριτηρίων τό επίπεδο τῶν ἐντός ενός ὀργάνου ἀντιστοιχουσῶν σέ ὡρισμένο βαθμό θέσεων νά διαφέρει τελείως ἀπό τό επίπεδο τῶν θέσεων αυτῶν ἐντός άλλου ὀργάνου. Πάντως, είναι σαφές ὅτι «τά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ὅσον άφορᾶ τήν εσωτερική τους ὀργάνωση. Συνεπώς, δύναται νά γίνει λόγος περί άνισου μεταχειρίσεως μόνον στην περίπτωση κατά τήν ὁποία υπάλληλοι πού υπάγονται σέ διαφορετικά όργανα καί ἀσκοῦν ἴδια καθήκοντα τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως». Τά ἀνωτέρω πιστεύω ὅτι ισχύουν στην περίπτωση κατά τήν οποία οἱ ενδιαφερόμενοι εἶναι υπάλληλοι πού υπηρετοῦν σέ διαφορετικές υπηρεσίες τοῦ ιδίου ὀργάνου.
Ὅπως ἐτόνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Loebisch, σ. 3692: «κάθε όργανο είναι ἁρμόδιο γιά τό ὀργανόγραμμα του καί διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ὅσον άφορᾶ τήν ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών του». Κατ' ἀρχάς, εναπόκειται στην Ἐπιτροπή νά προσδιορίσει τίς ἀνάγκες οργανώσεως της καί νά εκτιμήσει τήν σχετική ισοτιμία τῶν θέσεων. Αυτό ἀσφαλῶς δέν σημαίνει ὅτι ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκφεύγει πλήρως τοῦ έλέγχου τοῦ Δικαστηρίου. Όπως ἀκριβῶς στην υπόθεση 61/70 Vistosi κατά Ἐπιτροπῆς, [1971], ECR σ. 542, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ ἀφαίρεση, ἀπό έναν υπάλληλο, καθηκόντων πού ἤσκει προηγουμένως εἶναι δυνατόν νά ἀποτελέσει παράβαση τῶν άρθρων 5 καί 7, καθ' ὅμοιον τρόπο νομίζω ὅτι τό Δικαστήριο δύναται νά επέμβει, ἄν υπάρχει δυνατότης νά αποδειχθεί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ενήργησε κατά τρόπον μέ τόν όποιο κανένας λογικός εργοδότης δέν θά ἐνήργει κατά τήν συνήθη πορεία τῶν πραγμάτων ὑπό τό φως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καί τῶν γενικών άρχων πού προανεφέρθησαν. Ἀπόφαση, ἡ ὁποία στηρίζεται σέ ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ή διαπνέεται ἀπό άσχετες σκέψεις, θά ἤρκει νά δικαιολογήσει τό ὅτι τό Δικαστήριο δέν έλαβε ὑπ' ὄψη τήν διακριτική ευχέρεια τῆς Ἐπιτροπής.
Ἡ ἴδια διακριτική ευχέρεια καί οἱ ἴδιες εξουσίες έλεγχου υφίστανται ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση πού ἀναφέρεται στόν ἀριθμό τῶν υπαλλήλων πού πρέπει νά διορισθούν μέ συγκεκριμένο βαθμό (στην προκειμένη περίπτωση L/A3) ἐντός τῶν διαφόρων ὀργάνων.
Ὅσον άφορᾶ τήν προκειμένη υπόθεση, ή ἔννοια τῆς στάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἀρχικώς συνίστατο στό γεγονός ὅτι οἱ σχετικές ρυθμίσεις γιά τό Λουξεμβοῦργο ήταν ὀρθές ἐν σχέσει πρός τίς υφιστάμενες ἐκεῖ συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων τοῦ όγκου εργασίας καί τοῦ ἀριθμοῦ τῶν υπηρετούντων υπαλλήλων. Ή ἀναδιάρθρωση πού προετάθη ἀφοροῦσε τίς μελλοντικές ἀνάγκες καί εξελίξεις. Ἡ Ἐπιτροπή ισχυρίζεται ἀκόμη, τόσο μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις της, ὅσο καί κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, ὅτι υφίστανται διαφορές μεταξύ εκτάσεως τῆς ὀργανώσεως καί τοῦ όγκου εργασίας μεταξύ Βρυξελλών καί Λουξεμβούργου, γεγονός πού δικαιολογεί τήν διάκριση όσον άφορᾶ τήν διάρθρωση, έστω καί ἄν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς εργασίας εἶναι τῆς αυτής φύσεως καί ἀπαιτεί τόν αυτό βαθμό ευθύνης.
Κατά τήν άποψη μου, τό μέγεθος τῆς μονάδος εἶναι δυνατόν, ὡς νομικό ζήτημα, νά ἀποτελεί σημαντικό παράγοντα πού ή Ἐπιτροπή ὀφείλει νά λάβει ὑπ' ὄψη γιά νά καταλήξει στην ἀπόφαση της. Ό διοικητής μιᾶς μεραρχίας ευρίσκεται σέ διαφορετικό επίπεδο ἀπό τόν διοικητή μιᾶς ταξιαρχίας, έστω καί ἄν εἶναι ἀμφότεροι διοικητές. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στην Ἐπιτροπή νά εκτιμήσει τίς ἀνάγκες της, καθώς καί τίς προτάσεις πού εἶναι σέ θέση νά κάνει ἐν ὄψει τῶν περιορισμῶν τοῦ προϋπολογισμοί). Δέν νομίζω ὅτι τό γεγονός ότι ή Ἐπιτροπή είχε κοινοποιήσει τήν πρόθεση της νά προβεί στην σύσταση τῶν θέσεων τῶν προϊσταμένων τμήματος στό μέλλον, στό μέτρο πού θά τό ἐπέτρεπαν οἱ πιστώσεις, ἀποδεικνύει κατ' ἀνάγκην ὅτι παραβιάζεται ἐδῶ τό άρθρο 5. Τό ὅτι ενδεχομένη μεταβολή τῆς εκτάσεως καί τοῦ ὄγκου εργασίας τῆς υπηρεσίας στό μέλλον θά ήταν δυνατόν νά επιφέρει ἀλλαγή στην προκειμένη περίπτωση, δέν εἶναι ζήτημα πού εμπίπτει στην ἁρμοδιότητα τοῦ Δικαστηρίου.
Ὑπεστηρίχθη περαιτέρω ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρεβίασε τήν ἴδια τήν ἀπόφαση τῆς τῆς 4ης Μαΐου 1978 μέ τήν ὁποία ἐτροποποιήθη ὁ καθορισμός τῶν καθηκόντων των υπαλλήλων πού ἀναφέρεται στό παράρτημα Ι τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ή ουσία τοῦ λόγου αὐτοῦ, ὁπως τόν ἀντιλαμβάνομαι, συνίσταται στό ὅτι οἱ προσφεύγοντες πού διωρίσθησαν ὡς σύμβουλοι μέ τόν βαθμό L/A 3 ἐξακολουθοῦν στην πραγματικότητα νά ἐκτελοῦν χρέη προϊσταμένων γραφείων μέ τόν βαθμό L/A4, ἐνῶ ἡ ἀπόφαση της 4ης Μαΐου 1978 καθορίζει ὅτι οἱ σύμβουλοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι μέ υψηλά προσόντα, καλούμενοι νά παράσχουν συμβουλές ἐπί μεταφραστικῶν προβλημάτων ή νά ἀναλάβουν ειδικά καθήκοντα ὑπό τόν έλεγχο ενός γενικοῦ διευθυντοῦ ἤ διευθυντού. Δέν νομίζω ὅτι τό επιχείρημα αυτό είναι ακλόνητο. Οἱ τρεις προσφεύγοντες, πού προήχθησαν σέ συμβούλους μέ τόν βαθμό L/A 3, δύνανται πράγματι νά ἐκτελοῦν μέ τόν βαθμό L/A4 τά καθήκοντα των προϊσταμένων γραφείων, ὅπως περιγράφονται στην ἀπόφαση. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει, δυσχερώς δύναται νά λεχθεί ὅτι υπέστησαν ζημία, ἀφ' ὅτου προήχθησαν στά καθήκοντα τοῦ συμβούλου. Οἱ λοιποί προσφεύγοντες δέν ισχυρίζονται ὅτι ἡ ἀπόφαση καθορίζει τά καθήκοντα τους μέ ἀσάφεια.
Τελικώς, ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση ήταν ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τό όποιο διαλαμβάνει περί τοῦ καθήκοντος ἀρωγής πού ἡ Ἐπιτροπή έχει πρός τους υπαλλήλους της σέ περίπτωση προσβολών κατά τοῦ προσώπου ἡ τῆς φήμης τους, στίς όποιες ἐκτίθενται κατά τήν ενάσκηση τῶν καθηκόντων τους. Ή προστασία πού προβλέπει τό ἐν λόγω άρθρο άφορα πράξεις τρίτων: ὑπόθεση 116/78 Bellitani κατά Ἐπιτροπῆς, [1979] ECR 1585 στην σελίδα 1600. Ή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου έγινε κατά τρόπον πού επεκτείνει τήν προστασία καί στίς προσβολές πού προέρχονται ἀπό υπάλληλο καί στρέφονται ἐναντίον άλλου υπαλλήλου υπόθεση· 18/78, V. κατά Ἐπιτροπής, [1979] ECR 2093 στην σελίδα 2102. Πάντως, κατά τήν άποψη μου, δέν επιβάλλεται στην Ἐπιτροπή ἡ υποχρέωση νά προστατεύει τους υπαλλήλους τῆς ἀπό αυτήν τήν ἴδια. Στην υπόθεση 115/76, Leonardini κατά Ἐπιτροπής [1978] ECR 735 στίς σελίδες 745-746, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τό άρθρο 24 δέν τυγχάνει εφαρμογής σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὑφίσταται ἀσυνήθης καί υπερβολική καθυστέρηση, ὀφειλομένη στην ἀμέλεια τῆς Ἐπιτροπῆς νά ἀσχοληθεί μέ ένσταση τοῦ προσφεύγοντος σχετικά μέ κάποιο ἀτύχημα. Κατά τήν άποψη μας, ή επίκληση τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου εἶναι ἀλυσιτελής στην προκειμένη υπόθεση.
Ἡ ἀπογοήτευση εκείνων (μερικοί ἀπό τους ὁποίους εἶναι πλέον συνταξιούχοι) πού είχαν ελπίσει σέ ἀναδιάρθρωση, σύμφωνα μέ τίς επιστολές καί τίς ἀπαντησες στό Κοινοβούλιο, γίνεται εύκολα ἀντιληπτή μετά τήν πάροδο αυτής τῆς πολύ μακρᾶς προθεσμίας, πλην ὅμως οἱ προσφεύγοντες (οἱ όποιοι, κατ' ἐμέ, φέρουν τό σχετικό βάρος) δέν μέ έπεισαν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρέβη ἐν προκειμένω υποχρέωση της, κατά τρόπο πού νά ἐπιτρέπει στό Δικαστήριο νά ἐπέμβη.
Γιά τούς ἀνωτέρω λόγους, νομίζω ὅτι οἱ προσφυγές εἶναι μέν τύποις δεκτές, πλην ὅμως πρέπει νά ἀπορριφθούν. Σύμφωνα μέ τά ἄρθρα 69 παράγραφος 2 καί 70 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας, κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy