ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ προτάσεις αυτές ἀφορούν τρεις προδικαστικές υποθέσεις, οι όποιες συνεκδικάσθησαν κατά την συνεδρίαση τῆς 24ης παρελθόντος Ἰουνίου καί τῶν ὁποίων τό κοινό σημεῖο συνίστατο στό γεγονός ὅτι θέτουν τό ζήτημα του κύρους τῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως περί ἁλιείας πού εφαρμόζεται ἐπί ισπανικῶν πλοίων ὑπό τό φως ὡρισμένων προγενεστέρων διεθνῶν δεσμεύσεων. Πρέπει πάντως νά διευκρινισθεί ὅτι οἱ συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 180/80 Crujeiras Tomé κατά (Procureur de la République Française) καί 266/80 (Procureur de la République Française κατά Yurrita) ἀφορούν εκκρεμείς ποινικές δίκες κατά ισπανών αλιέων πού ἁλίευσαν ἄνευ ἀδείας ἐντός της λεγομένης ἀποκλειστικής οικονομικής ζώνης τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἤτοι εντός τῆς θαλασσιας ζώνης πού περιλαμβάνεται μεταξύ 12 καί 200 μιλίων ἀπό τίς ἀκτές του ἐν λόγω Κράτους μέλους, ἐνῶ ή ὑπόθεση 181/80 (Procureur Général του Cour d'appal τοῦ Pau καί λοιποί κατά Arbelaiz-Emazabel) άφορᾶ τήν δίκη πού εκκρεμεί κατά ἁλιέως, ἐπίσης 'Ισπανού, κατηγορουμένου ὅτι ἁλίευσε άνευ ἀδείας ἐντός τῆς γαλλικής αιγιαλίτιδος ζώνης στην περιοχή μεταξύ 6 καί 12 μιλίων ἀπό τήν ἀκτή. Όπως θά ιδούμε, ἡ ἐν λόγω διαφορά έχει σημασία ἐξ ἀπόψεως περιεχομένου τῶν προγενεστέρων διεθνών δεσμεύσεων πού πρόκειται νά ληφθούν ὑπ' όψη. Ὑπενθυμίζουμε ἐπί πλέον ὅτι τό Δικαστήριο εἶχε ήδη τήν ευκαιρία νά ἀσχοληθεί μέ ἀνάλογο ζήτημα, ὅπως αυτό πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῶν συνεκδικαζομένων υποθέσεων 180/80 καί 266/80 στην ἀπόφαση πού ἐξέδωσε στίς 14 'Οκτωβρίου 1980 ἐπί της υποθέσεως 812/79, Burgoa, τήν ὁποία θά έχουμε τήν ευκαιρία νά ἀναφέρουμε συχνά.
Όσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά, θά περιορισθούμε νά προσθέσουμε λίγες λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Crujetras Tomé, ἡ αλιεία γιά τήν ὁποία δέν εἶχε δοθεί άδεια έγινε στίς 16 Σεπτεμβρίου 1978. Ή ποινική δίκη εκρίθη κατ' ουσία σέ δύο βαθμούς, καί στίς δύο περιπτώσεις εἰς βάρος του κατηγορουμένου (ενώπιον του Tribunal de grande instance του Lorient καί του Cour d'appel τῆς Rennes) τό προδικαστικό ερώτημα υπεβλήθη ἀπό τό Cour de cassation τῆς Γαλλίας, μέ ἀπόφαση του της 7ης 'Ιουλίου 1980. Στην υπόθεση Yurrita, ημερομηνία τῆς ἀπαγορευομένης πράξεως ἁλιείας εἶναι ἡ 17η 'Οκτωβρίου 1980 καί τό δικαστήριο ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκκρεμεί ή ποινική δίκη εἶναι τό Tribunal de grande instance τῆς Saint-Nazaire, τό ὁποῖο ἀπηυθύνθη στό Δικαστήριο μέ ἀπόφαση της 24ης 'Οκτωβρίου 1980. Τέλος, τό πλοίο τοῦ Arbelaiz-Emazabel κατελήφθη νά ἁλιεύει παρανόμως στίς 3 Νοεμβρίου 1977 ἡ ποινική διαδικασία διεξήχθη ενώπιον του Tribunal de grande instance τῆς Bayonne και του Cour d'appel του Pau — ἀμφότερα μάλιστα ἀπήλλαξαν τόν κατηγορούμενο — καί στην παρούσα φάση εναπόκειται στό Cour de cassation νά ἀποφανθεῖ τό τελευταίο έκανε χρήση τοῦ μέσου πού προβλέπει τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 7ης 'Ιουλίου 1980.
2.
Κατ' ἀρχάς θά εξετάσουμε τίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 180 καί 266/80. Μέ τά τεθέντα ερωτήματα πού εἶναι διατυπωμένα ουσιαστικά κατά πανομοιότυπο τρόπο, τά δύο ἐθνικά δικαστήρια ερωτοῦν τό Δικαστήριο «ως πρός τό κύρος ἔναντι προγενεστέρων διεθνῶν δεσμεύσεων καί, σε περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ὡς πρός τό ἀντιτάξιμο κατά τῶν ισπανῶν υπηκόων κανονισμών τοῦ Συμβουλίου των Κοινοτήτων περί ὡρισμένων προσωρινών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων πού εφαρμόζονται ἐπί πλοίων ὑπό ισπανική σημαία, κατά τό μέτρο πού οἱ ἐν λόγω κανονισμοί ἐξαρτούν τήν ἐκ μέρους τῶν ισπανών ἁλιέων ἁλιεία εντός τῆς γαλλικής οικονομικής ζώνης πού θεσπίζει τό διάταγμα 77-1130 τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1977 ἀπό ὡρισμένες προϋποθέσεις».
Παρατηρούμε ὅτι, ὅπως συνάγεται ἀπό τίς ἀποφάσεις περί παραπομπής, «προγενέστερες διεθνείς δεσμεύσεις» πού ἀναφέρουν τά ἐρωτήματα εἶναι κυρίως ἡ σύμβαση τῆς Γενεύης περί αλιείας καί διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς ἀνοικτής θαλάσσης, τῆς 29ης 'Απριλίου 1958, ή σύμβαση του Λονδίνου περί ἁλιείας. Τήν σύμβαση τῆς Γενεύης ἐπεκαλέσθη ὁ Crujeiras Tome κατά τήν κυρία δίκη γιά νά υποστηρίξει ὅτι συμβαλλόμενο κράτος δέν δύναται νά λάβει κανένα μέτρο διατηρήσεως τῶν θαλασσίων πόρων, ἄν προηγουμένως δέν διαβουλευθεί μέ τά λοιπά συμβαλλόμενα κράτη, καί ὅτι ἕνα τέτοιο μέτρο δέν έπρεπε μέ κανένα τρόπο νά εισάγει διακρίσεις. Όσον άφορᾶ τήν σύμβαση του Λονδίνου του 1964 καί τήν γαλλοϊσπανική συμφωνία του 1967 πού παρείχαν στους ισπανούς υπηκόους δικαίωμα ἁλιείας εντός τῆς θαλασσιας ζώνης μεταξύ 6 καί 12 μιλίων ἀπό τήν γαλλική ἀκτή του 'Ατλαντικού (ιδίως εντός τῶν ζωνών όπου ἠσκεῖτο συνήθως αλιεία διαρκούσης τῆς 10ετίας 1953-1962), οἱ δύο ἐνδιαφερόμενοι ἐπεχείρησαν νά ἀντλήσουν κατ' ἀναλογία δικαίωμα ἁλιείας εντός τῶν υδάτων μεταξύ 12 καί 200 μιλίων.
3.
Ὅσον άφορᾶ τους κοινοτικούς κανονισμούς πού πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη στίς προκείμενες υποθέσεις, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς προσωρινά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων (πού εφαρμόζονται ειδικά ἐπί πλοίων ὑπό ισπανική σημαία), επειδή ἐθεσπίσθησαν μετά τήν ἐπέκταση (ἀπό Ι ης Μαΐου 1977) σέ 200 μίλια στην Βόρειο Θάλασσα καί στόν Βόρειο 'Ατλαντικό τῶν ὁρίων τῶν ἁλιευτικών ζωνών τῶν Κρατών μελών, ἐν ἀναμονή τῆς συνάψεως συμφωνιών μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν ενδιαφερομένων τρίτων χωρών πρός ρύθμιση τῆς εκμεταλλεύσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων εντός τῶν ἐν λόγω ζωνών ἀπό τους ἁλιείς τῶν χωρών αυτών. Ἐν συνεχεία, ἡ συμφωνία μεταξύ της ΕΟΚ καί τῆς Ἰσπανίας ἐμονογραφήθη τήν 23η Σεπτεμβρίου 1978, υπεγράφη τήν 15η 'Απριλίου 1980 καί ετέθη σέ ἰσχύ τήν 22α Μαΐου 1981. Κατ' αυτόν τόν τρόπο έληξε καί ἡ ισχύς τοῦ προσωρινού συστήματος.
Γιά νά εξηγηθεί ἡ αλληλεξάρτηση μεταξύ τῶν κοινοτικών μέτρων καί τῶν νομοθετικών πράξεων τῶν κατ' ιδίαν Κρατών μελών στόν ὑπό εξέταση τομέα πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι τά ἐν λόγω κράτη ἐπεξέτειναν τίς ἀλιευτικές τους ζώνες (ἀκριβέστερα τίς ἀποκλειστικές οικονομικές τους ζώνες) σέ 200 μίλια στό πλαίσιο κοινής ἐνεργείας καί βάσει ψηφίσματος πού ἐθέσπισε στίς 3 Νοεμβρίου 1976 τό Συμβούλιο τῶν Κοινοτήτων γιά τήν κοινή πολιτική σέ θέματα ἁλιείας. Ἔκτοτε ή 'Επιτροπή ἀνέλαβε τήν διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μέ τρίτες χώρες πρός διασφάλιση τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν Κρατών μελών εντός τῆς θαλασσιας ζώνης τῶν 200 μιλίων καί τήν διάσωση τῶν ἁλιευτικών πόρων μέ τόν καθορισμό ποσοστώσεων ἁλιεύματος υπέρ τῶν λοιπών συμβαλλομένων. Συγχρόνως κατηρτίσθη ἀπό τά κοινοτικά όργανα (καί ἐν συνεχεία ὡλοκληρώθη προοδευτικώς) κοινοτική ρύθμιση, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στόν περιορισμό τῆς εἰδόδου τῶν ἁλιέων (ὡρισμένων τρίτων χωρῶν στην ζώνη τῶν 200 μιλίων ἀπό τίς κοινοτικές ἀκτές διά του καθορισμού ποσοτήτων ἁλιεύματος καί της θεσπίσεως συστήματος ἐλεγχου, βασιζομενου στην έκδοση ἀπό τήν Κοινότητα ἀδειων. Ή ἐν λόγω ρύθμιση ἀνέθεσε στά διάφορα Κράτη μέλη τήν ευθύνη νά διασφαλίσουν τήν τήρηση τῶν ποσοστώσεων ἁλιεύματος, γεγονός πού ἐξηγεί τήν ἐφαρμογή ποινικών κυρώσεων σέ περιπτώσεις παραβάσεως ὡς πρός τους περιορισμούς πού τίθενται ὅσον άφορᾶ τήν δραστηριότητα τῶν ἁλιέων τῶν τρίτων χωρών.
Δέν θεωροῦμε ἀπαραίτητο νά επαναλάβουμε λεπτομερώς τό περιεχόμενο τῶν ἐφαρμοζομένων ἐπί τῶν ισπανών αλιέων κανονισμών, πού ἐξεδόθησαν κατά τό διάστημα μεταξύ 1977 καί 1981. Θά περιορισθούμε νά υπενθυμίσουμε μόνο ὅτι ἡ ἀφετηρία ἀνευρίσκεται στόν κανονισμό 373/77, τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1977, μέ τόν όποιο καθωρίσθησαν οἱ ποσοστώσεις αλιεύματος γιά τά πλοία τρίτων χωρών, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ 'Ισπανία, ἐνῶ σέ λιγότερο ἀπό ἕνα μήνα ἐθεσπίσθη τό σύστημα τῶν ἀδειων γιά τους ισπανούς υπηκόους μέ τόν κανονισμό 746/77, τῆς 5ης 'Απριλίου 1977. Τό πλήθος τῶν κανονισμών πού ἀκολούθησαν έκτός του ὅτι παρέτειναν τό θεσπισθέν σύστημα, τό ἐτροποποίησαν σέ ὡρισμένα σημεία ήσσονος σημασίας (ἀριθμός πλοίων, προϋποθέσεις ἐλεγχου καί τά λοιπά). Τέλος, συνήφθη ἡ συμφωνία περί ἁλιείας μεταξύ τῆς Κοινότητος καί της 'Ισπανίας, ἡ ὁποια ἐπεκυρώθη μέ τόν κανονισμό 3062/80 τῆς 25ης Νοεμβρίου 1980.
"Αν καί τά ζητήματα πού τίθενται μέ τά ὑπό ἐξέταση προδικαστικά ερωτήματα ἀφορούν τήν προηγηθείσα τῆς ἐν λόγω συμφωνίας κοινοτική ρύθμιση, πρέπει νά τονισθεί ὅτι ἡ συμφωνία αυτή ἐπεβεβαίωσε (ὑπό τόν ὅρο τῆς ἀμοιβαιότητος) τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων ἁλιείας πού καθορίζεται ἐτησίως (άρθρο 3 παράγραφος 1 περίπτωση β) καί τόν μηχανισμό τῶν ἀδειων (άρθρο 4: εναπόκειται σέ κάθε συμβαλλόμενο μέρος νά ἀποφασίσει ἄν ή ἁλιεία πρέπει νά εξαρτηθεί ἀπό τήν χορήγηση άδειων). 'Αναγνωρίζεται φυσικά τό δικαίωμα σέ κάθε συμβαλλόμενο μέρος νά θεσπίσει εντός τῆς ιδικής του αλιευτικής ζώνης «τά μέτρα πού ἐνδεχομένως ἀπαιτούνται γιά τήν εξασφάλιση τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τῆς συμφωνίας ἀπό τους ἁλιείς τοῦ έτερου συμβαλλομένου» (άρθρο 7). "Ας σημειωθεί τέλος ὅτι, γενομένης δεκτής τῆς προσωρινής ἐφαρμογής της συμφωνίας ἐν ἀναμονή τῆς ενάρξεως της ισχύος ἀπό τήν ημερομηνία τῆς υπογραφής της (άρθρο 12), ἡ δραστηριότης τῶν ισπανών ἁλιέων ἐντός τῶν ἁλιευτικών ζωνών τῶν Κρατών μελών διήπετο, κατά τήν περίοδο μεταξύ 15ης 'Απριλίου 1980 καί 22ας Μαΐου 1981, εἴτε ἀπό τήν προσωρινή κοινοτική ρύθμιση εἴτε ἀπό τίς διατάξεις της ἐν λόγω συμφωνίας, πράγμα πού θά έπρεπε νά διευκολύνει τήν ἀνεύρεση λύσεως ἐπί τῆς ουσίας στην υπόθεση Yurrita.
4.
Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα ἐπί του κύρους τῶν κανονισμών περί ἁλιείας ὑπό τό φῶς τῶν προγενεστέρων διεθνών δεσμεύσεων, πρέπει ἀρχικώς νά θέσουμε τό ερώτημα ὑπό ποιές προϋποθέσεις καί σύμφωνα μέ ποιά κριτήρια ἡ προβαλλομένη παράβαση διεθνών δεσμεύσεων δύναται νά συνεπάγεται τήν ἀκύρωση κοινοτικών πράξεων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Κατά τήν άποψη μας, πρέπει νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση: εἴτε ὅτι ή θέσπιση τῶν ἐν λόγω πράξεων καταλήγει νά ἀντιτίθεται πρός τήν υποχρέωση τῶν κοινοτικών ὀργάνων νά μή παρεμποδίζουν τήν ἐκτέλεση τῶν υποχρεώσεων τῶν Κρατών μελών πού προκύπτουν ἀπό συμβάσεις προγενέστερες τῆς συνθήκης, κατά τήν έννοια του ἄρθρου 234, εἴτε ἡ υποτιθεμένη παράβαση πρέπει νά άφορα διεθνείς δεσμεύσεις τῆς Κοινότητος, οἱ όποιες προέρχονται ἀπό συμφωνία παρέχουσα στους διαφόρους πολίτες τῶν Κρατῶν μελῶν τό δικαίωμα νά τίς επικαλούνται ενώπιον δικαστηρίου. Πράγματι, τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε στην ἀνωτέρω ἀπόφαση της 14ης 'Οκτωβρίου 1980, ἐπί τῆς υποθέσεως Burgoa, ότι τό άρθρο 234 ἐπιβάλλει στά κοινοτικά ὄργανα την ανωτέρω υποχρέωση πρός παράλειψη, ἐνῶ τό ἴδιο τό Δικαστήριο εἶχε παλαιότερα δεχθεί ὅτι τό κύρος τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων κατά τήν ἔννοια του άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν δύναται νά εξαρτάται ἀπό κανόνα διεθνούς δικαίου παρά μόνο όταν ὁ τελευταίος δεσμεύει τήν Κοινότητα καί παράγει άμεσα ἀποτελέσματα έναντι τῶν ιδιωτών (ἀπόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit, Raccolta 1972, σ. 1219, καί της 24ης 'Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 9/73, Schlüter, Roccolta 1973, σ. 1135). Επομένως, καθίσταται ἀποφασιστικής σημασίας ὁ καθορισμός του ἄν οἱ διεθνείς δεσμεύσεις, πού πρόκειται νά ἀποτελέσουν τό μέτρο κρίσεως του κύρους τῶν κανονισμών περί ἁλιείας, προηγούνται ἡ έπονται τῆς ἐνάρξεως τῆς ισχύος τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί του αν δεσμεύουν ἡ όχι τήν Κοινότητα.
Διεπιστώσαμε διαρκούσης τῆς ποινικής δίκης κατά του Crujeiras Tomé ὅτι ὁ δικηγόρος του ἐπεκαλέσθη κατ' ἀρχάς τήν σύμβαση τῆς Γενεύης περί ἁλιείας καί διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς ἀνοικτής θαλάσσης, τῆς 29ης 'Απριλίου 1958, τό ἄρθρο 7 τῆς ὁποίας παράλληλα μέ τήν ευχέρεια πού παρείχε στά παράκτια κράτη νά θεσπίζουν μέτρα διατηρήσεως τῶν θαλασσίων πόρων ἐπί ὡρισμένων τμημάτων τῆς ἀνοικτής θαλάσσης πού πρόσκεινται στην αιγιαλίτιδα ζώνη τους, έθετε ὡς προϋπόθεση ὅτι διεξήχθησαν ἀνεπιτυχώς διαπραγματεύσεις ἐπί 6 τουλάχιστον μήνες μέ τά λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη, ἐπί πλέον δέ ἀπήτει τά μέτρα διατηρήσεως νά μήν εἶναι τέτοιας φύσεως, πού νά εισάγουν διακρίσεις εἰς βάρος τῶν ἀλλοδαπών ἁλιέων. Ή ἐν λόγω συμφωνία όμως ἐπεκυρώθη τό 1970 ἀπό τήν Γαλλία καί τό 1971 ἀπό τήν 'Ισπανία: κατά συνέπεια, ὅσον άφορᾶ τίς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο αυτών κρατών συνήφθη μετά τήν έναρξη της ισχύος τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ συνέπεια νά μή τυγχάνει εφαρμογής ἐν προκειμένω τό άρθρο 234. Κατά δεύτερον, μόνο πέντε Κράτη μέλη εἶναι συμβαλλόμενα μέρη στην ἐν λόγω σύμβαση (εκτός τῆς Γαλλίας, τό Ἡνωμένο Βασίλειο, ἡ Δανία, τό Βέλγιο καί οἱ Κάτω Χώρες), ώστε σέ καμμία περίπτωση νά μήν εἶναι δυνατόν νά υποτεθεί ὅτι ἡ Κοινότης ὑπεκατεστάθη στίς υποχρεώσεις πού ἀνέλαβαν τά Κράτη μέλη. Πράγματι, εἶναι γνωστό ὅτι σύμφωνα μέ τά κριτήρια πού τίθενται στην ἀνωτέρω ἀπόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1972 ἐπί της υποθέσεως International Fruit, ἡ υποκατάσταση τῆς Κοινότητος στίς υποχρεώσεις τῶν Κρατών μελών, οἱ όποιες προκύπτουν ἀπό προγενέστερη σύμβαση, δέν δύναται νά γίνει ἀποδεκτή παρά μόνον ὅταν συντρέχουν τέσσερεις προϋποθέσεις: ἡ συμμετοχή ήδη όλων τῶν Κρατών μελών στην σύμβαση κατά τόν χρόνο τῆς συνάψεως της συνθήκης ΕΟΚ, ἡ βούληση τῶν ἐν λόγω κρατών νά δεσμεύσουν τήν Κοινότητα ὅσον άφορᾶ τήν συμφωνία, ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τήν προσχώρηση τῆς Κοινότητος στους σκοπούς της, ἡ ἐνεργός δράση τῶν κοινοτικών ὀργάνων στό πλαίσιο τῆς συμφωνίας καί ἡ ἀναγνώριση ἐκ μέρους τῶν λοιπών συμβαλλομένων της μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων πού έγινε σχετικά υπέρ τῆς Κοινότητος. Παραπέμπουμε ἐπ' αὐτοῦ στίς σκέψεις πού ἔχουμε ήδη ἀναπτύξει στίς προτάσεις μας τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980 στην υπόθεση 812/79, Burgoa. Εἶναι σαφές ὅτι καμμία ἀπό τίς προϋποθέσεις πού προανεφέρθησαν δέν συντρέχει στήν περίπτωση τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης, τῆς 29ης 'Απριλίου 1958.
Ὅσον άφορᾶ την ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 234, παρετηρήθη ὅτι, ὅταν πρόκειται γιά συμβάσεις πού ἀφορούν τομείς επί τῶν ὁποίων δεν άρχισε ἀκόμα νά ἀσκείται ή κοινοτική ἁρμοδιότης ἀμέσως μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τῆς συνθήκης, ἡ ὐποχρέωση τῶν οργάνων νά μή παρεμποδίζουν τήν εκτέλεση τῶν ὑποχρεώσεων πού ἀνέλαβαν ἕνα ἡ περισσότερα Κράτη μέλη έναντι ενός ἡ περισσοτέρων τρίτων κρατών πρέπει νά ισχύει ἐξ 'ίσου καί γιά τίς ἀναληφθείσες πρό τῆς ενάρξεως ἀσκήσεως της εν λόγω ἁρμοδιότητος δεσμεύσεις. Πάντως, ἡ εν λόγω άποψη ευρίσκεται σέ κατάφωρη ἀντίθεση μέ τό κείμενο του άρθρου 234 ἐδάφιο πρῶτο καί μέ τήν ερμηνεία πού δίδεται σχετικά στην ἀνωτέρω ὑπόθεση Burgoa κατά συνέπεια, μᾶς φαίνεται ότι εἶναι ἀπαράδεκτη, τόσον μάλλον καθ' όσον εὐρισκόμεθα ἐνώπιον κανόνος πού συνιστά ἐξαίρεση κατά τό μέτρο πού διασφαλίζει τήν προσωρινή τήρηση ἔναντι τρίτων κρατῶν υποχρεώσεων, οἱ όποιες εἶναι ἀσυμβίβαστες πρός τό κοινοτικό δίκαιο. 'Αληθεύει ὅτι στην ἀπόφαση της 14ης 'Ιουλίου 1976 επί τῆς υποθέσεως Kramer (Raccolta 1976, σ. 1279), τό Δικαστήριο εδέχθη ότι ἐν ὅσω ἡ Κοινότης δέν ἤσκει τίς αρμοδιότητές τῆς γιά τήν διατήρηση τῶν θαλασσίων βιολογικών πόρων, τά Κράτη μέλη ἐξηκολούθουν νά εἶναι ἁρμόδια πρός ἀνάληψη τῶν διεθνῶν υποχρεώσεων στόν τομέα αυτό (σκέψη 39) πάντως, στην ιδία ἀπόφαση γίνεται δεκτό ὅτι τά Κράτη μέλη ὀφείλουν νά μήν ἀναλαμβάνουν υποχρεώσεις πού δύνανται νά εμποδίσουν τήν Κοινότητα στην μεταγενέστερη εκτέλεση τῆς ἀποστολής τῆς (σκέψη 44), ενώ σέ καμμία περίπτωση δέν γινόταν ἀναφορά στό άρθρο 234, πού εἶναι τό μόνο σχετικό στην προκειμένη διαφορά.
'Εν συνεχεία ελέχθη ὅτι ἡ σύμβαση της Γενεύης του 1958, ὡς κωδικοποίηση, είναι δεσμευτική γιά τήν Κοινότητα ἀνεξάρτητα ἀπό τά κριτήρια πού καθώρισε ἡ απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, International Fruit. Πάντως, ἀμφιβάλλουμε ἄν τό άρθρο 7 της ἐν λόγω συμβάσεως εκφράζει καί κωδικοποιεί τό προϋπάρχον ἐθιμικό δίκαιο. Ἐπί πλέον, ὑπενθυμίζουμε ὅτι πεποίθηση μας εἶναι, καί έχει ήδη ἐκτεθεί στίς ἀνωτέρω προτάσεις ἐπί τῆς υποθέσεως Burgoa, ὅτι οἱ πρόσφατες εξελίξεις του γενικού διεθνούς δικαίου ἐπί θαλασσίων θεμάτων συνεπήχθησαν τήν κατάργηση τῶν προγενεστέρων ἀντιθέτων κανόνων, γενικών ή ειδικών κατά τήν άποψη μας, κανόνες ὅπως τό άρθρο 7 τῆς συμβάσεως της Γενεύης, πού ρυθμίζουν θέματα διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων μέ βάση τήν κλασσική διάκριση μεταξύ αιγιαλίτιδος ζώνης καί ἀνοικτής θαλάσσης, δέν δύνανται πλέον νά θεωροῦνται ὡς ισχύοντες σήμερα, ὅπου ἡ ἐν λόγω διάκριση ἀμφισβητείται μέ τήν ἀναγνώριση τῆς «ἀποκλειστικής οικονομικής ζώνης».
Συνεπώς, ἡ σύμβαση τῆς Γενεύης του 1958 δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς κριτήριο γιά τήν ἰσχύ τῶν κοινοτικών κανονισμών σέ θέματα ἁλιείας. Στά αυτά συμπεράσματα καταλήγουμε ἄν ἐξετάσουμε τήν σύμβαση του Λονδίνου περί αλιείας, τῆς 9ης Μαρτίου 1964, καθώς καί τήν γενική συμφωνία περί ἁλιείας μεταξύ Γαλλίας καί 'Ισπανίας, της 20ης Μαρτίου 1967. Ὅσον άφορᾶ τήν τελευταία, πρέπει νά μή λησμονείται ὅτι έγινε στό πλαίσιο τῆς συμβάσεως του Λονδίνου, τό άρθρο 9 παράγραφος 2 της ὁποίας προέβλεπε τήν δυνατότητα συνάψεως συμπληρωματικών συμφωνιών μεταξύ γειτονικών κρατών: πρόκειται επομένως γιά πράξη εφαρμογής τῆς ἐν λόγω συμβάσεως. Κατά συνέπεια, ἐκείνο πού παρουσιάζει ενδιαφέρον εἶναι ὅτι τό ἄρθρο 234 δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι τυγχάνει εφαρμογής σέ κανένα ἀπό τις δύο ἀνωτέρω διπλωματικές πράξεις, επειδή ἀμφότερες έπονται τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης (στην ὑπόθεση Burgoa οἱ περιστάσεις ήταν διαφορετικές, δεδομένου ὅτι ἡ Ἰρλανδία προσεχώρησε στην ΕΟΚ, ἀφοῦ ἐπεκύρωσε τήν σύμβαση του Λονδίνου). Ἐξ άλλου, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ Κοινότης ὑπεκατεστάθη στά συμβαλλόμενα Κράτη μέλη, ἐφ' όσον δέν συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις πού συνάγονται ἀπό τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση International Fruit. Ἐπ' αὐτοῦ, υπενθυμίζουμε ἐκ νέου τήν επιχειρηματολογία πού ἀνεπτύξαμε στίς προτάσεις μας σχετικά μέ τήν-ὑπόθεση Burgoa.
Ἀξίζει νά υπογραμμισθεί ειδικότερα ἔνα σημείο ἐπί τοῦ ὁποίου είχαμε ήδη τήν ευκαιρία νά εκφέρουμε γνώμη. Κατά τήν 10ετία τοῦ 60 δέν ὑφίστατο κοινοτική πολιτική ἐπί θεμάτων αλιείας κατά συνέπεια, δέν εἶναι δυνατόν νά υπήρξε ούτε βούληση της Κοινότητος νά θεωρήσει εαυτή ὡς δεσμευομένη ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου ούτε οποιαδήποτε μορφή δραστηριότητος των κοινοτικῶν ὀργάνων στό πλαίσιο τῆς ἐν λόγω συμβάσεως. Κατά τήν διάρκεια της 10ετίας τοῦ 70 ενεφανίσθησαν τρία νέα φαινόμενα: ἡ ταχεία διαμόρφωση γενικοῦ διεθνοῦς κανόνος, ἀναγνωρίζοντος τήν ἐπέκταση τῶν ἀποκλειστικῶν ἁλιευτικών ζωνών τῶν κρατών μέχρι 200 μίλια ἀπό τήν ἀκτή, ἡ ἀπόφαση τῶν Κρατών μελών της Κοινότητος νά επεκτείνουν στην πράξη μέχρι αὐτοῦ τοῦ ορίου τίς ἀντίστοιχες ἀλιευτικές τους ζώνες (τουλάχιστον στον 'Ατλαντικό καί στην Βόρειο Θάλασσα) καί ή ταυτόχρονη έναρξη διαπραγματεύσεων περί ἁλιείας μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν ενδιαφερομένων τρίτων κρατών μεταξύ τῶν οποίων καί ἡ 'Ισπανία. Ἀνεφέραμε ήδη ὄτι τά ψηφίσματα τοῦ Συμβουλίου περί της κοινής πολιτικής ἐπί θεμάτων ἁλιείας ἐθεσπίσθησαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976 τονίζουμε ὅτι οἱ διαπραγματεύσεις μέ τήν 'Ισπανία άρχισαν στίς 3 Δεκεμβρίου τοῦ ιδίου έτους (ἐν συνεχεία ἡ συμφωνία ἐμονογραφήθη τήν 22α Σεπτεμβρίου 1978). 'Ως ἐκ τούτου, τό προσωρινό κοινοτικό σύστημα περί τῶν ποσοστώσεων ἁλιεύματος πού ἐπιτρέπονται κατόπιν ἀδείας υπέρ τῶν ισπανών αλιέων γιά τήν ζώνη τῶν 200 μιλίων ἐθεσπίσθη καί ετέθη σέ εφαρμογή παράλληλα μέ τήν επεξεργασία τοῦ νέου συστήματος συμβατικών σχέσεων μεταξύ ΕΟΚ καί 'Ισπανίας, τό όποιο καί ἐφηρμόσθη μέ τήν συνεργασία τῶν ισπανικών ἀρχών (βλ. τήν σκέψη 23 στην ἀνωτέρω ἀπόφαση Burgoa).
Στηριζόμενο στό σύνολο τῶν ἀνωτέρω περιστατικών τό Δικαστήριο ἐδέχθη ὅτι τό ἐν λόγω προσωρινό σύστημα «εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας πρός επίλυση τῶν προβλημάτων πού συνδέονται μέ τά μέτρα διατηρήσεως καί μέ τήν επέκταση τῶν ἀποκλειστικών ζωνών ἁλιείας, καθώς καί τήν ἀμοιβαία εξασφάλιση τῆς εισόδου τῶν αλιέων στά ύδατα ἐπί τῶν ὁποίων εφαρμόζονται τά ἐν λόγω μέτρα. Οἱ σχέσεις αυτές τίθενται υπεράνω τοῦ συστήματος πού ἐφηρμόζετο προηγουμένως ἐπί τῶν ἐν λόγω ζωνῶν, ώστε νά ληφθεί ὑπ' ὅψη ή γενική εξέλιξη τοῦ διεθνοῦς δικαίου στόν τομέα τῆς αλιείας στην ἀνοικτή θάλασσα» (ἀνωτέρω ἀπόφαση Burgoa, σκέψη 24). Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο ἠρνήθη ὅτι ὑφίστανται στοιχεία δυνάμενα νά θέσουν ὑπό ἀμφισβήτηση τό κύρος τοῦ κανονισμοῦ 1376/78. Μέ βάση τους ἀνωτέρω συλλογισμούς ἔνα ταυτόσημο συμπέρασμα δικαιολογείται ὄσον άφορᾶ τό σύνολο τῶν προσωρινών μέτρων στά όποια ἀνεφέρθησαν οἱ εθνικοί δικαστές στίς προκείμενες υποθέσεις, πολύ περισσότερο επειδή στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 1744/78, ὁ ὁποιος τυγχάνει ἐφαρμογής στην ὑπόθεση Crujeiras, γίνεται ἡ 'ίδια μνεία τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας, πού συνήφθη με την 'Ισπανία ὁπως αύτη πού ἀναφέρεται στό προοίμιο του κανονισμού 1376/80, ἐνῶ στό προοίμιο τοῦ κανονισμού 1719/80, ὁ όποιος τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση Yurrita, ἀναφέρεται ρητῶς ἡ συμφωνία πού ἤδη εἶχε υπογραφεί στίς 15 'Απριλίου 1980. Περιττεύει νά προσθέσουμε ὅτι τά προβαλλόμενα βάσει τῆς συμβάσεως του Λονδίνου επιχειρήματα ισχύουν ἐξ ἴσου καί γιά τήν συμπληρωματική γαλλοϊσπανική συμφωνία περί ἁλιείας: ἀμφότερες πρέπει νά θεωρηθούν ὡς μή παράγουσες έννομα ἀποτελέσματα ἔναντι τῆς Κοινότητος καί ἐν πάση περιπτώσει δέν ισχύουν ήδη ἀπό τίς ἀρχές του 1977, ήτοι ἀπό τόν χρόνο κατά τόν όποιο ἡ ἔναρξη τῶν διαπραγματεύσεων ΕΟΚ— 'Ισπανίας συνωδεύετο ἀπό τήν σιωπηρή ἐκ μέρους τῆς 'Ισπανίας ἀναγνώριση τῆς ἀποκλειστικής οικονομικῆς ζώνης τῶν 200 μιλίων πού καθώρισαν τά Κράτη μέλη, καθώς καί του προσωρινού συστήματος ἁλιείας πού εφήρμοσαν τά κοινοτικά ὄργανα.
5.
Ἐν συνεχεία διεπιστώσαμε ὅτι οἱ γάλλοι δικαστές, πού έθεσαν τό ζήτημα του κύρους τῶν κανονισμών περί προσωρινών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἀλιευτικών πόρων εφαρμοζομένων ἐπί ισπανικών πλοίων, υποβάλλουν ἐπί πλέον στό Δικαστήριο ἐπικουρικώς, τό ερώτημα, ήτοι γιά τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία θά ἀνεγνωρίζετο τό κύρος ἐν σχέσει πρός τό ἀντιτάξιμο τῶν ιδίων κανονισμών κατά τῶν ισπανών υπηκόων. Τό σκεπτικό της ἀποφάσεως περί παραπομπής τοῦ γαλλικού Cour de cassation ἀφήνει νά εννοηθεῖ ὅτι ή ἀμφιβολία πού άφορᾶ τό σημείο αὐτό συνδέεται μέ τό γεγονός ὅτι ἡ 'Ισπανία δέν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην συνθήκη περί ιδρύσεως τῆς ΕΟΚ ἐξ αυτού συνάγεται ὅτι ἡ ὑπό κρίση ρύθμιση δέν δύναται νά θίξει τά δικαιώματα υπέρ τῶν 'Ισπανών πού ἀπορρέουν ἀπό τήν σύμβαση τοῦ Λονδίνου καί ἀπό τήν γαλλοϊσπανική συμφωνία τῆς 20ης Μαρτίου 1967. Πάντως, ή άποψη αυτή εἶναι ὁπωσδήποτε ἀνακριβής. Οἱ κοινοτικοί κανονισμοί δέν παράγουν ἀποτελέσματα μόνον έναντι τῶν πολιτών τῶν Κρατών μελών τουναντίον, οἱ κανονισμοί, ἡ ισχύς τῶν ὁποιων συζητείται, αποσκοπούσαν νά καθορίσουν τήν μεταχείριση τῆς ὁποίας θά ετύγχαναν τά ισπανικά πλοία στην θαλασσια ζώνη τῶν 200 μιλίων πού πρόσκεινται στίς ἀκτές τῶν Κρατών μελών καί επομένως ἀπηυθύνοντο κατά κύριο λόγο στά άτομα, τά όποια ἀνεξαρτήτως ὑπηκοότητος εὐρίσκοντο ἐπί τῶν ἐν λόγω πλοίων. Δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι προκειμένου νά εξασφαλισθεί ή διατήρηση καί διαχείριση τῶν ἁλιευτικών πόρων ἐντός τῶν «ἀποκλειστικών οικονομικών ζωνών» τῶν Κρατών μελών, ἡ Κοι-νότης ήταν αρμοδία νά θεσπίσει κανονισμούς, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἐν λόγω τομεύς ἀνήκει σέ ἐκείνους γιά τους ὁποιους ἡ συνθήκη της Ρώμης τῆς παρέχει ἁρμοδιότητα (γνωρίζουμε ὅτι πρόκειται γιά τόν τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής). 'Εν συνεχεία, όσον άφορᾶ τό γεγονός ὅτι ὡρισμένα Κράτη μέλη εἶχαν αναλάβει βάσει συμφωνιών πού υπέγραψαν μέ τρίτες χώρες υποχρεώσεις έναντι τῶν τελευταίων πού ἐνδεχομένως δέν συμβιβάζονται μέ τό περιεχόμενο τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως, παρατηρούμε ὅτι, ἄν δεχθεί κανείς τό κύρος της ἐν λόγω ρυθμίσεως (γιά τους λόγους πού προσπαθήσαμε νά ἐξηγήσουμε), δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί τό ἀποτέλεσμα πού συνήθως παράγει ὡς πρός αυτούς πρός τους ὁποίους ἀπευθύνεται. 'Επειδή λοιπόν οἱ ἐν λόγω κανονισμοί εἶναι έγκυροι, καίτοι υφίστανται προγενέστερες διεθνείς δεσμεύσεις ενός ἡ περισσοτέρων Κρατών μελών, πρέπει νά θεωρηθούν ὅτι ἀντιτάσσονται κατά τῶν ισπανών ἁλιέων.
6.
'Ερχόμαστε τώρα στην υπόθεση 181 /80. Τό ἐρώτημα πού υπέβαλε τό γαλλικό Cour de cassation στην προκειμένη περίπτωση «τό κύρος έναντι προγενεστέρων διεθνών δεσμεύσεων καί, σέ περίπτωση καταφατικῆς ἀπαντήσεως ... τό ἀντιτάξιμο κατά τῶν ισπανῶν υπηκόων τῶν κανονισμῶν 353/77 (στην πραγματικότητα 373/77) της 24ης Φεβρουαρίου 1977, 746/77, τῆς 5ης 'Απριλίου 1977, τῆς 28ης Ἰουνίου 1977, 1709/77, τῆς 26ης 'Ιουλίου 1977, καί 2160/77, τῆς 30ης Σεπτεμβρίου 1977, κατά τό μέτρο πού οι εν λόγω κανονισμοί ὥρισαν νέους όρους ἀσκήσεως τῆς ἀλιείας ἀπό ισπανικά πλοία εντός τῆς ἀποκλειστικής ἀλιευτικής ζώνης μεταξύ 6 καί 12 ναυτικών μιλίων». Τό ερώτημα αυτό έχει συνταχθεί κατά τρόπο πού ὁμοιάζει πολύ μέ τό ερώτημα πού εξετάσαμε μέχρι τώρα, ἀλλά μέ δύο διαφορές: πρώτον, ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἀναφέρονται ειδικά πέντε κανονισμοί, οἱ όποιοι πάντως ἀνήκουν στον κατάλογο τῶν «προσωρινών μέτρων» περί ἀλιείας πού εφαρμόζονται ἐπί ισπανικών πλοίων πρόκειται γιά ὅλους τους κανονισμούς πού προηγήθησαν της επιδίκου πράξεως αλιείας δεύτερον, ὅτι ὁ έλεγχος του κύρους (καί τοῦ ἀντιταξίμου κατά τῶν ισπανών υπηκόων) ζητείται στό μέτρο πού οἱ κανονισμοί ἀποκλίνουν τῶν προγενεστέρων διεθνών δεσμεύσεων, οἱ όποιες ἀφορούν τήν ζώνη αλιείας μεταξύ 6 καί 12 μιλίων ἀπό τίς γαλλικές ακτές. Οἱ διεθνείς δεσμεύσεις πού λαμβάνονται ὑπ' όψη στην κυρία δίκη εἶναι μόνο ἡ σύμβαση του Λονδίνου τῆς 9ης Μαρτίου 1964 καί ή γαλλοϊσπανική συμφωνία περί αλιείας, της 20ης Μαρτίου 1967, ἐνῶ δέν γίνεται λόγος γιά τήν σύμβαση τῆς Γενεύης περί ἁλιείας καί διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων της ἀνοικτής θαλάσσης, τῆς 29ης 'Απριλίου 1958, ώστε κατά τήν ἀποψη μας νά περιττεύει τό ερώτημα ἄν ἡ τηρούμενη σιωπή συνεπάγεται ότι ἡ ἐν λόγω διεθνής πράξη δέν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Είχαμε ήδη τήν ευκαιρία νά επισημάνουμε ότι καί στις δύο φάσεις τῆς δίκης του Arbelaiz-Emazabel πού διεξήχθησαν ἐνώπιον του tribunal de grande instance τῆς Bayonne καί του Cour d'appel του Pau, ὁ κατηγορούμενος ἀπηλλάγη σέ ἀντίθεση μέ ὅ,τι συνέβη στην υπόθεση Crujeiras Tomé. Τό γεγονός ότι ἡ σύμβαση του Λονδίνου καί ἡ γαλλοϊσπανική συμφωνία του 1967 ἠδύναντο ἀσφαλώς, λόγω τοῦ περιεχομένου τους, νά εφαρμοσθούν στην περίπτωση του Arbelaiz-Emazabel, ἐνῶ ήταν άσχετες μέ τήν υπόθεση Crujeiras Tomé, ἐξηγεῖ τό ὅτι οἱ γάλλοι δικαστές ἀντιμετώπισαν διαφορετικά τίς δύο υποθέσεις. Θέλουμε νά πούμε ότι ἀλιευτική δραστηριότης πού ἕλαβε χώρα εντός τῆς γαλλικής αιγιαλίτιδος ζώνης μεταξύ 6 καί 12 μιλίων ἀπό τίς ἀκτές του 'Ατλαντικού ἐνεφάνιζε τά στοιχεία πού ἀπαιτεί τόσο ἡ σύμβαση του Λονδίνου όσο καί ἡ συμπληρωματική γαλλοϊσπανική συμφωνία: πράγματι, αμφότερες ἀναγνωρίζουν, έστω καί μέ διαφορετικό τρόπο, τά δικαιώματα ἁλιείας τῶν ισπανών υπηκόων εντός αυτής ἀκριβώς τῆς θαλασσιας ζώνης. 'Αντιθέτως, γιά νά υποστηριχθεί ἡ άποψη ότι ἁλίευση πού ἕγινε πέρα τῶν 12 μιλίων εντάσσεται στό πλαίσιο τῆς συμβάσεως καί τῆς ἐν λόγω συμφωνίας, θά ἕπρεπε νά παραβιασθεί συγχρόνως τό γράμμα καί τό πνεύμα τους μέ τήν υιοθέτηση μιᾶς ἑρμηνευτικής γραμμής, τήν όποῖα ήδη έχουμε επικρίνει στις προτάσεις ἐπί τῆς υποθέσεως Burgoa.
Κατόπιν αὐτοῦ, πρέπει νά καθορισθεί ἄν τό περιεχόμενο τῆς συμβάσεως του Λονδίνου καί τῆς συμπληρωματικής γαλλοϊ-σπανικῆς συμφωνίας έχει ἡ όχι επίπτωση ἐπί τῆς προκειμένης υποθέσεως. Κατά τήν άποψη μας, θά εἶχε ἐπίπτωση, ἄν έπρεπε νά προβούμε στην εξέταση του συμβιβαστοῦ μεταξύ τῶν διεθνών δεσμεύσεων πού πηγάζουν ἀπό τίς ἐν λόγω δύο διπλωματικές πράξεις καί τῶν κανονισμών πού ἐθέσπισε ή ΕΟΚ μεταξύ 1977 καί 1980, υπάγοντας σέ προσωρινά μέτρα τά ισπανικά ἀλιευτικά πού ευρίσκονται στην ζώνη τῶν 200 μιλίων ἐντός του 'Ατλαντικού. "Αν ὅμως θεωρηθεῖ ὅτι οἱ ἐν λόγω διεθνείς δεσμεύσεις οὐδόλως αφορούν τίς Κοινότητες καί ἀμφισβητηθεῖ ἄν τό άρθρο 234 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δύναται νά εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση (πράγμα πού θά συνεπήγετο ὄτι τά κοινοτικά όργανα οφείλουν νά μη παρεμποδίζουν την ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν μελῶν τήρηση τῶν ἐν λόγω δεσμεύσεων), τότε δέν υπάρχει λόγος νά εξετασθεί ἄν οἱ προαναφερθέντες κοινοτικοί κανονισμοί συμβιβάζονται μέ τήν σύμβαση του Λονδίνου καί τήν συμφωνία του 1967 μεταξύ Γαλλίας καί 'Ισπανίας.
Κατά τήν άποψη μας, ἡ κατάσταση έχει ἀκριβῶς ἔτσι. Περιττεύει νά ἐπαναλάβουμε τά επιχειρήματα πού ἀνεπτύξαμε ἐπ' ευκαιρία τῶν υποθέσεων Crujeiras Tomé καί Turrita γιά νά ἀποδείξουμε ὅτι τό άρθρο 234 δέν παράγει ἀποτελέσματα όσον ἀφορᾶ συμβάσεις πού προηγούνται τῆς ἐνάρξεως τῆς ισχύος τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί γιά τό ὅτι καμμία ἀπό τίς ἐν λόγω δύο συμβάσεις δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς δεσμεύουσα τήν Κοινότητα. 'Επιθυμούμε μάλλον νά καταστήσουμε σαφές ὅτι ἡ θέση πού έλαβε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Burgoa τῆς 14ης 'Οκτωβρίου 1980 ισχύει καί προκειμένου περί του συστήματος πού εφαρμόζεται ἐπί τῶν ισπανών ὑπηκόων ἐντός τῆς θαλασσίας ζώνης μεταξύ 6 καί 12 μιλίων ἀπό τίς κοινοτικές ἀκτές του 'Ατλαντικού. Πράγματι, ἀφ' ενός μέν ἡ κοινοτική ρύθμιση πού ἐθεσπίσθη ἀπό τό 1977 δέν διέκρινε μεταξύ τῶν διαφόρων θαλασσίων ζωνών πού περιλαμβάνονται μεταξύ τῆς ἀκτῆς καί τοῦ εξωτερικού ὀρίου τῆς ἀποκλειστικῆς οικονομικής ζώνης (200 μίλια): προέβλεψε μεταχείριση εφαρμοζόμενη ἐπί όλων τῶν ἀλιευτικῶν ζωνών τῶν Κρατών μελών, οἱ όποιες εκτείνονται μέχρι 200 ναυτικά μίλια ἀπό τίς ἀκτές στην Βόρειο Θάλασσα καί στόν 'Ατλαντικό. Ἀφ' ετέρου μία ὁμοιόμορφη επίσης ἀντίληψη τῶν ἁλιευτικῶν ζωνών πού υπάγονται στην δικαιοδοσία τῶν συμβαλλομένων μερών (δηλαδή τῶν ζωνών πού περιλαμβάνουν τήν αιγιαλίτιδα ζώνη καί τήν ἀποκλειστική οικονομική ζώνη) ἀνευρίσκεται στην συμφωνία πού διεπραγμα-τεύθησαν καί ἐν συνεχεία συνήψαν ἡ ΕΟΚ καί ἡ 'Ισπανία. Γιά τόν λόγο αυτό, ὅταν μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση Burgoa ἀνεγνω-ρίσθη ὅτι οἱ σχέσεις μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς 'Ισπανίας ὅσον ἀφορᾶ τίς ἀποκλειστικές ζώνες ἁλιείας — σχέσεις στίς όποιες υπάγεται καί τό προσωρινό σύστημα πού ἐθέσπισε ἡ Κοινότης —«τίθενται υπεράνω του συστήματος πού ἐφηρμόζετο προγενεστέρως ἐπί τῶν ἐν λόγω ζωνών» (ἀνωτέρω σκέψη 24), επρόκειτο γιά ἀναγνώριση πού εἶναι δυνατό νά άφορᾶ ὄχι μόνο τόν θαλάσσιο χώρο μεταξύ 12 καί 200 μιλίων, ἀλλά ἐξ 'ίσου καί εκείνου πού ευρίσκεται μεταξύ τῆς ἀκτῆς καί τῆς ἀποστάσεως 12 μιλίων.
7.
Ό συνήγορος του Arbelaiz-Emazabel υπεστήριξε, μεταξύ τῶν άλλων, ὅτι τό 1977 ή 'Επιτροπή ἀνεγνώρισε ὅτι ἡ γαλλοϊσπα-νική συμφωνία περί ἁλιείας του 1967 ἐτύγχανε εφαρμογής παρά τήν υφισταμένη κοινοτική ρύθμιση. 'Ο ενδιαφερόμενος διάδικος ἀνέφερε ἐπ' αὐτοῦ μιά προφορική διακοίνωση τῆς 4ης 'Ιουλίου 1977, μέ τήν οποία ἡ 'Επιτροπή διηυκρίνιζε, ἀπαντώντας σέ διακοίνωση του ισπανικού υπουργείου τῶν εξωτερικών, ὅτι ἡ ευχέρεια ἀλιείας πού παρεσχέθη στους ισπανούς ἀλιεῖς στό πλαίσιο του προσωρινού συστήματος πού ἐθέσπισε ὁ κανονισμός 746/77 ΕΟΚ (καί πού παρετάθη μέ νέο κανονισμό) περιωρί-ζετο στά ὕδατα πού εὐρίσκοντο πέρα τῶν 12 μιλίων «ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν δικαιωμάτων πού ἀπορρέουν ἀπό την γενική συμφωνία περί ἁλιείας μεταξύ Γαλλίας καί 'Ισπανίας τῆς 20ης Μαρτίου 1967 κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται στά ισπανικά πλοία ἡ άσκηση αλιευτικῶν δραστηριοτήτων εντός τῶν ἐν λόγω ζωνῶν, πλην της ζώνης πού ἀναφέρεται στην ἀνωτέρω συμφωνία». Ἐξ ἄλλου, ἡ 'Επιτροπή ἐπεβε-βαίωσε ὅτι ἡ ἐν λόγω περικοπή τῆς προφορικής τῆς διακοινώσεως τῆς 4ης 'Ιουλίου 1977 ἀνεφέρετο ἀποκλειστικά στην παράκτια συνοριακή ζώνη (μέχρι 3 μίλια ἀπό τήν ἀκτή) πού προβλέπεται στην παράγραφο ΙΙΙ τῆς γαλλοϊσπανικῆς συμφωνίας: πράγματι, τοῦτο προκύπτει σαφώς ἀπό μία προφορική διακοίνωση τῆς 29ης 'Ιουλίου 1977, στην οποία ἀναφέρεται ὅτι «ὁ νέος κανονισμός (1709/77), ὁπως καί οἱ προηγούμενοι, εφαρμόζεται επί τον συνόλου των αλιευτικών ζωνών πού ὑπάγονται οτήν δικαιοδοσία ἤ κυριαρχία τῶν Κρατών μελών τῆς Κοινότητος, συμπεριλαμβανομένης τῆς ζώνης πού προβλέπεται στην παράγραφο Ι τῆς γαλλοϊσπανικῆς συμφωνίας τῆς 20ης Μαρτίου 1967 πού συνήφθη ὑπό μορφή ἀνταλλαγής διακοινώσεων, ἐξαιρέσει τῆς παρακτίου ἁλιευτικής ζώνης πού προβλέπει ἡ παράγραφος ΙΙΙ τῆς ἐν λόγω συμφωνίας ὑπό μορφή ἀνταλλαγής διακοινώσεων».
Κατά τήν άποψη μας, δέν εἶναι δυνατόν νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ διακοίνωση τῆς 4ης 'Ιουλίου ἀνεξάρτητα ἀπό εκείνη τῆς 29ης 'Ιουλίου, ενώ τά δύο κείμενα ἐξεταζόμενα ἀπό κοινού δέν συνεπάγονται καμμία ἀναγνώριση του δεσμευτικού περιεχομένου της γαλλοϊσπανικῆς συμφωνίας έναντι της ΕΟΚ. Στην πραγματικότητα, οἱ ἐν λόγω διακοινώσεις περιέχουν τήν ἑρμηνεία πού έδωσε ἡ 'Επιτροπή όσον άφορᾶ τό πλαίσιο ἐφαρμογής του «προσωρινού συστήματος» πού καθιέρωσε ἡ Κοινότης ἄν μάλιστα προσέξει κανείς τήν διακοίνωση τῆς 29ης 'Ιουλίου 1977, τό σημαντικό στοιχεῖο πού προκύπτει εἶναι ὅτι ἡ έννομη κατάσταση, πού ἀναφέρεται στην παράγραφο Ι της γαλλοϊσπανικῆς συμφωνίας θεωρείται ὅτι ήδη δέν ισχύει λόγω του προσωρινού αὐτοῦ συστήματος. 'Εκείνο πού ἐν πάση περιπτώσει δέν πρέπει νά λησμονείται εἶναι ὅτι ὅσον άφορᾶ τήν προκειμένη υπόθεση τό ερώτημα πού τίθεται δέν συνίσταται στό ἄν τό 1977 ήταν δυνατή ἡ ἐπίκληση τῆς συμφωνίας περί ἁλιείας μεταξύ Γαλλίας καί 'Ισπανίας στό πλαίσιο τῶν σχέσεων μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών ἡ ἄν ἡ 'Επιτροπή εἶχε τήν πρόθεση νά τηρήσει μερικώς τό περιεχόμενό τῆς ἐν όψει τῶν διαπραγματεύσεων μέ τήν 'Ισπανία. Τό ἀποφασιστικό ερώτημα συνίσταται στό ἄν ή ἐν λόγω συμφωνία ἐδέσμευσε ποτέ τήν Κοινότητα ἡ ἄν ποτέ ἀνήκε στην κατηγορία τῶν συμφωνιών πού προβλέπει τό ἄρθρο 234 παράγραφος Ι τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης, δεδομένου ὅτι μόνο στίς περιπτώσεις αυτές τό προσωρινό κοινοτικό σύστημα αλιείας θά ἠδύνατο νά αποδειχθεί ἀνίσχυρο στό μέτρο πού δέν θά ἐσυμβιβά-ζετο πρός τήν ἐν λόγω συμφωνία. Κατά τήν άποψη μας ὅμως, οἱ προφορικές διακοινώσεις τῆς 4ης καί 29ης 'Ιουλίου 1977 δέν περιέχουν στοιχεία δυνάμενα νά ενισχύσουν ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο ἀναφερθείσες υποθέσεις.
8.
Διαρκούσης τῆς διαδικασίας οἱ διάδικοι έθεσαν πρός συζήτηση σειρά ζητημάτων σχετικά μέ τό περιεχόμενο τῆς συμβάσεως του Λονδίνου, ἡ εξέταση τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη τελείως περιττή σύμφωνα μέ τους συλλογισμούς πού ἀκολουθήσαμε. Πάντως, πιστεύουμε ὅτι εἶναι χρήσιμο νά υπενθυμίσουμε ὅτι, κατά τῆς ἀπόψεως περί του ἀσυμβιβάστου μεταξύ της ἐν λόγω συμφωνίας καί του προσωρινού συστήματος ἁλιείας πού ἐθέσπισε ή Κοινότης ἀπό τό 1977, δύναται νά ἀντιπαρατεθούν καθ᾽ ὅλα ισχυρά επιχειρήματα, τά όποια ἀρκούμεθα νά ἀνακεφαλαιώσουμε ἐν συντομία.
Ό κανόνας πού εξισορροπεί, οὕτως ειπείν, τήν ἀναγνώριση τῶν δικαιωμάτων τῶν αλιέων πού ἁλίευαν συνήθως, καί περιέχεται στό άρθρο 3, ἀνευρίσκεται στό ἄρθρο 5 τῆς συμβάσεως. Παρέχει στό παράκτιο κράτος τήν ἐξουσία νά ρυθμίζει την ἁλιεία εντός τῆς θαλάσσιας ζώνης πού περιλαμβάνεται μεταξύ 6 καί 12 μιλίων, κυρίως γιά νά τεθούν σε εφαρμογή τά μέτρα διατηρήσεως πού συνεφωνήθησαν επί διεθνούς επιπέδου. Κατά συνέπεια, ὁ προσδιορισμός ποσοστώσεων ἁλιεύματος ἀσφαλῶς επιτρέπεται καί τό σύστημα τῶν άδειων κατά τήν ἄποψη μας δύναται νά θεωρεῖται ὅτι περιέχεται στην κατά πολύ ευρύ τρόπο διατυπωμένη ἐξουσία τῶν παρακτίων κρατών «to regulate the fisheries and to enforce such regulations». Παρετηρήθη σχετικά ὅτι τό άρθρο 5 θέτει ἔνα ρητό ὅρο πού συνίσταται στην ἀπαγόρευση διακρίσεων νομικού ἡ πραγματικού χαρακτῆρος εἰς βάρος τῶν ἁλιέων των λοιπῶν συμβαλλομένων μερών, ενώ τό γεγονός ὅτι οἱ κοινοτικοί ἁλιείς δέν υπόκεινται στην υποχρέωση λήψεως ἀδείας θά ἠδύνατο νά τους θέσει σέ προνομιούχο κατάσταση' πάντως, τό Δικαστήριο έδωσε ἀπάντηση στην ἐν λόγω ένσταση παρεμπιπτόντως, όταν ἀνέφερε (πρβλ. ἀπόφαση Burgoa σκέψη 21) ὅτι «...ὁ ἔλεγχος της ἀσκήσεως τῆς ἁλιείας δέν δύναται νά πραγματοποιείται μέσω συστήματος ἀδειων ... κυρίως ... ὅταν ὁ έλεγχος του ἁλιεύματος δέν δύναται νά πραγματοποιηθεί εντός τῶν παρακειμένων παρακτίων λιμένων, επειδή τά ἀλιευτικά τῶν τρίτων κρατών συνήθως επιστρέφουν στους λιμένες αναχωρήσεως τους γιά τήν εκφόρτωση του ἁλιεύματος». Τό σύστημα τῶν ἀδειων δέν δύναται ἑπομένως νά θεωρηθεῖ ὡς εἰσάγον δυσμενή διάκριση, ἐφ' ὅσον ἀντιπροσωπεύει μία μορφή εναλλακτικού ελέγχου ὡς πρός τόν έλεγχο του ἁλιεύματος.
Ό συνήγορος του Arbelaiz-Emazabel προέβαλε τό γεγονός ὅτι ὁ έλεγχος του ἁλιεύματος τῶν κοινοτικών ἁλιέων ἐθεσπίση μέ κανονισμό μεταγενέστερο ἀπό ἐκείνους πού ἐπέβαλαν τίς άδειες στους ισπανούς ἁλιείς (κανονισμός 753/80, τῆς 26ης Μαρτίου 1980) καί ὅτι ἐπί πλέον οἱ γαλλικές ἀρχές δέν ἐφήρμοσαν ποτέ στην πράξη ἀποτελεσματικό καθεστώς ἐλεγχων μετά τήν ἐκφόρτωση του ἁλιεύματος. Ἐπί του πρώτου πάντως σημείου παρατηρούμε ὅτι ή υλοποίηση τῶν ὑπό εξέταση συστημάτων έλεγχου άνηκε πρίν ἀπό τόν ἀναφερθέντα κανονισμό πού ἐθέσπισε διάφορες διαδικασίες ἐλέγχου καί μεταδόσεως πληροφοριών σχετικά μέ τά ἁλιεύματα ἀπό τους ἁλιείς τῶν Κρατών μελών, εξ ὁλοκλήρου στίς εθνικές ἀρχές. Ὡς πρός τό δεύτερο σημείο, υπενθυμίζουμε ὅτι, κατά τήν διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ἡ Ἐπιτροπή ἠρνήθη ὅτι εἶναι δυνατόν νά επικριθεί ή γαλλική πρακτική, φθάνοντας μάλιστα μέχρι του σημείου νά υποστηρίξει ὅτι τό γαλλικό σύστημα έλεγχου εἶναι τό περισσότερο τελειοποιημένο ἐντός τῆς Κοινότητος.
'Εξ άλλου πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι, ἔστω καί ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ κατάσταση τῶν κοινοτικών αλιέων εἶναι «προνομιούχος» γιά τόν λόγο ὅτι δύνανται νά ἀσκήσουν ἁλιευτική δραστηριότητα χωρίς νά ἀπαιτείται πρός τούτο άδεια, ἡ υποτιθεμένη ειδική μεταχείριση πού εφαρμόζεται ἐπ' αυτών πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι επιτρέπεται ἀπό τό άρθρο 10 τῆς συμβάσεως τοῦ Λονδίνου. Πράγματι, τό ἐν λόγω άρθρο δέν θίγει τήν δυνατότητα νά θεσπισθεί (ἤ διατηρηθεί) ειδικό σύστημα ἁλιείας στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών τῆς Κοινότητος, ενώ κάθε άλλη διάταξη τῆς συμβάσεως πρέπει νά ερμηνευθεί λαμβανομένης ὑπ' όψη της ἐν λόγω ρήτρας διασφαλίσεως.
Πάντα σέ σχέση μέ τό άρθρο 5 τῆς συμβάσεως του Λονδίνου έχει ἀμφισβητηθεί τό ἄν ἐτηρήθη ἡ προβλεπομένη στην παράγραφο 2 ὑποχρέωση, δυνάμει τῆς ὁποίας τό παράκτιο κράτος ὀφείλει πρό τῆς θεσπίσεως ρυθμίσεως περί ἁλιείας «νά τήν γνωστοποιεί στά λοιπά ἐνδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη, μέ τά όποια διαβουλεύεται ἄν τό ζητήσουν». Σύμφωνα μέ τόν συνήγορο του Arbelaiz-Emazabel, ἡ ἐν λόγω ὑποχρέωση παρεβιάσθη μέ τήν θέσπιση του ἀνωτέρω κανονισμού 746/77 του Συμβουλίου, δεδομένου ὅτι δέν ἐγνωστοποιήθη στην Ἰσπανία παρά την ἐπομένη τῆς θεσπίσεως του. Κατά την ἄποψη μας, υποχρέωση ὁπως ἐκείνη πού περιέχεται στό ἀνωτέρω άρθρο 5 παράγραφος 2 ἀντιστοιχεί στην υποχρέωση ενημερώσεως των λοιπῶν μερῶν ἐπί τῶν ιδίων πρωτοβουλιῶν έτσι, ώστε νά δύνανται νά υποβάλουν ἐνδεχομένως τίς παρατηρήσεις τους, δέν προβλέπει ὅμως την έναρξη καθ' εαυτό διαπραγματεύσεων κατά συνέπεια, ἡ υποχρέωση αύτη δύναται νά πληρωθεί χωρίς νά ἀπαιτηθεί κοινοποίηση του ὁριστικού κειμένου τῆς πράξεως πού προτίθεται νά θεσπίσει συμβαλλόμενο μέρος. Κατά την διάρκεια τῆς συνεδριάσεως, ὁ εκπρόσωπος της Ἐπιτροπῆς ἀνέφερε, χωρίς τοῦτο νά ἀμφισβητηθεί, ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶχε ειδοποιήσει εγκαίρως τίς ισπανικές αρχές περί του καθορισμού τῶν ποσοστώσεων πού ἐπηκολούθησε μέ τήν έκδοση του κανονισμού 746/77. Αὐτό ἀρκεῖ γιά νά θεωρηθεί ὅτι ἐξεπληρώθη ἡ υποχρέωση παροχής πληροφοριών καί ἡ υποχρέωση διαβουλεύσεως.
Τέλος, ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ κατηγορούμενος επεδίωξε περαιτέρω νά υποστηρίξει ἐκ νέου τήν άποψη σύμφωνα μέ τήν όποια τά δικαιώματα τῶν αλιέων πού ἀλιεύουν συνήθως θεμελιώνονται ἐπί διεθνούς εθίμου. Είχαμε ήδη τήν ευκαιρία νά ἐξετά-σουμε τό ζήτημα αυτό στίς προτάσεις μας σχετικά μέ τήν υπόθεση Burgoa γιά τόν λόγο αυτό περιοριζόμαστε νά υπενθυμίσουμε ὅτι ἡ θέση τῶν ἀλιέων πού ἀλιεύουν συνήθως ρυθμίζεται ἀποκλειστικώς ἀπό συμφωνίες καί ὄχι ἀπό γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Είμαστε πεπεισμένοι ὅτι ἡ πρακτική πού ενδεχομένως ἀκολούθησαν στίς σχέσεις τους ὡρισμένα κράτη πρό τῆς επεκτάσεως τῆς αποκλειστικής αλιευτικής ζώνης στά 200 μίλια δέν θά ἠδύνατο ἐν πάση περιπτώσει νά θεωρηθεί ὡς ἀπόδειξη περί υπάρξεως κανόνος δυναμένου νά προσαρμοσθεί στην νέα έννομη κατάσταση πού διεμορφώθη ἀπό τήν ἐν λόγω επέκταση.
9.
Στην υπόθεση 181/80, ὁ παραπέμπων δικαστής έρωτᾶ ἐπίσης τό Δικαστήριο ὡς πρός τό ἀντιτάξιμο κατά τῶν ισπανών υπηκόων τῶν ἀναφερομένων στό ερώτημα κοινοτικών κανονισμών γιά τήν περίπτωση κατά τήν όποια θά ἀνεγνωρίζοντο ὡς έγκυροι. Ὑπό τήν έννοια αυτή ουδεμία διαφορά υφίσταται μεταξύ τῆς υποθέσεως πού εξετάζουμε καί τῶν λοιπών δύο: παραπέμπουμε λοιπόν στίς σκέψεις πού ἀνεπτύξαμε προηγουμένως καί μέ τίς όποιες πιστεύουμε ὅτι ἀπεδείξαμε ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί, ἄν εἶναι έγκυροι, έχουν ἀναμφισβητήτως ἀποτέλεσμα σέ τέτοια έκταση πού νά ἐπιτρέπει τήν εφαρμογή τους καί ἐπί τῶν ισπανών ἁλιέων εντός τῶν υδάτων πού υπάγονται στην δικαιοδοσία τῶν Κρατών μελών.
10.
Ἐν συμπεράσματι, ἡ ἀπάντηση τοῦ Δικαστηρίου στά ερωτήματα πού ετέθησαν ενώπιόν τους ἀπό τό Cour de cassation τῆς Γαλλίας μέ τίς δύο προμνησθεῖσες ἀποφάσεις τῆς 7ης 'Ιουλίου 1980 καί ἀπό τό tribunal de grande instance τῆς Saint-Nazaire μέ τήν απόφαση τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1980 προτείνουμε νά διατυπωθεί ὡς έξης:
α)
ἡ εξέταση τῶν κανονισμῶν τοῦ Συμβουλίου πού προβλέπουν ὡρισμένα προσωρινά μέτρα διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων πού εφαρμόζονται ἐπί πλοίων ὑπό ισπανική σημαία δέν έφερε είς φῶς κανένα λόγο ἀκυρότητος
β)
οἱ ἐν λόγω κανονισμοί ἀντιτάσσονται επομένως κατά τῶν ισπανών ἁλιέων πού ἤσκουν ἁλιευτική δραστηριότητα εντός τῶν θαλασσίων ζωνῶν καί κατά την διάρκεια τῶν περιόδων πού καθορίζονται στους ἐν λόγω κανονισμούς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy