ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ι —
Ή γερμανική επιχείρηση Η. Ρ. Gauff, εἰδικευμένη στόν τομέα τῶν μεταφορών καί τῶν έργων υδρεύσεως, ἀσκεῖ ἀπό τό 1965 τίς δραστηριότητες τῆς στά ἀφρικανικά κράτη πού συνδέονται μέ την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ἰδίως, συμμετέσχε στην εκτέλεση διαφόρων προγραμμάτων χρηματοδοτούμένων ἀπό τά Ευρωπαϊκά Ταμεῖα 'Αναπτύξεως τά όποια ἱδρύθησαν μέ τίς δύο συμβάσεις Yaoundé τοῦ 1964 καί τοῦ 1969.
Ἀπό τό 1973 περίπου, ἀπεκλείσθη οιαδήποτε συμμετοχή τῆς ἀνωτέρω ἐπιχειρήσεως στίς διαδικασίες προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορῶν ἡ συνάψεως δι' ἀπ᾽ ευθείας ἀναθέσεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών δυνάμει τῶν συμβάσεων Yaoundé καί, ἀπό τό 1975, δυνάμει τῶν δύο συμβάσεων Λομέ, μεταξύ τῶν χωρών ΑΚΕ ('Αφρικής, Καραϊβικής καί Εἰρηνικοῦ Ὠκεανού) καί ΕΟΚ, τῶν ετών 1975 καί 1979.
Ὁ διαχειριστής τῆς ἑταιρίας, Helmut Ρ. Gauff, ἐζήτησε τήν 13η 'Ιανουαρίου 1976, ἀπό τόν γενικό διευθυντή τῆς γενικής διευθύνσεως αναπτύξεως καί συνεργασίας τῆς 'Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων νά περιληφθεί ἡ εταιρία στόν πίνακα προμηθευτών πού ἔγιναν δεκτοί πρός συμμετοχή σέ μία διαδικασία κατακυρώσεως στό Ζαΐρ.
Μέ επιστολή τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976, ὁ γενικός διευθυντής ἀπέρριψε τήν ἀνωτέρω προσφορά ὑπηρεσιών, προσθέτοντας ὅτι δέν ήταν κατά τήν γνώμη του ἀναγκαίο νά εξηγήσει τους λόγους τῆς ἀπορρίψεως στον Helmut Gauff.
Ή εταιρία Gauff επανέλαβε τήν αίτηση της τήν 3η Δεκεμβρίου 1976, έλαβε ὅμως τήν ἀπάντηση, καί πάλι ἀπό τόν γενικό διευθυντή, ὅτι ἡ διαδικασία επιλογής γραφείων μελετών, εργαζομένων έπί προγραμμάτων τοῦ Ευρωπαϊκού Ταμείου 'Αναπτύξεως στό πλαίσιο τῆς συμβάσεως Λομέ τοῦ 1975, διέφερε ἀπό τήν διαδικασία πού ίσχυε προηγουμένως στό πλαίσιο τῆς συμβάσεως Yaoundé τοῦ 1969.
Διαπιστώνοντας τήν συνέχιση τοῦ ἀποκλεισμού αὐτοῦ, ἡ ἑταιρία Gauff, διά τοῦ δικηγόρου της, ἐζήτησε, τήν 21η 'Απριλίου 1980, ἀπό τόν γενικό διευθυντή τῆς γενικής διευθύνσεως ἀναπτύξεως νά τῆς διευκρινίσει ἄν εθεωρείτο ἡ ὄχι καί πάλι ὡς ἔχουσα τήν Ικανότητα πρός συμμετοχή στην εκτέλεση προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων ἀπό τά διάφορα ΕΤΑ (Εὐρωπαϊκά Ταμεῖα 'Αναπτύξεως).
Ό γενικός διευθυντής τῆς νομικής υπηρεσίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀπήντησε ὅτι δέν ήταν δυνατό νά τῆς δώσει τέτοια διαβεβαίωση.
Οἱ αἰτιολογίες τῆς ἀρνήσεως πού ἀντε-τάχθη στην εταιρία Gauff διέφεραν κατά τά διάφορα χρονικά σημεία. Μετά τήν ὄχι πολύ σαφή ἀπάντηση τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976, ἡ αίτηση τῆς ἑταιρίας θά διεβιβάζετο στην «ἀρμοδία γιά τόν τομέα αυτό υπηρεσία» (ἀπάντηση τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1976) καί, τέλος, «ή επιλογή τῶν υποψηφίων» πραγματοποιείται «κατά περίπτωση, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη ὅλων τῶν περιστάσεων» (ἀπάντηση τῆς 20ής 'Ιουνίου 1980).
Στην πραγματικότητα, ἡ άρνηση πού ἀντε-τάχθη στην ἑταιρία Gauff είχε κατά βάση ἕνα καί τόν αυτό λόγο: σύμφωνα μέ μνημόνιο πού συνετάγη τήν 22α Δεκεμβρίου 1977, ὁ γενικός διευθυντής ἀναπτύξεως, κατά την διάρκεια συνομιλίας πού εἶχε, κατόπιν αιτήσεως τους, μέ δυό εκπροσώπους τῆς ἑταιρίας, την 12η Δεκεμβρίου 1977, τους εξήγησε ὅτι «ὅλες οἱ ἀποφάσεις πού ἀφορούν τήν σύναψη συμβάσεων λαμβάνονται κατά περίπτωση, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων πού καθορίζονται ἀπό τόν δημοσιονομικό κανονισμό καί δεσμεύουν τήν Ἐπιτροπή». 'Αλλά ὁ γενικός διευθυντής κατέστησε επίσης σαφές στους συνομιλητές του ὅτι «καθ' ὅσον χρόνο τίς υπεύθυνες θέσεις στην επιχείρηση Gauff θά κατέχουν τά ίδια πρόσωπα ὁπως καί τήν εποχή κατά τήν ὁποία ἡ επιχείρηση ἐδωροδόκησε υπάλληλο της Επιτροπής», ἡ επιχείρηση θά ἀποκλείεται ἀπό τήν δυνατότητα συνάψεως συμβάσεων πού χρηματοδοτούνται ἀπό τά ευρωπαϊκά ταμεία ἀναπτύξεως.
Ή εταιρία Gauff ἐγνώριζε καλῶς τόν ἀνωτέρω λόγο, ἀφοῦ στην προαναφερθείσα επιστολή του, τῆς 21ης 'Απριλίου 1980, προς τόν γενικό διευθυντή, ὁ δικηγόρος της έγραφε, πρίν προχωρήσει στήν εξέταση τοῦ βασιμου τοῦ λόγου αὐτοῦ: «ὁ αποκλεισμός της πελάτιδός μου συνδέεται προφανῶς μέ ἕνα περιστατικό πού συνέβη τό 1968 καί στό όποιο είχε ἀνάμιξη ένας πρώην συνεργάτης τῆς Ἐπιτροπής. Ό τελευταίος ἀπεχώρησε, ὡς φαίνεται, ἀπό τήν 'Επιτροπή κατόπιν πειθαρχικῆς διαδικασίας. Τοῦ εἶχε προσαφθεί ὅτι, ὡς υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής, εδέχθη νά διαβιβάσει γιά λογαριασμό τῆς Gauff, τό 1968, προμήθειες καί ποσά σέ ὑψηλῶς Ιστάμενες προσωπικότητες ἀφρικανικών χωρών».
Αυτές εἶναι οἱ πραγματικές περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ἡ ἑταιρία Gauff, μέ δικόγραφο πού ἐπρωτοκολλήθη τήν 25η Αυγούστου 1980, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο
—
νά ἀκυρώσει τήν ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τήν οποία ή ἑταιρία αυτή δέν έχει τήν ικανότητα πρός συμμετοχή σέ διαδικασίες προσκλήσεως προσφορών ἡ συνάψεως δι' ἀπ' ευθείας ἀναθέσεως δημοσίων συμβάσεων παροχής ὑπηρεσιών πού χρηματοδοτούνται ἀπό τό ETA,
—
ἐπικουρικώς, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ 'Επιτροπή υποχρεούται νά τῆς γνωστοποιήσει ἄν έχει ἡ ὄχι τήν ικανότητα πρός συμμετοχή κατά τά ἀνωτέρω,
—
καί νά επιβάλει στην Ἐπιτροπή νά τῆς καταβάλει ένα γερμανικό μάρκο ὡς ἀποζημίωση.
II —
Πλείονα ζητήματα γεννώνται καί πρώτον, συνιστά, ἀπό τυπικής ἀπόψεως, πράξη τῆς ἁρμοδίας ἀρχής ἡ επιστολή πού ἀπηύθυνε, τήν 20ή 'Ιουνίου 1980, ὁ γενικός διευθυντής τῆς νομικής υπηρεσίας πρός τήν ἑταιρία Gauff ; Εἶναι ἀναμφίβολο. 'Ας παρατηρηθεί επίσης ὅτι ἡ ἑταιρία Gauff δέν ζητεί τήν ἀκύρωση ἀποφάσεως περί ἀπορρίψεως προσφοράς πού υπέβαλε κατόπιν μιᾶς συγκεκριμένης προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορών, ὁπως συνέβη τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1976.
Ἐν τούτοις, έστω καί ἄν ἡ ἀπάντηση τῆς 20ής 'Ιουνίου 1980 δέν ἀποτελεί παρά επιβεβαίωση, μέ νέα επιχειρήματα, μιᾶς πραγματικής καταστάσεως, ἡ κατάσταση αυτή συνεχίζεται: ἡ εταιρία Gauff έχει ἀποκλεισθεί κατά τρόπο γενικό καί μόνιμο, καί ὁ γενικός διευθυντής στό μνημόνιό του τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1977, έκρινε ὅτι ή μεταβολή τῆς νομικής μορφής τῆς προσφευγούσης, ἡ ὁποία τό 1970 μετετράπη ἀπό ἀτομική επιχείρηση σέ ετερόρρυθμη ἑταιρία, δέν επέφερε καμμία ἀλλαγή ὅσον άφορᾶ τήν πραγματική άσκηση τῆς διοικήσεως τῆς επιχειρήσεως. Πρόκειται ἐδῶ γιά μία λήψη θέσεως προδήλως καταλογιστέα στην 'Επιτροπή, ἡ οποία ἐξ άλλου τήν ἐπεβεβαίωσε εγγράφως.
Ή κατάσταση αύτη ζημιώνει τήν ἑταιρία Gauff κάθε φορά πού ἀρχίζει μία διαδικασία συνάψεως συμβάσεως, εἴτε δι' ἀπ' ευθείας ἀναθέσεως εἴτε κατόπιν προσκλήσεως πρός ὑποβολή προσφορῶν, στην ὁποία θά ἠδύνατο νά συμμετάσχει μέ ελπίδες επιτυχίας, μή λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψη τῆς αιτιάσεως πού τῆς προσάπτεται. Συνεπῶς, ἡ ἑταιρία Gauff ἔχει συμφέρον νά επιδιώξει τήν ἀποσαφήνιση τῆς νομικής της καταστάσεως (ἀπόφαση τῆς 17ης Μαρτίου 1971, Kschwendt, υπόθεση 47/70, Rec. σ. 257).
III —
Ή κλειστή διαδικασία προσκλήσεως προς ὑποβολή προσφορών καί ἡ δι' ἀπ' ευθείας ἀναθέσεως σύναψη συμβάσεως εἶναι οἱ συνήθεις τρόποι συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιῶν (μελετών, τεχνικής βοηθείας, επιβλέψεως έργων) πού ἀποτελούν ἀκριβώς τόν σκοπό τῆς εταιρίας Gauff οἱ τρόποι αυτοί φαίνονται μάλιστα νά ἀρμόζουν στίς ιδιαίτερες αυτές παροχές πού εἶναι παροχές υπηρεσιών.
Ή κλειστή διαδικασία προσκλήσεως πρός ὑποβολή προσφορών ἀπευθύνεται μόνο στους ὑποψηφίους μέ τους ὁποίους ἀποφασίζει νά διαπραγματευθεί ἡ «ἀναθέτουσα ἀρχή», ενδεχομένως ἀφοῦ προηγηθεῖ μία διαδικασία προκαταρκτικής επιλογής, πού ἀποφασίζεται βάσει, κυρίως, τῆς ιδιαίτερης φύσεως ἡ τῆς σπουδαιότητος τῶν πρός εκτέλεση παροχών. Ό περιορισμένος πίνακας καταρτίζεται σέ στενή συνεργασία μεταξύ τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ ενδιαφερομένου κράτους ΑΚΕ. Μολονότι εναπόκειται τελικά στό κράτος ΑΚΕ πού εἶναι ὁ δικαιοῦχος τῆς ενισχύσεως, νά επιλέξει ἀπό τόν «περιορισμένο πίνακα» τήν επιχείρηση μέ τήν οποία επιθυμεί νά συμβληθεί, ή έγγραφη μιας επιχειρήσεως στόν πίνακα αυτό εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς κατακυρώσεως τῆς συμβάσεως σ' αὐτή, ἡ ἀνάθεση δέ τῆς συμβάσεως πρέπει νά εγκριθεί ἀπό τόν κύριο διατάκτη τοῦ ETA, πού ήταν ἐξ ἀρχής ὁ γενικός διευθυντής τῆς γενικής διευθύνσεως ἀναπτύξεως.
Ή σύναψη τῆς συμβάσεως ἀποκαλείται σύναψη «δι' ἀπ' ευθείας ἀναθέσεως» ὅταν ή «ἀναθέτουσα ἀρχή» διεξάγει ελευθέρως τίς διαπραγματεύσεις πού κρίνει σκόπιμες καί κατακυρώνει τήν σύμβαση στόν ἐργολήπτη ἡ στον προμηθευτή πού επιλέγει. Στην περίπτωση αὐτή, ὁ πίνακας τῶν υποψηφίων πού γίνονται δεκτοί πρός συμμετοχή καταρτίζεται ἀπό μόνη τήν Ἐπιτροπή.
Ἐξ ὁρισμού, κατά τίς διαδικασίες αυτές ή 'Επιτροπή έχει εὐρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως ἀπό ὅ,τι στην περίπτωση ἀνοικτής διαδικασίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει δημοσία πρόσκληση πρός υποβολή προσφορών. Τό Δικαστήριο ὁφείλει νά σέβεται τό περιθώριο ἐκτιμήσεως πού εἶναι ἀναγκαῖο στην «ἀναθέτουσα ἀρχή» πρός διαφύλαξη τοῦ γενικού συμφέροντος. Είναι ὅμως ἀρμόδιο νά ελέγχει τήν εκτίμηση τῶν υπηρεσιών τῆς Ἐπιτροπῆς γιά νά διαπιστώνει τήν τυχόν ύπαρξη βαρείας καί προδήλου πλάνης ἡ καταχρήσεως εξουσίας (ἀπόφαση τῆς 23ης Νοεμβρίου 1978, Agence, Européenne d'intérims, υπόθεση 56/77, Rec. σ. 2234, σκέψη 20).
'Ενδείκνυται, λοιπόν, νά εξετασθεί εντός τῶν ἀνωτέρω ὁρίων τό βάσιμο τῶν ισχυρισμών καί τῶν επιχειρημάτων τῆς ἑταιρίας Gauff.
1.
Τό διφορούμενο καί ὁ παρελκυστικός χαρακτήρας τῆς ἀρνήσεως πού ἀντετάχθη στην ἑταιρία Gauff δέν συνιστούν, καθαυτά, λόγο ἀκυρώσεως, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπή εξήγησε σαφώς τους λόγους τῆς ἀρνήσεως αυτής.
2.
Όπως καί οἱ διατάξεις εφαρμογής πού προβλέπονται ἀπό τά άρθρα 22 καί 26 τοῦ πρωτοκόλλου 2 πού προσαρτάται στην πρώτη σύμβαση Λομέ τοῦ 1975, οἱ γενικοί ὅροί πού εφαρμόζονται κατά τήν σύναψη καί την ἐκτέλεση δημοσίων συμβάσεων χρηματοδοτούμενων ἀπό τά ταμεία πού ἱδρύθησαν δυνάμει τῆς δευτέρας συμβάσεως Λομέ τοῦ 1979 (άρθρο 131) δέν έχουν ἀκόμη θεσπισθεί. Κατά συνέπεια, ἀπό αυστηρῶς νομικῆς ἀπόψεως, ἡ σύναψη συμβάσεων τεχνικῆς συνεργασίας μετά την 1η Μαρτίου 1980 εξακολουθεί νά διέπεται ἀπό τά άρθρα 24-27 τοῦ πρωτοκόλλου 2 τῆς πρώτης ἀπό τίς συμβάσεις αυτές. Μολονότι ἡ εξουσία εκτιμήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ευρύτερη κατά την σύναψη συμβάσεων μέ την κλειστή διαδικασία προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορῶν καί, κατά μείζονα λόγο, κατά τήν σύναψη συμβάσεων, δι' ἀπ᾽ ευθείας ἀναθέσεως, δύναται, ἐν τούτοις, νά γίνει δεκτό, ὅπως, υποστηρίζει ἡ ἑταιρία Gauff , ὅτι εφαρμόζονται κατ' ἀναλογία οἱ λόγοι ἀποκλεισμοί) πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 22 παράγραφος 2 τῆς γενικῆς συγγραφής υποχρεώσεων τῶν συμβάσεων δημοσίων έργων καί κρατικών προμηθειών πού χρηματοδοτοῦνται δυνάμει τῆς δεύτερης συμβάσεως Yaoundé, καθώς καί ἀπό τό άρθρο 17 τοῦ σχεδίου γενικής συγγραφής υποχρεώσεων ἐπί δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών πού χρηματοδοτοῦνται δυνάμει τῆς πρώτης συμβάσεως Λομέ.
Σύμφωνα πάντα μέ τήν ἑταιρία Gauff, ὁ μόνος λόγος ἀποκλεισμοῦ πού προσεγγίζει περισσότερο πρός τήν περίπτωση της, δηλαδή ὁ λόγος πού προβλέπεται στό άρθρο 22 παράγραφος 2 στοιχείο δ τῶν γενικών ὅρών καί προϋποθέσεων τῆς συνάψεως καί εκτελέσεως συμβάσεων δημοσίων έργων καί κρατικών προμηθειών πού χρηματοδοτοῦνται ἀπό τό ΕΤΑ (οἱ όποιοι κατέστησαν εφαρμοστέοι δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 282/72 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1972) δέν έχει εφαρμογή ἐπ᾽ αυτής, δεδομένου ὅτι δέν έχει ἀπαγ-γελθεῖ εἰς βάρος τῆς «καταδίκη μέ ἀμετάκλητη δικαστική ἀπόφαση, γιά ἀδίκημα πού άφορᾶ τήν επαγγελματική ἀγωγή».
Τό άρθρο 17 τοῦ σχεδίου τῆς γενικής συγγραφής υποχρεώσεων ἐπί δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών πού χρηματοδοτοῦνται δυνάμει τῆς πρώτης συμβάσεως Λομέ επαναλαμβάνει κατ' ουσία τίς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου 22, προσθέτοντας τήν περίπτωση προσώπων γιά τά όποια ελήφθη αὐτεπαγγέλτως ἀπόφαση ἀποκλεισμοῦ, προσωπινή ἡ μόνιμη, ὡς κύρωση γιά τήν μή ἐκτέλεση συμβάσεως μελετών ή τεχνικής βοηθείας.
Κατά τήν Gauff, ἡ ἀναλογία θά πρέπει νά σταματήσει ἐδῶ: ἀφοῦ δέν τῆς έχει επιβληθεῖ ἀμετάκλητη δικαστική καταδίκη, κατόπιν διαδικασίας στην ὁποία νά έτυχε τῆς προσηκούσης ἀκροάσεως, ἡ συμμετοχή της δέν δύναται νά ἀποκλεισθεί ὁριστικώς.
Ή 'Επιτροπή άπαντᾶ ὅτι ἡ μή ύπαρξη δικαστικής καταδίκης τῆς Gauff εξηγείται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν εἶχε καί δέν έχει, ὑπό τήν παρούσα κατάσταση τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, τήν δυνατότητα νά επικαλείται υπέρ τῶν υπαλλήλων τῆς τίς ποινικές διατάξεις πού επιτρέπουν στίς δημόσιες ἀρχές τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας νά διώκουν τήν ἐνεργό δωροδόκηση τῶν υπαλλήλων τους. Ή 'Επιτροπή έχει ήδη επεξεργασθεί ένα σχέδιο συνθήκης μέ τέτοιο περιεχόμενο, τό όποιο ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 22α Σεπτεμβρίου 1976, παραμένει όμως ἀκόμη σχέδιο.
Είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι τόν Μάρτιο τοῦ 1973 ἡ 'Επιτροπή ἐπληροφορήθη ἀπό τίς γερμανικές φορολογικές ἀρχές ὅτι ένας έλεγχος πού διενεργήθη στην Gauff ἀπεκάλυψε ὅτι, κατά τά έτη 1967 καί 1968, ή ἐταιρία αυτή εἶχε καταβάλει ποσό 88000 DM σέ υπάλληλο τῆς γενικής διευθύνσεως ἀναπτύξεως, ἁρμόδιο γιά τήν προετοιμασία, τήν εκτέλεση καί τόν τεχνικό έλεγχο προγραμμάτων χρηματοδοτούμένων ἀπό τό ΕΤΑ. Ή επιχείρηση Gauff ἐδήλωσε κατά τόν έλεγχο αυτό ὅτι μέρος τοῦ ποσού (50000 DΜ) εἶχε καταβληθεί μέ κοινή επιταγή, ἐνῶ ένα άλλο μέρος εἶχε μεταφερθεί στον λογαριασμό τῆς συζύγου τοῦ ἐν λόγω υπαλλήλου.
Κατόπιν τῆς ἀποκαλύψεως αυτής, ἡ 'Επιτροπή, τόν Μάρτιο τοῦ 1975, εκίνησε κατά τοῦ υπαλλήλου αυτού πειθαρχική διαδικασία, ἡ ὁποία κατέληξε στην ἀνάκληση του. Ὅταν προσεκλήθη ἀπό τήν 'Επιτροπή νά καταθέσει κατά τήν διαδικασία αύτη, ή Gauff δέν προσῆλθε.
'Ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἡ εταιρία Gauff εξήγησε ὅτι ὁ ἐν λόγω υπάλληλος ἦταν προσωπικός φίλος καί συμπατριώτης τοῦ Helmut P. Gauff καί ὅτι λόγω αὐτής τῆς Ιδιότητός του, καί όχι διότι ήταν επιφορτισμένος μέ τήν ἀνάθεση τῶν συμβάσεων πού χρηματοδοτούνται ἀπό τά κοινοτικά ταμεία, ήλθε ἡ ἑταιρία σέ ἐπαφή μαζί του. Ή «προμήθεια» πού τοῦ κατεβλήθη ἁπλώς «πέρασε» ἀπό τά χέρια του, ἐξ άλλου δέ οἱ γερμανικές φορολογικές ἀρχές ἀναγνωρίζουν ἀπολύτως ὅτι τέτοιες «προμήθειες» εκπίπτονται ἀπό τό φορολογητέο εισόδημα.
Όποια καί ἄν εἶναι ἡ ἀξία τῶν εξηγήσεων αυτών, έχω τήν γνώμη ὅτι, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη καί τῶν δικών τῆς ευθυνών, ἡ 'Επιτροπή δέν εἶναι δυνατό νά δεχθεῖ νά διέρχονται τέτοια ποσά ἀπό τά χέρια ἑνός ἀπό τους υπαλλήλους τῆς πού εἶναι ἀκριβώς επιφορτισμένος μέ τίς συμβάσεις, έστω καί ἄν πρόκειται γιά φίλο καί συμπατριώτη ενός προσώπου πού ἀσκεῖ de facto τήν διοίκηση τῆς ὑποψηφίας επιχειρήσεως στην ὁποία προσφέρει εξυπηρέτηση. Τό περιστατικό δέν ήταν ἀσφαλώς οὔτε σύνηθες οὔτε ἀκίνδυνο, ἀφοῦ τό γερμανικό δημόσιο τό ἐγνωστοποίησε στην 'Επιτροπή μέσω τῆς μονίμου ἀντιπροσωπείας τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας. Είναι κατανοητή ἡ άρνηση τῆς επιχειρήσεως Gauff νά παράσχει μαρτυρική κατάθεση στην πειθαρχική διαδικασία πού ἐκινήθη κατά τοῦ ὑπαλλήλου, δέν δύναται ὅμως τώρα νά παραπονείται διότι δέν ἠκούσθη. Κατά τήν γνώμη μου, συνεπώς, ἡ Ἐπιτροπή θεμιτῶς ἀρνείται νά ἐπιτρέψει τήν συμμετοχή τῆς ἑταιρίας Gauff στίς διαδικασίες προσκλήσεως προσφορών.
3.
'Ας παρατηρηθεί ἐπίσης ὅτι ὁ ἀνωτέρω λόγος αποκλεισμού προβλέπεται ρητώς στην ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου, τῆς 26ης Ἰουλίου 1971, περί συντονισμού τῶν διαδικασιών γιά τήν σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, καί στην ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού τῶν διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών. Τό άρθρο 23 τῆς πρώτης ἀπό τίς ὁδηγίες αυτές καί τό άρθρο 20 τῆς δευτέρας ὁρίζουν ὅτι:
«Κάθε εργολήπτης ἡ προμηθευτής δύναται νά ἀποκλεισθεί ἀπό τή συμμετοχή στό διαγωνισμό ὅταν:
...
δ)
έχει διαπράξει βαρύ ἐπαγγελματικό παράπτωμα πού δύναται ἀποδεδειγμένως νά διαπιστωθεί μέ ὁποιοδήποτε μέσο ἀπό τίς ἀναθέτουσες ἀρχές
...»
Οἱ κανόνες τῆς συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων ἡ κρατικών προμηθειών στά Κράτη μέλη πρέπει νά εφαρμοσθούν καί στίς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών πού συνάπτονται δι' ἀπ᾽ ευθείας ἀναθέσεως ή κατόπιν προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορών, καί πού χρηματοδοτούνται ἀπό τά εὐρωπαϊκά ταμεία ἀναπτύξεως. 'Ας σημειωθεί ὅτι δέν ὁρίζεται κανένα χρονικό ὅριο γιά ένα τέτοιο λόγο αποκλεισμοί).
4.
Συνεπῶς, ἡ μεταχείριση πού ἐπεφυ-λάχθη στην ἑταιρία Gauff δέν συνιστά οὔτε διάκριση ἐν σχέσει πρός τους άλλους προ-σφέροντες, οὔτε κατάχρηση εξουσίας.
ΙV —
Ή τύχη τοῦ αιτήματος ἀποζημιώσεως τῆς εταιρίας Gauff εξαρτᾶται ἀπό τό βάσιμο τοῦ ἀποκλεισμού της.
'Ανέφερα ήδη ὅτι ὁ ἀποκλεισμός αυτός μοῦ φαίνεται δικαιολογημένος. Οἱ ἰσχυρισμοί περί τῆς συμπεριφοράς ὁρισμένων υπαλλήλων τῆς 'Επιτροπής, πού υποστηρίζεται ὅτι προεκάλεσε τήν ζημία (βλάβη τῆς επαγγελματικής φήμης, ἀπώλεια ευκαιριών), τῆς ὁποίας ζητείται μία καθαρά συμβολική ἀποκατάσταση, ἀμφισβητούνται ἀπό τήν 'Επιτροπή. Ή βεβαιότης τῆς ζημίας καί ή αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής τῆς ζημίας καί αυτής τῆς συμπεριφοράς δέν μοῦ φαίνονται ἐν πάση περιπτώσει ἀποδεδειγμένες.
Κατά συνέπεια, προτείνω την ἀπόρριψη τῆς προσφυγής καί τήν καταδίκη τῆς ἑταιρίας Gauff στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy