ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 14 ΜΑΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε
κύριοι δικαστές,
Στην παροῦσα υπόθεση υπαλλήλου, ἡ διαφορά άφορα, γιά μία φορά ἀκόμη, τήν χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 59 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως των υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οἱ ἀπαιτούμενες γιά τήν ἐν λόγω ἀποζημίωση προϋποθέσεις ρυθμίζονται ἀπό τό ἄρθρο 4 παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως, τό όποιο ὁρίζει ὅτι ἡ ἀποζημίωση αυτή χορηγείται μεταξύ άλλων στους κάτωθι ὑπαλλήλους:
«...
β)
Στόν υπάλληλο ὁ όποιος, παρ' ὅλο πού είναι ἡ υπήρξε υπήκοος τοῦ κράτους, στό έδαφος τοῦ ὁποιου ευρίσκεται ὁ τόπος ὅπου υπηρετεί, εἶχε την μόνιμη διαμονή του, κατά συνήθη τρόπο, ἐπί δέκα έτη λήγοντα κατά τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του, έκτός τοῦ ευρωπαϊκοῦ εδάφους τοῦ κράτους αὐτοῦ γιά άλλους λόγους έκτος ἀπό τήν άσκηση καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σέ διεθνή ὀργανισμό.»
Ἐπί τῆς διατάξεως αυτής, πού εφαρμόζεται — σύμφωνα μέ τό άρθρο 21 τοῦ εφαρμοστέου στό λοιπό προσωπικό καθεστώτος — κατ' ἀναλογία στους ἐν λόγω υπαλλήλους, στηρίζεται ὁ προσφεύγων, έκτακτος υπάλληλος βαθμού C3 — ειδικευμένος εργάτης — ὁ όποιος ἀνέλαβε υπηρεσία στό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τῆς Ispra τήν 3η Σεπτεμβρίου 1979.
Ὁ προσφεύγων, ιταλός υπήκοος γεννηθείς τό 1950 στην Monopoli (Ἰταλία), μετηνάστευσε μέ τήν οικογένεια του στό Μεγάλο Δουκᾶτο τοῦ Λουξεμβούργου σέ ἡλικία 12 ετῶν. Ή οικογένεια του ἐγκατεστάθη στό Diekirch, ὅπου συνέχισε τίς ἐγκυκλίους καί επαγγελματικές του σπουδές. Τό 1966 άρχισε τήν μαθητεία του ὡς μηχανικός αυτοκινήτων καί επέτυχε στίς τελικές εξετάσεις τόν Ἀπρίλιο 1970. Τήν 5η Μαΐου 1970, έλαβε άδεια ἀπό τόν εργοδότη του γιά νά εκπληρώσει τήν στρατιωτική του θητεία στό ιταλικό ναυτικό. Ἀμέσως μετά τήν ἀπόλυση του, στίς 15 Ἀπριλίου 1982, επέστρεψε στην κατοικία του στό Λουξεμβοῦργο καί στόν πρώην εργοδότη του. Τό 1976 ἐμίσθωσε ένα σταθμό επισκευῆς στην πόλη τοῦ Λουξεμβούργου, στην ὁποία διέμεινε, μετά τήν ἀπόκτηση διπλώματος Meister, μέχρι τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του στην Ispra.
Παρά τίς σαφείς διαβεβαιώσεις πού τοῦ εδόθησαν ἀπό τους υπαλλήλους τοῦ 'Ιδρύματος, τόσο πρίν ὅσο καί μετά τήν ἀνάληψη τῆς υπηρεσίας του στην Ispra, γιά τήν χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, τό εκκαθαριστικό σημείο τοῦ μισθού τοῦ προσφεύγοντος γιά τους μήνες Σεπτέμβριο καί Όκτώβριο δέν ἀνέφερε τέτοια ἀποζημίωση. Ἔτσι, τήν 11η Όκτωβρίου 1979 υπέβαλε ένα υπόμνημα στόν κ. Ellerkmann, διευθυντή τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ἐρευνών, γιά τήν χορήγηση τῆς ἐν λόγω ἀποζημιώσεως. Δεδομένου ὅτι ἡ παρέμβαση τοῦ «μεσολαβητοῦ» τῆς Ἐπιτροπής δέν ἀπέδωσε ἀποτελέσματα, ὁ προσφεύγων υπέβαλε στό εἰδικό πρός τούτο έντυπο, τήν 30ή 'Ιανουαρίου 1980, αίτηση πρός τήν Ἐπιτροπή κατά τό άρθρο 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τήν χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Ή αίτηση περιήλθε στόν γενικό γραμματέα τῆς Ἐπιτροπής, στίς 6 Φεβρουαρίου 1980.
Ἐπειδή δέν έλαβε καμμία ἀπάντηση εντός τῆς τετραμήνου προθεσμίας πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπέβαλε, τήν 1η 'Ιουλίου 1980, επίσης σέ εἰδικό έντυπο, ένσταση πρός τόν γενικό γραμματέα τῆς Ἐπιτροπής, κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2, εναντίον τῆς σιωπηρᾶς ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως του.
Μέ επιστολή τῆς 8ης 'Ιουλίου 1980, ἐγνωστοποιήθη στόν προσφεύγοντα μία άλλη επιστολή τῆς Ἐπιτροπής, μέ ημερομηνία 23 'Ιουνίου 1980, μέ τήν ὁποία ἀπερρίφθη ρητώς ἡ «ένσταση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως» τοῦ προσφεύγοντος, τῆς 30ής 'Ιανουαρίου 1980.
Τήν 4η Σεπτεμβρίου 1980, ὁ Garganese ἤσκησε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί νά ἀκυρωθεί ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουνίου 1980 καί νά υποχρεωθεί ἡ Ἐπιτροπή στην καταβολή τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, ἀπό 3ης Σεπτεμβρίου 1979, καθώς καί ἀποζημίωση μετά τόκων υπερημερίας πρός 6 % ετησίως ἐπί τῶν ληξιπροθέσμων ἀπαιτήσεων τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, των τόκων υπολογιζόμενων ἀπό τοῦ χρόνου πού ἡ καταβολή κατέστη ἀπαιτητή καί μέχρις ἐξοφλήσεως. Ζητεῖ, ἐξ άλλου, τήν καταδίκη τῆς Ἐπιτροπῆς στά δικαστικά έξοδα.
Γιά τά θέματα αυτά προτείνω τά ἀκόλουθα:
I — Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
Ἡ καθ' ἧς, Ἐπιτροπή, προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου, Ισχυριζόμενη ὅτι δέν προηγήθη τῆς προσφυγής ἡ προβλεπομένη ἐντός τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ένσταση κατά τῆς βλαπτικής των συμφερόντων τοῦ προσφεύγοντος πράξεως. Ὑποστηρίζει ὅτι ἡ άρνηση χορηγήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας προκύπτει ἐμμέσως πλην σαφῶς ἀπό τους υπολογισμούς πού ἀνεφέροντο στό πρῶτο εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχῶν, τοῦ ὁποίου ὁ προσφεύγων έλαβε γνώση μόλις τήν 11η Όκτωβρίου 1979. Στό ἐκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχών, ἡ στήλη «ἀποζημίωση ἀποδημίας» ήταν όντως κενή. Τό γεγονός αυτό δέν εἶναι δυνατόν νά διέφυγε τῆς προσοχής τοῦ προσφεύγοντος, δεδομένου ὅτι τοῦ είχε ειδικά επιστηθεί ἡ προσοχή σ' αὐτό τό σημείο κατά τίς προηγούμενες συζητήσεις. Ό προσφεύγων ὤφειλε, κατά συνέπεια, νά είχε ὑποβάλει ένσταση, κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως, τό ἀργότερο μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν 3 μηνών, κατά τοῦ ἐν λόγω βλαπτικού τῶν συμφερόντων του μέτρου. Ἐν όψει ενός βλαπτικοῦ μέτρου, ὁ προσφεύγων δέν έχει τήν δυνατότητα νά ἀποφύγει τίς προθεσμίες πού προβλέπει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μέσω τῆς κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 1 αἰτήσεως. Ή Ἐπιτροπή θεωρεί ἑπομένως ὅτι ἡ «αἴτηση» πού ὑπεβλήθη ἀπό τόν προσφεύγοντα τήν 30ή 'Ιανουαρίου 1980 πρέπει στην πραγματικότητα νά χαρακτηρισθεί ὡς ένσταση, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2. Πρόκειται, συγκεκριμένα, γιά ἐκπρόθεση ένσταση.
Ἀκόμη καί ἄν ἡ επιστολή τῆς 11ης Όκτωβρίου 1979 πρός τόν κ. Ellerkmann ἐθεωρείτο ὡς ένσταση, ἡ προσφυγή πάντως πού ἠσκήθη στίς 4 Σεπτεμβρίου 1980 πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἐκπρόθεσμη. Ἡ ἀπό 23ης 'Ιουνίου 1980 ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς στό υπόμνημα τῆς 30ής 'Ιανουαρίου 1980 — κατά τῆς ὁποίας στρέφεται ἡ προσφυγή — συνιστά ἁπλώς ἐπιβεβαίωση τῆς ἀπορριπτικής ἀποφάσεως, πού περιήλθε στόν προσφεύγοντα μόλις τήν 11η Όκτωβρίου 1979, καί ἑπομένως δέν δύναται νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο αὐτοτελοῦς προσφυγῆς.
Ἀπό τους ισχυρισμούς αὐτούς καταδεικνύεται ὅτι τό κρίσιμο ζήτημα περί τοῦ παραδεκτού εἶναι ἄν τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών, ἡ γνώση τοῦ ὁποίου ἀπό τόν προσφεύγοντα, τήν 11η Όκτωβρίου 1979, δέν ἀμφισβητείται, δύναται νά θεωρηθεί ὡς πράξη βλάπτουσα τά συμφέροντά του, ἡ ὁποία απλώς ἐπιβεβαιώθη ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουνίου 1980.
Στό πλαίσιο αυτό, πρέπει νά συμφωνήσω μέ τόν Ισχυρισμό τῆς καθ' ἧς ὅτι, ὅπως άλλωστε ἐτόνισε τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις 15 έως 33, 52, 57-109, 116, 117, 123, 132 καί 135-137/73 (Roswitha Kortner, τό γένος Schots καί λοιποί κατά Συμβουλίου, Ἐπιτροπής καί Κοινοβουλίου, ἀπόφαση τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1974, Slg. 1974, σ. 117) καί 1/76 (Ute Wack κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιουνίου 1976, Slg. 1976, σ. 1017), ἡ διαβίβαση τοῦ μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος ἀποδοχών δύναται νά προκαλέσει τήν έναρξη τῶν προθεσμιών ἀσκήσεως προσφυγής. Είναι γνωστό ὅτι σκοπός τῶν προθεσμιών αὐτών εἶναι νά ἀποκλείσουν, χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου καί πρός ἀποφυγήν δημιουργίας πάρα πολλών δικών, κάθε δυνατότητα προσφυγής μετά τήν λήξη ὡρισμένης προθεσμίας, ἀφοῦ ὁ ἐνδιαφερόμενος έλαβε γνώση τοῦ βλαπτικοῦ μέτρου. Γιά τόν λόγο αυτό, άλλωστε, τό Δικαστήριο, στίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις, ἀπεφάνθη ὅτι οἱ προθεσμίες ἀσκήσεως προσφυγής ἀρχίζουν νά τρέχουν μόνο ἄν τό σημείωμα ἀποδοχῶν εμφαίνει σαφώς τήν ληφθείσα ἀπόφαση. Όπως διεπίστωσε τό Δικαστήριο, ὁ ὅρός αυτός ἐπληροῦτο στίς προαναφερθείσες υποθέσεις.
Στην παροῦσα περίπτωση, ὅμως, δέν νομίζω, ἀντίθετα πρός τους ισχυρισμούς τῆς καθ' ἧς, ὅτι τό γεγονός ὅτι ἡ στήλη «ἀποζημίωση ἀποδημίας» παρέμεινε κενή στό πρῶτο εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχών, πού εστάλη στον προσφεύγοντα, δύναται νά ἀποτελεί ρητή ἐκδήλωση βουλήσεως τῆς διοικήσεως, συνεπαγομενη έννομα ἀποτελέσματα καί έχουσα τά χαρακτηριστικά «βλαπτικής πράξεως» κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 (βλ. ἐπ' αὐτοῦ καί ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 20ής Νοεμβρίου 1980, στην υπόθεση 806/79 — François Gerin κατά Ἐπιτροπής, μή δημοσιευθείσα ἀκόμη στην Συλλογή).
Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, πρέπει ἐν πρώτοις νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ὁ προσφεύγων εἶχε καθησυχάσει, μέ τήν ἰδέα ὅτι ἐδικαιοῦτο τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, ἀπό δύο ἁρμοδίους ἐπί τοῦ θέματος υπαλλήλους, τους κκ. Henrichs καί Hauser, πρός τῆς ἀποστολής τοῦ πρώτου εκκαθαριστικοῦ σημειώματος ἀποδοχών, ἐνῶ ένας άλλος υπάλληλος, ὁ κ. Chambaud, ἀμφισβήτησε μόνο προφορικά, καί αὐτός, τό ἐν λόγω δικαίωμα. Ἐνώπιον τῶν διαφορετικών αυτών στάσεων, δέν εἶναι δυνατόν προφανώς νά λεχθεί ὅτι τό πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχών, στερούμενο οιασδήποτε ἐπεξηγήσεως, έπρεπε νά θεωρηθεί ἀπό τόν προσφεύγοντα ὡς ἀπορριπτική ἀπόφαση.
Ἀπό τήν επακολουθήσασα εκτενή ἀλληλογραφία δύναται επίσης νά συνταχθεί ὅτι οὔτε οἱ ἴδιες οἱ υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπής ούτε ὁ μεσολαβητής πού παρενέβη σ' αύτη τήν υπόθεση ἐθεώρησαν τό εκκαθαριστικό σημείωμα ὡς ἀπόφαση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἔτσι, γιά νά παραθέσω ὀλίγα μόνο παραδείγματα, ἀπό ένα υπόμνημα πού εστάλη στίς 16 Όκτωβρίου 1979 ἀπό τόν Hannaert, προϊστάμενο τοῦ τμήματος διοικήσεως καί προσωπικοῦ τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ἐρευνών τῆς Ispra, στόν Valsesia, προϊστάμενο τοῦ τμήματος «διοικητικός συντονισμός» στίς Βρυξέλλες, προκύπτει ὅτι τό τμήμα «κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως» τῆς Ἐπιτροπής έπρεπε νά επιληφθεί γιά νά εκφέρει τήν γνώμη του ἐπί τῆς υποθέσεως. Ό Rogalla, προϊστάμενος τοῦ ἐν λόγω τμήματος, έκρινε, σέ υπόμνημα τῆς 14ης Νοεμβρίου 1979 πρός τόν Valsesia, τό όποιο εἶχε εγκριθεί καί ἀπό τήν νομική υπηρεσία, ὅτι ὁ Garganese δέν ἐδικαιοῦτο ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Ἐξ άλλου, οἱ ἀπό 22 Όκτωβρίου 1979 καί 22 'Ιανουαρίου 1980 επιστολές τοῦ μεσολαβητοῦ De Groóte, μέ τόν όποιο ήλθε σέ επαφή ὁ προσφεύγων, πρός τόν Rogalla ἀποδεικνύουν ὅτι δέν ήταν βέβαιος ὅτι εἶχε ήδη ληφθεί ὁριστική απόφαση. Τέλος, σέ υπόμνημα τῆς 28ης Ιανουαρίου 1980, ἀπευθυνθέν πρός τόν Ellerkmann, ὁ Sciuto εκθέτει ὅτι καμμιά ἀπόφαση δέν εἶχε ακόμη ληφθεῖ μέχρι αυτή τήν ημερομηνία, πράγμα πού επίσης προκύπτει ἐξ ἴσου σαφώς ἀπό ἐπιστολή τοῦ Ellerkmann, τῆς 23ης Φεβρουαρίου 1980, πρός τόν προσφεύγοντα διά τοῦ Sciouto, ή ὁποία ἀνέφερε ὅτι τό θέμα ἐμελετᾶτο ἀκόμη ἀπό τίς ἀρμόδιες υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπής.
Ἐπί πλέον, ἡ αιτιολογημένη επιστολή πρός τόν προσφεύγοντα, τῆς 23ης 'Ιουνίου 1980, μέ τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή εξέφρασε σαφώς καί κατηγορηματικώς — καί γιά πρώτη φορά — τήν άρνηση καταβολής τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, δικαιολογεί επίσης τήν άποψη ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἐπιτροπή δέν ἐθεώρησε τήν εποχή εκείνη τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχών ὡς ἀπορριπτική ἀπόφαση. Ἀν, ὁπως υποστηρίζει σήμερα ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐπιστολή έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς βεβαιωτική ήδη ληφθείσης, πρό τῆς 11ης Όκτωβρίου 1979, ἀπορριπτικής ἀποφάσεως, δέν θά ήταν δίκαιο, ὑπό τίς συνθήκες αυτές, νά ἀναφέρεται ταυτοχρόνως σέ ήδη ληφθείσα ἀπορριπτική ἀπόφαση, παράλληλα δέ νά γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα ὅτι ἡ «ένσταση» του εἶχε υποβληθεί εκπροθέσμως.
Ἐν ὄψει τῆς διστακτικής καί μή ἀποφασιστικής στάσεως τῆς Ἐπιτροπής, φυσικό ήταν ὁ προσφεύγων νά ὑποβάλει, ρητώς, τυπική αἴτηση, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ ὁποία περιήλθε στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή τήν 6η Φεβρουαρίου 1981, μέ τήν ὁποία τήν ἐκάλει νά λάβει σχετική ἀπόφαση, ώστε νά ἀρχίσουν νά τρέχουν οἱ προθεσμίες πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεδομένου ὅτι δεν έλαβε καμμία ἀπάντηση εντός τῆς προθεσμίας των τεσσάρων μηνῶν, εὐλόγως, μέ ἐπιστολή τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980 — πρό τῆς λήψεως δηλαδή τῆς ρητής ἀπορριπτικής ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουνίου — κατέθεσε εμπροθέσμως ένσταση, κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2, εναντίον τῆς σιωπηρᾶς ἀποφάσεως περί ἀπορρίψεως τῆς αἰτήσεώς του. Δεδομένου ὅτι δέν ελήφθη ἀπόφαση οὔτε καί ἐπ' αυτής τῆς ἐνστάσεως ἐντός τῆς προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών, πού προβλέπει τό άρθρο 90 παράγραφος 2, ὁ προσφεύγων ἤσκησε εμπροθέσμως τήν προσφυγή του, τήν 4η Σεπτεμβρίου 1980. Ἐπομένως, ἡ προσφυγή του εἶναι παραδεκτή.
II — Ἐπί τοῦ βασιμου τῆς προσφυγής
1.
Όσον άφορᾶ τό βάσιμο τῆς προσφυγής, ὁ προσφεύγων Ισχυρίζεται ὅτι είχε μόνιμη κατοικία στό Λουξεμβούργο ἀπό τό 1962 μέχρι τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας του τό 1979 καί συνεπώς δικαιούται, σύμφωνα πρός τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Κατά τήν άποψή του, ἡ ἐκπλήρωση τῶν στρατιωτικών ὑποχρεώσεων ουδαμώς επηρεάζει τήν θέση του. Ἀκόμη δέ καί σέ περίπτωση πού ἡ περίοδος τῆς στρατιωτικής θητείας τῶν 23 μηνών στην 'Ιταλία θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν διακοπή τῆς μονίμου κατοικίας, γεγονός εἶναι, κατά τόν προσφεύγοντα, ὅτι διέμεινε, τουλάχιστον ἐπί 15 ἔτη, προ τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας του, σέ Κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στό όποιο ευρίσκεται ἡ έδρα τῆς εργασίας του ὡς έκτάκτου υπαλλήλου τῆς Ἐπιτροπής.
Ἀντιθέτως, ἡ καθ' ἧς, στηριζομένη στό γράμμα τῆς ἐπιδίκου διατάξεως, θεωρεί ὅτι ὁ προσφεύγων δέν διέμεινε, κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς τῶν 10 ετών πρό τῆς ἀναλήψεως υπηρεσίας του, στην Ispra — μεταξύ δηλαδή τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1969 καί τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1979 — μονίμως στό Λουξεμβούργο, δεδομένου ὅτι υπηρέτησε τήν στρατιωτική του θητεία στην 'Ιταλία, χώρα τῆς μετέπειτα ἀπασχολήσεως του ὡς υπαλλήλου τῶν Κοινοτήτων, κατά τήν περίοδο μεταξύ 5ης Μαΐου 1970 καί 15ης Ἀπριλίου 1972. Κατά τήν ἐν λόγω περίοδο, ὁ προσφεύγων επέστρεψε στην χώρα καταγωγής του καί, κατά τήν Ἐπιτροπή, ἠσθάνετο «σάν στό σπίτι του», ώστε νά μή δικαιούται, λαμβανομένων ὑπ' όψη τοῦ πνεύματος καί τοῦ σκοπού τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ἀποζημιώσεως ἀποδημίας.
Ή προβληθεῖσα ἀπό τήν καθ' ἧς ἀντίρρηση δέν μέ πείθει γιά τους έξῆς λόγους: ὅπως τό Δικαστήριο κατέδειξε μέ παγία νομολογία (βλ. σχετικά τις ἀποφάσεις ἐπί τῶν υποθέσεων 21/74, Jeanne Airola κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1975, Slg. 1975, σ. 221, 37/74 Chantal van den Broeck κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1975, Slg. 1975, σ. 235 147/79, René Hochstrass κατά Δικαστηρίου, ἀπόφαση τῆς 16ης Όκτωβρίου 1980, μή δημοσιευθείσα ἀκόμη στην Συλλογή καί 1322/79, Gaetano Vutera κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιανουαρίου 1981, μή δημοσιευθείσα ἀκόμη στην Συλλογή), ἀπό τήν ὅλη οικονομία τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παραρτήματος VΙΙ προκύπτει ὅτι, κατά τήν διάταξη αύτη, ὡς ἀποφασιστικό κριτήριο τῆς αποζημιώσεως ἀποδημίας θεωρείται ή προηγουμένη τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του μόνιμη κατοικία τοῦ υπαλλήλου. Όπως έχει τονίσει τό Δικαστήριο, ιδίως στίς υποθέσεις Airola καί van den Broeck, ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας σκοπό έχει νά ἀποζημιώνει τους υπαλλήλους γιά τις ἐπί πλέον δαπάνες καί τά ιδιαίτερα μειονεκτήματα πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀνάληψη καθηκόντων στίς Κοινότητες, οἱ όποιοι υποχρεοῦνται ἐξ αὑτοῦ τοῦ γεγονότος νά ἀλλάξουν κατοικία.
Ἀντιθέτως, ὅπως επίσης προκύπτει ἀπό τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις, ἡ ιθαγένεια τοῦ υπαλλήλου έχει δευτερεύουσα μόνο σημασία καί εξυπηρετεί μόνο γιά τόν προσδιορισμό τῆς διαρκείας τῆς διαμονής του έκτος τῆς επικρατείας ὅπού υπηρετεί. Αυτό σημαίνει ὅτι, γιά νά λάβουν την ἀποζημίωση ἀποδημίας σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β, οἱ υπάλληλοι πού έχουν τήν ιθαγένεια τοῦ κράτους στό έδαφος τοῦ ὁποίου υπηρετούν, πρέπει νά έχουν κατοικία, τουλάχιστον έπό 10 έτη μέχρι τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας τους, ἐκτός τοῦ κράτους στό έδαφος τοῦ ὁποίου υπηρετούν γιά λόγους διαφορετικούς ἀπό τήν άσκηση καθηκόντων σέ υπηρεσία ενός κράτους ἡ ἑνός διεθνούς ὀργανισμού.
Στην περίπτωση αύτη, καί ἄν ὑπεχρεώθησαν νά ἀλλάξουν κατοικία λόγω τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων τους, δικαιούνται ἀποζημιώσεως ἀποδημίας.
Δέν ἀμφισβητείται ἐν προκειμένω ὅτι ὁ προσφεύγων κατοικούσε στό Λουξεμβοῦργο ἀπό τό 1962 μέχρι τό 1970, δηλαδή σέ Κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου ὅπού υπηρετεί καί τοῦ οποίου έχει τήν ιθαγένεια καί ὅτι μετά τήν λήξη τῆς θητείας του ἐπέστρεψε ἀμέσως στην προηγουμένη κατοικία του, τήν ὁποία διετήρησε μέχρι τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του. Τό μόνο ζήτημα πού τίθεται συνεπῶς εἶναι ἄν τό γεγονός ὅτι ἡ διάρκεια 23 μηνῶν στρατιωτικής θητείας, πού υπηρέτησε ὁ προσφεύγων, κείται ἐντός τῆς περιόδου πού προβλέπει τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β, δύναται νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν στέρηση τοῦ ενδιαφερομένου τῆς αποζημιώσεως ἀποδημίας, πού θά ἐδικαιοῦτο ἄν δέν ἐξεπλήρωνε τίς στρατιωτικές του υποχρεώσεις.
Ή άποψη αυτή πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά ἀπορριφθεί, διότι, ὅπως είναι κοινῶς γνωστό, ἡ κλήση ὑπό τά ὅπλα ἐξαρτάται ἀπό ὡρισμένο ὅριο ηλικίας καί ὁ ἐνδιαφερόμενος δέν εἶναι κατ' ἀρχήν ελεύθερος νά επιλέξει τήν στιγμή πού επιθυμεί νά εκπληρώσει τήν στρατιωτική του θητεία. Ή ἑρμηνεία τῆς καθ' ἧς θά ὡδήγει σέ διαφορετική μεταχείριση τοῦ ἐνδιαφερομένου, ὅσον άφορᾶ τήν ἀποζημίωση ἀποδημίας, ἀνάλογα μέ τό ἄν ὁ ἐνδιαφερόμενος ἐξεπλήρωσε, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θέληση του, τήν στρατιωτική του θητεία ἐκτός ἡ εντός τῆς ἐν λόγω περιόδου τῶν δέκα ἐτών, πράγμα πού δέν ηθέλησαν οἱ συντάκτες τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ἐπί πλέον, δέν δύναται νά επικριθεί ὁ προσφεύγων ὅτι δέν έκανε χρήση τῆς δυνατότητος πού ενδεχομένως θά εἶχε ένας ιταλός υπήκοος, κάτοικος ἐξωτερικού, νά επιδιώξει ἀπαλλαγή ἀπό τήν στρατιωτική θητεία. Καί ἄν ἀκόμη ὑποτεθεί ὅτι υπάρχει παρόμοια δυνατότητα ἀπαλλαγής, γεγονός παραμένει ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος ἐξεπλήρωσε τίς στρατιωτικές υποχρεώσεις, ἀκόμη καί ἄν τό έκανε γιά νά ἀποφύγει ἐνδεχόμενες συνέπειες ἐκ τῆς μή ἐκπληρώσεως τῶν στρατιωτικών υποχρεώσεων σέ περίπτωση πού θά επέστρεφε ἀργότερα στην 'Ιταλία. Τέλος, ἀπό τό άρθρο 42 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων προκύπτει ὅτι ὁ υπάλληλος πού καλείται νά υπηρετήσει τήν κατά νόμο στρατιωτική του θητεία δέν δύναται νά υποστεί καμμία άλλη ἀρνητική συνέπεια, ὡς πρός τήν επαγγελματική του δραστηριότητα, έκτός ἀπό τήν ἀπώλεια τῶν ἀποδοχών του. Όπως, άλλωστε, ὀρθώς παρετήρησε ὁ προσφεύγων, τό ἴδιο πρέπει νά ισχύσει καί γιά εκείνον πού ἐξεπλήρωσε τίς επιβαλλόμενες στρατιωτικές του υποχρεώσεις πρό τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων του.
Εἶναι επίσης μή πειστικός ὁ ισχυρισμός τῆς καθ' ἧς, ὅτι ὁ προσφεύγων δέν δικαιοῦται τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, επειδή εγκατέλειψε τήν μόνιμη κατοικία του στό Λουξεμβούργο κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου τῶν δέκα ἐτών καί έζησε στην χώρα τῆς καταγωγῆς του, μεταξύ τῶν συμπατριωτῶν του, καθ' ὅλη την διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας. Εἶναι αυτονόητο — χωρίς νά παρίσταται ἀνάγκη σχετικοῦ ὁρισμοῦ — ὅτι ὁ ὅρος «κατοικία» κατά τήν ἔννοια τῆς ἐν λόγω διατάξεως πρέπει νά εννοηθεῖ ὑπό τήν ἔννοια ὅτι εκείνος πού ἀπομακρύνεται γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν κατοικία του γιά νά εκπληρώσει τήν στρατιωτική του θητεία καί επιστρέφει ἀμέσως μετά τήν ἀπόλυση του δέν εγκαταλείπει τήν ἀρχική μόνιμη κατοικία του, ἡ ὁποία ἀποτελεί συγχρόνως κέντρο τῶν ενδιαφερόντων του. Κι ἄν ἀκόμη ὑποτεθεί, ἀντιθέτως πρός τήν εκφρασθείσα άποψη μου, ὅτι πρέπει νά υπολογισθεί μόνο ἡ περίοδος τῶν δέκα ετών πού προηγούνται ἀμέσως τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων, ἡ εκπλήρωση τῶν στρατιωτικών υποχρεώσεων δέν δύναται νά θέσει ὑπό ἀμφισβήτηση τό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων διετήρησε τήν μόνιμη κατοικία του στό Μεγάλο Δουκᾶτο τοῦ Λουξεμβούργου κατά τήν διάρκεια αυτής τῆς περιόδου.
Ἀντιθέτως πρός τήν άποψη τῆς καθ' ἧς, δέν είναι επίσης δυνατόν νά γίνει επίκληση, εναντίον αὐτῆς τῆς λύσεως, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην ὑπόθεση 42/75 (Jean-Louis Delvaux κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1976, Slg. 1976, σ. 167). Στην υπόθεση αύτη, ὁ προσφεύγων, βέλγος ὑπήκοος, εἶχε κατά τήν περίοδο τῶν δέκα ετών πού προηγήθησαν τῆς ἀναλήψεως τῆς υπηρεσίας του στην Ἐπιτροπή στίς Βρυξέλλες τήν κατοικία του στίς Βρυξέλλες, στην χώρα δηλαδή τῆς μετέπειτα ἀπασχολήσεως του. Ἐν συνεχεία, ἐξεπλήρωσε τίς στρατιωτικές του υποχρεώσεις στόν βελγικό στρατό, ἀρχικά στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί ἀργότερα στό Shape, στην Γαλλία. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι ὁ προσφεύγων δέν ἠδύνατο νά θεωρηθεί, γιά τήν διάρκεια τῆς στρατιωτικής του θητείας, ὡς κατοικων έκτός Βελγίου, χώρα στην όποια εἶχε τήν κατοικία του πρό τῆς θητείας του. Συνεπώς, ὁ προσφεύγων ἐθεωρήθη γιά τήν περίοδο τῆς στρατιωτικῆς του θητείας — πού υπηρέτησε ἐκτός Βελγίου — ὡς ἐάν τήν είχε ἐκπληρώσει επίσης στό Βέλγιο καί ὡς ἐάν είχε διατηρήσει τήν κατοικία του σ' αυτή τήν χώρα.
Ἀντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, ὡς σημείο ἀφετηρίας πρέπει νά ληφθεί ὅτι ὁ προσφεύγων δέν εἶχε, σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν προαναφερθείσα υπόθεση, τήν κατοικία του στην χώρα τῆς μετέπειτα ἀπασχολήσεως του ἐντός τῆς περιόδου τῶν δέκα ετών πού προηγήθησαν τῆς ἀναλήψεως υπηρεσίας του στην Κοινότητα. Περαιτέρω, δέν εἶχε τήν κατοικία του στην χώρα ἐκπληρώσεως τῆς στρατιωτικής του θητείας. Ἐπί πλέον, στην παροῦσα περίπτωση δέν πρόκειται γιά προσδιορισμό τοῦ ἐφαρμοστέου καθεστώτος ἐπί υπηκόου συγκεκριμένου Κράτους μέλους, όσον άφορᾶ τήν κατοικία τοῦ ενδιαφερομένου, ὅταν καλείται νά εκπληρώσει στρατιωτική θητεία υπέρ τῆς πατρίδος του εντός ἄλλου κράτους διαφορετικού τῆς χώρας της ὁποίας εἶναι υπήκοος. Ἀκόμη κι ἄν ἡ προαναφερθείσα ἀπόφαση ἠδύνατο νά ἐπικληθεῖ ἐν προκειμένω υπέρ τῶν ἀπόψεων τῆς καθ' ἧς, αυτό θά ἠδύνατο νά γίνει, ἐν πάση περιπτώσει, μόνον ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ ἐκπλήρωση τῶν στρατιωτικών υποχρεώσεων δέν ἐπηρεάζει κατ' αρχήν τήν κατοικία, τον κληρωτοῦ.
Συνεπώς, δεδομένου ὅτι ἀπεδείχθη ὅτι ὁ προσφεύγων διέμενε έκτός τοῦ κράτους στό έδαφος τοῦ ὁποίου ευρίσκεται ὁ τόπος τῆς ἀπασχολήσεως του γιά περίοδο μεγαλύτερη τῶν δέκα ετών, λήξασα κατά τήν ἀνάληψη υπηρεσίας του στην Κοινότητα καί ὅτι ἦταν υποχρεωμένος νά ἀλλάξει κατοικία ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς ἀναλήψεως υπηρεσίας στίς Κοινότητες, ἡ προσφυγή του πρέπει νά γίνει δεκτή.
2.
Πρίν τελειώσω, πρέπει ἀκόμη νά εξετάσω τήν ἀξίωση τοῦ προσφεύγοντος πρός καταβολή τόκων υπερημερίας. Σχετικώς, πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι, κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τόκοι υπερημερίας δύνανται νά χορηγηθούν μόνο ἀπό τῆς ημέρας υποβολής τῆς ενστάσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ἄν ή μή καταβολή ενός ὀφειλομένου ποσού ὀφείλεται σέ ἁπλή πλάνη περί τό δίκαιο ἑνός ὀργάνου κατά τήν ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Στην προκειμένη ὅμως περίπτωση, ὅπως εἴδαμε, εἶναι σαφές ὅτι ή Ἐπιτροπή, παρά τίς δοθείσες διαβεβαιώσεις ἀπό τους υπαλλήλους τῆς καί μέ σοβαρή παρανόηση τοῦ πνεύματος καί τοῦ σκοποῦ τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ἀμελῶς καθυστέρησε τήν καταβολή τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Γιά τόν λόγο αυτό, θεωρώ δίκαιον ὅπως ὁ προσφεύγων τεθεί στην κατάσταση στην ὁποία θά εὑρίσκετο ἄν ή ἀποζημίωση, πού πρέπει τώρα νά τοῦ καταβληθεί, τοῦ είχε καταβληθεί σύμφωνα μέ τίς σχετικές διατάξεις, δηλαδή κατά τόν προσήκοντα χρόνο. Πρέπει ἐπίσης νά περιληφθούν οἱ τόκοι ἀπό τήν στιγμή πού ή κάθε ἀπαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμος. Δεδομένου ὅτι τό αιτούμενο ἀπό τόν προσφεύγοντα επιτόκιο παρίσταται εύλογο καί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ουδεμία ἀντίρρηση προέβαλε σχετικῶς, δέν διστάζω νά δεχθώ καί αυτό τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος.
Δεδομένου ὅτι ἡ καθ᾽ ἧς ἡττήθη στό σύνολο τῶν αιτημάτων της, πρέπει, σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
III —
Συνεπώς, προτείνω νά ἀποφανθείτε στην παροῦσα υπόθεση ὡς έξῆς:
1.
Ἀκυρώνεται ἡ ἀπορριπτική ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης 'Ιουνίου 1980, μέ τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή ἠρνήθη νά καταθάλει τήν ἀποζημίωση ἀποδημίας, καί ἡ καθ᾽ ἧς ὑποχρεοῦται νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τήν ἀποζημίωση ἀποδημίας ἀπό 3ης Σεπτεμβρίου 1979.
2.
Ή καθ' ἧς ὑποχρεοῦται νά καταβάλει τόκους υπερημερίας πρός 6 % ετησίως ἐπί τῶν καθυστερουμένων ἀποζημιώσεων ἀποδημίας, υπολογιζόμενους ἀφ᾽ ὅτου οἱ ἐν λόγω αποζημιώσεις κατέστησαν ἀπαιτητές μέχρι τῆς ημερομηνίας καταβολής.
3.
Ή καθ' ἧς καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy