ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 9 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ό προσφεύγων στην υπόθεση αύτη, Benoît Suss, πρώην υπάλληλος τῆς 'Επιτροπῆς, υπήρξε θῦμα στίς 3 Μαΐου 1977 επιθέσεως, ή ὁποία τοῦ προεκάλεσε σωματικές βλάβες στην κεφαλή, στόν ἀριστερό ὀφθαλμό καί στό ἀριστερό γόνατο, πού κατέληξαν στην συνταξιοδότηση του ἀπό τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1979 δυνάμει τῶν άρθρων 53 καί 78 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Ή υπόθεση αὐτή δέν άφορα τήν περί συνταξιοδοτήσεώς του ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἐστηρίχθη στην διαρκή του ἀνικανότητα ἐργασίας, ἀπόρροια τῶν σωματικῶν του βλαβῶν, ἀλλά στην χορήγηση τῶν ὀφειλομένων, βάσει τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παροχῶν καί τους σχετικούς μέ τήν κάλυψη κατά τῶν κινδύνων ἀτυχημάτων καί επαγγελματικών ἀσθενειών τῶν ὑπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων κανόνες (ἐφ᾽ ἑξῆς «οἱ κανόνες»).
Κατά τό άρθρο 19 τῶν ἐν λόγω «κανόνων»«οἱ ἀποφάσεις πού ἀφορούν ... τόν προσδιορισμό τοῦ βαθμοῦ διαρκούς ἀναπηρίας λαμβάνονται ἀπό τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή σύμφωνα μέ τήν προβλεπομένη στό άρθρο 21 διαδικασία:
—
βάσει τῶν πορισμάτων τοῦ ἡ τῶν υποδειχθέντων ἀπό τά όργανα ιατρών,
—
καί, ὅταν τό ζητήσει ὁ υπάλληλος, ἀφοῦ ζητηθεί ἡ γνωμοδότηση τῆς ἀναφερομένης στό άρθρο 23 υγειονομικής επιτροπής.»
Τό άρθρο 20 ἔχει ὡς έξῆς:
«Ἡ ἀπόφαση περί προσδιορισμοῦ τοῦ βαθμού ἀναπηρίας λαμβάνεται μετά τήν σταθεροποίηση τῶν βλαβών τοῦ υπαλλήλου. Πρός τόν σκοπό αυτόν ὁ υπάλληλος ὑποχρεοῦται νά διαβιβάσει Ιατρική γνωμάτευση διαπιστώνουσα τήν ἀποθεραπεία καί τήν σταθεροποίηση τῆς καταστάσεώς του καί ἀναφέρουσα τήν φύση τῶν βλαβών.
"Οταν, μετά τό πέρας τῆς ιατρικής θεραπείας, ὁ βαθμός ἀναπηρίας δέν δύναται ἀκόμα νά προσδιορισθεί ὁριστικώς, ή γνώμη τοῦ ἡ τῶν ἰατρῶν πού ἀναφέρονται στό άρθρο 19 ή, ενδεχομένως, ἡ γνωμάτευση τῆς υγειονομικής επιτροπής, ἡ ὁποία προβλέπεται στό άρθρο 23, πρέπει νά ὁρίζει τήν ημερομηνία κατά τήν ὁποία θά πρέπει τό ἀργότερο νά επανεξετασθεί ὁ φάκελλος τοῦ υπαλλήλου.
Όταν θεωρείται ὅτι ὁ βαθμός ἀναπηρίας θά ἀνέλθει τουλάχιστον σέ 20 ο/ο ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή χορηγεί προσωρινή ἀποζημίωση, πού ἀντιστοιχεῖ στό μή ἀμφισβητούμενο ποσοστό διαρκοῦς ἀναπηρίας. Ή ἀποζημίωση αυτή καταλογίζεται στίς ὁριστικές παροχές.»
Τό άρθρο 21 έχει ὡς έξῆς:
«Ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, πρό τῆς λήψεως ἀποφάσεως συμφώνως πρός τό άρθρο 19, επιδίδει στόν υπάλληλο ἡ στους δικαιοδόχους του τό σχέδιο τῆς ἀποφάσεως συνοδευόμενο ἀπό τά πορίσματα τοῦ ή τῶν ἰατρῶν, οἱ όποιοι ὡρίσθησαν ἀπό τό όργανο. Ό υπάλληλος ἡ οἱ δικαιοδόχοι του δύνανται νά ζητήσουν τήν διαβίβαση τῆς πλήρους ιατρικής γνωματεύσεως στον Ιατρό τῆς εκλογής τους.
Ὁ υπάλληλος ἡ οἱ δικαιοδόχοι του δύνανται, εντός προθεσμίας 60 ἡμερῶν νά ζητήσουν τήν γνωμάτευση τῆς προβλεπομένης στό άρθρο 23 ὑγειονομικής επιτροπής.
"Αν δέν ἔχει κατατεθεί μέχρι τῆς εκπνοής τῆς προθεσμίας καμμία αίτηση, μέ τήν ὁποία νά ζητείται ἡ γνωμάτευση τῆς υγειονομικής επιτροπής, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή λαμβάνει ἀπόφαση σύμφωνη μέ τό κοινοποιηθέν σχέδιο.»
Κατά τό άρθρο 23, ἡ υγειονομική επιτροπή ἀπαρτίζεται ἀπό τρεις ιατρούς, οἱ όποιοι ὁρίζονται: — ὁ πρῶτος, ἀπό τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὁ δεύτερος, ἀπό τόν υπάλληλο, ὁ τρίτος, διά κοινής συμφωνίας τῶν δύο ιατρῶν πού ὡρίσθησαν κατά τόν ἀνωτέρω τρόπο. «Μετά τό πέρας τῶν εργασιών τῆς ἡ υγειονομική επιτροπή συντάσσει γνωμάτευση πού ἀπευθύνεται στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή καί στόν υπάλληλο ἡ τους δικαιούχους του».
Μετά τό ἀτύχημα ὁ Suss ἐξητάσθη ἀπό τρεις ιατρούς, ἀπό τους οποίους ὁ ἰατρός Fromes ἐξήτασε τό πληγωμένο γόνατο. Στίς 13 'Ιουνίου 1978, περισσότερο ἀπό έναν χρόνο μετά τό ἀτύχημα, ὁ Suss ἐξητάσθη ἀπό τόν υποδειχθέντα ἀπό τήν Ἐπιτροπή ἰατρό Μ. Ό τελευταίος έκρινε ὅτι οἱ βλάβες δέν είχαν ἀκόμα σταθεροποιηθεί καί ὅτι ὁ Suss έπρεπε νά επανεξετασθεί τό επόμενο έτος. Ἐζήτησε ἀπό τόν ἰατρό Fromes νά διατυπώσει τήν πρόγνωση του καί νά τόν εμπιστευθεί σέ νευρολόγο. 'Ακολούθως, ὁ Suss υπεβλήθη σέ ἀρκετές ἐξετάσεις πού έγιναν ἀπό διαφόρους Ιατρούς. Στίς 30 Νοεμβρίου 1978, έστειλε στήν 'Επιτροπή επιστολή επισυνάπτοντας ἀντίγραφα δύο ιατρικών πιστοποιητικών πού ἀφορούσαν τίς βλάβες στην κεφαλή καί στον ὀφθαλμό. Κανένα ἀπό τά δύο αυτά πιστοποιητικά δέν φαίνεται νά έχει διαπιστώσει σαφώς τήν ἀποθεραπεία ἡ τήν σταθεροποίηση τῆς καταστάσεως του. Πράγματι, τό σχετικό μέ τήν βλάβη στην κεφαλή πιστοποιητικό άφηνε νά εννοηθεί τό αντίθετο καί συνιστα νά επανεξετασθεί ὁ Suss μετά 6 μήνες. Στίς 13 Φεβρουαρίου 1979, ὁ ἰατρός Μ. ἀπήντησε στόν Suss ζητώντας του ένα ιατρικό πιστοποιητικό, σχετικό μέ τήν βλάβη στό γόνατο καί ένα πρόσφατο πιστοποιητικό πού νά άφορᾶ τήν βλάβη στην κεφαλή. Παρεκάλεσε επίσης τόν Suss νά ζητήσει συνέντευξη μαζί του.
Γιά διαφόρους λόγους κατέστη ἀδύνατο νά ὁρισθεί συνέντευξη τόν Φεβρουάριο, Μάρτιο ἡ 'Απρίλιο. Τά δύο ιατρικά πιστοποιητικά πού ἐζητήθησαν ἀπό τόν ἰατρό Μ. δέν ἐστάλησαν στον Suss παρά τόν 'Απρίλιο. Στίς 10 Μαΐου, ὁ Suss έστειλε ἐπιστολή στην 'Επιτροπή διαβιβάζοντας ὅλα τά πιστοποιητικά, τά όποια διέθετε. Μία εβδομάδα ἀργότερα, ἐξητάσθη ἀπό τόν ἰατρό Μ., ὁ όποιος συνέταξε γνωμάτευση ὑπό ημερομηνία 25ης Μαΐου καθορίζοντας τήν μερική διαρκή αναπηρία τοῦ Suss ἐν σχέσει μέ τίς τρεις βλάβες. Οἱ τρεις εκτιμήσεις κατέληγαν σέ σύνολο 37,25 %, άλλά εμειώθησαν λόγω γνώμης πού σήμερα ἀναγνωρίζεται ὡς εσφαλμένη. Ό γενικός διευθυντής προσωπικοῦ διοικήσεως ὁ όποιος ἀσκεῖ τίς ἐξουσίες πού έχουν δοθεῖ στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή στόν τομέα αυτόν (πρβλ. τό άρθρο 4 τῆς αποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 1977, ἡ ὁποία έχει δημοσιευθεί στόν Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικοῦ τῆς 17ης Νοεμβρίου 1977), έστειλε στίς 24 'Ιουλίου επιστολή στόν Suss επισυνάπτοντας τά πορίσματα τοῦ ἰατροῦ Μ., τά όποῖα, κατά τήν γνώμη του, ἀπετέλουν σχέδιο ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἐχορηγεῖτο στόν Suss ένα κατ' ἀποκοπήν ποσό πού ἀντιπροσώπευε τήν μερική διαρκή ἀναπηρία του τῶν 34 %. Ό γενικός διευθυντής προσέθεσε ὅτι ἄν καμμία αἴτηση, μέ την ὁποία νά ζητείται ἡ γνωμάτευση τῆς Ιατρικῆς ἐπιτροπής δέν κατετίθετο, ἡ περιλαμβανομένη στην επιστολή αύτη ἀνακοίνωση έπρεπε νά θεωρηθεί ως τυπική ἀπόφαση καί ἐζήτει τόν ἀριθμό τοῦ τραπεζικοῦ λογαριασμοῦ, στόν όποιο τό ποσό τῶν 3187129 FB (ἀντιστοιχούν στό ποσοστό ἀναπηρίας ἕνα 34 %) έπρεπε νά κατατεθεί. Στίς 7 Σεπτεμβρίου, ὁ Suss ἐζήτησε τήν γνωμάτευση τῆς προβλεπομένης στό άρθρο 21 τῆς ρυθμίσεως Ιατρικής επιτροπής, επικαλούμενος ὅτι τά ἰατρικά πιστοποιητικά πού εἶχε ἀποστείλει ἀνέφεραν ποσοστό ἀναπηρίας ἐκτιμηθέν σέ 50 %, ἐπί πλέον δέ ἀποζημίωση γιά αἰσθητική βλάβη. 'Επανέλαβε αίτηση πού εἶχε υποβάλει προηγουμένως, περί καταβολής προσωρινής ἀποζημιώσεως βάσει τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 20. Μέ τήν ευκαιρία αύτη ἐζήτησε ρητῶς τήν καταβολή τοῦ ἀναφερομένου ἀπό τήν 'Επιτροπή κεφαλαίου.
Ό προϊστάμενος τοῦ τμήματος Ι τῆς διευθύνσεως Β τῆς Γενικής διευθύνσεως προσωπικού καί διοικήσεως ἀπήντησε στην επιστολή αυτή στίς 22 'Οκτωβρίου γνωρίζοντας λήψη τῆς αἰτήσεως τοῦ Suss περί παραπομπής τοῦ ζητήματος στην υγειονομική επιτροπή, άλλα ἀρνούμενος νά χορηγήσει προσωρινή ἀποζημίωση λόγω τοῦ ὅτι 1) ἡ προσωρινή ἀποζημίωση δέν ἠδύνατο νά καταβληθεί παρά ὅταν, μετά τό πέρας τῆς ἰατρικῆς θεραπείας, ὁ βαθμός ἀναπηρίας δέν ἠδύνατο ἀκόμα νά προσδιορισθεί ὁριστικώς, πράγμα πού δέν ίσχυε γιά τόν Suss καί 2) τό ποσοστό τῶν 34 % στό ὁποίο εἶχε καταλήξει ὁ Ιατρός Μ. δέν ἠδύνατο νά γίνει δεκτό ὡς μή ἀμφισβητούμενο ποσοστό, διότι περιελάμβανε τρεῖς διακεκριμένες βλάβες, ἡ κάθε μία ἀπό τις ὁποίες ἠδύνατο νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἀμφισβητήσεως εξαιρέσει τῆς βλάβης τῶν ὀφθαλμών, γιά τήν ὁποία τό ἀνώτατο ποσοστό εἶχε δοθεί. Ἐν τούτοις, ἀνεφέρετο στην επιστολή ὅτι μία προσωρινή ἀποζημίωση θά κατεβάλλετο ὅσον άφορα τήν βλάβη στόν ὀφθαλμό παρά τόν πρώτο λόγο, τοῦ ὁποίου έγινε επίκληση γιά νά αιτιολογηθεί ἡ μή καταβολή ἀποζημιώσεως. Προσωρινή καταβολή 25 % ἐπραγματοποιήθη προφανώς στίς 29 Νοεμβρίου 1979.
Στίς 15 Νοεμβρίου, ὁ γενικός διευθυντής προσωπικοῦ καί διοικήσεως έστειλε επιστολή στόν ιατρό Μ. ζητώντας του νά ἀντιπροσωπεύσει τήν 'Επιτροπή στους κόλπους τῆς υγειονομικής επιτροπής. "Οταν ὁ Suss τό ἐπληροφορήθη έστειλε, στίς 19 Δεκεμβρίου, επιστολή στην 'Επιτροπή διαμαρτυρόμενος κατά τοῦ διορισμοί) αὐτοῦ καί παραπονούμενος διότι ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπεδέχετο τό ποσοστό μερικής διαρκοῦς ἀναπηρίας πού εἶχε προσδιορισθεί ἀπό τόν ἰατρό Μ. Στίς 30 'Ιανουαρίου 1980, ὁ γενικός διευθυντής προσωπικοῦ καί διοικήσεως ἀπήντησε ὅτι ὁ ἰατρός Μ. διωρίσθη διότι ἐγνώριζε ήδη τόν φάκελλο τοῦ Suss καί διότι οἱ «κανόνες» δέν επέτρεπαν στό ένα τῶν μερών νά ζητήσει τήν εξαίρεση τοῦ υποδεικνυομένου ἀπό τό άλλο μέρος μέλους τῆς υγειονομικής επιτροπής. Ἐξ άλλου, ἠρνήθη νά δεχθεί ὅτι τό μή ἀμφισβητούμενο ποσοστό ήταν 34 %.
Μέ επιστολή τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1980, πού ἐπρωτοκολλήθη στην Ἐπιτροπή τήν μεθεπομένη, ὁ Suss υπέβαλε τυπική διοικητική ένσταση βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ἐν σχέσει μέ τήν σύνθεση τῆς υγειονομικής επιτροπής, τήν καθυστέρηση τῆς διαδικασίας καί τήν συνταξιοδότηση του λόγω ἀναπηρίας. 'Η 'Επιτροπή δέν ἀπήντησε. Ή περίοδος τῶν τεσσάρων μηνών, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 90 παράγραφος 2, εξέπνευσε στίς 14 'Ιουνίου. Στίς 10 Σεπτεμβρίου, ήτοι εντός τῆς τριμήνου προθεσμίας πού προβλέπεται γιά τήν άσκηση προσφυγής κατά τῆς σιωπηρᾶς ἀποφάσεως ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ενστάσεως, ὁ Suss κατέθεσε τήν προσφυγή του στην γραμματεία.
Στην ουσία, ὁ Suss ἐπικαλείται τρεις λόγους: 1) ὁ ἰατρός Μ. δέν δύναται νά εἶναι μέλος τῆς υγειονομικής επιτροπής καί πρέπει νά ἀντικατασταθεί ἀπό άλλον ἰατρό, 2) ἡ 'Επιτροπή πρέπει νά καταβάλει συμπληρωματική προσωρινή ἀποζημίωση ἀντιστοιχοῦσα σέ ποσοστό διαρκοῦς ἀναπηρίας 12 %, 3) ἡ 'Επιτροπή πρέπει νά καταβάλει τόκους υπερημερίας πρός 13 % ἐπί τοῦ συνόλου τοῦ ὀφειλομένου στόν Suss ποσοῦ καί ἀπό τῆς σταθεροποιήσεως τῶν βλαβών του καί μέχρι τῆς καταβολής τοῦ ποσοῦ.
Ή 'Επιτροπή κατέθεσε τό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς στίς 15 'Οκτωβρίου καί έστειλε την Ιδία ἡμερα στόν Suss επιστολή γιά νά τόν πληροφορήσει ὅτι εδέχθη τό δεύτερο αίτημα τῆς προσφυγής του καί ὅτι τό χρηματικό ποσό εστάλη στίς 10 'Οκτωβρίου 1980. Δυνάμεθα, ἑπομένως, νά θεωρήσομε ὅτι τό αἴτημα αυτό ἔχει τακτοποιηθεί. 'Εν τω μεταξύ, ὁ Suss είχε καταθέσει αἴτηση περί λήψεως ἀσφαλιστικῶν μέτρων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη στίς 3 Νοεμβρίου.
'Εκτός τῶν τριών αίτημάτων πού περιλαμβάνονται στό διατακτικό τῆς προσφυγής, ὁ δικηγόρος τοῦ Suss ἐζήτησε νά προσθέσει μέ τήν ἀπάντηση του άλλα τρία αιτήματα. Ὑφίσταται σαφής νομολογία, κατά τήν ὁποία ἡ ἀσκηθείσα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή δέν δύναται νά ἐξετασθεί παρά ἐν σχέσει μέ τά αιτήματα πού περιλαμβάνονται στό εισαγωγικό τῆς δίκης δικόγραφο (πρβλ. πχ. υπόθεση 83/63 Krawczynski κατά Ἐπιτροπῆς /1965/ECR σσ. 623 ως 633, υπόθεση 48/70 Bernardi κατά Κοινοβουλίου /1971/ECR σσ. 175 ὥς 183, υπόθεση 232/78 'Επιτροπή κατά Γαλλίας /1979/ECR σσ. 2729 ως 2737 καί ὑπόθεση 125/78 GEMA κατά 'Επιτροπής/ 1979/ECR σσ. 3173 ως 3191). Είμαι, συνεπῶς, τῆς γνώμης ὅτι τά τρία πρόσθετα αιτήματα πρέπει νά ἀπορριφθούν ὡς ἀπαράδεκτα.
Ἐφ' ὅσον τά 12 %, πού ἀναφέρονται στό δεύτερο αἴτημα τῆς προσφυγής, έχουν προδήλως καταβληθεί, ἀπομένουν πρός εξέταση μόνον τό δεύτερο καί τρίτο αίτημα. Ή 'Επιτροπή ἠμφισβήτησε τό παραδεκτό τους λόγω τοῦ ὅτι μέ τήν προσφυγή δέν ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς «ἀποφάσεως» της 'Επιτροπής τῆς 30ής 'Ιανουαρίου 1980 κατά τῆς ὁποίας, ὅπως ισχυρίζεται, στρέφεται ή προσφυγή. Ἀντ' αὐτοῦ ἡ προσφυγή ἀναφέρει μόνο τήν σιωπηρά ἀπόφαση ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ενστάσεως. Ή ἀπόφαση αυτή ἐπεβεβαίωνε τήν προηγουμένη απόφαση καί γιά τόν λόγο αυτόν δέν συνιστά ἀπόφαση δυναμένη νά ἀμφισβητηθεί ἡ προσφυγή, κατά τό μέτρο πού ζητείται μέ αὐτήν ἡ ἀκύρωση τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, εἶναι εκπρόθεσμη.
Παρ' ὅλον ὅτι ἡ ένσταση αυτή προεβλήθη μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις δέν ἀνε-πτύχθη, κατά τήν γνώμη μου ὀρθώς, κατά τήν προφορική ἀνάπτυξη. Ή ένσταση αυτή μοῦ φαίνεται ἀβάσιμη καί θά τήν ἀπέρριπτα.
Είναι ἀληθές ὅτι τυπικώς ὁ Suss ἤσκησε προσφυγή κατά τῆς σιωπηρᾶς ἀποφάσεως ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής του ενστάσεως, ἀλλα εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι προσβάλλει τήν νομιμότητα τῶν πράξεων ή τῶν παραλείψεων πού ἀναφέρονται στην προσφυγή. Δέν δύναται νά προσβάλει τίς πράξεις ἡ τίς παραλείψεις αυτές ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου παρά ἐάν ὑποβάλει διοικητική ένσταση, ὅπως ὁρίζεται ἀπό τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων καί ἐφ' ὅσον ἡ διοικητική αυτή ένσταση έχει ἀπορριφθεί ρητώς καί σιωπηρώς. Παρ' ὅλον ὅτι, κατά μία έννοια, ἡ ἀπόρριψη διοικητικής ενστάσεως πού στρέφεται κατά παρανόμου πράξεως ἐπικυροῖ τήν παράνομη πράξη θεωρώ ὅτι ἐφ' ὅσον ἡ διοικητική ένσταση υπεβλήθη εμπροθέσμως, ὅπως εἰς τήν προκειμένη περίπτωση καί ἐφ' ὅσον ή ἀσκηθείσα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή κατετέθη εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας ἀπό τῆς ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ενστάσεως, ὅπως συνέβη ἐν προκειμένω, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νά λεχθεῖ ὅτι ἡ ἀπόρριψη τῆς διοικητικῆς ενστάσεως εἶναι ἁπλή επιβεβαιωτική πράξη πού πρέπει νά ἀγνοηθεί καί ὅτι ἡ μόνη ημερομηνία, πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη γιά τόν υπολογισμό τῆς ἀποκλειστικής προθεσμίας, εἶναι ἡ ἀρχική πράξη κατά τῆς ὁποίας ἐστρέφετο ἡ διοικητική ένσταση. Στην προκειμένη ὑπόθεση, ἡ καθ' ἧς υποστηρίζει ὅτι ἡ ἐν λόγω πράξη περιέχεται στην επιστολή τῆς 30ης 'Ιανουαρίου καί υποστηρίζει, ἑπομένως, ὅτι ὁ Suss είναι εκπρόθεσμος. 'Ακόμα καί ἄν συνέβαινε αυτό θεωρώ ὅτι ὁ Suss ἠκολούθησε τήν διαδικασία ὅπως έπρεπε νά τό πράξει καί ὅτι ή προσφυγή του εἶναι παραδεκτή.
Ό Suss υποστηρίζει ὅτι ὁ ιατρός Μ. δέν δύναται νά συμμετάσχει νομίμως στην ὑγειονομική επιτροπή διότι ήταν ὁ Ιατρός πού διωρίσθη ἀπό τήν Επιτροπή σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 19 τῶν «κανόνων». 'Αντιθέτως, θά συμμετείχε σέ επιτροπή, ἡ ὁποία κυρίως ἀποφαίνεται ἐπί προσφυγής κατά τῆς Ιδίας ἀποφάσεώς του καί θά ήταν ταυτοχρόνως δικαστής καί διάδικος. Κατά δεύτερο λόγο ὁ Suss ισχυρίζεται ὅτι ὁ ιατρός Μ. εἶναι σύμβουλος τῆς ἀσφαλιστικής ἑταιρίας στην ὁποία ἡ 'Επιτροπή έχει ἀσφαλίσει τους υπαλλήλους τῆς ἡ εἶναι συμβεβλημένος μέ διαφορετικό τρόπο μέ τήν ἐν λόγω ἀσφαλιστική ἑταιρία. Τό Δικαστήριο πρέπει, επομένως, νά ἀποφανθεί ὅτι συντρέχει λόγος διορισμού άλλου ιατρού.
Στην υπόθεση 156/80 Morbelli κατά 'Επιτροπής (ἀπόφαση πού εξεδόθη στίς 21 Μαΐου 1981 καί δέν ἐδημοσιεύθη ἀκόμα στην Συλλογή) τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ή σύνθεση καί ἡ λειτουργία τῆς υγειονομικής ἐπιτροπής δύνανται νά ἀναθεωρηθοῦν πρός διασφάλιση τῆς τηρήσεως τῶν άρθρων 19 καί 23 τῶν «κανόνων» καί νομίζω ὅτι αυτό δύναται νά συμβεί πρίν ἀκόμη συντάξει ή ἐπιτροπή τήν γνωμάτευση της.
Ἐν τούτοις, στην τελευταία αυτή υπόθεση, τό Δικαστήριο ἐτόνισε ὅτι, σύμφωνα μέ τό πνεύμα τοῦ ἄρθρου 23, τόσο ὁ υπάλληλος ὅσο καί τό ἵδρυμα δύνανται νά υποδείξουν τόν ἰατρό στόν όποιο έχουν εμπιστοσύνη. Νομίζω ὅτι αυτό επιτρέπει στον υπάλληλο νά υποδείξει ἰατρό, ὁ όποιος τόν ἐπεριποιήθη καί πού ἐμόρφωσε ευνοϊκή γι' αυτόν γνώμη. "Ετσι, ἄν ὁ υπάλληλος έχει εξετασθεί ἀπό ιατρό γιά λογαριασμό τοῦ ιδρύματος καί ἄν ὁ ἰατρός αυτός ἐμόρφωσε δυσμενή γνώμη γιά τόν υπάλληλο τό ἵδρυμα δύναται κανονικά νά τόν ὑποδείξει ὡς μέλος τῆς ιατρικής επιτροπής. Τό γεγονός ὅτι ένας ἰατρός υπεδείχθη γιά τόν προβλεπόμενο ἀπό τό άρθρο 19 τῆς ρυθμίσεως σκοπό δέν νομίζω ὅτι ἀποτελεί ipso facto λόγω ἀποκλεισμού του ἀπό τήν υγειονομική ἐπιτροπή. Ή υγειονομική επιτροπή δέν εἶναι δεύτερος βαθμός διαδικασίας κατά τήν συνήθη έννοια. Ἔχει ὡς προορισμό να διαπιστώσει τά πραγματικά περιστατικά καί νά προβεί σέ ἐκτίμηση ὑπό τό φως τῶν στοιχείων πού διαθέτει σέ συνάρτηση μέ τήν Ιατρική πεῖρα τῶν μελών της. Τό γεγονός ὅτι ένας ἡ δύο ἰατροί ἐξήτασαν ήδη τόν ἀσθενή καί ὅτι ἐμόρφωσαν ήδη γνώμη δέν εμποδίζει τήν συμμετοχή τους στό έργο αυτό. 'Η ἀκεραιότης τους κατά τήν εξέταση εξασφαλίζεται ἀπό τους επαγγελματικούς τους κανόνες καί ἀπό τήν ουδετερότητα τοῦ τρίτου μέλους, τό όποιο υποδεικνύεται ἀπό τους δύο άλλους Ιατρούς ἡ ἀπό τό Δικαστήριο. Υπάρχουν περιπτώσεις στίς όποιες θά ήταν φρόνιμο καί δίκαιο, γιά ἕνα όργανο, νά υποδείξει ἰατρό διαφορετικό ἀπό τόν Ιατρό πού υπεδείχθη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 των «κανόνων». 'Υπό τήν επιφύλαξη τοῦ δευτέρου σημείου, τό όποιο ἐπεκαλέσθη ὁ Suss, δέν υφίσταται στην προκειμένη υπόθεση κανένα στοιχείο πού νά επιτρέπει τήν εξαίρεση τοῦ ἰατροῦ Μ. μέ τήν βάση αυτή. Κατά συνέπεια θά ἀπέρριπτα τό πρώτο σημείο.
Θεωρώ ὅτι θά έπρεπε νά ἀπορριφθεί καί ὁ δεύτερος λόγος. Στην συνεδρίαση, ὁ δικηγόρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐβεβαίωσε, χωρίς νά ἀμφισβητηθεί ἀπό τόν δικηγόρο τοῦ Suss, ὅτι ὁ ἰατρός Μ. δέν εἶναι υπάλληλος τῆς ἀσφαλιστικής ἑταιρίας. 'Αναγνωρίζεται ὅτι ή 'Επιτροπή καί ἡ ἀσφαλιστική ἑταιρία συνεφώνησαν ὁ υποδεικνυόμενος ἀπό τήν 'Επιτροπή βάσει τοῦ ἄρθρου 19 τῶν «κανόνων» ἰατρός νά εἶναι ἰατρός ἀποδεκτός καί ἀπό τίς δύο. 'Ο ιατρός Μ. είναι ἀνεξάρτητος ἰατρός καί τό γεγονός ὅτι δύναται νά γνωματεύει κανονικώς σέ υποθέσεις τοῦ είδους αὐτοῦ δέν εἶναι ἀρκετό, κατά τήν γνώμη μας, γιά νά επιτρέψει τήν εξαίρεση του. Τίποτα δέν ὑποδηλοῖ ὅτι ὁ ἰατρός Μ. θά ἐπηρεάζετο ἀπό τήν ἀσφαλιστική εταιρία κατά τήν μόρφωση τῆς γνώμης του ἡ ὅτι θά ἐνήργει μεροληπτικῶς.
Ὁ Suss ζητεί τόκους υπερημερίας προς 13 % ἐπί τοῦ ποσοῦ, τό όποιο τοῦ ὀφείλεται ἀπό ἐποχής σέ εποχή, μετ' ἀφαίρεση τῶν προσωρινών καταβολῶν καί ἀπό τῆς ημερομηνίας, κατά την ὁποία ἡ υγειονομική ἐπιτροπή θά θεωρήσει ὅτι οἱ βλάβες του ἐσταθεροποιήθησαν.
Πρίν εξετάσω ἄν υφίσταται ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής μία ὁποιαδήποτε καθυστέρηση ή παράνομη συμπεριφορά πού νά δικαιολογούν τήν επιδίκαση τόκων υπερημερίας, θεωρώ ὀρθό νά εξετάσω ἄν ἡ ἐκλαμβανομένη ως ημερομηνία ενάρξεως ἀπό τόν Suss εἶναι ὀρθή. Κατά τήν γνώμη μου δέν είναι.
Ή ἀλληλουχία τῶν προβλεπομένων βάσει των άρθρων 19 καί 20 περιστατικών, ἐφ' ὅσον μᾶς ενδιαφέρει, νομίζω ὅτι εἶναι ή ἀκόλουθη: 1) ὁ υπάλληλος υποχρεούται νά διαβιβάσει ιατρική γνωμάτευση, ἡ ὁποία νά διαπιστώνει τήν ἀποθεραπεία ἡ τήν σταθεροποίηση τῆς καταστάσεως του, 2) μόνον μετά τήν λήψη τῆς γνωματεύσεως αυτής υφίσταται υποχρέωση προσδιορισμοῦ τοῦ βαθμοῦ ἀναπηρίας, 3) ὁ υποδειχθείς ἰατρός γνωστοποιεί τά πορίσματά του, 4) ἡ αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή καταρτίζει σχέδιο ἀποφάσεως πού επιδίδει στόν υπάλληλο, 5) μετά τήν εκπνοή προθεσμίας 60ημερών, ἄν καμμία αίτηση μέ τήν ὁποία νά ζητείται γνωμάτευση τῆς υγειονομικής επιτροπής δέν 'έχει κατατεθεί, ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ὀφείλει νά λάβει ἀπόφαση κατά τήν έννοια τοῦ προηγουμένως ἐπιδοθέντος σχεδίου, 6) ἄν ἡ υπόθεση ἀχθεῖ ενώπιον τῆς υγειονομικής επιτροπής, ἡ ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή λαμβάνει ἀπόφαση ἀφοῦ συμβουλευθεί τήν επιτροπή αυτή. Ἐφ᾿ ὅσον δέν υφίσταται παράνομη καθυστέρηση γιά νά φθάσει ἡ υπόθεση στό στάδιο αυτό, ή ὁποία νά ὀφείλεται στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ἡ ἀπώτερη ημερομηνία, ἀπό τήν ὁποία οἱ τόκοι δύνανται νά τρέχουν είναι, κατά τήν γνώμη μου, ἡ ημερομηνία λήψεως τῆς ἀποφάσεως περί προσδιορισμοῦ τοῦ βαθμοῦ ἀναπηρίας καί ὄχι ή ημερομηνία κατά τήν ὁποία ἐσταθεροποιήθησαν οἱ βλάβες.
Αυτό, πάντως, υπόκειται στην υποχρέωση χορηγήσεως προσωρινής ἀποζημιώσεως, ἀντιστοιχούσης στό « μή ἀμφισβητούμενο ποσοστό διαρκοῦς ἀναπηρίας» ὅταν ὁ βαθμός ἀναπηρίας «θεωρείται ὅτι ἀνέρχεται τουλάχιστον σέ 20 %». Όποια καί ἄν εἶναι ἡ διαφορά, ὅσον άφορᾶ τόν βαθμό διαρκοῦς ἀναπηρίας, μεταξύ τῶν λέξεων «προσδιοριζόμενης» στό άρθρο 19 καί «θεωρούμενης» στό άρθρο 20, θεωρώ ὅτι δέν δύναται νά υπάρξει «μή ἀμφισβητούμενο ποσοστό διαρκούς ἀναπηρίας» πρίν ὁ υποδειχθείς βάσει τοῦ ἄρθρου 19 ιατρός γνωρίσει τά πορίσματά του, παρ' ὅλον ὅτι ἀναγνωρίζω ὅτι δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 20 θά ἠδύνατο νά ερμηνευθεί κατά τρόπο πού νά παρέχει μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως. Κατά τήν γνώμη μου, δέν δύναται, συνεπώς, νά υφίσταται μία ὁποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής προσωρινής ἀποζημιώσεως πρίν γνωσθοῦν τά ἀνωτέρω πορίσματα τοῦ ἰατροῦ. Καμμία υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας δέν υφίσταται πρίν γνωστοποιηθοῦν τά πορίσματα τοῦ ἰατροῦ, έκτός ἄν ἡ γνωστοποίηση τους ἀναβάλλεται κατά τρόπο ἀθέμιτο ἡ ἄν ή Ἐπιτροπή έχει ἀθεμίτως προκαλέσει τήν ἀναβολή τῆς γνωστοποιήσεως τους.
Ό Suss κατελόγισε στόν ιατρό Μ. τήν καθυστέρηση χορηγήσεως τῆς προσωρινής ἀποζημιώσεως. Ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ ιατρός Fromes είχε επιφορτισθεί ἀπό τόν ιατρό Μ. νά εξετάσει τήν κατάσταση τοῦ Suss καί ὅτι ήταν υπεύθυνος γιά τήν μή διαβίβαση στην 'Επιτροπή τῶν ἰατρικῶν πιστοποιητικών πού τοῦ είχε παραδώσει ὁ Suss. Θεωρείται επίσης ὅτι ὁ ιατρός Fromes ἀνέθεσε τήν εκπλήρωση μέρους τῶν καθηκόντων του σέ άλλους ιατρούς πού ἐξήτασαν τόν Suss. Τó μόνο ἀποδεικτικό στοιχεῖο ἐν σχέσει μέ αυτό τό θέμα φαίνεται ὅτι είναι ή επιστολή πού εστάλη ἀπό τόν ἰατρό Μ. στον ἰατρό Fromes στίς 21 'Ιουνίου 1978.
Ἡ επιστολή αυτή δέν ἀποδεικνύει, κατά τήν γνώμη μου, κανενός είδους εκχώρηση ἀκόμα καί ἄν αυτό ήταν δυνατό ἀπό τόν νόμο. Περαιτέρω ὁ τρόπος μέ τόν όποιο ὁ 'ίδιος ὁ Suss ἐξετίμησε τήν κατάσταση φαίνεται ἀπό δύο επιστολές, πού ἔστειλε ὑπό ἡμερομηνία 23 καί 30 Νοεμβρίου 1978, ἀπό τίς ὁποῖες προκύπτει ὅτι ἐγνώριζε τότε ὅτι ὁ Ιατρός Fromes δέν ἐνήργει γιά λογαριασμό τῆς Ἐπιτροπῆς. 'Επομένως, ἡ Ἐπιτροπή δέν δύναται νά θεωρηθεί υπεύθυνη γιά οἱαδήποτε καθυστέρηση πού προεκλήθη ἀπό τους ιατρούς, τους ὁποίους συνεβουλεύθη ὁ Suss.
'Εξ άλλου, άνηκε στόν Suss καί ὄχι στόν ἰατρό Μ. νά ἀρχίσει την διαδικασία υποβάλλοντας τίς ἀπαιτούμενες ἀπό την πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου ἰατρικές γνωματεύσεις. Σέ αυτό προέβη μόλις στίς 30 Νοεμβρίου 1978. Προσεκόμισε δύο Ιατρικά πιστοποιητικά, σχετικά μέ τίς βλάβες της κεφαλής καί τοῦ ὀφθαλμοῦ του. Καί τά δύο πιστοποιητικά έφεραν ἡμερομηνία 'Ιουλίου 1978 καί εὑρίσκοντο στην κατοχή του ἀπό ὡρισμένο χρόνο. Τό πρώτο ἀνέφερε ὅτι ἡ βλάβη τῆς κεφαλῆς του δέν εἶχε ἀκόμα σταθεροποιηθεί καί ὅτι θά ήταν ἀναγκαία περαιτέρω εξέταση' τό δεύτερο ὑπεδήλη ὅτι ἠδύναντο νά προκύψουν περαιτέρω περιπλοκές. Δέν ήταν ἀφύσικο τό ὅτι ὁ Ιατρός Μ. τοῦ ἐζήτησε νά προσκομίσει ἕνα άλλο πιστοποιητικό σχετικό μέ τήν βλάβη τῆς κεφαλῆς καί ένα πού νά ἀφορᾶ τίς ζημίες στό γόνατο. Ό ἴδιος ὁ Suss εδέχθη ὅτι ἡ βλάβη τοῦ ὀφθαλμοῦ ἐσταθεροποιήθη μόλις στίς 30 Μαρτίου 1979. 'Εν πάση περιπτώσει, τά πιστοποιητικά πού ὑπέβαλε στην 'Επιτροπή στίς 10 Μαΐου 1979 ἀνέφεραν ὅτι ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὅτι ἡ ζημία στην κεφαλή εἶχε σταθεροποιηθεί ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979. Δύο πιστοποιητικά πού ἀφοροῦν τήν βλάβη τοῦ ὀφθαλμοῦ φέρουν ἀντιστοίχως τήν ημερομηνία τῆς 2ας καί 30ης Μαρτίου. Τό τελευταίο δέν ἀναφέρει ἄν ἡ κατάσταση τοῦ ὀφθαλμοῦ εἶχε σταθεροποιηθεί τό πρώτο σαφώς ἀναφέρει ὅτι δέν ἐσταθεροποιήθη. Τό συμπέρασμα φαίνεται νά εἶναι ὅτι ἡ μή προηγουμένη προσκόμιση τῆς ἰατρικῆς γνωματεύσεως ὠφείλετο περισσότερο ἀπό κάθε άλλον λόγο στην φύση καί στην σοβαρότητα τῆς βλάβης τῆς κεφαλῆς καί τοῦ ὀφθαλμοῦ του.
Ό Ιατρός Μ. συνέταξε τήν γνωμάτευση του χωρίς καθυστέρηση στίς 25 Μαΐου. Κατά συνέπεια, ἡ ἀξίωση καταβολῆς τόκων υπερημερίας πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά ἀπορριφθεί ὅσον ἀφορᾶ τήν πρό τῆς ημερομηνίας αὐτῆς περίοδο.
Ό Suss ἐζήτησε τήν καταβολή προσωρινῆς ἀποζημιώσεως μέ επιστολές τῆς 7ης καί 24ης Σεπτεμβρίου 1979. Στίς 22 'Οκτωβρίου τόν ἐπληροφόρησαν ὅτι δέν εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ἀλλά 25 % θά κατεβάλλοντο καί, ὅπως ήδη ἀνεφέρθη, κατεβλήθησαν στίς 29 Νοεμβρίου 1979. Στίς 19 Δεκεμβρίου καί 22 'Ιανουαρίου ἐζήτησε ἐκ νέου καταβολή τοῦ ποσοστοῦ, τό όποιο είχε γίνει δεκτό ἀπό τόν Ιατρό Μ. Ἐζήτησε τήν καταβολή τόκων ἐπί τοῦ ποσοῦ πού δέν εἶχε ἀκόμα καταβληθεί. Τό υπόλοιπο τοῦ ποσοῦ τό ὁποίο εἶχε γίνει δεκτό ἀπό τόν ἰατρό Μ. κατεβλήθη μόνον ὅταν ἠσκήθη ή προσφυγή.
Τήν εποχή πού ἡ 'Επιτροπή προέβη στην καταβολή τῶν 25 ο/ο, εἶναι φανερό ὅτι ή 'Επιτροπή «ἐθεώρησε» ὅτι ὁ ὁλικός βαθμός ἀναπηρίας ἀνήρχετο τουλάχιστον σέ 20 %. Πάντως (καί χωρίς νά τό θεωρώ ἀναγκαίο νά εξετάσω ἄν ἡ υγειονομική επιτροπή δύναται νά καταλήξει σέ δυσμενέστερα ἀπό τά πορίσματα τοῦ ἰατροῦ πού διορίζεται βάσει τοῦ ἄρθρου 19) θεωρῶ ὅτι εἶναι σαφές ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ή 'Επιτροπή δέν ἠμφισβήτησε προσδιορισθέν ἀπό τόν ἰατρό Μ. ποσοστό διαρκοῦς ἀναπηρίας' ἡ επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 24ης 'Ιουλίου 1979 τό ἀποδεικνύει πλήρως. Κατά συνέπεια, θεωρώ ὅτι δέν υφίσταται καμμία δικαιολογία γιά τήν άρνηση τῆς 'Επιτροπῆς νά καταβάλει τό 34 ο/ο τήν εποχή πού κατεβλήθη τό 25 % καί ὅτι πρέπει νά επιδικασθοῦν τόκοι πρός 9 % ἐπί τοῦ συνολικού ποσοῦ ἀπό τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1979 μέχρι της ἡμερομηνίας καταβολῆς τοῦ υπολοίπου. Παρ' ὅλον ὅτι τό Δικαστήριο, ἡ μόνον ὁ γενικός εἰσαγγελεύς, ἐθεώρησε ὅτι οἱ τόκοι πρέπει νά επιδικάζονται μόνον ἀπό τῆς ἡμερομηνίας τῆς προσφυγής (βλ. υπόθεση 144/77 Jacquemart κατά Επιτροπῆς (1978) ECR σ. 1697 καί προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Warner στην υπόθεση 40/79 Ρ. κατά Ἐπιτροπῆς (5 Φεβρουαρίου 1981), αυτό δέν φαίνεται νά ἀποτελεί ἀπόλυτο κανόνα καί στην περίπτωση 185/80 Garganese κατά Επιτροπής (2 Ἰουλίου 1981) τό Δικαστήριο ἐπεδίκασε τόκους ἀπό τίς ημερομηνίες, κατά τίς όποιες τά μή καταβληθέντα ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα καί όχι ἀπό την ἡμερομηνία τῆς προσφυγῆς, διότι τό έκρινε δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση, ὁ Suss υπέβαλε σαφῶς την διοικητική του ένσταση καί ἡ Ἐπιτροπή τήν ἐξήτασε καί κακῶς τήν ἀπέρριψε. Θεωρώ, συνεπώς, ὅτι εἶναι σκόπιμο καί δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση νά επιδικασθούν τόκοι ἀπό τῆς 30ῆς Νοεμβρίου 1979 (βλ. επίσης υπόθεση 115/76 Leonardini κατά Επιτροπής (1978) ECR σ. 735).
Παρ' ὅλον ὅτι μέ επιστολή τῆς 30ῆς 'Ιανουαρίου 1980 ἡ 'Επιτροπή έδειξε νά ἀποδέχεται ὅτι ὁ υπολογισμός τοῦ ἰατροῦ Μ. πού ἐμείωσε τό 37,25 ο/ο σέ 34 ο/ο, ἦτο κατ' ἀρχήν εσφαλμένος καί παρ' ὅλον ὅτι τελικώς κατεβλήθη τό 37 %, ὁ Suss τήν εποχή εκείνη προέβαλε ἀξίωση καταβολής τοῦ 34 % καί θεωρώ σκόπιμο νά ληφθεί ως βάση τό ποσό αυτό γιά τόν υπολογισμό τῶν τόκων.
Ό Suss ζητεί τόκους πρός 13 %, διότι, κατ' αυτόν αυτό εἶναι τό τραπεζικό επιτόκιο στό Λουξεμβοῦργο γιά μεσοπρόθεσμα καί βραχυπρόθεσμα δάνεια. Τό Δικαστήριο, σέ ἀρκετές περιπτώσεις, έλαβε ως βάση τό 8%. Στην προκειμένη περίπτωση ἡ 'Επιτροπή δέν ἀμφισβητεί ὅτι τό 13 % εἶναι τό κατάλληλο επιτόκιο καί σέ μία εποχή ὅπού τά επιτόκια μεταβάλλονται, τό ποσό πού εἶχε υιοθετηθεί ἀπό τό Δικαστήριο θά έπρεπε ενδεχομένως νά ἀναθεωρείται ἀπό καιροῦ εἰς καιρό. Θεωρώ ὅτι εἶναι σκόπιμο νά ἐπιδικασθούν οἱ τόκοι μέ βάση τό ἐπιτόκιο ἐπί τοῦ ὁποίου συμφωνούν οἱ διάδικοι. Κατά συνέπεια, θά ἐπεδίκαζα τόκους ἐπί τοῦ ποσοστοῦ τῶν 9% ἀπό τίς 30 Νοεμβρίου 1979 μέχρι τίς 10 'Οκτωβρίου 1980 πρός 13 %.
Καί οἱ δύο διάδικοι ἐζήτησαν τήν καταδίκη τοῦ ἀντιδίκου στά δικαστικά έξοδα. Ή αίτηση τοῦ Suss περί ἀσφαλιστικών μέτρων ἀπερρίφθη καί πρέπει επομένως νά ὑποστεῖ τά σχετικά μέ τήν διαδικασία αυτή δικαστικά έξοδα. Κατά τήν άποψη μου, ἡττήθη ὡς πρός τό πρώτο τῶν κυρίων αιτημάτων του καί ἐδικαιώθη μερικώς ὡς πρός τό τρίτο ἱκανοποιήθη ὡς πρός τό δεύτερο αίτημα. Ὑπό τίς συνθῆκες αυτές, θεωρώ ὀρθό ἡ Ἐπιτροπή νά φέρει τά έξοδα στά όποια υπεβλήθη, συμφώνως πρός τό ἄρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας καί νά καταδικασθεί ἡ 'Επιτροπή στό ἐν τρίτο τῶν εξόδων, στά όποια υπεβλήθη ὁ Suss, συμφώνως πρός τήν παράγραφο 3 τοῦ ἄρθρου 69.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy