ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΫ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 3 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀποφανθεί μέ σειρά ἀποφάσεων ἐπί τῆς σχέσεως πού υφίσταται μεταξύ τῶν δικαιωμάτων προστασίας τῆς βιομηχανικής καί ἐμπορικής ιδιοκτησίας, τά όποια ἀναγνωρίζονται στίς έννόμους τάξεις τῶν διαφόρων Κρατῶν μελῶν, καί τῆς ἀρχής τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, την ὁποία καθιέρωσε τό κοινοτικό δίκαιο. Ή αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, ἐπί τῆς ὁποίας θά ἀναπτύξω σήμερα τίς προτάσεις μου, παρέχει μία νέα ευκαιρία νά διευκρινισθεί καί, ενδεχομένως, νά ἀναπτυχθεί περαιτέρω ἡ τωρινή νομολογία ἐπί τοῦ θέματος.
Τά πραγματικά περιστατικά ἔχουν συνοπτικῶς ὡς έξῆς:
Ή ἀμερικανική εταιρία Merck & Co Inc., μέ έδρα τό Rahway, New Jersey, την ὁποία θά ἀποκαλώ ἐφ' έξῆς «Merck», εἶναι δικαιούχος δύο ὀλλανδικῶν διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας πού έλαβε τό 1973 καί 1974 καί προστατεύουν φάρμακο γνωστό ὑπό την ὀνομασία «Moduretic», καθώς καί την μέθοδο παρασκευής του. Παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πού ἀντιστοιχούν τουλάχιστον σέ ένα ἀπό τά δύο προαναφερθέντα διπλώματα, υφίστανται σέ ὅλα τά Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος έκτός ἀπό τό Λουξεμβοῦργο καί τήν 'Ιταλία. Τό παρασκεύασμα, τό όποιο προορίζεται μεταξύ άλλων για τήν θεραπεία τῆς υπερτάσεως, παρασκευάζεται καί διατίθεται στό εμπόριο ἀπό εταιρία θυγατρική κατά 100 ο/ο τῆς ἀμερικανικής εταιρίας, ἡ ὁποία έχει τήν έδρα τῆς στην 'Ολλανδία. Ειδικότερα, τό φάρμακο διατίθεται επίσης στην ἀγορά εντός τῆς 'Ιταλίας, ὅπου τό άρθρο 14 παράγραφος 1 τοῦ ἰταλικοῦ νόμου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Regio Decreto
ἀριθ. 1127 τῆς 29ης Ἰουνίου 1939) δέν ἐπιτρέπει τήν λήψη διπλώματος ευρεσιτεχνίας γιά τά φάρμακα καί τίς μεθόδους παρασκευής τους. "Αν καί ἡ ἐν λόγω διάταξη ἐκηρύχθη ἀντισυνταγματική μέ τήν ἀπόφαση 20 τοῦ ἰταλικοῦ συνταγματικοί) δικαστηρίου τῆς 20ής Μαρτίου 1978 (εφημερίδα κυβερνήσεως τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας τῆς 29ης Μαρτίου 1978), ἡ εταιρία Merck δέν ἠδυνήθη, έστω καί μετά, νά λάβει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην 'Ιταλία, διότι δέν υφίστανται μέχρι τώρα μεταβατικές διατάξεις μέ ἀναδρομική ἰσχύ.
Ή εταιρία Stephar BV, Ρόττερνταμ, μέτοχος καί διευθυντής τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Exler καί τήν ὁποία θά ἀποκαλώ ἐφ' έξης απλώς «Stephar», ἀγοράζει τό σύνολο τῶν παρασκευασμάτων, πού διατίθενται στό εμπόριο ἀπό τήν Merck εντός τῆς 'Ιταλίας, ἀπό Ιταλούς χονδρεμπόρους καί τά εισάγει στίς Κάτω Χώρες, ὅπου τά εμπορεύεται. Ἡ ἐν λόγω παράλληλη εισαγωγή, τῆς παρέχει τό πλεονέκτημα πού προκύπτει ἀπό τήν σημαντική διαφορά τιμής, λόγω τοῦ ὅτι τό φάρμακο πωλείται σέ χαμηλότερη τιμή στην Ἰταλία.
Κατά τῶν ἐν λόγω εισαγωγών, ἡ εταιρία Merck υπέβαλε αίτηση περί λήψεως ἀσφαλιστικών μέτρων ἐνώπιον τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Ρόττερνταμ, επικαλούμένη τά διπλώματα ευρεσιτεχνίας πού κατείχε στίς Κάτω Χώρες. Ἐστήριξε τήν αἴτηση τῆς στό άρθρο 30 τοῦ ὀλλανδικοῦ νόμου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Rijksoctrooiwet), τό ὁποῖο ὁρίζει ὅτι ὁ δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει τό ἀποκλειστικό δικαίωμα κατασκευής καί χρησιμοποιήσεως τοῦ προστατευομένου προϊόντος, ἀλλά επίσης καί ὅτι ὁ ἀγοραστής ἡ ὁ μεταγενέστερος δικαιοῦχος δέν προσβάλλει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ἄν εκμεταλλεύεται τό προϊόν πού ετέθη κανονικώς σέ κυκλοφορία στίς Κάτω Χώρες.
Μέ ἀπόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1980, ὁ πρόεδρος τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Ρόττερνταμ ἀνέστειλε την διαδικασία καί υπέβαλε στό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Ἄν υποτεθεί:
1)
ὅτι μία επιχείρηση κατέχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σέ Κράτος μέλος τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων γιά ένα φάρμακο καί γιά τίς μεθόδους παρασκευής του,
2)
ὅτι τό φάρμακο αυτό διετέθη στό εμπόριο ἀπό τήν ἐν λόγω επιχείρηση ή μέ τήν άδεια τῆς εντός τῆς 'Ιταλίας, ὅπού δέν ἠδύνατο νά τό προστατεύσει κατά νόμο μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, λόγω τοῦ ὅτι τό άρθρο 14 πρώτη παράγραφος τοῦ ἰταλικοῦ νόμου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (R. D. ἀριθ. 1127 τῆς 29ης 'Ιουνίου 1939), τό όποιο ἐκη-ρύχθη μεταγενεστέρως ἀντισυνταγματικό μέ ἀπόφαση τοῦ ἰταλικοῦ συνταγματικοί) δικαστηρίου τῆς 20ῆς Μαρτίου 1978, ἀπηγόρευε τήν χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας γιά τά φάρμακα καί τίς μεθόδους παρασκευής τους,
3)
ὅτι τρίτος εισάγει ἀπό τήν 'Ιταλία στό ὑπό τόν ἀριθ. 1 ἀναφερόμενο Κράτος μέλος, τό φάρμακο πού ἀναφέρεται ὑπό τόν ἀριθ. 2 καί τό εμπορεύεται ἐκεῖ, καί
4)
ὅτι ἡ νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην ἀνωτέρω ἀναφερθείσα χώρα παρέχει τό δικαίωμα στόν κάτοχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας νά ἀντιτίθεται δικαστικῶς στην διάθεση στό εμπόριο ἀπό άλλους τῶν προϊόντων, πού προστατεύονται ἀπό αυτό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ἀκόμη καί ἄν τά ἐν λόγω προϊόντα είχαν νομίμως διατεθεί προηγουμένως στό εμπόριο σέ άλλο Κράτος μέλος ἀπό τόν κάτοχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἡ μέ τήν άδειά του,
οἱ κανόνες πού περιέχονται στην συνθήκη ΕΟΚ καί ἀφορούν τήν ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, ἀντιτίθενται στην άσκηση ἀπό τόν κάτοχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας τοῦ δικαιώματος πού ἀναφέρεται ἀνωτέρω ὑπό τόν ἀριθ. 4, παρά τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36;»
Ἐπί τῆς ἐν λόγω αιτήσεως πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, γιά τήν ὁποία κατέθεσαν παρατηρήσεις οἱ κυβερνήσεις τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας καί τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καθώς καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, λαμβάνω τήν έξῆς θέση.
Τό ερώτημα συνίσταται κατ' οὐσίαν στό ἄν καί σέ ποῖο μέτρο τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαγορεύουν στό δικαιούχο εθνικού διπλώματος εὑρεσιτεχνίας νά τό επικαλείται γιά νά εμποδίσει τήν εισαγωγή καί τήν διάθεση στό εμπόριο προστατευομένου ἀπό τό δίπλωμα προϊόντος, ὅταν προέρχεται ἀπό άλλο Κράτος μέλος, ὅπου ἡ χορήγηση διπλώματος εὑρεσιτεχνίας δέν εἶναι δυνατή καί ὅπού τό προϊόν διετέθη στό εμπόριο ἀπό τόν ἴδιο τό δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἤ μέ τή συγκατάθεση του.
I —
Κατ' ἀρχήν, επιτρέψτε μου νά υπενθυμίσω σέ γενικές γραμμές κατά ποῖο τρόπο επεχείρησε τό Δικαστήριο, μέ νομολογία ή ὁποία κατέστη πλέον παγία καί ἡ οποία δύναμαι νά θεωρήσω χωρίς ἀμφιβολία ὅτι εἶναι γνωστή, νά συμβιβάσει τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, πού καθιέρωσε τό κοινοτικό δίκαιο, καί τά δικαιώματα προστασίας τῆς βιομηχανικῆς καί εμπορικῆς ιδιοκτησίας, τά ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων περιορίζονται στό έδαφος τῶν Κρατών μελών.
Τό Δικαστήριο ὁρμᾶται ἀπό τήν σκέψη ὅτι τά παρέχοντα προστασία σχετικά εθνικά δικαιώματα πρέπει νά εκτιμηθούν, κατ' ἀρχήν, ὑπό τό φῶς τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης περί ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, ἰδίως τῶν άρθρων 30 ἑπ., οἱ όποιες ἀπαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά τήν εισαγωγή, καθώς καί κάθε μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος μεταξύ τῶν Κρατών μελών. Ἐν τούτοις, κατά τό άρθρο 36, οἱ ἐν λόγω διατάξεις δέν κωλύουν τήν επιβολή ἀπαγορεύσεων ή περιορισμών στίς εισαγωγές, πού δικαιολογούνται ἀπό λόγους προστασίας τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής Ιδιοκτησίας. Πάντως, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἀπό τό ἐν λόγω άρθρο, ιδίως ἀπό τήν δευτέρα φράση του καθώς καί ἀπό τά συμφραζόμενα, προκύπτει ὅτι ἄν καί ἡ συνθήκη δέν επηρεάζει τήν υπόσταση τῶν δικαιωμάτων πού ἀναγνωρίζονται ἀπό τήν νομοθεσία Κράτους μέλους στόν τομέα τῆς βιομηχανικῆς καί εμπορικής ιδιοκτησίας, ή ἄσκηση, παρ' ὅλα αυτά, τῶν ἐν λόγω δικαιωμάτων δύναται, κατά τίς περιστάσεις, νά περιορισθεί ἀπό τίς περιλαμβανόμενες στην συνθήκη διατάξεις καθ' ὅσον εισάγει εξαίρεση σέ μία ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς κοινής ἀγορᾶς, τό άρθρο 36 δέν δέχεται, πράγματι, παρεκκλίσεις ἀπό τήν ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων παρά κατά τό μέτρο πού αυτές δικαιολογούνται ἀπό τήν διασφάλιση τῶν δικαιωμάτων, τά όποια συνιστούν τό εἰοικό ἀντικείμενο τῆς ἐν λόγω Ιδιοκτησίας. Μετά τήν ἐν λόγω διαπίστωση, οἱ σχετικές ἀποφάσεις ὁρίζουν περαιτέρω αυτό, τό όποιο πρέπει νά θεωρηθεῖ ως τό ειδικό ἀντικείμενο τῶν διαφόρων προστατευομένων δικαιωμάτων καί, βάσει αὐτοῦ, καθορίζουν ποίοι εμπορικοί φραγμοί δύνανται νά γίνουν ἀποδεκτοί κατά τό κοινοτικό δίκαιο καί ποιοι ἀπαγορεύονται. Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (ἀπό τήν ὁποία θά ἀναφέρω ἰδίως, μεταξύ τῶν πλέον προσφάτων υποθέσεων, τήν ἀπόφαση τῆς 22ας Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 119/75, Terrapin (Overseas) Ltd κατά Terranova Industrie CA. Kapferer & Co Sig 1976, σ. 1039, τήν ἀπόφαση τῆς 20ής 'Ιανουαρίου 1981 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 55/80 καί 57/80, Musik-Vertrieb Membran GmbH καί K-tel International κατά GEMA, μή δημοσιευθείσα ἀκόμη στή Συλλογή, καθώς καί τήν ἀπόφαση τῆς 22ας 'Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 58/80, Dansk Supermarked A/S κατά A/S Imerco, επίσης μή δημοσιευθείσα ἀκόμη στην Συλλογή), ένα ἀποκλειστικό δικαίωμα πού εγγυάται μία νομοθεσία περί βιομηχανικής καί εμπορικής Ιδιοκτησίας ἀναλώνεται, ἐν πάση περιπτώσει, ὅταν ένα προϊόν διατίθεται νομίμως στην ἀγορά ενός Κράτους μέλους ἀπό τόν ἴδιο τόν δικαιούχο τον δικαιώματος ἤ μέ συγκατάθεση του.
Ἡ ἀνωτέρω ἀρχή, ἡ ὁποία εφαρμόζεται γενικῶς σέ ὅλα τά εἴδη δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας, πρέπει επίσης νά ληφθεί ὑπ' ὄψη κατά τήν εκτίμηση τῆς παρούσης υποθέσεως, ὅπού τό επίδικο φάρμακο «Moduretic » διετέθη στην ἀγορά εντός τῆς 'Ιταλίας ἀπό θυγατρική εταιρία τῆς κατόχου τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, μέ τήν συγκατάθεση τῆς τελευταίας.
Ἐν τούτοις, ἄν ἀπεδεικνύετο ὅτι δέν «δικαιολογείται», κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό γεγονός ὅτι ἡ αιτούσα στην κυρία δίκη ἀντιτίθεται σέ εἰσαγωγή τοῦ ἐν λόγω προϊόντος ἀπό τήν 'Ιταλία, επικαλούμενη τό δικαίωμα ἐπί τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας πού κατέχει στίς Κάτω Χῶρες, δέν εἶναι ἀναγκαίο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἐν προκειμένω, ἀντιθέτως πρός τήν άποψη πού υπεστήριξε ἡ αιτούσα στην κυρία δίκη καθώς καί οἱ κυβερνήσεις τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας καί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τό πρόσθετο κριτήριο τῆς υπάρξεως συγκεκαλυμμένου περιορισμού στίς συναλλαγές μεταξύ τῶν Κρατών μελών, τό όποιο ἐφηρμόσθη ἰδίως στίς ἀποφάσεις τῆς 23ῆς Μαΐου 1978 στην υπόθεση 102/77 (Hoffmann-La Roche & Co. AG κατά Centrafarm Vertriebsgesellschaft Pharmazeutischer Erzeugnisse mbH, Slg 1978, σ. 1139) καί τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 3/78 (Centrafarm BV κατά American Home Products Corporation, Slg 1978, σ. 1823). Στίς δύο προαναφερθείσες υποθέσεις, οἱ όποιες είχαν ὡς ἀντικείμενο τήν προστασία τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος, τό Δικαστήριο κατέληξε, πράγματι, στό συμπέρασμα ὅτι τό δικαίωμα, πού ἀναγνωρίζεται στον δικαιούχο τοῦ σήματος, νά ἀντιτίθεται σέ κάθε μή ἐπιτρα-πεῖσα επίθεση αυτού ἐπί τοῦ προϊόντος του, ἀποτελεί τμήμα τοῦ ειδικού ἀντικειμένου τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος καί ὅτι ἡ προστασία έναντι τέτοιων ενεργειών, τήν ὁποία παρέχουν οἱ εθνικές διατάξεις περί σήματος στόν δικαιούχο ενός τέτοιου δικαιώματος, εἶναι, συνεπώς,«δικαιολογημένη» κατά την έννοια τοῦ άρθρου 36 πρώτη φράση τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Μόνον ἀφοῦ διεπίστωσε ὅτι ὁ ἐν λόγω δικαιοῦχος «ἐνομιμοποιεῖτο» νά επικαλεσθεί τό δικαίωμα ἐπί τοῦ σήματος γιά νά ἀντιταχθεί σέ εἰσαγωγή, τό Δικαστήριο ἐπροχώρησε στην εξέταση τοῦ κατά πόσο τό ἐν λόγω δικαίωμα ἠδύνατο νά συνιστά «συγκεκαλυμμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελῶν», κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 36 δευτέρα φράση. Πάντως, μία τέτοια εξέταση δέν εἶναι ἀναγκαία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ επίκληση δικαιώματος βιομηχανικής Ιδιοκτησίας δέν «δικαιολογεῖται» κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 36 εδάφιο 1 πρώτη φράση.
II —
Μετά τίς ἀνωτέρω γενικές εισαγωγικές παρατηρήσεις στρέφομαι τώρα πρός τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, πού άφορα τήν επίκληση τῶν εθνικῶν διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
1.
Μέ τήν ἀπόφαση του στην ὑπόθεση 24/67 (Parke, Davis & Co κατά Probel, Reese, Beintema-Interpharm καί Centrafarm, ἀπόφαση τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968, Slg , σ. 85), τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά αποφανθεί γιά πρώτη φορά, ἄν καί τοῦτο συνέβη στό πλαίσιο τοῦ δικαίου περί ἀνταγωνισμού, ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς ἀσκήσεως τῶν εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, γιά νά ἐμποδισθεῖ ἡ παράλληλη εἰσαγωγή φαρμακευτικών παρασκευασμάτων ἀπό τήν 'Ιταλία, χώρα ἡ ὁποία δέν ἐχορήγει ἀποκλειστικά δικαιώματα γιά τήν παρασκευή καί τήν εμπορία τῶν ἐν λόγω προϊόντων. "Αν καί δέν ἐξεφράσθη σαφώς, φαίνεται ὅτι τό Δικαστήριο ἐθεώρησε τότε ὅτι ὁ δικαιούχος ὀλλανδικοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας εἶχε τό δικαίωμα, ἀκόμα καί ἀπό τήν άποψη τῶν άρθρων 30 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά ἀπαγορεύει τήν παράλληλη εἰσαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων ἀπό τήν Ἰταλία, χωρίς τό Δικαστήριο, ἐν τούτοις, νά εξετάσει, ἄν τά ἐν λόγω προϊόντα κατεσκευάσθησαν ἡ διετέθησαν στό εμπόριο εντός τῆς 'Ιταλίας ἀπό τόν δικαιούχο τοῦ ὀλλανδικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἡ μέ τήν συγκατάθεση του.
2.
'Αντιθέτως, τό ἐν λόγω κριτήριο ἐθεωρήθη ἀποφασιστικής σημασίας στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 8ης 'Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70 (Deutsche Grammophon Gesellschaft GmbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co KG, Slg 1971, σ. 487), ἡ ὁποία πρέπει επίσης νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη γιά νά εκτιμηθεί ἡ παρούσα υπόθεση. Αυτή τήν φορά επρόκειτο γιά προστατευόμενο δικαίωμα συγγενές πρός τό δικαίωμα τοῦ δημιουργού, τό ὁποῖο ἀφορούσε τήν ἀναπαραγωγή ἠχητικών υποθεμάτων. 'Από τό Δικαστήριο ἐζητήθη νά κρίνει κατά πόσο μία γερμανική επιχείρηση, πού κατασκευάζει ηχητικά υποθέματα, ἠδύνατο νά ἐπικαλεσθεί ένα τέτοιο δικαίωμα γιά νά ἀπαγορεύσει τήν εμπορία εντός τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ηχητικών υποθεμάτων, τά όποια είχε ἡ ίδια παραδόσει στην γαλλική θυγατρική της εταιρία, ἡ ὁποία, ἄν καί ήταν ἀπό νομικῆς ἀπόψεως αὐτόνομη, ἐξηρτάτο ἀπό αυτήν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό ἀπόψεως οικονομικής. Πρέπει νά σημειωθεί, ὅτι ὑφίστατο ἀσφαλώς στην Γαλλία τότε μία ὁρισμένη προστασία κατά τοῦ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμού, ἀλλά ὄχι παράλληλο ἀποκλειστικό δικαίωμα υπέρ τοῦ κατασκευαστοῦ ηχητικών υποθεμάτων, τό όποιο νά είναι ἀνάλογο πρός τό γερμανικό δικαίωμα προστασίας. Πάντως, τό Δικαστήριο δέν ἐθεώρησε ὡς ἀποφασιστικό τό ἐν λόγω περιστατικό, άλλά έκρινε, ἀναφερόμενο στό ειδικό ἀντικείμενο τοῦ ἐν λόγω ἀποκλειστικού δικαιώματος, ὅτι ένα τέτοιο δικαίωμα δέν δύναται νά ἀσκηθεί προκειμένου νά ἀπαγορευθεί ἡ παράλληλη εἰσαγωγή προϊόντων, τά ὁποια διετέθησαν στην ἀγορά στό ἔδαφος άλλου Κράτους μέλους ἀπό τόν δικαιοῦχο τοῦ δικαιώματος ἤ μέ τήν συγκατάθεση του.
3.
Τό γεγονός ὅτι ὁ δικαιοῦχος δικαιώματος βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας δέν δύναται νά ἀσκήσει τό ἀποκλειστικό του δικαίωμα γιά νά εμποδίσει τήν εισαγωγή σέ άλλο Κράτος μέλος προστατευομένου προϊόντος, τό όποῖο διετέθη στην ἀγορά σέ άλλο Κράτος μέλος ἀπό τόν ίδιο ἡ μέ την συγκατάθεση του, καί τούτο ἀνεξαρτήτως τοῦ ερωτήματος κατά πόσον υπάρχει ἡ ὄχι παράλληλο δικαίωμα στό ἐν λόγω τελευταίο κράτος, προκύπτει επίσης, κατά τή γνώμη μου, ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 15/74 (Centrafarm BV καί Adriaan de Peijper κατά Sterling Drug Inc., Slg 1974, σ. 1147). 'Αντιθέτως πρός τήν προαναφερθείσα υπόθεση καί πρός τήν υπόθεση πού πρόκειται νά εξετασθεί τώρα, επρόκειτο τότε γιά εισαγωγή φαρμακευτικῶν προϊόντων ἀπό τήν Μεγάλη Βρετανία στίς Κάτω Χώρες. 'Η δικαιοῦχος των ὀλλανδικῶν διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εταιρία κατείχε παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί τό ἐν λόγω προϊόν διετέθη στό εμπόριο εντός τῆς χώρας αυτής ἀπό τήν ίδια τήν εταιρία ἡ μέ τήν συγκατάθεση της. Ἀφοῦ ὥρισε τό ειδικό ἀντικείμενο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τό Δικαστήριο έκρινε, χωρίς νά λάβει ὑπ' ὄψη τήν ύπαρξη παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
«ὅτι ἕνα εμπόδιο στην ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων δύναται νά προκύψει ἀπό τήν ύπαρξη, στην εθνική νομοθεσία περί βιομηχανικής καί εμπορικής Ιδιοκτησίας, διατάξεων πού προβλέπουν ὅτι τό δικαίωμα τοῦ δικαιούχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας δέν ἀναλώνεται μέ τήν διάθεση στό εμπόριο σέ άλλο Κράτος μέλος τοῦ προστατευομένου ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, ούτως ώστε ὁ δικαιοῦχος δύναται νά ἀντιταχθεί στην εισαγωγή εντός τοῦ ἰδικοῦ του κράτους τοῦ προϊόντος, πού διετέθει στό εμπόριο σέ άλλο κράτος ὅτι (...) ένα τέτοιο εμπόδιο στην ελευθέρα κυκλοφορία δύναται νά δικαιολογηθεί ἀπό λόγους προστασίας τῆς βιομηχανικῆς Ιδιοκτησίας, ὅταν γίνεται επίκληση τῆς ἐν λόγω προστασίας εναντίον προϊόντος πού προέρχεται ἀπό Κράτος μέλος, ὅπου δέν δύναται νά καλυφθεί μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καί κατεσκευάσθη ἀπό τρίτους χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ δικαιούχου τοῦ διπλώματος εὑρεσιτεχνίας, καθώς καί στην περίπτωση τῆς υπάρξεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι ἀρχικοί δικαιούχοι τῶν ὁποίων εἶναι νομικώς καί οικονομικώς ἀνεξάρτητοι...».
Ἡ ἀνωτέρω ἀνάλυση, ἡ ὁποία άφορᾶ προφανώς τήν περίπτωση χώρας στην ὁποία δέν παρέχεται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δείχνει σαφώς, κατά τή γνώμη μου καί σύμφωνα μέ τήν άποψη πού ὑπεστήριξαν επίσης ἡ 'Επιτροπή καί ἡ καθ' ἧς στην κυρία δίκη, ὅτι ὁ δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δέν δύναται νά ἀντιταχθεί στην εισαγωγή ἀπό άλλο Κράτος μέλος — ἀνεξαρτήτως ἀπό τό ἄν δικαιούται ἤ ὄχι παράλληλης προστασίας — παρά μόνο ἄν τό ἐν λόγω προϊόν κατεσκευάσθη ἐκεῖ ἡ διετέθη στην ἀγορά ἀπό τρίτο χωρίς τήν συγκατάθεση του. Ἀντιστρόφως, ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ἡ εἰσαγωγή εμπορευμάτων δέν δύναται νά ἀπαγορευθεί ἀπό τους δικαιούχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ἄν τά προϊόντα προέρχονται ἀπό Κράτος μέλος, στό όποιο δέν παρέχεται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καί εντός τοῦ ὁποίου διετέθησαν στό εμπόριο ἀπό τόν δικαιοῦχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἡ ἀπό τρίτο μέ τήν συγκατάθεση τοῦ πρώτου. Τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο δέν ἐστηρίχθη, γιά νά ἀποφανθεί στην υπόθεση 15/74 (Sterling Drug), μόνο ἐπί της υπάρξεως παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ἀποδεικνύεται, τέλος, ἀπό τό ὅτι ή περίπτωση παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ἀνεφέρθη ἁπλώς ὡς παράδειγμα, ἐνῶ ἀκόμα καί τό διατακτικό τῆς ἀποφάσεως ἀναφέρεται μόνο στον τρόπο, μέ τόν όποιο τό προστατευόμενο ἀπό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν διετέθη στην ἀγορά σέ ένα άλλο Κράτος μέλος.
4.
'Επί πλέον, ἀπό τήν νομολογία πού μόλις ἀνέφερα, ἰδίως ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς 8ης 'Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70 (Deutsche Grammophon Gesellschaft GmbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co KG, Slg 1971, σ. 487), προκύπτει ὅτι γιά τήν εξέταση τοῦ θέματος τῶν παραλλήλων εισαγωγών πού προέρχονται ἀπό Κράτος μέλος, στό ὁποῖο τά ἐν λόγω προϊόντα δέν καλύπτονται μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δέν πρέπει νά προσφύγει κανείς, ὅπως Ισχυρίζεται ἡ καθ' ἧς, στην κυρία δίκη, στά κριτήρια ερμηνείας πού ἐφηρμόσθησαν στήν ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78 (Rewe-Zentral AG κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein, Slg 1979, σ. 649), ἡ ὁποία δέν εἶχε ως ἀντικείμενο την προστασία τῆς βιομηχανικῆς καί εμπορικῆς Ιδιοκτησίας, ἀλλά τους εφαρμοζόμενους ἀδιακρίτως κανόνες εμπορίας.
III —
Συνεπῶς, δέν ἀπομένει παρά νά εξετασθεί κατά πόσο τά συγκεκριμένα περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως δύνανται νά δικαιολογήσουν παρέκκλιση ἀπό τήν τωρινή νομολογία περί προστασίας τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής Ιδιοκτησίας.
Ἡ εταιρία Merck, καθώς καί γαλλική καί ή βρετανική κυβέρνηση παρατηροῦν, συμφωνώντας ουσιαστικῶς, ἀναφερόμενες στόν ὁρισμό τοῦ ειδικού ἀντικειμένου τοῦ δικαιώματος εὑρεσιτεχνίας πού έδωσε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Sterlin Drug (ὑπόθεση 15/74), ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ ἐν λόγω δικαιώματος έγκειται κυρίως στην εξασφάλιση τῆς ἀνταμοιβής τοῦ ἐφευρέτου γιά τήν δημιουργική του προσπάθεια. Πρός τοῦτο ἀναγνωρίζεται στόν εφευρέτη τό ἀποκλειστικό δικαίωμα νά χρησιμοποιεί τήν εφεύρεση του καί ἡ δυνατότης νά καθορίζει τήν τιμή τοῦ εμπορεύματος πού καλύπτεται ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χωρίς νά ὑπόκειται στίς συνθήκες ἀνταγωνισμού, οἱ ὁποῖες λειτουργούν σέ περίπτωση πού δέν υφίστανται τά ἀποκλειστικά δικαιώματα πού παρέχει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Μόνο ἡ ἀνωτέρω ἀνάλυση δικαιολογεί τό γεγονός ὅτι τό Δικαστήριο εδέχθη μέ τήν μέχρι τώρα νομολογία του, βάσει τῆς γνωστής στά διάφορα Κράτη μέλη θεωρίας περί ἀναλώσεως τῶν δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, μία τέτοια ἀνάλωση, ὅταν τό προϊόν πού καλύπτεται ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διετέθη στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους, ὅπου δέν υφίσταται παράλληλο δικαίωμα, ἀπό τόν ίδιο τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος εὑρεσιτεχνίας ἡ μέ τήν συγκατάθεση του. 'Η ἀνωτέρω θεωρία στηρίζεται, πράγματι, στην ἀρχή ὅτι ὁ δικαιούχος τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται νά επωφελείται τῶν πλεονεκτημάτων ενός μονοπωλίου μία μόνο φορά. Συνεπώς, ἀρκεῖ νά λαμβάνει τήν ἀνταμοιβή του σέ οἱοδήποτε Κράτος μέλος εἶναι δικαιοῦχος διπλώματος εὑρεσιτεχνίας. Πάντως, ἡ θεωρία τῆς ἀναλώσεως τῶν δικαιωμάτων εἶναι ἀνεφάρμοστη καί ὁδηγεί, ἐπί πλέον, σέ ἀπαράδεκτα ἀποτελέσματα, ὅταν ἡ χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας γιά τά ἐν λόγω προϊόντα ἀποκλείεται κατά νόμο, ὅπως συμβαίνει ἐν προκειμένω στην Ἰταλία. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, ἡ εταιρία πού κατέχει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δέν λαμβάνει ἀνταμοιβή γιά τήν εφευρετική τῆς δραστηριότητα, ἐφ' ὅσον υπόκειται εντός τῆς 'Ιταλίας στόν ἀνταγωνισμό άλλων ἑταιριών, οἱ όποιες δέν έχουν νά ἀποσβέσουν δαπάνες ερευνών. Όταν τά προϊόντα, τά ὁποῖα διατίθενται στό ἐμπόριο ὑπό παρόμοιες συνθήκες ἀνταγωνισμοῦ, φθάνουν στό έδαφος τῶν κρατών ὅπου υφίστανται διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ἡ ἀνταμοιβή γιά τήν εφευρετική δραστηριότητα καί, ἑπομένως, ἡ υπόσταση τοῦ δικαιώματος εὑρεσιτεχνίας δέν εξασφαλίζονται.
Κατά τήν γνώμη μου, τό ἀνωτέρω επιχείρημα εἶναι ἀλυσιτελές γιά διαφόρους λόγους.
1.
Κατ' ἀρχάς, πρέπει νά σημειωθεί σχετικά ὅτι οἱ θεμελιώδεις ἀρχές μιᾶς κοινής ἀγοράς συνεπάγονται ὅτι ένα προϊόν, τό όποιο διετέθη νομίμως στην ἀγορά Κράτους μέλους, δύναται νά διατεθεί ελευθέρως στό ἐμπόριο εντός τῆς Κοινότητος, έκτος καί ἄν ἡ προστασία ἑνός δικαιώματος ἡ ἑνός συμφέροντος, τό όποιο ἡ κοινοτική έννομη τάξη θεωρεί ἱεραρχικῶς ἀνώτερο, ἀπαιτεί τήν εφαρμογή διαφορετικών κανόνων. Γι' αυτό, συμφώνως μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, οἱ παρεκκλίσεις ἀπό τήν ἐν λόγω ἀρχή, τίς όποιες τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέχεται εξαιρετικώς γιά λόγους προστασίας τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής ἰδιοκτησίας, πρέπει νά δικαιολογούνται ἀπό την διασφάλιση τῶν δικαιωμάτων πού συνιστούν τό ειδικό ἀντικείμενο τῆς ἐν λόγω ἰδιοκτησίας.
"Οσον άφορα τό δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση Sterling Drug (υπόθεση 15/74), έδωσε τόν ὁρισμό στό ειδικό ἀντικείμενο τῆς βιομηχανικής ἰδιοκτησίας ὡς συνιστάμενο «στην διασφάλιση υπέρ τοῦ δικαιούχου, προκειμένου νά ἀνταμειφθεί ἡ δημιουργική προσπάθεια τοῦ ἐφευρέτου, τοῦ ἀποκλειστικού δικαιώματος χρησιμοποιήσεως μιας ἐφευρέσεως πρός τόν σκοπό τῆς κατασκευής καί τῆς πρώτης θέσεως σέ κυκλοφορία βιομηχανικών προϊόντων εἴτε ἀπ' ευθείας εἴτε μέ τήν χορήγηση ἀδειῶν εκμεταλλεύσεως σέ τρίτους, καθώς καί τοῦ δικαιώματος νά ἀντιτάσσεται σέ κάθε παραποίηση». Μέ τόν ἀνωτέρω ὁρισμό τό Δικαστήριο κατέστησε σαφές, ὅπως επισημαίνουν ὀρθώς ἡ εταιρία Stephar καί ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι τό ουσιαστικό περιεχόμενο τοῦ δικαιώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται κατά πρώτον λόγο στην ἀναγνώριση στον εφευρέτη τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς κατασκευής καί τῆς διαθέσεως στό εμπόριο τῶν ἐν λόγω προϊόντων. Ἐπίσης, τό ἀνωτέρω ἀποκλειστικό δικαίωμα συνεπάγεται ἀναγκαίως τήν εξουσία εναντιώσεως στην διάθεση στό εμπόριο τοῦ προστατευομένου ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, ὅταν αυτό έχει κατασκευασθεί ἡ διατεθεί στην ἀγορά ἀπό τρίτο χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ δικαιούχου τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Πάντως, οἱ ἐν λόγω ἐξουσίες δέν ἀποτελοῦν αυτοσκοπό, ἀλλά παρέχουν στόν δικαιούχο τοῦ προστατευομένου δικαιώματος, ὅπως τό Δικαστήριο επεσήμανε μέ τόν ὁρισμό του, τήν δυνατότητα νά ἀνταμειφθεῖ γιά τήν εφευρετική δημιουργική του προσπάθεια. Ἐν τούτοις, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ ἀνωτέρω σκοπός τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας δέν είναι συνυφασμένος μέ τό δικαίωμα καθ' εαυτό, άλλά πρέπει νά εκτιμᾶται χωριστά ἀπό αυτό, ἐφ' ὅσον κάθε κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας παραμένει ελεύθερος νά δια-θέσει τήν εφεύρεση του στην ἀγορά παραιτούμενος ἀπό τήν προαναφερθείσα ἀνταμοιβή. Ἐπί πλέον, πρέπει επίσης νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ ἀπόσβεση τῶν δαπανών ἐρεύνης ἀποτελεί ἀπλώς πιθανότητα, ή πραγματοποίηση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἀπό μεγάλο ἀριθμό παραγόντων τῆς ἀγορᾶς, ὅπως ἡ ύπαρξη προϊόντων υποκαταστάσεως καί ἡ δυνατότης εμπορικής εκμεταλλεύσεως, καθώς καί ἀπό άλλες παρόμοιες συνθήκες.
Πάντως, ὁ ὁρισμός πού έδωσε τό Δικαστήριο σημαίνει επίσης, τουλάχιστον εμμέσως, ὅτι ἡ πρώτη νόμιμη θέση σέ κυκλοφορία πραγματώνει τόν σκοπό τοῦ προστατευομένου δικαιώματος βιομηχανικής ἰδιοκτησίας, ἐφ' ὅσον έγινε εκμετάλλευση τῆς ευκαιρίας επιτεύξεως μονοπωλιακού κέρδους καί τό νά επιτραπεί στον δικαιούχο νά ελέγχει τήν μελλοντική εμπορία θά έβαινε πέραν τοῦ σκοποῦ τῆς προστασίας. Γι' αυτό, τά περισσότερα Κράτη μέλη συνδέουν στενῶς μέ τήν έννοια τῆς αναλώσεως τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας τήν ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τα δικαιώματα πού ἀπορρέουν ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ἐπί τοῦ εδάφους ὅπου αυτό παράγει τά ἀποτελέσματά του, δέν δύνανται πλέον νά ἀσκηθοῦν, ὅταν τό προϊόν διετέθη ἐκεῖ στό εμπόριο ἀπό τόν ίδιο τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἡ μέ τήν συγκατάθεση του, ἐφ' ὅσον ὁ ἐν λόγω δικαιοῦχος έλαβε τότε τά ὀφέλη πού τοῦ παρέχει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καί ἀνάλωσε κατ' αυτό τόν τρόπο τό δικαίωμά του. Ἀκόμη καί ἄν ἡ θεωρία αυτή, ἡ ὁποία στηρίζεται στό εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δέν δύναται νά εφαρμοσθεί ἀπ' ευθείας στό πλαίσιο τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως, ὅπως ἐτόνισε ήδη ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Trabucchi στίς προτάσεις του τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1974 στην υπόθεση 15/74 (Sterling Drug, Sig 1974, σ. 1170), ἐν τούτοις, σύμφωνα καί μέ τήν θεωρία αύτη, έχει σημασία μόνον ἡ διάθεση στό εμπόριο τῶν προϊόντων πού καλύπτονται ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Γι' αυτό τόν λόγο τό Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση 15/74 (Sterling Drug), ὅτι ὅταν ὁ δικαιοῦχος διπλώματος εὑρεσιτεχνίας διαθέτει κανονικώς τό προστατευόμενο ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν στην ἀγορά ἑνός Κράτους μέλους, τό προϊόν καθίσταται «ελεύθερο» πρός μεταπώληση στην ἀγορά αυτή καί ὅτι, σύμφωνα μέ την ἀρχή τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, τό προϊόν, τό όποιο ἐλευθερώθη κατ' αυτόν τόν τρόπο, πρέπει επίσης νά δύναται νά καταστεί ελευθέρως ἀντικείμενο εμπορίας στίς άλλες ἀγορές τῆς Κοινότητος.
2.
"Αν ὀρθῶς γίνει δεκτή ἡ άποψη ὅτι ή νόμιμη θέση σέ κυκλοφορία τοῦ προστατευομένου ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος καθιστᾶ δυνατή τήν λήψη ἀνταμοιβῆς γιά τήν δημιουργική δραστηριότητα, δέν εἶναι σημαντικό τό κατά πόσον ὁ δικαιοῦχος τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας εἶχε ἡ ὄχι τήν δυνατότητα νά λάβει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στό ἐν λόγω Κράτος μέλος. Ὅταν ἡ εταιρία Merck ισχυρίζεται ὅτι λόγω τοῦ ἀνταγωνισμοῦ άλλων επιχειρήσεων, ὁ ὁποίος υφίσταται θεωρητικῶς στην 'Ιταλία, δεδομένου ὅτι δέν παρέχεται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δέν δύναται νά λάβει εύλογη ἀνταμοιβή γιά τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικής τῆς προσπάθειας, πρέπει ἐκ νέου νά σημειωθεί σχετικώς ὅτι τό δικαίωμα ευρεσιτεχνίας δέν εγγυᾶται βέβαιο κέρδος, άλλα μόνον πιθανότητα πραγματοποιήσεως κέρδους ἀπό τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ό σκοπός τοῦ δικαιώματος εὑρεσιτεχνίας, ὅπως τόν ἀνέφερα, συνεπάγεται ἐξ άλλου, ὅπως ἰδίως παρετήρησε ήδη καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Trabucchi στίς προαναφερθείσες προτάσεις του, ὅτι οἱ ἁπλώς ἀρνητικές συνέπειες τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων ἐπί τῶν εσόδων, πού ἕνας κατασκευαστής έχει τήν δυνατότητα νά πραγματοποιήσει, δέν επηρεάζουν τήν υπόσταση τοῦ προστατευομένου δικαιώματος. Συναφώς πρός τά ἀνωτέρω, πρέπει επίσης νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, κατά τήν εξέταση τῆς παρούσης υποθέσεως, ὅτι εντός τῆς κοινής ἀγορᾶς, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ελευθέρα κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων καί τήν ελευθέρα παροχή υπηρεσιών, ἡ ἑταιρία Merck ήταν σέ θέση, ὡς δικαιούχος τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, νά ἀποφασίζει ελευθέρως στην ἀγορά ποίου Κράτους μέλους θά διέθετε, τό προϊόν, τό όποιο ἐκαλύπτετο μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στίς Κάτω Χώρες. Προφανώς, προέβη στην ἐπιλογή τῆς σέ συνάρτηση μέ τά συμφέροντά της, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό κατώτατο επίπεδο ἀμοιβών στην 'Ιταλία, καθώς καί άλλους παράγοντες τῆς ἀγοράς, οἱ όποιοι τῆς ἐξησφάλιζαν ἀντίστοιχο κέρδος σέ αὐτό τό τμήμα τῆς ἀγοράς, ἐπί τοῦ ὁποίου, ἐπί πλέον, κατέχει πάντοτε ένα de facto μονοπώλιο γιά τό ἐν λόγω προϊόν. "Αν τῆς ἐπετρέπετο νά επικαλεσθεί τό ὀλλανδικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας γιά νά εκτοπίσει άπό τήν ἀγορά αύτη τά προϊόντα, τά όποια διετέθησαν στό εμπόριο εντός τῆς 'Ιταλίας μέ τήν συγκατάθεση της, θά προέκυπτε μία στεγανοποίηση καί μία ἀντίστοιχη ἀπομόνωση τῶν εθνικών ἀγορών, πρᾶγμα τό όποιο ἡ συνθήκη περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονομικῆς Κοινότητος ηθέλησε ἀκριβώς νά ἀποφύγει. Ὅπως τό Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει μέ τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς ὑποθέσεως 15/74 (Sterling Drug), καί επανέλαβε στην ἀπόφαση ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 55/80 (Musik-Vertrieb Membran GmbH καί K-tel International κατά GEMA), ἡ ύπαρξη διαφοράς μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών, ἡ οποία είναι ικανή νά νοθεύσει τόν ἀνταγωνισμό μεταξύ τῶν Κρατών μελών, δέν δύναται νά δικαιολογήσει τήν παροχή ἀπό Κράτος μέλος μιᾶς νομίμου προστασίας σέ πρακτική ἑνός ιδιωτικού ὀργανισμού, ἡ ὁποία δέν συμβιβάζεται πρός τους κανόνες περί ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων.
Συναφώς πρός τά ἀνωτέρω, εἶναι επίσης ενδιαφέρον νά σημειωθεί ὅτι οἱ τιμές τοῦ παρασκευάσματος «Moduretic» στά διάφορα Κράτη μέλη, πού μᾶς ἐκοινοποιήθησαν, δέν επιτρέπουν νά διαπιστωθεί ή ύπαρξη ενός αἰτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς δυνατότητος λήψεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας καί τοῦ επιπέδου τῶν τιμών. Παντοῦ ἡ ἀγορά τῶν φαρμάκων ἐπηρεάζεται ευρύτατα ἀπό κρατικές ἡ άλλες παρεμβάσεις κατά τόν σχηματισμό τῶν τιμών, οἱ όποιες λαμβάνουν ὑπ' ὄψη ἰδίως τό κόστος τῶν πρώτων υλών καί τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, τό νόμιμο περιθώριο κέρδους, τό κόστος παρασκευῆς καί διανομές τῶν φαρμάκων, τίς δαπάνες ἐρεύνης καί άλλους ειδικούς παράγοντες. Αυτός ὁ τρόπος σχηματισμοί) τῶν τιμών είναι ἐπίσης, προφανώς, ὁ λόγος γιά τόν όποιο οἱ τιμές τοῦ «Moduretic» τόσο στην 'Ιταλία, ὅπου δέν παρέχεται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ὅσο καί στην Γαλλία ἡ τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ὅπού υφίσταται τέτοια προστασία, εἶναι σχετικῶς χαμηλές σέ σχέση μέ τίς τιμές πού εφαρμόζονται στίς Κάτω Χῶρες. "Αν ἐπετρέποντο, οἱ παράλληλες εἰσαγωγές πρός τίς Κάτω Χώρες ἀπό τά δύο κράτη, πού ἀνεφέρθησαν τελευταία, ταυτοχρόνως δέ οἱ ἀντίστοιχες εἰσαγωγές ἀπό τήν 'Ιταλία ἐκρίνοντο παράνομες λόγω της προστασίας πού παρέχεται στίς Κάτω Χώρες βάσει διπλώματος ευρεσιτεχνίας, θά προέκυπτε διάκριση εἰς βάρος τῶν παραλλήλων εισαγωγών ἀπό την 'Ιταλία, ή ὁποία δέν δικαιολογείται ἀντικειμενικώς καί, συνεπώς, ἀπαγορεύεται ἀπό την συνθήκη.
3.
Τέλος, δέν βλέπω τόν λόγο, κατά τό μέτρο πού πρόκειται γιά οἰκονομικές συνέπειες στην παρούσα ὑπόθεση, νά προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπομακρυνθεί ἀπό τήν μέχρι τώρα νομολογία του.
Ή βρετανική κυβέρνηση εἶναι τῆς γνώμης ὅτι μία συνέχιση τῆς νομολογίας αυτής δέν ευνοεί τελικώς παρά τους έμπόρους εἰς βάρος τῶν παραγωγών, χωρίς νά παρέχει προφανές ὄφελος στούς καταναλωτές. Πρέπει νά παρατηρηθεί κατά τρόπο ἀπόλυτα γενικό, ὡς πρός τό θέμα αυτό, ὅτι ένα ἀπό τά βασικά στοιχεία τῆς κοινῆς ἀγορᾶς εἶναι ἡ δυνατότης κατασκευής ἡ διαθέσεως τῶν προϊόντων στό εμπόριο στόν τόπο, ὅπού ἀπαιτοῦνται οἱ μικρότερες δαπάνες. Συνεπώς, ἡ ἀρχή τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων δύναται πάντοτε νά παρέχει οἰκονομικό ὄφελος στους ἐμπορους. Πάντως, στην παροῦσα υπόθεση, δέν βλέπω γιατί τό οἰκονομικό ὄφελος πού οἱ εἰσαγωγεῖς λαμβάνουν λόγω τῆς εφαρμογής διαφορετικών τιμών, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τῆς ἀγορᾶς τῶν φαρμακευτικών προϊόντων πού ἀνεφέραμε, πρέπει νά εκτιμηθεί διαφορετικά ἀναλόγως μέ τό ἄν τό προστατευόμενο ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν εἰσάγεται στίς Κάτω Χώρες ἀπό τήν 'Ιταλία, ὅπου δέν υφίσταται ἡ δυνατότης λήψεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ἡ ἀπό άλλα Κράτη μέλη, στά όποια, ἐνῶ αναγνωρίζεται τό σύστημα προστασίας μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τό επίπεδο τιμών εἶναι επίσης χαμηλό.
Ή γαλλική κυβέρνηση φοβάται μήπως μία τέτοια νομολογία, ἀφ' ενός, ευνοεί τήν ιταλική βιομηχανία διότι οἱ χαμηλές τιμές τῆς ἀγορᾶς αυξάνουν τίς δυνατότητες της ἐξαγωγής, ἀφ' ἑτερου, ὅμως καί τήν θέτει σέ δυσμενή θέση, διότι οἱ κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ενδέχεται νά ἀποφύγουν στην περίπτωση αυτή τήν ιταλική ἀγορά.
Στον ἐν λόγω συλλογισμό δύναται νά ἀντιτάξει κανείς ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, είναι δυνατόν νά ἐμποδισθεῖ, βάσει μιας εθνικής νομοθεσίας περί διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ή εισαγωγή σέ περιοχές, ὅπού υφίσταται ή προστασία τοῦ διπλώματος εὑρεσιτεχνίας, τῶν προστατευομένων ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων, τά όποια δέν διετέθησαν νομίμως στό εμπόριο ἐκεῖ όπου δέν υφίσταται δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. 'Επί πλέον, τό παράδειγμα ἀκριβώς τόσο τῆς Γαλλίας ὅσο καί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή δύο χωρών ὅπου οἱ τιμές τῆς ἀγοράς γιά τό ἐν λόγω προϊόν εἶναι ἀνάλογες μέ τίς τιμές πού εφαρμόζονται στην ιταλική ἀγορά, καταδεικνύει ὅτι ὁ προβαλλόμενος κίνδυνος δέν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση.
IV —
Τέλος, προκειμένου νά ἀπαντήσω στό τελευταίο επιχείρημα πού προέβαλαν οἱ διάδικοι, ἡ παροῦσα υπόθεση δέν πρέπει νά εξετασθεί διαφορετικά, κατά τήν άποψη μου, ούτε ὑπό τό πρίσμα τῆς συμβάσεως περί τοῦ ευρωπαϊκοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας γιά τήν κοινή ἀγορά, ἡ ὁποία υπεγράφη ἀπό τά Κράτη μέλη στίς 15 Δεκεμβρίου 1975 (76/76/ΕΟΚ, ABl. L 17 τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1976, σ. 1). 'Ακόμα καί ἄν ἡ ἐν λόγω σύμβαση περί τοῦ εὐρωπαϊκοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας δέν ἐτέθη ἀκόμα ἐν ἰσχύι, διότι ὅλα τά συμβαλλόμενα κράτη δέν ἔχουν ἀκόμα καταθέσει τά ἔγγραφα επικυρώσεως — παρ' ὅλον ὅτι στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, στό Βέλγιο, στην Γαλλία, στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην 'Ιταλία καί στό Λουξεμβοῦργο, ἡ διαδικασία επικυρώσεως έχει περατωθεί, ἄν εἶμαι καλά πληροφορημένος — δύναται, ἐν τούτοις, ὅπως ὅλοι οἱ διάδικοι επεσήμαναν ὀρθῶς, νά παράσχει πολύτιμες ενδείξεις ὡς πρός τόν τρόπο, μέ τόν όποιο τά Κράτη μέλη επιθυμούν νά εξετάζεται ἡ περίπτωση τῆς παραλλήλου εἰσαγωγῆς ενός προστατευομένου ἀπό ἐθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, ἀπό περιοχή, ὅπου δέν ὑφίσταται ἡ προστασία τοῦ διπλώματος εὑρεσιτεχνίας.
Τό άρθρο 32 τῆς ἀνωτέρω συμβάσεως ρυθμίζει τήν ἀνάλωση τοῦ δικαιώματος πού παρέχει τό κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Προκειμένου νά ἀποφευχθεί, κατά τό μέτρο τοῦ δυνατού, ἡ παρεχομένη ἀπό τά εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας προστασία νά έχει άλλα ἀποτελέσματα ἀπό τά ἀποτελέσματα τῆς προστασίας πού ἀπορρέει ἀπό τό κοινοτικό δίπλωμα εὑρεσιτεχνίας, οἱ συντάκτες τῆς συμβάσεως έκριναν ὅτι έπρεπε νά καθορίσουν, πρός τό συμφέρον τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, τους ίδιους κανόνες καί γιά τά εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διατυπώνοντας ὡς ἀκολούθως τήν πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 81 :
«Τά δικαιώματα, πού παρέχονται ἀπό ένα ἐθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός συμβαλλομένου κράτους, δέν επεκτείνονται ἐπί των πράξεων πού ἀφορούν τό καλυπτόμενο ἀπό τό ἐν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν καί πού έχουν συντελεσθεί στό έδαφος τοῦ ἐν λόγω κράτους, μετά τήν διάθεση τοῦ προϊόντος στό εμπόριο εντός ἑνός ἀπό τά συμβαλλόμενα κράτη ἀπό τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή μέ τήν ρητή του συγκατάθεση, έκτος ἄν υφίστανται λόγοι, οἱ όποιοι, σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο, δικαιολογούν επέκταση τῶν δικαιωμάτων πού παρέχει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ἐπί πράξεων τοῦ εἴδους αὐτοῦ.»
Κατά τήν εταιρία Merck καί τήν γαλλική καί βρετανική κυβέρνηση, ἡ παρούσα υπόθεση συνιστά τυπική περίπτωση ἐφαρμογής τῆς προβλεπομένης στό άρθρο 81 παράγραφος 1 τελευταία φράση ἐξαιρέσεως, ή ὁποία επιτρέπει παρέκκλιση ἀπό τήν ἀρχή, κατά τήν ὁποία τά παρεχόμενα ἀπό ένα εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δικαιώματα ἀναλώνονται, ἀφ᾽ ὅτου τό προϊόν διετέθη στό εμπόριο γιά πρώτη φορά, σέ ένα ἀπό τά συμβαλλόμενα κράτη, ἀπό τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή μέ τήν ρητή του συγκατάθεση.
Πάντως, ἡ συστηματική μελέτη τῆς συμβάσεως καθώς καί μιά ματιά στό ιστορικό τῆς καταρτίσεως της, καταδεικνύουν ὅτι ή ἀνωτέρω ερμηνεία δέν πρέπει νά γίνει δεκτή. Συναφώς πρός τά ἀνωτέρω, πρέπει πράγματι νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 93 τῆς συμβάσεως περί τοῦ κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δέν δύναται νά γίνει επίκληση καμμίας διατάξεως τῆς ἐν λόγω συμβάσεως, προκειμένου νά μήν εφαρμοσθεῖ διάταξη τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως τῆς Εὐρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος. Ή ἀνωτέρω διάταξη ενέχει Ιδιαιτέρα σημασία κατά τό μέτρο πού περιελήφθη στην σύμβαση ἐν γνώσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 15/74 (Sterling Drug), στην ὁποία τό Δικαστήριο προσεπάθησε νά ἀποκαταστήσει μία ἰσορροπία μεταξύ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων καί τῶν κανόνων τῶν εθνικών νομοθεσιών περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Κατά τήν διάρκεια τῶν διαπραγματεύσεων πού προηγήθησαν τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λουξεμβούργου, ἡ ὁποία κατέληξε στην υπογραφή τῆς συμβάσεως, καί κατά τήν ἴδια τήν συνδιάσκεψη, ἐξεδηλώθησαν, ἐν τούτοις, ἐκ νέου διαφορές ἀπόψεων ὡς πρός τό περιεχόμενο καί τήν έκταση τῶν διατάξεων περί ἀναλώσεως τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ὁπως καταδεικνύουν τα προπαρασκευαστικά έγγραφα καί ἡ γενική έκθεση τοῦ γενικού εισηγητού τῆς συνδια-σκέψεως, καθηγητού Savignon, τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1975 (έγγραφο LUX/106). Ή γαλλική καί ἀκολούθως ἡ βρετανική ἀντιπροσωπεία είχαν ήδη επιμείνει, μέ τίς παρατηρήσεις τους ἐπί τῶν πρώτων προπαρασκευαστικών έγγράφων τῆς συνδιασκέψεως (βλ. προπαρασκευαστικό έγγραφο υπ' ἀριθ. 17 καί έγγραφο (R/21/73/74), προκειμένου ὁ κανόνας τῆς ἀναλώσεως νά περιορίζεται στίς περιπτώσεις, κατά τίς όποιες το προστατευόμενο ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν διετέθη στό εμπόριο ἀπό τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἤ μέ την συγκατάθεση του, εντός Κράτους μέλους στό όποιο τό ίδιο τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παράγει τά ἀποτελέσματά του, ἐνῶ η ἀνάλωση δέν πρέπει νά επέρχεται, ὅταν τό προστατευόμενο ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν διατίθεται στό εμπόριο γιά πρώτη φορά σέ κράτος ὅπου δέν ὑφίσταται ἡ προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στίς περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα μέ την άποψη τῶν δύο ἀντιπροσωπειών, οἱ όποιες ὑπεστηρίχθησαν ἀπό πολλές ἀντιπροσωπείες παρατηρητών επαγγελματικών σωματείων, πρέπει νά δύναται νά γίνει επίκληση τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας καθ' ὅλη του την έκταση εναντίον εισαγωγῆς ἀπό περιοχή, στην ὁποία δέν υφίσταται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, σέ περιοχή ὅπου μία τέτοια προστασία υφίσταται. Η κυρία δικαιολογητική βάση τῆς ἀνωτέρω προτάσεως, ὅπως καί τοῦ ὑπό εξέταση επιχειρήματος στην παρούσα υπόθεση, συνίσταται κυρίως στό ὅτι ἡ ἀνάλωση τοῦ δικαιώματος εὑρεσιτεχνίας δέν εἶναι δυνατή, ἐξ ὁρισμοῦ, παρά μόνον ὅταν υφίσταται δίπλωμα εὑρεσιτεχνίας. 'Αντιθέτως, στό ἔδαφος ἑνός κράτους πού δέν παρέχει προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ὁ δικαιοῦχος τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ευρίσκεται ἐκτεθειμένος ὁλοσχερώς, καθώς καί τά προϊόντα του, στον ανταγωνισμό καί, συνεπώς, πρέπει νά έχει τή δυνατότητα νά ἀντιταχθεί σέ ἐπανεισαγωγή τῶν προϊόντων του στον χώρο πού προστατεύεται ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. 'Ιδίως ἡ Ἐπιτροπή, άλλά καί η γερμανική ἀντιπροσωπεία, ἐθεώρησαν ὅτι δεν δύνανται νά συμφωνήσουν πρός τήν ἀνωτέρω άποψη, λόγω τοῦ κοινοτικού δικαίου καί της σχετικής νομολογίας (βλ. ἐν προκειμένω τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1975, 75/597/ΕΟΚ, ABl. L 261 της 9ης 'Οκτωβρίου 1975, σ. 26). Λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου καί τοῦ προβλήματος τῶν παραλλήλων εισαγωγών, πού προέρχονται ἀπό χώρες, στίς όποιες δέν υφίσταται προστασία τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ἐπῆλθε τελικώς συμφωνία μετά ἀπό εξαντλητικές διαβουλεύσεις, ἐπί τῆς διατυπώσεως τοῦ προαναφερθέντος άρθρου τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό πρόταση τῆς γερμανικῆς ἀντιπροσωπείας (έγγραφο LUX/48). 'Αποτελεί χαρακτηριστική ἐν προκειμένω διαπίστωση ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω διάταξη, τό ἀποφασιστικό σημείο δέν έγκειται, κατ' ἀρχήν, στό ἄν καί κατά ποῖο μέτρο υφίσταται ή δυνατότης λήψεως παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στά διάφορα συμβαλλόμενα κράτη, άλλά μόνον στό γεγονός ὅτι δέν δύναται νά γίνει επίκληση τοῦ δικαιώματος πού παρέχει τό εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, προκειμένου νά ἐμποδισθοῦν παράλληλες εισαγωγές, ὅταν τό προστατευόμενο ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν διετέθη στό εμπόριο ἀπό τόν δικαιοῦχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἤ μέ τήν ρητή του συγκατάθεση εντός οιουδήποτε συμβαλλομένου κράτους.
Στήν ἀνωτέρω ἀργή προσετέθη τότε μία διάταξη, ἡ ὁποία εισάγει εξαίρεση καί κατά τήν ὁποία ἡ ἐν λόγω έννομη συνέπεια δέν επέρχεται, ὅταν δέν δικαιολογείται κατά τό κοινοτικό δίκαιο.
Όπως επισημαίνεται στην γενική έκθεση τοῦ καθηγητοῦ Savignon, ἡ ἐν λόγω εξαίρεση εἶχε ως σκοπό, ἐν όψει τοῦ γεγονότος ὅτι σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ἡ νομολογία πρέπει νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη τις εἰσικές περιστάσεις, νά μη καθορίσει αυστηρούς κανόνες «ως πρός τό κατά πόσο ή ἀνάλωση τῶν δικαιωμάτων πρέπει, ἐν πάση περιπτώσει, νά εκτείνεται σέ ὁλόκληρο τόν χώρο τῆς Κοινότητος, ἰδίως ὅταν η προστασία πού παρέχει τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δέν υφίσταται σέ ένα τμῆμα τοῦ χώρου». Ἰδίως στην περίπτωση ἐπανεισαγωγῆς ἀπό χώρα ὅπου δέν υφίσταται προστασία μέ δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ή εξαίρεση πρέπει, συνεπώς, νά ἐπιτρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ ειδικές περιστάσεις τῆς συγκεκριμένης υποθέσεως. Σέ σχέση μέ τήν ἐφαρμογή τῆς ἀνωτέρω εξαιρέσεως, διευκρινίσθη ρητώς κατά τήν διάρκεια τῆς συνδιασκέψεως, ὅπως επίσης επισημαίνεται στην γενική έκθεση, ὅτι ο όρος «κοινοτικό δίκαιο» καλύπτει τόσον τους ρητούς κανόνες τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τίς εκτελεστικές τῶν διατάξεις ὅσο καί τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, καθώς επίσης καί τίς ἀρχές πού εἶναι κοινές στά εθνικά δίκαια ὅλων τῶν Κρατών μελών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, παραδείγματος χάριν, ἡ ἀρχή τῆς καλῆς πίστεως, άλλες ἀρχές ὅπως «pacta sunt servanda» ή «volenti non fit injuria», ἡ ἀπαγόρευση τοῦ «venire contra factum proprium» καί άλλες παρόμοιες γενικές ἀρχές τοῦ δικαίου.
Στην ἀλληλουχία τῶν περιστατικών τῆς παρούσης υποθέσεως καί λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν μέχρι τώρα παρατηρήσεων μας, δέν υφίσταται, πάντως, κανένας λόγος γιά νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη τέτοιες γενικές ἀρχές, οἱ όποιες εἶναι ικανές νά δικαιολογήσουν παρέκκλιση ἀπό τόν βασικό κανόνα. 'Αντιθέτως, θά ἠδύνατο κανείς νά ὁμιλήσει περισσότερο γιά «venire contra factum proprium», ἐφ' ὅσον ἡ εταιρία Merck θά ἤθελε νά εμποδίσει, επικαλούμενη τό ὀλλανδικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τήν ἐπανεισαγωγή προϊόντος, τό όποιο ἡ θυγατρική της κατεσκεύασε καί εξήγαγε στην 'Ιταλία.
V —
Συνεπώς, προτείνω, ἐν συμπεράσματι, νά δοθεί στό υποβληθέν ερώτημα ή ἀκόλουθη ἀπάντηση :
Δέν συμβιβάζεται μέ τά άρθρα 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἡ άσκηση ἀπό τόν δικαιοῦχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας τοῦ δικαιώματος, τό όποιο τοῦ ἀναγνωρίζει ἡ νομοθεσία Κράτους μέλους, προκειμένου νά ἀντιταχθεί στην διάθεση στό εμπόριο ἀπό τρίτους εντός τοῦ ἐν λόγω κράτους προστατευομένων ἀπό τό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων, τά όποια ετέθησαν σέ κυκλοφορία ἀπό τόν ίδιο τόν δικαιούχο τοῦ διπλώματος ευρεσιτεχνίας ἡ μέ την ρητή του συγκατάθεση εντός άλλου Κράτους μέλους, ὅπου τά ἐν λόγω προϊόντα δέν δύνανται νά τύχουν προστασίας μέ δίπλωμα εὑρεσιτεχνίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy