ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 4 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, οἱ όποιες ἀποτελοῦν τό ἀντικείμενο τῶν παρουσῶν προτάσεων, σᾶς ζητείται νά ἀποφανθείτε ἐπί τοῦ κύρους τῆς ὁδηγίας τῆς Ἐπιτροπής 80/723/ΕΟΚ, τῆς 25ης 'Ιουνίου 1980, περί τῆς διαφάνειας τῶν οικονομικών σχέσεων μεταξύ τῶν Κρατῶν μελῶν καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ εἰδ. ἔκδ., 08/001, σ. 205). Τό περιεχόμενο τῆς ὁδηγίας αυτής πού στηρίζεται στην συνθήκη περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, ἰδίως στό άρθρο 90, παράγραφος 3, δύναται νά συνοψισθεί ὡς έξῆς:
Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 1, ἡ διαφάνεια πρέπει νά εξασφαλίζεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τά Κράτη μέλη φανερώνουν τους δημοσίους πόρους πού διατίθενται άμεσα ἤ μέσω άλλων δημοσίων επιχειρήσεων ή πιστωτικών ὀργανισμών στίς δημόσιες επιχειρήσεις καί τήν πραγματική χρησιμοποίηση τῶν πόρων αυτών. Οἱ οικονομικές σχέσεις, τῶν ὁποίων πρέπει νά εξασφαλίζεται ἡ διαφάνεια, ἀφορούν, κατά τό ἄρθρο 3, ιδίως τόν συμψηφισμό ζημιών διαχειρίσεως, εισφορά στό κεφάλαιο ἡ ἐπιχορήγηση, μή επιστρεπτέες εισφορές ή δάνεια μέ προνομιακούς ὅρους, χορήγηση οικονομικών ευεργετημάτων διά παραιτήσεως ἐκ τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν κερδών ή διά τῆς μή ἀσκήσεως ἐνοχικών ἀπαιτήσεων, παραίτηση ἀπό τήν κανονική ἀπόδοση τῶν δεσμευμένων δημοσίων πόρων, καθώς καί τόν συμψηφισμό τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου επιβληθέντων βαρών. Τό ἄρθρο 5 προβλέπει ὅτι τά Κράτη μέλη διατηρούν στην διάθεση τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί πέντε έτη τά στοιχεία γιά τίς ἐν λόγω οικονομικές σχέσεις καί τῆς τά ανακοινώνουν κατόπιν αιτήσεως της. Τό ἄρθρο 2 διευκρινίζει ότι κατά τήν ἔννοια τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας, ὡς δημόσιο νοείται τό κράτος, καθώς καί οἱ άλλοι ὀργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως. Ὡς δημοσία επιχείρηση πρέπει νά θεωρηθεί κάθε επιχείρηση, στην ὁποία τό δημόσιο δύναται νά ἀσκήσει ἀμέσως ἡ εμμέσως λόγω κυριότητος, οικονομικής συμμετοχής ή δυνάμει διατάξεων πού τήν διέπουν, ἀποφασιστική επιρροή. Τεκμαίρεται ὅτι ἀσκείται ἡ ἀποφασιστική αυτή επιρροή ὅταν τό δημόσιο ἀμέσως ἡ εμμέσως διαθέτει τήν πλειοψηφία τοῦ καλυφθέντος κεφαλαίου ἡ τήν πλειοψηφία τῶν δικαιωμάτων ψήφου πού συνδέονται μέ τά μερίδια τῆς ἐπιχειρήσεως ἡ δύναται νά ὁρίζει άνω τοῦ ημίσεως τοῦ ἀριθμού τῶν μελών τῶν ὀργάνων διοικήσεως, διευθύνσεως ἡ εποπτείας τῆς επιχειρήσεως. Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 4 εξαιρούνται ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς ὁδηγίας ἀφ᾽ ἑνός μικρές επιχειρήσεις καί επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, τῶν ὁποίων ἡ δραστηριότης δέν εἶναι σέ θέση νά ἐπηρεάσει αισθητώς τό ενδοκοινοτικό εμπόριο, ἀφ᾽ έτερου οἱ δημόσιοι πιστωτικοί ὀργανισμοί καί τελικώς οἱ επιχειρήσεις πού ἀναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα ύδατος καί ενεργείας, περιλαμβανομένης τῆς πυρηνικής παραγωγής καί εμπλουτισμού ουρανίου, ἐπανε-πεξεργασίας ἀκτινοβοληθέντων καυσίμων καί επεξεργασίας υλών, δυναμένων νά παράγουν πλουτώνιο, καθώς καί στόν τομέα τῶν ταχυδρομείων, τηλεπικοινωνιών καί μεταφορών. Ἐν τέλει, σύμφωνα μέ τό άρθρο 8 ἡ ὁδηγία έπρεπε νά μετατραπεί σέ εσωτερικό δίκαιο μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1981.
Πρίν ἀπό τήν λήξη τῆς προθεσμίας αυτής οἱ κυβερνήσεις τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας, τῆς 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας καί τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἤσκησαν, μέ δικόγραφα πού περιήλθαν στό Δικαστήριο ἀντίστοιχα στίς 16, 18 καί 19 Σεπτεμβρίου 1980, προσφυγές κατά τῆς Ἐπιτροπῆς κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ μέ τό αίτημα νά ακυρωθεί ἡ ἐν λόγω ὁδηγία. 'Επί πλέον ἡ κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας παρενέβη πρός υποστήριξη τῶν προσφυγῶν τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας καί τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου. 'Ἐγιναν δεκτές οἱ αιτήσεις τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας καί τοῦ Βασιλείου τῶν Κάτω Χωρών νά λάβουν μέρος στην δίκη ὡς προσθέτως παρεμβαίνουσες πρός υποστήριξη τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία ἐζήτησε τήν ἀπόρριψη τῶν προσφυγών, ὡς ἀβασίμων.
'Επί τῶν προσφυγών αυτών, οἱ όποιες στηρίζονται σέ έλλειψη ἁρμοδιότητος, παράβαση ουσιωδών τύπων, παράβαση τῆς συνθήκης, καθώς καί κατάχρηση εξουσίας, ἡ ἄποψη μου εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
1.
Οἱ προσφεύγουσες στηρίζουν τήν προσφυγή τους κατ' ἀρχάς καί κυρίως στον λόγο πού βασίζεται στην ἀναρμοδιότητα τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία κατά αὐτές, δέν ήταν εξουσιοδοτημένη νά εκδώσει ὁδηγία μέ τό περιεχόμενο αὐτό. Ουσιαστικώς υποστηρίζουν ὁμοφώνως ὅτι τό άρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στην 'Επιτροπή, ὡς «φύλακα τῆς συνθήκης» μόνον τήν εξουσία νά ἐνεργεί, σέ ειδικές περιπτώσεις ἔναντι ὁρισμένων Κρατών μελών, άλλα δέν τῆς χορηγεί γενική νομοθετική ἁρμοδιότητα νά δημιουργεί νέες υποχρεώσεις στά Κράτη μέλη, οἱ όποιες δέν προβλέπονται ἀπό τήν συνθήκη. 'Εξ άλλου, τό ἀντικείμενο της ρυθμίσεως τῆς ὁδηγίας ευρίσκεται σέ τόσο στενή σχέση μέ τό πεδίο εφαρμογής τῶν άρθρων 92 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ώστε σύμφωνα μέ τό άρθρο 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νομοθετική ἁρμοδιότητα 'έχει ἀποκλειστικώς τό Συμβούλιο. 'Εφ' ὅσον ἡ 'Επιτροπή ἐχρειάζετο πληροφορίες πού υπερέβαιναν τόν τομέα τῶν κρατικών ενισχύσεων, κατά τίς προσφεύγουσες, τό άρθρο 213 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο επίσης προϋποθέτει τήν συμμετοχή τοῦ Συμβουλίου, παρείχε τήν ἀναγκαία νόμιμη βάση.
Γιά νά ἐξετασθεῖ τό πρώτο ἐπιχείρημα, τό όποιο άφορᾶ ευθέως τό ζήτημα τῆς νομοθετικής ἁρμοδιότητος πού τό ἄρθρο 90, παράγραφος 3 παρέχει στην 'Επιτροπή, είναι ἀναγκαίο κατ' ἀρχάς νά ἀναφερθεί τό κείμενο τῆς διατάξεως αὐτής:
«Ἡ 'Επιτροπή μεριμνά γιά τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων του' παρόντος ἄρθρου καί ἀπευθύνει, ἐφ' ὅσον εἶναι ἀνάγκη, κατάλληλες ὁδηγίες ἡ ἀποφάσεις πρός τά Κράτη μέλη.»
Μέ τήν διατύπωση αύτη, οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης, ἀφοῦ ἔλαβαν ὑπ' ὄψη τήν ἀρχή τῆς δοτής ἁρμοδιότητος πού ισχύει γιά τήν Κοινότητα, εξέφρασαν σαφώς ὅτι ἡ 'Επιτροπή, ἀφ' ἑνός βάσει ἀποκλειστικής ἁρμοδιότητος πού μόνη αύτη έχει, καλείται νά επαγρυπνεί γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἀφ' ἑτερου γιά τήν εκπλήρωση τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ δύναται, βάσει πρωτογενοῦς ἁρμοδιότητος, νά ἀπευθύνει στά Κράτη μέλη τίς πράξεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο αυτό. Ή ἐν λόγω διάταξη εἶναι, ἑπομένως lex specialis ἔναντι τοῦ ἄρθρου 155 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, βάσει τοῦ ὁποίου ἡ Ἐπιτροπή οφείλει, μεταξύ άλλων, νά μεριμνά γιά τήν ἐφαρμογή τῆς συνθήκης καί βάσει αὐτοῦ, 'έχει ιδία εξουσία λήψεως ἀποφάσεων — ἡ λέξη ἀπόφαση δέν λαμβάνεται ἐδῶ, ὡς γνωστόν, ὑπό τήν τεχνική έννοια τοῦ ὅρού. Κατά τά λοιπά, περαιτέρω παραδείγματα τῆς ἀποκλειστικής ἁρμοδιότητος τῆς 'Επιτροπής πρός έκδοση νομικών πράξεων στόν τομέα τῆς ἐφαρμογής τῶν κανόνων περί ἀνταγωνισμού ἀπαντώνται στά άρθρα 80, 89 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
'Αντιθέτως, ὅπως ὀρθώς τονίζουν οἱ προσφεύγουσες καί ὅπως επίσης δύναται νά καταδείξει τό παράδειγμα τῶν κανόνων περί ανταγωνισμοί) — ἄς ἀναφερθούν ἐδῶ τά άρθρα 87 καί 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — κατά κανόνα ἡ ἁρμοδιότης εκδόσεως ἐκτελεστικῶν διατάξεων πρός συμπλήρωση καί εξειδίκευση τῶν κανόνων τῆς συνθήκης ἀνήκει στό Συμβούλιο.
'Όμως, παρά τήν άποψη πού ὑπεστήριξαν ιδίως ἡ βρετανική καί ἡ ιταλική κυβέρνηση, ἀπό τήν διάκριση αυτή μεταξύ νομικῶν πράξεων, μέσω τῶν ὁποίων πραγματοποιείται ή εφαρμογή τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης καί των πράξεων, οἱ όποιες δύνανται νά ἐκδοθοῦν γιά τήν εκτέλεση τους, δέν εἶναι δυνατόν νά συναχθεί ὅτι κατά τήν εκπλήρωση τοῦ καθήκοντος τῆς ἐπαγρυπνήσεως ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται νά θεσπίζει πράξεις γενικής ἐφαρμογής, άλλά μόνον μέτρα πρός ρύθμιση μεμονωμένων περιπτώσεων.
Ἀκόμη κι ἄν, ὅπως καταδεικνύουν τά ἀναφερθέντα παραδείγματα, αυτός θά πρέπει νά εἶναι ὁ κανόνας, τό γράμμα τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 3 καταδεικνύει, ἐν τούτοις, ὅτι ἡ 'Επιτροπή, κατά τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων της, 'έχει τήν επιλογή μεταξύ τῆς ὁδηγίας καί τῆς ἀποφάσεως. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου ιδίως εἶναι ἀδύνατον νά γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς βρετανικής κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διακρίνει μεταξύ ὁδηγιών μέ γενικό νομοθετικό περιεχόμενο καί ειδικών, διοικητικής φύσεως ὁδηγιών καί ή ὁποία, συνεπώς, θεωρεί ὅτι στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 90 ἡ 'Επιτροπή εἶναι ἁρμόδια νά εκδώσει πράξεις μόνον τῆς τελευταίας κατηγορίας.
Μιά τέτοια διαφορά δέν συνάγεται, ὅπως πιστεύει ἡ βρετανική κυβέρνηση, οὔτε ἀπό τήν ὁρολογία πού κάθε φορά χρησιμοποιείται στην συνθήκη, δηλαδή ἀναλόγως ἄν χρησιμοποιείται ὁ ὅρος «εκδίδει» ἡ «ἀπευθύνει πρός». Κατά τῆς ἀπόψεως αυτής συνηγορεί τό γράμμα τοῦ ἄρθρου 189, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, βάσει τοῦ ὁποίου «πρός εκπλήρωση τῶν καθηκόντων τους καί σύμφωνα μέ τήν παρούσα συνθήκη ... τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή εκδίδουν κανονισμούς, ὁδηγίες καί ἀποφάσεις ...». 'Αντιθέτως, ὅπως καταδεικνύει τό άρθρο 189, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν έκφραση «ἀπευθύνει προς» διευκρινίζεται ἁπλώς, ὅτι μόνον τά Κράτη μέλη δύνανται νά εἶναι ἀποδέκτες μιᾶς ὁδηγίας. 'Ως πρός τό σημείο αυτό, ὅπως σαφώς διεσαφηνίσθη ἐν τῶ μεταξύ, τά ἁρμόδια ὄργανα δύνανται νά επιλέξουν μεταξύ τῆς εκδόσεως «ἀτομικών» ὁδηγιών, πού ἀπευθύνονται πρός ὁρισμένα, μεμονωμένα Κράτη μέλη ἡ ὁρισμένων «γενικών» ὁδηγιών πού κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀπευθύνονται πρός ὅλα τά Κράτη μέλη. Μολονότι, συνεπώς, στό άρθρο 97, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο προϋποθέτει παράβαση ορισμένων φορολογικών διατάξεων, ἀναφέρεται κατά λογική συνέπεια, ὅτι ή 'Επιτροπή ἀπευθύνει στό ενδιαφερόμενο κράτος κατάλληλες ὁδηγίες ἡ ἀποφάσεις, ἀπό τήν διατύπωση αύτη δέν συνάγεται, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ βρετανική κυβέρνηση, ὅτι ἡ έκφραση «ἀπευθύνει πρός» επιτρέπει μόνον τήν έκδοση «ἀτομικών» ὁδηγιών.
Ή ἐξουσία πού 'έχει παραχωρηθεί στην 'Επιτροπή πρός έκδοση ὁδηγιών γενικοῦ περιεχομένου, οἱ όποιες εἶναι δεσμευτικές ἐξ 'ίσου γιά ὅλα τά Κράτη μέλη, δέν ἀντιβαίνει, ὅπως υποστηρίζει ἡ βρετανική κυβέρνηση στην προβλεπομένη ἀπό τήν συνθήκη διάκριση τῶν εξουσιών μεταξύ Συμβουλίου καί 'Επιτροπής. 'Εκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀρχή τοῦ Μοντεσκιέ, ἐν πάση περιπτώσει, υφίσταται κατά ελλιπή τρόπο στην Κοινότητα, δέν εἶναι δυνατόν νά λεχθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή 'έχει πάντοτε μόνον ἐκτελεστικές ἁρμοδιότητες, τό δέ Συμβούλιο πάντοτε μόνον νομοθετικές. 'Ακόμη κι ἄν αυτό εἶναι ὁ κανόνας, υπάρχει, έκτός ἀπό τήν διάταξη πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς παρούσης ὑποθέσεως, μιά σειρά άλλων άρθρων, ὅπως τό άρθρο 13, παράγραφος 2, τό άρθρο 33, παράγραφος 7 καί τό ἄρθρο 97, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά όποια ὁμοίως παρέχουν στήν 'Επιτροπή πρωτογενή εξουσία πρός ἔκδοση οδηγιῶν, μάλιστα δέ τό άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο δ παρέχει πρωτογενή εξουσία εκδόσεως ἐκτελεστικῶν κανονισμών. Ἀκόμη καί ἄν γίνει δεκτό, ὅπως υποστηρίζει ἡ βρετανική κυβέρνηση, ὅτι στην περίπτωση αυτή πρόκειται, κατά τό μεγαλύτερο μέρος, γιά χρονικώς περιορισμένες, μεταβατικού χαρακτῆρος ἐξαιρέσεις ἐν σχέσει πρός τήν νομοθετική ἁρμοδιότητα πού βασικῶς, ἀνήκει στό Συμβούλιο, πρέπει τουλάχιστον καί ἡ ἐν λόγω διάταξη τον ἄρθρου 90, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ νά θεωρηθεί ὡς μιά τέτοια ρητώς προβλεφθεῖσα ἐξαίρεση, τῆς οποίας ή ἰσχύς δέν ὑπόκειται σέ κανένα χρονικό περιορισμό.
Τό γεγονός ὅτι ἡ νομοθετική ἁρμοδιότης της Ἐπιτροπῆς περιορίζεται στην «εφαρμογή τῶν διατάξεων τον παρόντος άρθρου» δείχνει προφανώς ὅτι ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ «balance of power», στην ὁποία βασίζεται ἡ συνθήκη ΕΟΚ. Μέ τόν τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ὅτι στό πλαίσιο τῶν καθηκόντων τῆς εποπτείας, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά εκδώσει μόνον νομικές πράξεις τεχνικού' καί εκτελεστικοί) χαρακτήρα. Αυτός πάλι πρέπει νά εἶναι, ἐξ άλλου, ὁ λόγος γιά τόν όποιο οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης, στην περίπτωση αυτής τῆς νομοθετικής ἐξουσίας, πού διακρίνεται ἀπό τήν ἁρμοδιότητα εκδόσεως εκτελεστικών διατάξεων πού ἀφοροῦν τά άρθρα τῆς συνθήκης καί ή ὁποία κατά κανόνα ἀνήκει στό Συμβούλιο, παρέλειψαν τίς δικονομικές εγγυήσεις, πού συνήθως προβλέπει ἡ συνθήκη, ὅπως ἴδιο δικαίωμα πρωτοβουλίας ἡ διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο ἡ μέ τήν Οικονομική 'Επιτροπή.
Ἐφ' ὅσον, συνεπώς, ἡ 'Επιτροπή 'έχει πρωτογενή ἁρμοδιότητα πρός ἔκδοση τέτοιων ὁδηγιών καί, ἑπομένως, δέν ὑποχρεοῦται νά ζητήσει τήν συναίνεση τῶν ἀναφερθέντων ὀργάνων ἡ ἀκόμη καί τῶν Κρατών μελών, δέν είναι, κατά συνέπεια, δυνατόν οὔτε ἀπό τυπικής ἀπόψεως νά τῆς προσαφθεί ὅτι δέν έλαβε επαρκώς ὑπ' όψη τους ενδοιασμούς πού εξέφρασαν ὁρισμένα Κράτη μέλη κατά τῆς εκδόσεως τῆς ὁδηγίας στό πλαίσιο τῶν προπαρασκευαστικών ἑργασιών.
2.
Ἐν σχέσει πρός τίς προϋποθέσεις πού ἀφοροῦν τό περιεχόμενο καί τίς όποιες πρέπει νά πληροί μιά ὁδηγία που στηρίζεται στό ἄρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, οἱ προσφεύγουσες υποστηρίζουν περαιτέρω τήν άποψη, ὅτι βάσει της διατάξεως αυτής, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά ἀντιδράσει μόνον κατασταλτικῶς ἔναντι συγκεκριμένης συμπεριφοράς τῶν Κρατών μελών, ὄχι ὅμως νά προβλέψει ἀφηρημένα προληπτικά μέτρα.
Όπως ήδη καταφαίνεται ἀπό τό γράμμα τοῦ ἄρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ούτε ὁ ισχυρισμός αυτός δύναται νά γίνει δεκτός. Στην παράγραφο 3 ἀναφέρεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή μέριμνα «γιά τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος άρθρου». Τό άρθρο όμως 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο εφαρμόζεται γιά τήν επίλυση τῆς παρούσης ὑποθέσεως καί τό όποιο πρέπει νά τηρεί ἡ 'Επιτροπή, 'έχει τήν έξης διατύπωση:
«Τά Κράτη μέλη δέν θεσπίζουν ούτε διατηροῦν μέτρα ἀντίθετα πρός τους κανόνες τῆς παρούσης συνθήκης, ιδίως πρός εκείνους τῶν άρθρων 7 καί 85 μέχρι καί 94, ὡς πρός τίς δημόσεις επιχειρήσεις ...»
Ἑπομένως τό καθήκον τῆς Ἐπιτροπῆς συνίσταται, ἀφ' ἑνός νά επαγρυπνεί, ώστε τά Κράτη μέλη νά μή διατηρούν, ὡς πρός τίς ἀναφερθείσες επιχειρήσεις, μέτρα ἀντίθετα πρός τήν συνθήκη ΕΟΚ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι πρέπει νά μεριμνά, ώστε νά καταργηθούν τά ήδη υπάρχοντα μέτρα. Ἀφ' ἑτέρου, πρέπει νά ἐπαγρυπνᾶ ώστε τά Κράτη μέλη νά μή θεσπίζουν ανάλογα μέτρα, δηλαδή νά μή τά θεσπίζουν γιά τό μέλλον. Κατά συνέπεια, τό άρθρο 90, παράγραφος 3, σαφώς επιφορτίζει τήν 'Επιτροπή μέ τό καθήκον νά δρά ὄχι μόνον κατασταλτικά αλλά καί προληπτικά, γιά νά ἐμποδίζει παραβάσεις τῆς συνθήκης.
Όπως ὀρθῶς τονίζει ἡ Ἐπιτροπή σχετικώς, ἔχει σημασία τό γεγονός ὅτι ἡ δράση της Ἐπιτροπῆς βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν εξαρτάται ρητώς ἀπό τήν ύπαρξη παραβάσεως ὁρισμένων διατάξεων τῆς συνθήκης, ὅπως παραδείγματος χάριν, συμβαίνει στά άρθρα 89, 93, παράγραφος 2, καί 97, παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Επειδή στίς ἀμέσως ἀνωτέρω διατάξεις ἡ ἀντίθετη πρός τήν συνθήκη συμπεριφορά τῶν Κρατών μελών ἀποτελεί τήν προϋπόθεση γιά νά δράσει ή 'Επιτροπή, στίς διατάξεις αυτές κατά πρώτο λόγο προβλέπεται τό μέσο λήψεως ἀποφάσεως, δηλαδή ἡ ἔκδοση ἀτομικών πράξεων. Τό άρθρο 97, παράγραφος 2, προβλέποντας, ἐν τούτοις, τήν ἔκδοση καταλλήλων ὁδηγιών ἤ ἀποφάσεων, διευκρινίζει, σαφώς, ὅτι οἱ πράξεις αυτές πρέπει νά ἀπευθυνθούν «στό ενδιαφερόμενο κράτος». 'Αντιθέτως, τό άρθρο 90, παράγραφος 3, προβλέπει τήν δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ ὁδηγιών καί ἀποφάσεων, οἱ όποιες, τελείως γενικώς, πρέπει νά ἀπευθύνονται «στά Κράτη μέλη» καί μέ τήν διατύπωση αυτή λαμβάνει ὑπ' ὄψη τήν δυνατότητα εκδόσεως προληπτικών μέτρων μέ γενικό, ἀφηρημένο περιεχόμενο.
Κατά τῆς ἁπλῆς κατασταλτικής δράσεως της Ἐπιτροπῆς σέ μιά συγκεκριμένη περίπτωση, συνηγορεί περαιτέρω, τό ὅτι τό άρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἀντικαθιστᾶ τήν διαδικασία πού άφορᾶ παράβαση τῆς συνθήκης, τήν ὁποία προβλέπει τό άρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, άλλά μᾶλλον πνεῦμα καί σκοπός της διατάξεως αυτής εἶναι νά ἀποφευχθεί, μέσω θεσπίσεως σαφών κανόνων συμπεριφορᾶς, ἡ κίνηση αυτής τῆς διαδικασίας πού συνεπάγονται παραβάσεις τῆς συνθήκης. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὅτι ή ἔκδοση ὁδηγιών, πού στηρίζονται στό άρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς τό πλέον ήπιο μέτρο έναντι τῶν υποχρεώσεων πού υπέχει ή 'Επιτροπή σύμφωνα μέ τό άρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή σχέση, συνεπώς, τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ πρός τό άρθρο 169 τῆς ἰδίας συνθήκης καταδεικνύει επίσης ὅτι πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ τῶν ενεργειών στίς όποιες πρέπει νά προβεί ή 'Επιτροπή, μόλις διαπιστώσει παράβαση της συνθήκης καί τῶν ενεργειών στίς όποιες πρέπει νά προβεί, ώστε νά μή διαπραχθεί μιά τέτοια παράβαση. Γιά τήν δεύτερη περίπτωση, κατά ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ άρθρου 90, πρέπει νά ἀναγνωρισθεί στην 'Επιτροπή τουλάχιστον ἡ εξουσία νά λάβει τά μέτρα τά όποῖα, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν διάταξη πού ἐξέδωσε ἐπί τῆς υποθέσεως Camera Care ( 2 ) ἐν σχέσει πρός ἀνάλογα προβλήματα, «εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά καταστεί δννατή ἡ αποτελεσματική άσκηση τῶν καθηκόντων της».
3.
'Απομένει επομένως νά εξετασθεί περαιτέρω πώς έχει διαμορφωθεῖ ὡς πρός τίς λεπτομέρειες ἡ βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση που υπέχει ἡ 'Επιτροπή νά μέριμνᾶ, μεταξύ άλλων, γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 1. Ἐδώ, εἶναι ἀναγκαίο νά ερευνηθεί λεπτομερέστερα τό περιεχόμενο καί τό πεδίο ἐφαρμογῆς τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν θέση του στην δομή τῆς συνθήκης σάν σύνολο.
Ή διάταξη αυτή ρυθμίζει τήν θέση τῶν δημοσίων επιχειρήσεων καί συνεπώς τήν οικονομική δραστηριότητα τοῦ δημοσίου εντός τῆς Κοινής ἀγορᾶς. Όπως δέχονται ὅλοι οἱ διάδικοι, ἡ λειτουργία τῆς δέν εἶναι δυνατόν νά εκτιμηθεί χωρίς ἀναφορά στό ἄρθρο 222 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο προβλέπει ὅτι ἡ συνθήκη δέν προδικάζει μέ κανένα τρόπο τό καθεστώς τῆς ιδιοκτησίας στά Κράτη μέλη. Τά Κράτη μέλη, στά όποια υπάρχουν διάφορες ἀντιλήψεις περί τοῦ ρόλου τῆς δημοσίας οικονομίας, δύνανται συνεπώς νά ἀποφασίζουν κατά κανόνα ελεύθερα γιά τήν ύπαρξη καί τήν διαμόρφωση τῶν δημοσίων επιχειρήσεων τους. Ἐξ άλλου, αυτή ἡ ελευθερία διαμορφώσεως πρέπει νά υπόκειται σέ περιορισμούς, κατά τό μέτρο πού δέν πρέπει νά χρησιμοποιείται μέ τρόπο πού να τίθενται σέ κίνδυνο οἱ βάσεις τῆς συνθήκης, ιδίως ἡ ἀρχή τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων καί τῆς μή νοθεύσεως τοῦ ἀνταγωνισμού. Αυτό ὅμως σημαίνει ὅτι κατ' ἀρχήν ὅλοι οἱ κανόνες τῆς συνθήκης πρέπει νά ισχύουν κατά τόν ἴδιο τρόπο γιά ὅλες τίς επιχειρήσεις, τόσο ἰδιωτικοῦ ὅσο καί δημοσίον δικαίον, σέ ὅλα τά Κράτη μέλη καί ὅτι, συνεπώς, οἱ δημόσιες ἐπιχειρήσεις στά διάφορα Κράτη μέλη δέν πρέπει νά τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως.
Ή υποχρέωση αυτή τῶν Κρατῶν μελών γιά 'ίση μεταχείριση τοῦ ιδιωτικού καί δημοσίου δικαίου ἐπιχειρήσεων συνάγεται, ὅπως ὀρθώς τονίζει ἰδίως ἡ ὁμοσπονδιακή κυβέρνηση, ήδη ἀπό τό ἄρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Όταν τό άρθρο 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ἐν προκειμένω πρέπει, ὅπως έκρινε καί τό Δικαστήριο στην υπόθεση Inno ( 3 ), νά θεωρηθεί ὡς lex specialis έναντι τοῦ άρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τονίζει ακόμη μιά φορά ρητώς τήν υποχρέωση αυτή, τότε αυτό σημαίνει ὅτι ἡ σχέση μεταξύ τοῦ δημοσίου καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων είναι ιδιαζούσης μορφής, ἡ ὁποία ἀπό πολλές ἀπόψεις διαφέρει ἀπό τήν σχέση πού ὑπάρχει μεταξύ κράτους καί ιδιωτικών επιχειρήσεων. 'Επομένως, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ φορείς τῆς δημοσίας εξουσίας έχουν άλλες δυνατότητες επιρροής στίς δημόσιες επιχειρήσεις ἀπ' ὅ,τι στίς ιδιωτικές καί λόγω τῆς ιδιαιτέρας σχέσεως ἐξουσίας, ὑπάρχει ἰδίως ὁ κίνδυνος ἐνισχύσεως τῶν δημοσίων επιχειρήσεων, εννοώντας τες κατά τόν ἀνταγωνισμό μέ τίς ἰδιωτικές ἐπιχειρήσεις. Αυτός επίσης θά πρέπει νά εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν όποιο ἀφ' ἑνός ἡ διάταξη ἀπό συστηματικής ἀπόψεως έχει τεθεί στό κεφάλαιο τῆς συνθήκης, τό όποιο ἀναφέρεται στους κοινούς κανόνες περί τῆς πολιτικής τῆς Κοινότητος στόν τομέα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί ἀφ' έτερου στην ἴδια τή διάταξη, έκτός ἀπό τίς άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης, ἀναφέρεται ρητώς, ἰδίως, ἡ τήρηση τῶν κανόνων ἀνταγωνισμού μεταξύ τῶν ὁποίων πρέπει νά περιληφθούν οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 92 μέχρι 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί κρατικών ενισχύσεων.
Αυτό ὅμως σημαίνει ὅτι οἱ κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων πρέπει νά ἐφαρμόζονται κατ' ἀρχήν, ὅπως ήδη έκρινε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Steinike καί Weinlig ( 4 ), μέ τόν ἴδιο τρόπο τόσο στίς δημόσιες ὅσο καί στίς ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τό άρθρο 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὁρίζει σχετικώς ποιες ενισχύσεις εἶναι ἡ δύνανται νά θεωρηθοῦν σύμφωνες μέ τήν Κοινή 'Αγορά. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 93, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ 'Επιτροπή έχει τό καθήκον νά επαγρυπνεί ὡς πρός τίς υπάρχουσες ενισχύσεις καί σύμφωνα μέ τό άρθρο 93, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά ἀσκεῖ προληπτικό έλεγχο γιά τίς προβλεπόμενες ἐνισχύσεις. Ή παράγραφος 2 τῆς διατάξεως αυτής καθορίζει έτσι, μεταξύ άλλων, τήν διαδικασία έλεγχου πού πρέπει νά ἀκολουθήσει ἡ Ἐπιτροπή. Τέλος, τό άρθρο 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ παραχωρεί στό Συμβούλιο τήν ἐξουσία «νά εκδώσει κάθε ἀναγκαίο κανονισμό γιά τήν ἐφαρμογή τῶν άρθρων 92 καί 93 καί ἰδίως νά καθορίσει τους ὅρούς εφαρμογής τοῦ άρθρου 93, παράγραφος 3, καί τίς κατηγορίες ενισχύσεων πού ἐξαιρούνται ἀπό την διαδικασία αύτη».
Όταν, ὑπ' αυτές τίς συνθήκες τό άρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ παραχωρεί στην 'Επιτροπή ειδική νομοθετική ἁρμοδιότητα, αυτό δύναται μόνο νά σημαίνει, για νά 'έχει ἡ διάταξη κάποιο νόημα, ὅτι λόγω τῶν ιδιομορφιών τῶν κρατικών ενισχύσεων πού καταβάλλονται στίς δημόσιες επιχειρήσεις, ἡ 'Επιτροπή πρέπει νά 'έχει μιά εξουσία, ἡ όποία ὑπερβαίνει τήν αρμοδιότητα πού τῆς ἔχει παραχωρηθεῖ μέ τό ἄρθρο 93 καί ἡ ὁποία δέν συμπίπτει μέ τήν εξουσία πού έχει τό Συμβούλιο, βάσει τού ἄρθρου 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἡ ἁρμοδιότης αυτή 'έχει ὡς συνέπεια ὅτι, ἐν ὄψει τῶν ειδικών σχέσεων τῶν Κρατών μελών μέ τίς δημόσιες επιχειρήσεις, εναπόκειται στην Ἐπιτροπή νά συγκεκριμενοποιήσει, ὅταν παραστεί ἀνάγκη, τίς ειδικές υποχρεώσεις τῶν Κρατών μελών σχετικά μέ τίς κρατικές ἐνισχύσεις, πού ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 90, παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὅπως ὀρθώς τονίζει ή 'Επιτροπή, τό άρθρο 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ έχει, ἐν προκειμένω, συμπληρωματικό καί επικουρικό χαρακτήρα έναντι τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 92 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Έναντι τοῦ πεδίου ενεργείας πού παραχωρεί στην Ἐπιτροπή τό άρθρο 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει ἐπί πλέον νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ὄχι μόνον τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 222 τῆς συνθήκης ΕΟΚ περιορίζεται ἀπό τό άρθρο 90 τῆς ιδίας συνθήκης, άλλά ἐντιστρόφως ὅτι καί ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 222 τῆς συνθήκης ΕΟΚ θέτει ὅρια στην δυνατότητα τῆς Ἐπιτροπῆς νά επεμβαίνει στην ἐσωτερική δομή τῶν δημοσίων επιχειρήσεων βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ὅτι τά περιθώρια δράσεως τοῦ δημοσίου σχετικά μέ τήν οικονομική του δραστηριότητα, δέν εἶναι δυνατόν νά περιορισθούν πέραν τοῦ μέτρου πού προβλέπει ἡ συνθήκη.
Αυτός ὁ τόσο στενά περιορισμένος τομέας ἁρμοδιότητος, τόν όποιο ἡ 'Επιτροπή διαθέτει στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, εξασφαλίζει παρά τους φόβους πού ἐξέφρασαν οἱ προσφεύγουσες ὅτι ή 'Επιτροπή δέν εἶναι δυνατόν νά 'έχει ἀξιώσεις γιά γενική ἁρμοδιότητα θεσπίσεως ιδιαιτέρου καθεστώτος, στίς δημόσιες επιχειρήσεις, ἀλλά ὅτι ἀφ' ενός τῆς επιτρέπεται νά δράσει μόνον, ὅταν πέραν τῶν άλλων διατάξεων τῆς συνθήκης, πρέπει νά εξασφαλισθεί ὅτι τα Κράτη μέλη ἡ άλλοι φορείς δημοσίας εξουσίας δέν θά χρησιμοποιήσουν τήν ιδιαιτέρα θέση τους έναντι τῶν δημοσίων ἐπιχειρήσεων γιά νά τίς προτρέψουν σέ μιά συμπεριφορά πού είναι ἀντίθετη πρός τήν συνθήκη καί ἀφ' έτερου, εξασφαλίζεται ὅτι μέ τόν τρόπο αυτό δέν περιορίζεται πέραν τοῦ ὁρίου πού προβλέπει ἡ συνθήκη, ἡ οικονομική δραστη-ριότης τῶν δημοσίων επιχειρήσεων.
4.
'Εν συνεχεία, πρέπει κατά πρώτον νά εξετασθεί τό ζήτημα, ἄν ἄλλες ειδικές ρυθμίσεις τῆς συνθήκης ἀποκλείουν νά ἐκδώσει ἡ Ἐπιτροπή μιά ὁδηγία, ὅπως ἡ αμφισβητούμενη. Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται ὁμοφώνως ὅτι, λόγω τῆς έντονης σχέσεως τοῦ περιεχομένου τῆς ὁδηγίας μέ τίς κρατικές ενισχύσεις, σύμφωνα μέ τό άρθρο 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μόνον τό Συμβούλιο είναι ἁρμόδιο νά εκδώσει τέτοιες νομικές διατάξεις. 'Αντιθέτως, κατά τήν 'Επιτροπή καί κατά τήν ὁμοσπονδιακή κυβέρνηση τό ἀντικείμενο τῆς ρυθμίσεως τῆς ὁδηγίας δέν εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τῶν άρθρων 92 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό Συμβούλιο δέν εἶναι ἑπομένως ἁρμόδιο νά θεσπίσει μιά τέτοια διάταξη, ἐφ' ὅσον ή εξουσία του, βάσει τοῦ ἄρθρου 94, δέν εἶναι δυνατόν νά εκτείνεται πέραν αὐτοῦ πού ὁρίζουν τά ἀναφερθέντα άρθρα. Καί κατά την ὀλλανδική κυβέρνηση ἡ 'Επιτροπή 'έχει τήν ἁρμοδιότητα αυτή, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό ερώτημα, ἄν ενδεχομένως καί τό Συμβούλιο θά ήταν δυνατόν νά θεσπίσει διατάξεις βάσει τοῦ ἄρθρου 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά τήν εκτίμηση αυτής τῆς διαμάχης πρέπει νά γίνει δεκτό τό επιχείρημα των προσφευγουσῶν ὅτι στό ζήτημα, ποιες ενισχύσεις εἶναι ἡ δύνανται νά είναι σύμφωνες με τήν συνθήκη, σύμφωνα με ποια διαδικασία δύναται νά τίς ελέγξει ή 'Επιτροπή καί ὑπό ποιες προϋποθέσεις δύναται τό Συμβούλιο νά χαρακτηρίσει μιά ἐνίσχυση ὡς σύμφωνη μέ τήν Κοινή 'Αγορά, δύναται νά δοθεῖ ἀπάντηση μόνον βάσει τῶν άρθρων 92 καί 93. Οἱ αναφερθείσες ὅμως διατάξεις δέν ἀναφέρουν τίποτε γιά τό πώς ἡ 'Επιτροπή ασκώντας τά καθήκοντά τῆς εἶναι δυνατόν νά πληροφορηθεί ἄν χορηγοῦνται ενισχύσεις ἤ αν υπάρχουν οικονομικές σχέσεις, οἱ όποιες είναι δυνατόν νά θεωρηθούν ὡς ἐνισχύσεις. Σκοπός ὁμως τῆς παρούσης ὁδηγίας είναι ἀκριβώς νά πληρώσει τό κενό αυτό, ιδίως ἐν σχέσει πρός τίς οικονομικές σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων τους. Κατά τήν γνώμη μου, ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ὑπάρχει συνάρτηση μέ τίς διατάξεις περί κρατικῶν ενισχύσεων, ἐφ' ὅσον ἡ ὁδηγία 'έχει ὡς ἀποκλειστικό σκοπό τήν ἀποκάλυψη των οικονομικῶν σχέσεων, οἱ όποιες διευκολύνουν τήν 'Επιτροπή νά ἀσκήσει τά καθήκοντα τῆς βάσει τοῦ ἄρθρου 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό εκφράζεται μέ τήν τρίτη καί πέμπτη αιτιολογική σκέψη της ὁδηγίας, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι «ή 'Επιτροπή έχει τό καθήκον νά διασφαλίσει ώστε τά Κράτη μέλη νά μή χορηγοῦν ἐνισχύσεις πού εἶναι ἀντίθετες πρός τήν κοινή ἀγορά ούτε σέ δημόσιες οὔτε σέ ιδιωτικές επιχειρήσεις» καί ὅτι «ή ὀρθή καί ἀποτελεσματική εφαρμογή τῶν περί ενισχύσεων διατάξεων τῆς συνθήκης στίς δημόσιες καί ιδιωτικές επιχειρήσεις ... εἶναι μόνο δυνατή, ἄν καταστοῦν διαφανείς αυτές οἱ οικονομικές σχέσεις». Ό λόγος, γιά τόν όποιο τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας επεκτείνεται μόνον στίς δημόσιες επιχειρήσεις, εκτίθεται στην τέταρτη καί έκτη αιτιολογική σκέψη, ὅπού ἀναφέρεται ὅτι «ἐν τούτοις ὁ πολύπλοκος χαρακτήρας τῶν οικονομικών σχέσεων τοῦ δημοσίου μέ τίς δημόσιες ἐπιχειρήσεις τείνει νά εμποδίσει τήν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολής αυτής» καί ὅτι «ἐξ άλλου ἡ διαφάνεια αυτή ... στον τομέα τῶν δημοσίων επιχειρήσεων πρέπει νά επιτρέπει τήν σαφή διάκριση μεταξύ τῆς δράσεως τοῦ κράτους ὡς δημοσίου καί ὡς ιδιοκτήτου».
Τά Κράτη μέλη ἑπομένως ὑποχρεοῦνται, βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ὁδηγίας, νά δια-τηροῦν στην διάθεση τῆς Ἐπιτροπῆς τά στοιχεία πού ἀφοροῦν τίς οικονομικές σχέσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1, γιά ἕνα χρονικό διάστημα πέντε ετών καί νά τά ἀνακοινώνουν κατόπιν αιτήσεως της, ώστε ή Ἐπιτροπή νά δύναται κατά τήν διαδικασία τῶν άρθρων 92 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ νά εκτιμήσει, ἄν πρόκειται γιά ἐνισχύσεις πού εἶναι σύμφωνες μέ τήν Κοινή 'Αγορά. Συνεπώς, εἶναι βέβαιο ὅτι μέσω τῆς ὁδηγίας δέν εἶναι δυνατόν, ὁπως ἀνησυχεί ιδίως ἡ ιταλική κυβέρνηση, νά θιγοῦν οἱ δικονομικές ἐγγυήσεις πού προβλέπει τό άρθρο 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἐξ άλλου αυτό επιβεβαιώνεται ρητώς ἀπό τήν δεκάτη τρίτη αιτιολογική σκέψη, ὅπου διευκρινίζεται ὅτι μέ τήν ὁδηγία αυτή «δέν θίγονται οἱ άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης καί ιδίως τῶν άρθρων 90, παράγραφος 2, 93 καί 223».
Εἶναι περαιτέρω, ἀναμφισβήτητο ὅτι ἀπό τά δεδομένα γιά τίς οικονομικές σχέσεις πού πρέπει νά τηροῦνται στην διάθεση τῆς 'Επιτροπής, δέν συνάγεται άνευ ἑτερου ὅτι πρόκειται στην συγκεκριμένη περίπτωση γιά ενισχύσεις κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου92, ἐφ' ὅσον τά στοιχεία αυτά ἀναγκαίος ἀφοροῦν πολύ εὐρύτερο τομέα, ἀπό τόν τομέα τῶν ενισχύσεων. 'Απομένει επομένως, ὡς συμπέρασμα, ἡ ἀποδοχή τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν υπέρ αυτής παρεμβαινουσῶν, ὅτι ἡ οδηγία δέν δίδει ὁρισμό τῆς ενισχύσεως οὔτε επεμβαίνει στην διαδικασία ελέγχου τῶν ενισχύσεων ἡ καθορίζει τόν τρόπο διενεργείας της. Γιά τήν ἔκδοση τέτοιων μέτρων πού συμπληρώνουν τίς ἐν λόγω διατάξεις, ἁρμόδιο εἶναι, ὅπως πρέπει νά γίνει δεκτό, ἐν πάση περιπτώσει, τό Συμβούλιο βάσει τοῦ ἄρθρου 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Πράγματι, τό ἐν λόγω ἄρθρο παρέχει στό Συμβούλιο τήν ἁρμοδιότητα εκδόσεως κανονισμών εφαρμογής τῶν άρθρων 92 καί 93, ἀλλά ὅπως ὀρθῶς παρατηρεί ἡ 'Επιτροπή, δέν ἀναφέρει ὅτι μόνον τό Συμβούλιο δύναται νά ρυθμίζει ὅλα τά ζητήματα πού ἔχουν κάποια σχέση μέ τίς κρατικές ενισχύσεις καί βαίνουν πέραν τοῦ πεδίου εφαρμογής τῶν άρθρων 92 καί 93. 'Ἀν ὑπεστηρίζετο ἡ άποψη αυτή, δέν θά εἶχε, ὅπως ἤδη ἀνέφερα, κανένα νόημα ή ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ κατά τό μέτρο πού άφορᾶ τίς κρατικές ενισχύσεις. 'Η ἀναφορά τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, στό σύνολο τοῦ άρθρου αὐτοῦ, καθώς καί ἡ ρητή ἀναφορά τῶν άρθρων 92 έως 94 πού περιέχεται στην παράγραφο 1 αυτού τοῦ ἄρθρου, δεικνύουν ὅμως ἀκριβῶς ὅτι ζητήματα πού έχουν σχέση μέ ενισχύσεις πού χορηγοῦνται σέ δημόσιες επιχειρήσεις καί δέν εμπίπτουν στην ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 92 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ δύνανται νά ρυθμίζονται ἀπό τήν 'Επιτροπή στό πλαίσιο τοῦ πεδίου ενεργείας, ὅπως τό περιέγραψα ἀνωτέρω.
Όσον άφορᾶ τήν παρούσα ὁδηγία ὅμως, δέν πρόκειται, ὅπως καταφαίνεται ἀπό τό περιεχόμενο της, γιά ενισχύσεις, ἀλλά γιά τό ειδικό πρόσθετο πρόβλημα ὅτι στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών πρός τίς δημόσιες επιχειρήσεις, οἱ ενισχύσεις δύνανται, ιδίως λόγω τῆς ιδιότητος τοῦ δημοσίου ὡς ιδιοκτήτου, νά λαμβάνουν ἰδιαίτερη μορφή καί, συνεπώς, εἶναι δύσκολο στην 'Επιτροπή νά τίς εντοπίσει. 'Εδώ, πρέπει νά δοθεῖ ιδιαιτέρα σημασία στό γεγονός ὅτι οἱ επιχορηγήσεις πρός τίς δημόσιες επιχειρήσεις δέν προέρχονται, ὅπως οἱ εισφορές τῶν εταίρων ιδιωτών πρός μιά επιχείρηση, ἀπό τήν προσωπική περιουσία τῶν εταίρων αυτών, ἡ ὁποία υπόκειται ἀπό κάθε άποψη στόν επιχειρηματικό κίνδυνο, άλλά προέρχονται ἀμέσως ἡ εμμέσως ἀπό κονδύλια τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοί). Γιά τόν λόγο αυτό δέν πρέπει νά ἀποκλεισθεί ὁ κίνδυνος, ὅτι κατά τήν χρησιμοποίηση τῶν κονδυλίων αυτών, δέν παίζουν ποτέ ρόλο εκτιμήσεις εμπορικής φύσεως ενός ἐπιχειρηματίου. 'Εν τούτοις, ἀκόμη κι ἄν, ὅπως ἀντιτάσσει ἡ γαλλική κυβέρνηση, στό πλαίσιο τῶν συγκεντρώσεων ιδιωτικών επιχειρήσεων υπάρχουν επίσης τέτοιες οικονομικές σχέσεις, οἱ όποιες πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς ενισχύσεις, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ εισφορές αυτές, ήδη λόγω τῆς εύλογης προσπάθειας επιτεύξεως κέρδους καί τοῦ περιορισμένου τῶν ιδιωτικών πόρων εἶναι περισσότερο περιορισμένες ἐν σχέσει πρός τήν χρονική διάρκεια καί τήν έκταση τους ἀπ' ὅ,τι οἱ κρατικές επιχορηγήσεις.'Επί πλέον, γιά τίς δημόσιες επιχειρήσεις εἶναι συχνά ιδιαιτέρως, δύσκολο νά γίνει διάκριση μεταξύ συμπεριφορᾶς πρός επίτευξη κέρδους καί πράξεων πού εμπίπτουν στό άρθρο 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό ισχύει ἰδίως, ὅταν πρόκειται νά καθορισθούν τά ὅρια μεταξύ επενδύσεων, στίς όποιες προβαίνει ὁ ἴδιος ὁ ιδιοκτήτης, αυξήσεων κεφαλαίου ἡ συμψηφισμοῦ ζημιών καί κρατικών μέτρων προωθήσεως γιά οικονομικούς λόγους ἡ γιά λόγους κοινωνικής πολιτικής. 'Επίσης, εἶναι δυνατόν, λόγω τῆς στενής σχέσεως μεταξύ τῆς δημοσίας εξουσίας καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων νά χορηγηθοῦν επιχορηγήσεις ἡ νά ληφθοῦν άλλα ευνοϊκά μέτρα πού πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ενισχύσεις, ὑπό μορφές πού, κι ἄν δέν εἶναι τελείως ἀδύνατο, εἶναι δύσκολο νά ἀναγνωρισθοῦν ἀπό τους τρίτους.
Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου ὅμως δέν δύναμαι νά συμφωνήσω μέ την γαλλική καί την ιταλική κυβέρνηση, οἱ όποιες, ἀναφερόμενες στην νομική διάκριση πού υπάρχει στά κράτη τους μεταξύ ἀφ' ἑνός δημοσίων καί ιδιωτικών επιχειρήσεων καί ἀφ' έτερου τοῦ κράτους, ισχυρίζονται ὅτι οἱ οικονομικές σχέσεις τοῦ κράτους μέ τίς δημόσιες επιχειρήσεις δύνανται πάντοτε νά συνάγονται ἀπό τους νόμους περί προϋπολογισμού, ἀπό τους ισολογισμούς καί ἀπό τίς ετήσιες εκθέσεις ἡ ἀπό άλλες δημοσιεύσεις. Κατά της ἀπόψεως αυτής συνηγορεί ήδη, ὅπως νομίζω, τό γεγονός ὅτι οἱ ενισχύσεις είναι δυνατόν νά εμφανίζονται ὑπό τίς πλέον ποικίλες μορφές καί δέν εἶναι ἀναγκαίο νά είναι δημόσιες, εἴτε διότι, λόγω τῶν διαφορετικῶν ἀπόψεων πού ἐπικρατοῦν στά διάφορα Κράτη μέλη γιά τόν ρόλο τῶν δημοσίων επιχειρήσεων δέν θεωροῦνται ὡς επιδοτήσεις, εἴτε διότι δέν πρόκειται γιά άμεση χρηματοδότηση. 'Ἀς ἀναφερθεί ἐδῶ ὡς παράδειγμα μόνον ἡ δυνατότης χορηγήσεως, μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων πού ελέγχονται ἀπό τό κράτος, άλλά διέπονται ἀπό τό ιδιωτικό δίκαιο, πιστώσεων μέ ευνοϊκούς ὡς πρός τους τόκους ὅρους, πού καταλήγουν σέ νόθευση τοῦ ἀνταγωνισμοί).
Τά ειδικά αυτά προβλήματα, τά όποια υφίστανται ὡς πρός τίς οικονομικές σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατῶν μελών καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων τους καί τά όποια δυσχεραίνουν σέ μεγάλο βαθμό τό καθήκον εποπτείας τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ καθιστούν τήν άσκηση του τελείως ἀδύνατη, δικαιολογούν επομένως τήν Επιτροπή νά θεσπίσει μία ρύθμιση, ὅπως ἡ προκειμένη, ἡ ὁποία βασίζεται στό άρθρο 90, παράγραφος 3 καί ή ὁποία δέν θίγει τίς ουσιαστικές διατάξεις τοῦ άρθρον 92 ἑπ. τῆς συνθήκης ΕΟΚ αλλά θέτει μόνον προϋποθέσεις τεχνικής φύσεως, ώστε νά δύναται νά εκπληρώσει τίς υποχρεώσεις της. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο ἐφ' ὅσον θά ἠδύνατο νά ἀπαιτήσει μέσω ἀτομικών ἀποφάσεων καί ὑπό τήν μορφή ενός γενικού καί ἀφηρημένου ερωτηματολογίου ἀπό κάθε Κράτος μέλος τίς 'ίδιες πληροφορίες πού ζητεί μέσω της ἐν λόγω οδηγίας.
Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, δέν θεωρώ τελικώς ἀναγκαίο νά διευκρινισθεί ὁριστικά τό ζήτημα, ἄν τό Συμβούλιο, βασιζόμενο στό άρθρο 94, δύναται επίσης μέσω «τῶν ἀναγκαίων κανονισμών γιά τήν εφαρμογή τῶν άρθρων 92 καί 93» νά θεσπίσει μία ἀνάλογη ρύθμιση. 'Ακόμη καί ἄν γίνει δεκτή ή δυνατότης αυτή, ἑρμηνεύοντας τό άρθρο 94 βάσει τοῦ «effet utile» (πρακτικής ἀποτελεσματικότητος), αυτό δέν ἀποκλείει τήν ειδική ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὅταν δηλαδή στό πλαίσιο τῆς εφαρμογής τοῦ άρθρου αὐτοῦ εκδίδει πράξεις, εἶναι δυνατόν, ἀπό τήν φύση τῶν πραγμάτων νά επέλθει επικάλυψη μέ τόν τομέα τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Συμβουλίου πρός έκδοση εκτελεστικών κανονισμών σύμφωνα μέ τό άρθρο 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, χωρίς νά δύναται νά γίνει λόγος γιά κατά κυριολεξία συντρέχουσα ἁρμοδιότητα τῆς 'Επιτροπής καί τοῦ Συμβουλίου. 'Εξ άλλου, ὅπως ὀρθώς παρετήρησε ἡ 'Επιτροπή, μία τέτοια δυνατότης δέν ενέχει τόν κίνδυνο διαφορετικής, διπλής ρυθμίσεως, ἐφ' ὅσον τό Συμβούλιο βάσει τοῦ ἄρθρου 94 της συνθήκης ΕΟΚ δύναται νά νομοθετήσει μόνον κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, ή οποία ὅμως κατά τήν διατύπωση τῶν προτάσεων τῆς έχει τήν δυνατότητα νά λάβει ὑπ' ὄψη τῆς τήν υπάρχουσα κατάσταση.
5.
'Αντιθέτως ἀπ' ὅ,τι υποστηρίζουν οἱ προσφεύγουσες, ἡ Ἐπιτροπή, στό πλαίσιο τῆς ἀσκήσεως τοῦ καθήκοντος έλεγχου πού τῆς επιβάλλει τό άρθρο 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δέν δύναται νά βασισθεί ούτε στό ἄρθρο 213 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο προβλέπει ὅτι γιά νά εκπληρώσει τά καθήκοντα πού τῆς ἔχουν ἀνατεθεί δύναται νά συλλέγει κάθε πληροφορία καί νά προβαίνει σέ ὅλους τους ἀναγκαίους έλεγχους, εντός τοῦ πλαισίου καί ὑπό τίς λεπτομερέστερες προϋποθέσεις πού πρέπει νά καθορίζονται ἀπό τό Συμβούλιο, βάσει της συνθήκης ΕΟΚ. 'Ηδη, σύμφωνα μέ τήν λογική, πού ἀποτελεί τήν βάση τῆς συνθήκης, ή διάταξη αὐτη δέν δύναται νά εφαρμοσθεί γιά τίς αιτήσεις παροχής πληροφοριών, πού ή 'Επιτροπή, στό πλαίσιο τῆς ἁρμοδιότητός της, ἀπευθύνει στά Κράτη μέλη καί στίς όποιες αυτά ὀφείλουν ἐν πάση περιπτώσει νά ἀναντήσουν πλήρως καί δεόντως βάσει τοῦ καθήκοντος συνεργασίας πού τους επιβάλλεται κατά τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Θά ήταν πράγματι παράλογο, τό νά μή δύναται ἡ Ἐπιτροπή νά λάβει ἀπό τά Κράτη μέλη, χωρίς τή συνεργασία τοῦ Συμβουλίου, τίς πληροφορίες πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων, πού τῆς επιβάλλει ἡ συνθήκη. Ἑπομένως, τό πνεύμα καί ὁ σκοπός τῆς διατάξεως αὐτῆς δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὅτι παρέχεται στην 'Επιτροπή δικαίωμα λήψεως πληροφοριών ἔναντι τῶν Κρατών μελών, τό όποιο εξαρτᾶται ἀπό ενέργεια τοῦ Συμβουλίου, άλλά δύναται νά σημαίνει μόνον, ὅτι ρυθμίζει τίς πληροφορίες έναντι τῶν επιχειρήσεων καί άλλων τρίτων, οἱ όποιοι, ἀντιθέτως ἀπό τά Κράτη μέλη, δέν υπέχουν τίς υποχρεώσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 5.
Ἐφ' ὅσον τό άρθρο 90, παράγραφος 3, ρητώς παραχωρεί στην Ἐπιτροπή τίς εξουσίες πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων της, δέν είναι ἀναγκαία (καί ἔτσι δίδεται ὁριστική ἀπάντηση στό ζήτημα, ἄν ἡ ἁρμοδιότης της 'Επιτροπής ἀποκλείεται ἀπό άλλες διατάξεις τῆς συνθήκης) ἡ αναφορά στίς εξουσίες πού τό ἄρθρο 235 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἔχει παραχωρήσει στό Συμβούλιο.
6.
Ἀφοῦ επομένως πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση, ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται κατ' ἀρχήν νά ζητεί μέ ὁδηγίες τήν δημοσιότητα τῶν οικονομικών σχέσεων μεταξύ τοῦ δημοσίου καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων, ἀπομένει ἀκόμη νά ἐξετασθεῖ ἄν κατά τήν διαμόρφωση τοῦ περιεχομένου τῆς ὁδηγίας ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας ἤ παρεβίασε άλλες ἀρχές τῆς συνθήκης.
Ἡ γαλλική καί ἡ ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζονται ὅτι ἡ ὁδηγία δημιουργεί νέες υποχρεώσεις τῶν Κρατών μελών, πού βαίνουν πέραν τῆς υποχρεώσεως συνεργασίας πού περιέχεται στό άρθρο 5. 'Εδώ πρέπει ιδίως νά ἀναφερθεί ἡ ουσιαστική υποχρέωση πληροφορήσεως τῆς 'Επιτροπής, τῆς ὁποίας ή μή τήρηση δύναται νά κινήσει τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Όπως ὅμως ἤδη ελέχθη, ἡ ὁδηγία πρέπει μόνον νά εξασφαλίζει ὥστε νά εἶναι διαθέσιμα τά έγγραφα, τά όποια επιτρέπουν στην 'Επιτροπή νά διενεργήσει, στην συγκεκριμένη περίπτωση, έλεγχο βάσει τοῦ άρθρου 92 ἑπ. Μόνον κατόπιν αιτήσεως της πρέπει, ἑπομένως, νά δίδονται στην 'Επιτροπή πληροφορίες πού ὁπωσδήποτε διαθέτουν τά Κράτη μέλη γιά ὁρισμένα γεγονότα καί οἱ όποιες κατ' ἀρχήν, βάσει τοῦ άρθρου 6 τῆς ὁδηγίας, δέν πρέπει νά ἀνακοινώνονται περαιτέρω. Τά παραδείγματα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας περιλαμβάνουν ἐν προκειμένω μόνον οικονομικές σχέσεις, οἱ όποιες πρέπει νά θεωρηθούν ὡς μέτρα κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, ὡς τέτοιο «μέτρο» πρέπει κατ' ἀρχήν νά νοείται, ἄν πράγματι ἡ διάταξη διατηρεί τό πνεῦμα καί τόν σκοπό της, κάθε διάθεση κεφαλαίων ἡ κάθε χορήγηση οικονομικών προνομίων πρός τίς δημόσιες επιχειρήσεις ἀπό τόν ἑκάστοτε φορέα δημοσίας ἐξουσίας, δηλαδή κάθε ενέργεια ή παράλειψη στόν οικονομικό τομέα.
Τά Κράτη μέλη πρέπει, επομένως, νά υπολογίζουν συνεχῶς ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, γιά νά εκπληρώσει τό καθῆκον εποπτείας πού υπέχει, δύναται νά ἀπαιτήσει την δημοσιότητα τέτοιων «μέτρων». Τό καθήκον της Ἐπιτροπῆς νά εξετάσει τά μέτρα αυτά, συνεπάγεται, βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τήν υποχρέωση τῶν Κρατῶν μελών νά τήν πληροφορήσουν, κατόπιν αιτήσεως της, γιά τά «μέτρα» αυτά, πράγμα πού περαιτέρω σημαίνει ὅτι τά σχετικά έγγραφα πρέπει νά τηρούνται στην διάθεσή της. Ή ὁδηγία ἑπομένως δέν θεσπίζει νέες υποχρεώσεις γιά τά Κράτη μέλη, άλλά περιέχει μόνον προϋποθέσεις, οἱ όποιες θά πρέπει επίσης νά τηρούνται σέ περίπτωση συγκεκριμένης ἐρεύνης σαφώς καθορισμένων ζητημάτων. Ἐν προκειμένω, δέν υπάρχει διαφορά ἄν τά ερωτήματα ἀπευθύνονται σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη ὑπό μορφή ἀτομικών ἀποφάσεων ἡ ἄν ἀπευθύνονται σέ ὅλα τά Κράτη μέλη ὑπό μορφή ὁδηγίας.
7.
Κατά τοῦ κύρους τήν ὁδηγίας ἀντετάχθη, περαιτέρω, ὅτι αυτή δέν ήταν ἀναγκαία καί ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, οἱ ἀπαιτήσεις τῆς υπερβαίνουν τό αναγκαίο μέτρο. Ἀφοῦ ὅμως διεπιστῶθη ὅτι τό άρθρο 90, παράγραφος 3, ἀντίθετα ἀπό τήν άποψη πού υποστηρίζει ιδίως ἡ γαλλική κυβέρνηση, δέν έχει ὡς σκοπό νά παραχωρήσει στην 'Επιτροπή μία ἁπλώς επικουρική ἁρμοδιότητα σέ περίπτωση ἀναρμοδιότητος τοῦ Συμβουλίου, ἡ μόνη σημασία τῆς εκφράσεως «ἐφ' όσον εἶναι ἀνάγκη» δέν δύναται νά εἶναι παρά ὅτι λόγω τῶν πολύπλοκων σχέσεων μεταξύ τῶν Κρατών μελών καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων τους πρέπει νά παραχωρηθεί στην 'Επιτροπή, κατά τήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων πού τῆς 'έχουν ανατεθεί, πεδίο εκτιμήσεως ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα ἄν θεωρεί ἡ ὄχι ὅτι είναι αναγκαίο νά προβεῖ σέ ενέργειες.
Δέν δύναμαι νά διαπιστώσω ὅτι, εκδίδοντας τήν ἐν λόγω ὁδηγία, ἡ 'Επιτροπή υπερέβη αυτό τό πεδίο εκτιμήσεως, τοῦ ὁποίου τά ὅρια πρέπει νά καθορισθοῦν μέ ευρύτητα, λόγω τῶν πρός εκτίμηση πολύπλόκων ἀπό οικονομικής ἀπόψεως πραγματικών περιστατικών. Για νά εκπληρώσει τά καθήκοντα πού τῆς έχουν ἀνατεθεί, βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ — τά Κράτη μέλη ὀφείλουν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 2 νά διευκολύνουν τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων αυτών — ή 'Επιτροπή πρέπει νά λαμβάνει γνώση τῶν οικονομικών σχέσεων πού υπάρχουν μεταξύ τοῦ δημοσίου καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων. Μιά τέτοια γνώση εἶναι ήδη ἀναγκαία, διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ἀφεθεῖ στά Κράτη μέλη ἡ εκτίμηση, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται ή ὄχι γιά ἐνίσχυση, ἀλλά καί διότι τό ζήτημα αὐτό πρέπει νά επιλυθεί ἐπί κοινοτικού ἐπιπέδου ἑνιαίως γιά τά Κράτη μέλη ἀπό τήν 'Επιτροπή καί τελικώς ἀπό τό Δικαστήριο. Γιά νά εἶναι δυνατή ἡ ὁριοθέτηση μεταξύ τῆς συμπεριφορᾶς πρός επίτευξη κέρδους τῶν επιχειρήσεων καί τῶν φορέων τους, καί τῶν ενεργειών, οἱ όποιες εμπίπτουν στό άρθρο 92 ἑπ., πρέπει, όπως ὀρθώς ἐτόνισε ἡ 'Επιτροπή, ἡ εικόνα τῶν οικονομικών αυτών σχέσεων νά εἶναι ὅσο τό δυνατόν περισσότερο πλατειά. Ἐνώ ή οδηγία ἀναφέρει μόνον τίς καταστάσεις, κατά τίς όποιες δέν ἀποκλείεται ἡ δυνατότης υπάρξεως, τουλάχιστον γιά ἕνα ὁρισμένο ἀριθμό περιπτώσεων, ενισχύσεων ἀντιθέτων πρός τό κοινοτικό δίκαιο, ἀπαιτεί ὅμως μόνο τήν διάθεση τῶν σχετικών στοιχείων, τά όποια καθιστούν δυνατό τόν ἀναγκαίο έλεγχο ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπής.
Περαιτέρω, πρέπει ἐδῶ νά τονισθεί ὅτι ή ὁδηγία, ἀντιθέτως πρός τόν ισχυρισμό τῶν προσφευγουσῶν, δέν επιβάλλει συστηματική πληροφόρηση τῆς 'Επιτροπής, άλλά ἁπλώς καί μόνον μεταγενέστερα υποχρέωση παροχής πληροφοριών κατόπιν αιτήσεως γιά ένα χρονικό διάστημα 5 ετών. Ή υποχρέωση διατηρήσεως ἀρχείων, πού συνδέεται μέ την ἀναφερθείσα υποχρέωση καί πρέπει νά εξασφαλίζει τήν ἀπεικόνιση των οικονομικῶν σχέσεων, δέν δύναται, ἐν ὄψει τοῦ επιδιωκομένου σκοποῦ, νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος. Κατά τά λοιπά, δέν ὁδηγεί, ὅπως πιστεύει ἡ γαλλική κυβέρνηση, σέ ἀβεβαιότητα ὡς πρός τήν συνέχιση σημαντικῶν επενδύσεων καί οικονομικών πράξεων, ἐφ᾽ ὅσον, ὅπως ὀρθώς παρατηρεί ἡ 'Επιτροπή, ἡ ὁδηγία αύτη καθ' εαυτή δέν περιέχει κανένα κανόνα γιά τό ἄν συμβιβάζονται τέτοιες δραστηριότητες μέ τήν Κοινή 'Αγορά. Στην περίπτωση πού ἕνα Κράτος μέλος 'έχει ἀμφιβολίες γιά τήν νομιμότητα τέτοιων δραστηριοτήτων δύναται, ἀνά πάσα στιγμή, νά δηλώσει προληπτικώς τά σχετικά μέτρα, ώστε νά ελεγχθούν σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπει τό άρθρο 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ὑπέρ τῆς ἀναγκαιότητος τῆς ὁδηγίας συνηγορεί επίσης ένας συλλογισμός δικονομικής φύσεως. Ὅπως συνάγεται ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῶν υποθέσεων Lorenz ( 5 ) καί 'Ιταλία κατά Ἐπιτροπής ( 6 ) ἀπαγορεύεται ἡ χορήγηση ενισχύσεων πού δέν έχουν ἀνακοινωθεί στην 'Επιτροπή πρός ἔλεγχο βάσει τοῦ ἄρθρου 93, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Ἀν τά Κράτη μέλη δέν συμμορφώνονται μέ τήν υποχρέωση ἀνακοινώσεως πού υπέχουν, τότε δύναται ἡ 'Επιτροπή νά κινήσει τήν διαδικασία περί παραβάσεως τῆς συνθήκης, σύμφωνα μέ τό άρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ή διαδικασία αυτή, μέ τήν ὁποία δέν επιδιώκεται νά διαπιστωθεί ἄν μιά ενίσχυση εἶναι ἤ ὄχι σύμφωνη μέ τήν Κοινή 'Αγορά κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 92, ἀλλα μόνον νά εξασφαλισθεί ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προϋποθέτει ὅμως, ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶναι εν γνώσει τῆς υπάρξεως ενισχύσεων που δέν ἔχουν ἀνακοινωθεῖ. Ἡ προκειμένη ὁδηγία εξυπηρετεί τήν λήψη τῶν πληροφοριών αυτών, διότι προβλέπει ὅτι τά στοιχεία, τά όποια ἀναφέρει — καί ἀντιθέτως πρός τήν γαλλική κυβέρνηση, δέν δύναμαι νά διακρίνω, ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ σημείου, τήν έκφραση ἀξιολογικών κρίσεων — πρέπει νά τηρούνται στην διάθεση τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὑπό ὁρισμένες προϋποθέσεις νά δίδονται στην δημοσιότητα. Συνεπώς μιά τέτοια ρύθμιση δέν υπερβαίνει τά ὅρια αὐτοῦ πού είναι εύλογο καί ἀναγκαίο γιά νά επιτευχθεῖ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός.
8.
'Εξ άλλου, ἀπ᾽ ὅ,τι ἀνεφέρθη μέχρι στιγμής συνάγεται ὅτι δέν ευσταθεί ή αιτίαση ὅτι ὁ κατάλογος τῶν οικονομικών σχέσεων, ὅπως προκύπτει ἀπό τά άρθρα 1 ἕως 3 τῆς ὁδηγίας, υπερβαίνει σαφώς, χωρίς νά εἶναι περιοριστικός, τά ὅρια τῆς εννοίας τῆς ενισχύσεως. Καί κατά τήν εκτίμηση τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι τό πνεῦμα καί ὁ σκοπός τῆς ὁδηγίας δέν συνίσταται στην ἀπαρίθμηση τῶν κινήσεων κεφαλαίων ἤ ἀκόμη στόν καθορισμό τῶν κατηγοριών τῶν ενισχύσεων, οἱ όποιες δέν εἶναι σύμφωνες μέ τήν Κοινή 'Αγορά. 'Αλλά γιά νά εἶναι σέ θέση ἡ 'Επιτροπή νά σχηματίσει γνώμη ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ θέματος σέ μεταγενέστερο στάδιο, πρέπει νά τῆς ἀναγνωρισθεί πεδίο εκτιμήσεως ἐν σχέσει πρός τό θέμα, ποιά στοιχεία θεωρεί ἀναγκαία γιά τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων της. Κατά τόν καθορισμό τῶν ὁρίων τοῦ πεδίου αὐτοῦ πρέπει νά ληφθεί ὑπ᾽ όψη τό γεγονός ὅτι, ὅπως συνάγεται ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ «ενισχύσεις ὑπό οιαδήποτε μορφή», ὁ ὅρος «ενίσχυση» πρέπει νά νοηθεί ὑπό ευρεία ἔννοια, μέ τήν συνέπεια ὅτι εμπίπτει στόν ὅρο αυτό κάθε επιδότηση ἤ κάθε ευνοϊκό μέτρο πού προέρχεται ἀπό τό δημόσιο καί εἶναι πρόσφορο νά νοθεύσει τίς συνθήκες τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Μιά τέτοια ὅμως ἐκτεταμένη δυνατότητα ἐνισχύσεων προϋποθέτει ἀναγκαίως ὅτι καί ὁ κύκλος τῶν οικονομικών σχέσεων, οι ὁποιες ἀποτελούν τήν βάση τοῦ ελέγχου, περί τῆς υπάρξεως ἤ μή ενισχύσεως, πρέπει ἀναγκαίως νά καθορισθεί ευρέως.
9.
Τέλος, εἶναι ἐπίσης προφανές, ὅτι ή 'Επιτροπή γιά νά ὁριοθετήσει τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας, πρέπει νά 'έχει την ἐξουσία νά προσδιορίξει διάφορες ἔννοιες, όπως «δημόσιο» καί «δημόσιες επιχειρήσεις». 'Ἀν ληφθεί ὐπ' ὄψη ὁ σκοπός τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί οἱ διαφορετικές δομές τῶν Κρατῶν μελών, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθεί σχετικώς ὅτι ἡ οδηγία, γιά νά καλύψει καλύτερα τό πλέγμα τῶν κρατικών δραστηριοτήτων, ἀντί γιά «Κράτος μέλος» ὁμιλεί γιά «δημόσιο» καί μέ τόν τρόπο αυτό ταυτοχρόνως περιλαμβάνει τόσο τό κράτος ὅσο καί άλλους ὀργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως.
Οἱ αιτιάσεις ιδίως τῆς γαλλικής, άλλά καί της ιταλικῆς κυβερνήσεως ἀπευθύνονται περαιτέρω κατά τοῦ ὁρισμοῦ τῆς δημοσίας επιχειρήσεως. Σχετικώς, ἀνεφέρθη ὅτι ὁ ενιαίος ὅρος πού ἀποτελεί τήν βάση τῆς ὁδηγίας δέν ἀνταποκρίνεται στίς διαφορετικές ἀντιλήψεις γιά τήν δημοσία οικονομία πού υπάρχουν στα διάφορα Κράτη μέλη, ὁπως τήν ἀντιλαμβάνεται τό άρθρο 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ὅτι ή ὁδηγία δέν αναφέρεται στον δημόσιο χαρακτήρα ἡ στην ἀποστολή μιᾶς επιχειρήσεως, ἀλλα μόνον στην άμεση ἡ έμμεση ἀποφασιστική επιρροή τοῦ δημοσίου, επιφέρει στό άρθρο 90 μιά σοβαρή τροποποίηση κατά παράβαση τῆς συνθήκης.
Όσον άφορᾶ τό επιχείρημα αυτό, πρέπει νά γίνει δεκτός ὁ ισχυρισμός τῶν προσφευγουσῶν, ὅτι οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης, λαμβάνοντας ὡς βάση τίς διαφορετικές ἀντιλήψεις πού επικρατούν στά Κράτη μέλη ἐν σχέσει πρός τήν θέση, τήν ἀξία καί τήν ἀνάγκη υπάρξεως τῶν δημοσίων ἐπιχειρήσεων, ἐν γνώσει τους παρέλειψαν νά προσδιορίσουν λεπτομερέστερα τήν ἐν λόγω έννοια. Μιά τέτοια παράλειψη δέν δύναται ὅμως νά ἀποκρύψει τό γεγονός ὅτι ὁ ὅρος πού χρησιμοποιείται στό ἄρθρο 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί 'έννοια τοῦ κοινοτικού δικαίου καί επομένως δύναται νά ἑρμηνευθεί μόνον καθ' ὁμοιόμορφο γιά ὅλα τά Κράτη μέλη τρόπο βάσει τοῦ πνεύματος καί τοῦ σκοπού τῆς διατάξεως αυτής. Σκοπός ὅμως τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ εἶναι, ὅπως διεπιστώθη, νά παρεμποδίσει, ἐν ὄψει τῆς λειτουργίας της Κοινής 'Αγοράς, νά ἀσκείται ἡ επιρροή τοῦ δημοσίου καταχρηστικώς, γιά νά εισάγονται συγκεκαλυμμένες διακρίσεις καί νοθεύσεις τοῦ ἀνταγωνισμού. Ἕνας τέτοιος κίνδυνος υπάρχει ὅμως κατ' ἀρχήν πάντοτε, ὅταν τά Κράτη μέλη ἀσκούν κυριαρχική επιρροή σέ διάφορες οικονομικές μονάδες πέραν ὁρισμένων γενικών νομικών δεσμεύσεων, ὅπού δέν έχει σημασία ἄν ή επιρροή αυτή ἀνάγεται σέ σχέσεις ιδιωτικού ἡ δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, δέν δύναται νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο μομφής οὔτε επιφέρει τροποποίηση τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή, γιά νά επιτύχει τόν σκοπό πού επιδιώκει μέ τήν ὁδηγία, δίδοντας τόν ὁρισμό τῆς δημοσίας επιχειρήσεως, ἀνεφέρθη στην ἀποφασιστική επιρροή τοῦ δημοσίου στίς επιχειρήσεις, ἡ οποία περιγράφεται λεπτομερέστερα στην ἐν λόγω ὁδηγία. 'Αντιθέτως πρός τήν άποψη τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, ἡ ερμηνεία αυτή καθόλου δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί λόγω τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως BRT κατά SABAM ( 7 ), στην ὁποία, ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι στην προκειμένη υπόθεση, επρόκειτο, μεταξύ ἄλλων, γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ὅρού πού ἀναφέρεται στό ἄρθρο 90, παράγραφος 2, «επιχειρήσεις πού εἶναι επιφορτισμένες μέ τήν διαχείριση υπηρεσιῶν γενικού οικονομικού συμφέροντος».
Τέλος, εἶναι επίσης ὀρθό ὅτι ἡ 'Επιτροπή, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τόν στόχο τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, θεωρεί ὅτι ἡ έμμεση επίδραση τοῦ δημοσίου ἀρκεῖ ἤδη γιά νά γίνεται λόγος γιά δημοσία επιχείρηση κατά τήν έννοια τῆς ὁδηγίας, ἀφού, τελικῶς, τό μόνο γεγονός πού μέ τόν τρόπο αυτό λαμβάνεται ὑπ' ὄψη εἶναι ὅτι σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 90, παράγραφος 1, δέν πρέπει, διά παρεμβολής άλλων ἐνδιαμέσων σταδίων, νά υφίστανται ούτε μέτρα πού ἐμμέσως συνιστοῦν ενισχύσεις.
10.
'Αφοῦ διεπιστώθη ὅτι ἡ διαφορετική μεταχείριση τῶν δημοσίων έναντι τῶν ιδιωτικών ἐπιχειρήσεων ἐν σχέσει πρός τήν δημοσιότητα τῶν οικονομικῶν σχέσεων είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη, δύναμαι νά ἀσχοληθώ μέ συντομία καί μέ τήν ἑπομένη αιτίαση πού διετύπωσαν ή γαλλική καί ἡ ιταλική κυβέρνηση, ὅτι ή οδηγία επιφέρει διάκριση εἱς βάρος τῶν δημοσίων επιχειρήσεων. 'Εδώ, πρέπει, σέ συμφωνία μέ τήν 'Επιτροπή καί τίς υπέρ αὐτῆς παρεμβαίνουσες, νά τονισθεί ὅτι ή ὁδηγία πού ἀπευθύνεται στά Κράτη μέλη δημιουργεί υποχρεώσεις μόνον γιά τους παραλήπτες, ὄχι όμως καί γιά τίς δημόσιες επιχειρήσεις. Εἶναι ἐξ άλλου προφανές ὅτι, ἄν τά Κράτη μέλη επιβλέπουν καταλλήλως τίς δημόσιες επιχειρήσεις, δέν υπάρχει κατά κανόνα κανένας λόγος νά μεταθέσουν στίς επιχειρήσεις τίς υποχρεώσεις πού τά βαρύνουν, ὡς παραλήπτες τῆς ὁδηγίας.
'Ακόμη κι ἄν γίνει ὅμως δεκτό ὅτι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις οἱ υποχρεώσεις αυτές τελικώς πρέπει νά βαρύνουν τίς δημόσιες επιχειρήσεις, υπάρχουν, ἐν πάση περιπτώσει, ὅπως ελέχθη, μεταξύ τῶν κρατικών επιδοτήσεων πρός δημόσιες επιχειρήσεις καί τῶν κρατικών επιδοτήσεων πρός ιδιωτικές επιχειρήσεις τόσο ουσιώδεις διαφορές, ώστε νά δικαιολογείται μία ἀντικειμενικώς διαφορετική μεταχείριση. Αυτό υπογραμμίζεται ἐξ άλλου ἀπό τό γεγονός ὅτι, ὅπως ἀκριβώς ἀποδεικνύεται ἀπό τό άρθρο 90 της συνθήκης ΕΟΚ, ἀκόμη καί οἱ συντάκτες τῆς συνθήκης διέκριναν στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών καί τοῦ δημοσίου, μεταξύ άλλων, ὅσον άφορᾶ τήν εκτέλεση τῶν διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων, ένα ειδικό πρόβλημα, τό όποιο δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση. Ή ὁδηγία πού εξεδόθη βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 3, δέν συνιστά επομένως διάκριση εἰς βάρος τῶν δημοσίων ἐπιχειρήσεων, ἀλλ' ἀντιθέτως επιδιώκει, λόγω τοῦ κινδύνου νοθεύσεως τοῦ ἀνταγωνισμού, νά εξασφαλισθεί ίση μεταχείριση δημοσίων καί ιδιωτικών επιχειρήσεων.
'Αντιθέτως ἀπ' ὅ,τι υποστηρίζει ἡ γαλλική κυβέρνηση, δέν υπάρχει διάκριση εἰς βάρος τῶν δημοσίων, έναντι τῶν Ιδιωτικών επιχειρήσεων, ἐφ' ὅσον «ή εσωτερική ζωή» τους δέν χρειάζεται νά δοθεί στην δημοσιότητα, άλλά πρέπει νά εἶναι διαθέσιμα μόνον τά στοιχεία, τά όποια πρέπει, ἐν πάση περιπτώσει, νά ἀποκαλυφθούν σέ μιά συγκεκριμένη έρευνα.
Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου δέν δύναμαι νά συμφωνήσω μέ τήν ιταλική κυβέρνηση, ή ὁποία υποστηρίζει τήν άποψη ὅτι τό άρθρο 4 τῆς ὁδηγίας ἀντιβαίνει πρός τήν επιταγή της 'ίσης μεταχειρίσεως ὅλων τῶν δημοσίων επιχειρήσεων πού βασίζεται στό άρθρο 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, επειδή εξαιρεί ἀπό τήν υποχρέωση διαφανειας τίς δημόσιες επιχειρήσεις πού ἀναφέρονται ἐκεῖ. Ἀν ὅμως διαθέτει ἡ Ἐπιτροπή πεδίο ἐκτιμήσεως, ὡς πρός τά μέτρα πού θεωρεί σκόπιμα γιά τήν εκπλήρωση τῶν καθηκόντων της, πρέπει επίσης νά τῆς ἀναγνωρισθεῖ ἡ εξουσία νά εξαιρεί ἀπό τό πεδίο εφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας ὁρισμένες επιχειρήσεις, εφ' ὅσον αυτό εἶναι αντικειμενικῶς δικαιολογημένο.
Μιά ἀνάλογη ἀντικειμενική δικαιολογία γιά τήν εξαίρεση ὁρισμένων δημοσίων τομέων ἀπό τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας ευρίσκεται επίσης στην δωδέκάτη αιτιολογική σκέψη της, στην ὁποία ρητώς ἀναφέρεται ὅτι ὁρισμένες επιχειρήσεις θά έπρεπε νά ἐξαιρεθοῦν εἴτε λόγω τοῦ κλαδικοῦ τους χαρακτῆρος, εἴτε λόγω τοῦ ύψους τοῦ κύκλου εργασιών τους.
Αυτό πρέπει νά ισχύσει ἀκριβῶς γιά ὁρισμένους κλάδους, πού δέν τελοῦν ὑπό ἀνταγωνιστικές συνθήκες, ἑπομένως γιά τίς ἀναφερόμενες στό ἄρθρο 4 στοιχείο α τῆς ὁδηγίας δημόσιες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιῶν πού δέν εἶναι σέ θέση νά επηρεάσουν αισθητώς τό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελών. Πρέπει, περαιτέρω, νά ἐξαιρεθούν οἱ κλάδοι «πού ἀποτελοῦν ἤδη ἀντικείμενο ειδικών κοινοτικών ρυθμίσεων πού διασφαλίζουν κατάλληλη διαφάνεια», στους οποίους εμπίπτουν, κατά τίς πληροφορίες τῆς 'Επιτροπής, Ιδίως οἱ σιδηρόδρομοι καί οἱ εσωτερικές ἀεροπορικές γραμμές. Κατά τίς αιτιολογικές σκέψεις, ἡ ὁδηγία δέν εφαρμόζεται οὔτε σέ «ὁρισμένους κλάδους πού, ἐκ τῆς φύσεως τους, δικαιολογείται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ειδικών ρυθμίσεων» στους ὁποίους εμπίπτουν οἱ επιχειρήσεις παραγωγής ενεργείας, τά ταχυδρομεία καί οἱ τηλεπικοινωνίες, οἱ λοιπές εταιρίες μεταφορών καθώς καί οἱ δημόσιοι πιστωτικοί ὀργανισμοί, πού ἀναφέρονται στό στοιχεῖο β. Τελικώς, μέ τήν έκφραση «επιχειρήσεις», στίς όποιες, λόγω τῆς μικρής οικονομικής τους σημασίας, δέν δικαιολογείται ἡ διοικητική επιβάρυνση πού συνεπάγονται τά ἐν λόγω μέτρα, πρέπει νά νοοῦνται οἱ δημόσιες επιχειρήσεις πού ἀναφέρονται στό στοιχείο δ. 'Εφ' ὅσον, λόγω τῶν ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τῶν επιχειρήσεων αυτών, φαίνεται δικαιολογημένη μία διαφορετική μεταχείριση, ἡ εξαίρεση τους ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας δέν συνιστά παραβίαση τῆς επιταγής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως. 'Εξ ἄλλου, ὅπως ὀρθώς παρετήρησε ἡ 'Επιτροπή, ή κήρυξη ὡς άκυρου τῆς διατάξεως αυτής, θά είχε ὡς μόνη συνέπεια τήν διεύρυνση τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὁδηγίας.
11.
Τελικώς, μέ τό ζήτημα τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὁδηγίας συνδέεται ἡ τελευταία μομφή πού διατυπώνει επικουρικώς ή γαλλική κυβέρνηση, ὅτι δηλαδή ἡ ὁδηγία πού στηρίζεται στην συνθήκη ΕΟΚ παραβιάζει τήν αρχή τον λειτουργικοῦ διαχωρισμοῦ τῶν τριών Κοινοτήτων, ἡ ὀποία λαμβάνεται ὑπ' ὄψη στό ἄρθρο 232 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ρητώς ὁρίζει ὅτι τό παράγωγο δίκαιο πού στηρίζεται στην συνθήκη ΕΟΚ δέν τροποποιεί τίς διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ ούτε τῆς διατάξεις τῆς συνθήκης Εὐρατόμ. Ἀπό τόν ὁρισμό ὅμως τῆς δημοσίας επιχειρήσεως πού περιέχεται στό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας, καθώς καί ἀπό τίς εξαιρέσεις πού ἀπαριθμοῦνται στό άρθρο 4 τῆς ἰδίας ὁδηγίας, δύναται νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ὁδηγία, έκτός ἀπό τίς εξαιρέσεις αυτές, πρέπει νά ισχύει ὡς πρός ὅλες τίς οικονομικές σχέσεις τῶν Κρατών μελών μέ τίς δημόσιες επιχειρήσεις πού υπάγονται καί στίς τρεις συνθήκες.
Κατ' αυτής τῆς ἀπόψεως ἡ 'Επιτροπή ἀντιπαραθέτει ὅτι ἡ ρητή εξαίρεση τῶν επιχειρήσεων πού υπάγονται στην συνθήκη ΕΚΑΧ δέν ήταν ἀναγκαία, διότι ήδη ἀπό τό άρθρο 232, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ σέ συνδυασμό μέ τίς διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ περί ενισχύσεων, συνάγεται ὅτι ή ὀδηγία δέν εφαρμόζεται στίς επιχειρήσεις πού υπάγονται στην συνθήκη ΕΚΑΧ. 'Αντιθέτως, διαφορετική εἶναι ἡ περίπτωση τῶν επιχειρήσεων πού εμπίπτουν στίς διατάξεις τῆς συνθήκης Εὐρατόμ. Πράγματι, ή συνθήκη αυτή δέν περιέχει ειδικές διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων, μέ συνέπεια ὅτι ἡ γενική ρύθμιση τοῦ ἄρθρου 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ ὁποία πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη σέ συνδυασμό μέ τά ἄρθρα 92 'έως 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ισχύει κατ' ἀρχήν καί ὡς πρός τίς οικονομικές σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατῶν μελών καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων πού υπάγονται στην συνθήκη Εὐρατόμ. Ἦταν επομένως ἀναγκαίο νά προβλεφθεί ρητή εξαίρεση γιά τίς επιχειρήσεις ἀτομικής ενεργείας πού ἀναφέρονται στην ὁδηγία.
Παρ' ὅτι συμφωνώ μέ την γαλλική κυβέρνηση, ὅτι πρός τό συμφέρον τῆς σαφήνειας τοῦ δικαίου θά ήταν ὀρθό νά καθορισθεί σαφώς καί ἀναμφιβόλως τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας, θεωρώ ὅμως, ὅπως καί ἡ 'Επιτροπή, ὅτι ἡ παράλειψη αυτή δέν εἶναι τόσο σοβαρή, γιά νά δικαιολογήσει τήν ἀκύρωση τῆς ὁδηγίας, δεδομένου ὅτι ἡ κατά τήν συνθήκη ἑρμηνεία ὁδηγεί στό συμπέρασμα, ὅτι ἡ ὁδηγία δέν εφαρμόζεται στίς οικονομικές σχέσεις μεταξύ τῶν Κρατών μελών καί τῶν δημοσίων επιχειρήσεων πού υπάγονται στην συνθήκη ΕΚΑΧ. Ἐδῶ πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό άρθρο 90, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ παραπέμπει ρητώς στά άρθρα 85 ἕως 94 τῆς ιδίας συνθήκης. 'Αντιθέτως, βάσει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος γ, τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τό ζήτημα τῶν ενισχύσεων υπόκειται σέ ειδική ρύθμιση μέ τήν συνέπεια ὅτι, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ ἄρθρου 232, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, βάσει τοῦ ὁποίου ἡ συνθήκη ΕΟΚ δέν τροποποιεί τίς διατάξεις τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ἀνθρακος καί Χάλυβος, ούτε τό άρθρο 90 τῆς συνθήκης ΕΟΚ εἶναι δυνατόν νά χρησιμεύσει ὡς νόμιμη βάση γιά τήν θέσπιση μέτρων πού ἀφορούν τήν εφαρμογή τῆς ρυθμίσεως περί ενισχύσεων πού προβλέπεται στην συνθήκη ΕΚΑΧ.
'Αντιθέτως, στην συνθήκη ΕΚΑΕ δέν υπάρχει ρύθμιση πού νά ἀντιστοιχεί στην ρύθμιση τῶν άρθρων 92 έως 94 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Οἱ διατάξεις αὐτές πρέπει, επομένως, ὡς ἀναπόσπαστο τμῆμα της συνθήκης ΕΟΚ, ἡ ὁποία ἀποσκοπεί στην πλήρη οικονομική ολοκλήρωση, νά εφαρμόζονται κατ' ἀρχήν καί ὡς πρός τίς επιχειρήσεις πού υπάγονται στην συνθήκη Εὐρατόμ.
Λόγω τῆς ἀλληλεξαρτήσεως τῶν άρθρων 90 καί 92 ἑπ., τό μόνο λογικό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ πρώτη ἀπό τίς ἀναφερθείσες διατάξεις εφαρμόζεται στόν τομέα τῆς συνθήκης Εὐρατόμ. 'Ἐπρεπε, επομένως, νά εἶχε ὁρισθεῖ ρητώς στήν ὁδηγία ὅτι ἡ επιταγή περί διαφανείας δέν έπρεπε νά εφαρμόζεται στίς οικονομικές σχέσεις τοῦ δημοσίου μέ τίς επιχειρήσεις Εὐρατόμ, πού αναφέρονται στην ὁδηγία αυτή.
12.
Ἐφ' ὅσον, μετά ἀπό εξέταση ὅλων τῶν λόγων πού προέβαλαν οἱ προσφεύγουσες καί ἡ γαλλική κυβέρνηση ὡς παρεμβαίνουσα, δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεῖ ἡ νομιμότης τῆς ἀμφισβητουμενης ὁδηγίας, προτείνω τήν ἀπόρριψη τόν προσφυγών, ὡς ἀβασίμων. Δεδομένου ὅτι οἱ προσφεύγουσες ἡττήθησαν, πρέπει επίσης νά καταδικασθοῦν στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Διάταξη τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 792/79 R — Camera Care Ltd. κατά 'Επιτροπῆς — Slg. 1980, σσ. 119, 131.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης Νοεμβρίου 1977 ἐπί τῆς ὑποδέσεως 13/77 — G.B. - Inno-BM κατά Vereniging van de Kleinhandelaars in Tabak (ATAB) —, Slg. 1977, α 2115.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 22ας Μαρτίου 1977 στην ὑπόθεση 78/76 — Steinike καί Weinlig κατά 'Ομοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας —, Slg. 1977, σ. 595.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 11ης Δεκεμβρίου 1973 ἐπί τῆς υποθέσεως 120/73 — Gebr. Lorenz κατά 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας καί τοῦ Land Ρηνανίας-Παλατινάτου —, Slg. 1973, σ. 1471.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 2ας 'Ιουλίου 1974 ἐπί τῆς ὑποδέσεως 173/73 — 'Ιταλική Δημοκρατία κατά Ἐπιτροπῆς —, Slg. 1974, σ. 709.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 21ης Μαρτίου 1974 ἐπί τῆς υποθέσεως 127/73 — Belgische Radio en Televisie καί Société belge des auteurs, compositeurs et éditeurs κατά SV/SABAM καί NV Fonior —, Slg. 1974, σ. 313.
Full & Egal Universal Law Academy