ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα διαδικασία, ἡ ὁποία ἐκινήθη δυνάμει του ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία παρέβη την εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων της, δυνάμει τῆς συνθήκης καί ειδικότερα τῶν άρθρων 30 μέχρι 36, ἀπαγορεύοντας τήν εισαγωγή καί εμπορία ὅξους, ὑπό τήν ὁνομασία «vinegar» (στά ιταλικά «aceto»), ἐξαιρέσει του ὄξους πού παράγεται ἐξ οἴνου.
Ή παραγωγή καί ἡ εμπορία ὄξους διέπονται, στην Ἰταλία, ἀπό τόν νόμο 991 της 9ης 'Οκτωβρίου 1964 (Gazzetta ufficiale ἀριθ. 265 τῆς 28ης 'Οκτωβρίου 1964) καί των δυνάμει αὐτοῦ εκδοθέντων διαταγμάτων. Ό νόμος αυτός εξουσιοδοτεί τήν κυβέρνηση νά θεσπίσει νομοθεσία γιά τήν καταστολή τῆς ἀπάτης στην παρασκευή καί εμπορία γλεύκους, οἴνου καί ὄξους. Τό άρθρο 2 παράγραφος 6 ὁρίζει ὅτι ἡ δυνάμει του νόμου θεσπιζόμενη νομοθεσία ἀπαγορεύει τήν ἄμεση ἡ έμμεση χρήση, στην παρασκευή τροφίμων, συνθετικῶν ἀλκοολῶν καί προϊόντων πού περιέχουν ὀξεικό ὀξύ, τά όποια δέν προέρχονται ἀπό τήν ζύμωση του οἴνου ἡ ἀπό υγρά κατάλοιπα της ζυμώσεως.
Δυνάμει του ἀνωτέρω νόμου, ὁ πρόεδρος της Δημοκρατίας ἐξέδωσε τό ὑπ' ἀριθ. 162 διάταγμα τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1965 (Gazzetta ufficiale ἀριθ. 73 τῆς 23ης Μαρτίου 1965). Τό άρθρο 41 του ὑπ' ἀριθ. 162 διατάγματος ἐπιφυλάσσει τήν λέξη «aceto» (ὅξος) γιά «προϊόντα πού λαμβάνονται ἀπό τήν ἀξεική ζύμωση του οἴνου», τά όποια ἔχουν ειδικές φυσικές ιδιότητες. Τά άρθρο 51 (ὡς ἐτροποποιήθη ἀπό τόν νόμο ὑπ' ἀριθ. 739 τῆς 9ης 'Οκτωβρίου 1970, (Gazzetta ufficiale ἀριθ. 270 τῆς 24ης 'Οκτωβρίου 1970) ὁρίζει ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ μεταφορά, ή κατοχή πρός πώληση, ἡ εμπορία ἡ ἡ καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο συναλλαγή προς χρησιμοποίηση, ἀμέσως ἡ εμμέσως, στην κατανάλωση παρ' ανθρώπων συνθετικών αιθυλικών ἀλκοολῶν καί προϊόντων πού περιέχουν ὀξεικό ὀξύ, μή προερχομένων ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση του οἴνου καί προϊόντων παραγομένων ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση τοῦ οἴνου, τά όποια δέν δύνανται νά χαρακτηρισθούν ὡς ὄξος σύμφωνα μέ τό άρθρο 41.
Τό ἄρθρο 60 ορίζει ὅτι «οἱ διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται παρομοίως ἐπί προϊόντων εισαγομένων ἐκ του εξωτερικού».
Γιά τήν παράβαση τῶν άρθρων 41 καί 51 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις.
Ή 'Επιτροπή ἐσχημάτισε τήν ἄποψη ὅτι τό ὑπ' ἀριθ. 162 διάταγμα ήταν ἀσυμβίβαστο πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό διάταγμα ήταν ἰκανό νά εμποδίσει, ἀμέσως ή εμμέσως, πραγματικῶς ἡ δυνητικῶς, τό ενδοκοινοτικό εμπόριο ὄξους καί παρασκευασμάτων τροφίμων πού περιέχουν ὄξος. Στίς 14 Δεκεμβρίου 1978, ὁ Viscount Davignon ἀπηύθυνε, γιά λογαριασμό της 'Επιτροπής, πρός τόν ιταλό 'Υπουργό 'Εξωτερικών μιά επιστολή, μέ τήν ὁποία διετύπωσε τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί του θέματος, καθώς καί τήν αιτιολόγηση της. Στην επιστολή ἀνεφέρετο ὅτι ἡ ἐκεῖ εκτιθέμενη γνώμη 'ίσχυε μόνο ἐπί περιέχοντος ἀλκοόλη ὄξους, τό ὁποῖο λαμβάνεται ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση γεωργικών προϊόντων. Ὑπεγραμμίσθη δέ ρητώς καί σαφώς ὅτι ή γνώμη αυτή δέν ίσχυε ἐπί συνθετικοῦ ὀξεικοῦ ὀξέος. Ή Ἐπιτροπή ἐκάλεσε τήν ιταλική κυβέρνηση, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά τῆς γνωρίσει τις παρατηρήσεις τῆς ἐντός δύο μηνών ἐπί της γνώμης πού διετύπωσε ἡ 'Επιτροπή μέ την ἐν λόγω επιστολή, επεφύλαξε δε δι' αυτής τό δικαίωμά τῆς νά ἐκδώσει δυνάμει του ἀνωτέρω ἄρθρου αιτιολογημένη γνώμη.
Ἡ ιταλική κυβέρνηση δέν ἀπέστειλε τίς παρατηρήσεις τῆς μέχρι τήν 8η Νοεμβρίου 1979, ὁπότε ἀπηύθυνε πρός τήν Ἐπιτροπή μιά ἀνακοίνωση, ὑποστηρίζοντας ὅτι εἶχε ἀποχρῶντες λόγους νά διατηρήσει τό ὑπ' ἀριθ. 162 διάταγμα.
Τήν 19η Νοεμβρίου, ἡ Ἐπιτροπή ἐξέδωσε μία γνώμη, αιτιολογώντας γιατί ἐθεώρησε ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία εἶχε παραλείψει νά ἐκπληρώσει τίς δυνάμει τῆς συνθήκης υποχρεώσεις της. Ή αιτιολογημένη γνώμη δέν περιωρίσθη ρητώς στό ὄξος πού παράγεται ἀπό γεωργικά προϊόντα ἀλλά ἀνεφέρθη στην ἀπό 14 Δεκεμβρίου 1978 ἐπιστολή, χωρίς νά διαγράφει τήν εξαίρεση του συνθετικού ὀξεικοῦ ὀξέος ἀπό τήν έκταση τῆς διερευνήσεως. 'Επί πλέον, σέ περισσότερες ἀπό μία παραγράφους έκανε λόγο περί παραγομένου ἐκ ζυμώσεως ὄξους.
Τήν 26η 'Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 788/79, ὁ ὁποία προήλθε ἀπό τήν ποινική διαδικασία κατά του Herbert Gilli καί Paul Andres[1980] ECR 2071, τό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), σέ αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀπεφάνθη ὅτι ή έννοια τῶν μέτρων ισοδυνάμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τῶν εισαγωγῶν ἀποτελέσματος, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται στό άρθρο 30 τῆς ἐν λόγω συνθήκης, πρέπει νά εννοείται ὡς σημαίνουσα ὅτι ἡ επιβαλλομένη ὑπό ἐνός Κράτους μέλους ἀπαγόρευση ἐπί τῆς εισαγωγής ἡ εμπορίας ὄξους, πού περιέχει ὀξεικό ὀξύ, μή παραγόμενο ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση του οἴνου καί ειδικότερα του ὄξους ἐκ μήλων, εμπίπτει εἰς τήν ἐν λόγω διάταξη, όταν πρόκειται γιά ὄξος τό όποιο νομίμως παρεσκευάσθη καί διε-τέθη στό ἐμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους.
Ἐν συνεχεία, τήν 28η 'Ιουλίου 1980 ἡ 'Επιτροπή ἀπηύθυνε πρός τήν ιταλική κυβέρνηση μιά ἀκόμη αιτιολογημένη γνώμη, εφιστώντας τήν προσοχή σέ μία παράγραφο της ἀποφάσεως στην υπόθεση 788/79, ή ὁποία ἀναφέρεται σέ ὄξος ἀπό μήλα. Προσέτι, ἡ 'Επιτροπή ἐχαρακτήρισε τήν ἀπό 14 Δεκεμβρίου 1978 επιστολή ὡς έναρξη τῆς διαδικασίας πού προβλέπει τό άρθρο 169, χωρίς νά τροποποιήσει, μέ κανέναν τρόπο, τήν ἐξαίρεση τοῦ συνθετικού ὀξεικοῦ ὀξέος.
Ἡ 'Επιτροπή, μέ τήν ἀπό 26ης Σεπτεμβρίου 1980 προσφυγή τῆς πρός τό Δικαστήριο, δέν ἐδήλωσε ρητώς ὅτι επεδίωκε νά ἀνακαλέσει τήν ἐν λόγω εξαίρεση.
Ἡ γαλλική κυβέρνηση, μέ σύντομες γραπτές παρατηρήσεις, ἐδήλωσε ὅτι κύριο ενδιαφέρον τῆς στην υπόθεση ήταν νά υπερασπισθεί τήν άποψη ὅτι τά Κράτη μέλη δύνανται νά ἀπαγορεύουν τήν ἐμπορία συνθετικού ὀξεικοῦ ὀξέος.
Σέ μιά ἀπό τίς τελευταίες φάσεις της παρούσης διαδικασίας, ὁ πληρεξούσιος της 'Επιτροπής ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ παρούσα δίκη πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι άφορᾶ τό συνθετικό ὄξος όχι λιγότερο ἀπό τό ὄξος πού παράγεται ἐκ τῆς ζυμώσεως γεωργικών προϊόντων. Ὑπεστήριξε ὅτι κάθε περιορισμός πού ἡ 'Επιτροπή διετύπωσε στην προσφυγή τῆς δέν περιώριζε τό ἀντικείμενο μεταγενεστέρας δίκης.
Δέν δέχομαι τήν ευρύτητα τοῦ τελευταίου αὐτοῦ ἰσχυρισμοῦ. Ή 'Επιτροπή, προτού κινήσει τήν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία εναντίον Κράτους μέλους, ὑποχρεοῦται νά προβεί σέ δύο ἐνέργειες: πρώτον, ὀφείλει νά παράσχει στό ἐνδιαφερόμενο κράτος τήν δυνατότητα νά γνωρίσει τίς παρατηρήσεις του καί δεύτερον ὀφείλει νά εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη. Αὐτά δέν ἀποτελοῦν άπλές τυπικότητες, ἀλλά ουσιώδεις εγγυήσεις, ώστε νά δύνανται τά Κράτη μέλη νά ὑπερασπίζονται ἡ νά μεταβάλουν τις θέσεις τους, ούτως ώστε νά ἀποφεύγουν νά ἐκτίθενται σέ ἕνδικες διαδικασίες. Ἕπεται λοιπόν ὅτι ή Ἐπιτροπή ὤφειλε, κατ' ἀρχήν, νά μήν συμπεριλάβει στην κατά τό άρθρο 169 προσφυγή θέμα τό όποιο ἔχει ρητῶς εξαιρέσει ἀπό τήν επιστολή της, μέ τήν όποια ἐκάλεσε τό κράτος νά γνωρίσει τίς παρατηρήσεις του. "Αν θέλει νά διευρύνει τήν έκταση τῆς διερευνήσεως, ἡ 'Επιτροπή οφείλει νά παρέχει ρητῶς στό ἐνδιαφερόμενο κράτος τήν δυνατότητα νά γνωρίσει τίς παρατηρήσεις του.
'Ακόμη καί ἄν ἡ 'Επιτροπή δύναται, μέ τήν αιτιολογημένη γνώμη της, νά διευρύνει τήν φερομένη παράβαση (βάσει του ὅτι ἀπό κοινού ἡ επιστολή καί ἡ γνώμη τῆς 'Επιτροπής προσδιορίζουν τό πεδίο τῆς μετέπειτα δίκης (ὑπόθ. 45/64 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας [1965] ΕCR 857), αὐτό πρέπει νά τό πράξει ρητώς καί ἀπεριφράστως σέ περίπτωση οπού έχει ἐξ ἀρχής περιορίσει τήν φερομένη παράβαση μέ ειδική εξαίρεση. Καμμία ἀπό τίς δύο αιτιολογημένες γνώμες στην παρούσα υπόθεση δέν πληροί τό κριτήριο αυτό. Τουναντίον, ἡ αναφορά της ἀπό 19ης Νοεμβρίου 1979 γνώμης εις ὄξος παραγόμενο ἐκ ζυμώσεως δείχνει τό εντελώς ἀντίθετο, ἄν, ὁπως ἐξήγησε κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ὁ πληρεξούσιος τῆς 'Επιτροπής, μερικοί τύποι ὄξους («ἐξ ὁλοκλήρου συνθετικό ὄξους») παράγονται μέ χημική διαδικασία, χωρίς καμμία ζύμωση.
Προσέτι, ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ προσφυγή στό Δικαστήριο προσδιορίζει τό ἀντικείμενο της διαδικασίας (υπόθεση 232/78 'Επιτροπή κατά Γαλλίας [1979] ΕCR 2729), μου φαίνεται ὅτι όπου, στίς προδικαστικές διαδικασίες έχει γίνει ρητή εξαίρεση, τό θέμα πρέπει σαφώς νά διευκρινίζεται στην προσφυγή πρός τό Δικαστήριο, ἄν ἡ 'Επιτροπή θέλει νά μεταβάλει τήν βάση της. Αυτό δέν μου φαίνεται νά τό έχει κάμει στην παρούσα υπόθεση.
Κατά τήν γνώμη μου, ούτε τό επιχείρημα της Ἐπιτροπῆς ὅτι οἱ ἀπαντήσεις τῆς ιταλικής κυβερνήσεως εἶναι οἱ 'ίδιες ὅσον άφορᾶ τό συνθετικό ὀξεικό ὀξύ, ούτε τό γεγονός ὅτι ἡ ιταλική κυβέρνηση ανεφέρθη πράγματι στό συνθετικό ὀξεικό ὀξύ στό υπόμνημα τῆς υπερασπίσεως της, επηρεάζουν τήν κατάσταση στην προκειμένη υπόθεση.
Δέν δέχομαι τό ἐπιχείρημα πού προεβλήθη γιά λογαριασμό τῆς 'Επιτροπής, ὅτι στην κατά τό άρθρο 169 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ἡ 'Επιτροπή ἐλευθερώνεται ἀπό κάθε ἐμπόδιο πού επιβάλλεται ἀπό τήν επιστολή τῆς καί τήν γνώμη της, ένεκα του ὅ,τι εἶπε τό Δικαστήριο στίς συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις 142/80 καί 143/80, Essevi καί Salendo, τῆς 28ης Μαΐου 1981, οἱ όποιες δέν ἔχουν ἀκόμα δημοσιευθεῖ στην Συλλογή. 'Αντιθέτως, τό Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή ἀπεφάνθη (στην σκέψη 15) ὅτι ἡ αιτιολογημένη γνώμη έχει ὡς λειτουργία τόν προσδιορισμό τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐνδίκου διαδικασίας. Ή ἐν συνεχεία παρατήρηση του Δικαστηρίου ὅτι οἱ γνωστοποιήσεις καί οἱ αιτιολογημένες γνώμες τῆς 'Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 169, δέν δύνανται νά προσδιορίζουν δικαιώματα ἡ υποχρεώσεις τῶν Κρατών μελών δυνάμει τῆς συνθήκης, ουδαμώς ἀντιβαίνει σέ ὅ,τι ἐλέχθη στην σκέψη 15 ούτε στην άποψη πού έχω διατυπώσει.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ παρούσα προσφυγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀφορώσα τό συνθετικό ὀξεικό ὀξύ.
Ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδέχθη, ορθώς κατά τήν γνώμη μου έστω καί ἀπρόθυμα, ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶναι διατεθειμένη, ἐάν τό Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο, νά περιορίσει τήν προσφυγή τῆς στό ἐκ ζυμώσεως παραγόμενο ὄξος. 'Αντιλαμβάνομαι ὅτι μέ αυτό ἐννοοῦσε ὅτι ἡ 'Επιτροπή ήταν διατεθειμένη νά περιορίσει τήν παρούσα προσφυγή τῆς στό παραγόμενο ἐκ ζυμώ-σεως γεωργικῶν προϊόντων ὄξος, ἐξαιρέσει παντός άλλου. Γιά τους λόγους πού ήδη ἀνέπτυξα, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει τουλάχιστον νά ἀποφανθεί ὅτι εἶναι σκόπιμο νά περιορισθεί ἡ υπόθεση σέ ὄξος παραγόμενο ἐκ τῆς ζυμώσεως γεωργικῶν προϊόντων.
Καίτοι τό Δικαστήριο έχει τήν γνώμη ὅτι τό συνθετικό ὄξος καλύπτεται ἀπό τήν προσφυγή, έχει ήδη δηλώσει, καί αυτό είναι ἀνεξάρτητο ἀπό τήν γνώμη μου, ὄτι στους διαδίκους, συμπεριλαμβανομένης τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, πρέπει νά παρασχεθεί ἡ δυνατότης νά υποβάλουν περαιτέρω παρατηρήσεις ἐπί του ἐν λόγω σημείου του θέματος.
Πραγματεύομαι τίς αιτιάσεις τῆς 'Επιτροπής μέ βάση τό ὅτι ἡ παρούσα προσφυγή δέν άφορᾶ τό συνθετικό ὄξος.
Ὑπεστηρίχθη ὅτι τό ὑπ' ἀριθ. 162 διάταγμα συνεπάγεται δύο. ξεχωριστές παραβιάσεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ή πρώτη ἀπό αυτές εἶναι ἡ παραβίαση πού ελέχθη ὅτι απορρέει ἀπό τήν ἀπαγόρευση εισαγωγής καί ἐμπορίας ὄξους πλην εκείνου πού παράγεται ἐκ της ζημώσεως του οἴνου, ἡ ὁποία περιέχεται στό άρθρο 51 τοῦ ἐν λόγω διατάγματος. Μου φαίνεται σαφές ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀσχοληθεί μέ τήν πλευρά αυτή του θέματος στην ὑπόθεση 788/79 Gilli καί Andres, ἀποφανθέν ὅτι μιά τέτοια ἀπαγόρευση εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅταν ἐφαρμόζεται ἐπί προϊόντων νομίμως παραχθέντων καί διατεθέντων στό ἐμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους. Δέν δέχομαι τό ἐπιχείρημα ὅτι πρέπει νά περιορισθεί ἡ ἀπόφαση αυτή, διότι επρόκειτο περί παραπομπής δυνάμει του ἄρθρου 177, ἐνῶ ή παρούσα υπόθεση έρχεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου δυνάμει του ἄρθρου 169. Ὅ,τι ἀπεφασίσθη στην υπόθεση ἐκείνη μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νά τύχει εφαρμογής καί στην παρούσα υπόθεση. Κανένα επιχείρημα δέν προεβλήθη, τό όποῖο θά ἠδύ-νατο νά πείσει τό Δικαστήριο νά ἀποστεῖ ἀπό τήν προηγουμένη ἀπόφαση του. Κατά τήν γνώμη μου, ὀρθό θά ήταν τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί στην παρούσα υπόθεση ὅτι καί τό άρθρο 51 τοῦ ὑπ' ἀριθ. 162 διατάγματος καί ἡ εκτέλεση του είναι ἀσυμβίβαστα πρός τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅταν εφαρμόζονται ἐπί ὄξους πλην του συνθετικού ὄξους, τό όποιο έχει νομίμως παραχθεί καί διατεθεί στό εμπόριο ἐντός άλλου Κράτους μέλους.
Τό δεύτερο στοιχείο κατά τό όποιο ελέχθη ὅτι τό ὑπ' ἀριθ. 162 διάταγμα παραβιάζει τήν συνθήκη ΕΟΚ ήταν ὅτι ἀπαγόρευσε τήν εμπορία, ὑπό τήν ὀνομασία «aceto», ὄξους πλην εκείνου πού παράγεται ἀπό τόν οἶνο — ἀπαγόρευση πού περιέχεται στό άρθρο 41 του διατάγματος αὐτοῦ, Ὑπε-στηρίχθη ὅτι ἡ ἀπαγόρευση αὐτή καθιστά τήν ἐντός τῆς 'Ιταλίας πώληση φυσικού ὅξους, παραγομένου ἐκ ζυμώσεως οὐσιῶν πλην του οἴνου, μή ελκυστική στους καταναλωτές. Πράγματι, σέ ένα σημείο ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέφερε ὅτι τέτοιο εἶδος ὄξους κατέστη «σχεδόν ἀδύνατον νά πωληθεί» εντός τῆς ἐν λόγω χώρας. 'Επομένως, εἶπε ἡ 'Επιτροπή, ἡ ἀπαγόρευση ισοδυναμούσε μέ έναν ἀπό τους κανόνες ἐμπορίας, τους ὁποίους θεσπίζουν τά Κράτη μέλη καί οἱ όποιοι εἶναι ικανοί νά εμποδίσουν, ἀμέσως ἡ ἐμμέσως, πραγματικῶς ή δυνητικῶς τό ενδοκοινοτικό ἐμπόριο καί πρέπει νά θεωρηθεί ὡς μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 8/74, Procureur du Roi κατά Dassonville [1974]ECR 837.
Ὑποστηρίζεται ἐξ άλλου ὅτι «aceto» στην 'Ιταλία σημαίνει γιά τόν καταναλωτή ὄξος παραγόμενο ἐξ οἴνου, δεδομένου ὅτι αυτό εἶναι εκείνο πού αυτός ἕχει πάντοτε καί ἀποκλειστικά συνηθίσει νά ἀγοράζει καί νά χρησιμοποιεί. Ἐπομένως, ὁ περιορισμός αυτός δικαιολογείται.
Ή δυσκολία αύτη ἀνακύπτει κυρίως, διότι, παρά τά ψηφίσματα του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1969, OJ 1969 ἀριθ. C 76/75, καί τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1973, ΟJ 1973 ἀριθ. C 117/1, δέν έχει ληφθεί κανένα μέτρο γιά την ἐναρμόνιση τῶν εθνικών νομοθεσιῶν περί τῶν περί ὄξους επιγραφῶν.
'Από παλαιότερες ἀποφάσεις του Δικαστηρίου φαίνεται ὅτι πρέπει νά ληφθούν ὑπ' ὄψη δύο διαφορετικές ἀρχές.
Ἀφ' ἑνός, ένας περιορισμός ἐπί τῆς χρήσεως ενός γενικοῦ ὅρου, μέ τόν ὁποῖο διατίθενται στό ἐμπόριο τά εμπορεύματα, είναι ικανός νά ἀποτελέσει περιορισμό τοῦ εἴδους πού ἀπαγορεύει τό ἄρθρο 30. Αυτό δύναται πχ. νά συμβεί ὅταν ἡ ἐθνική νομοθεσία επιφυλάσσει τήν χρησιμοποίηση μιᾶς συγκεκριμένης ὀνομασίας στην εθνική παραγωγή, αναγκάζοντας ἔτσι τους παραγωγούς ἄλλων Κρατών μελών νά χρησιμοποιούν ὀνομασίες οι όποιες εἶναι άγνωστες στόν καταναλωτή ἡ τίς όποιες αυτός δέν έχει σέ υπόληψη. Βλέπε υπόθεση 12/74, Επιτροπή κατά Γερμανίας [1975] E CR 181, σ. 198. Ἕνας τέτοιος περιορισμός δύναται νά ἀποτελέσει παράβαση του άρθρου 30, ἀκόμη καί ἄν δέν δημιουργεί διακρίσεις, ὑπό τήν έννοια ὅτι επιφυλάσσει μία συγκεκριμένη ὀνομασία γιά τήν ἐγχώρια παραγωγή. Όταν, ἀντιθέτως, ή εθνική νομοθεσία επιβάλλει τήν υποχρέωση ὅπως χρησιμοποιείται μιά συγκεκριμένη ονομασία, σέ μιά καθορισμένη γλώσσα, γιά όλα τά προϊόντα ὁρισμένου εἵδους, δύναται νά ισοδυναμεί μέ περιορισμό ἐπί του εμπορίου μεταξύ τῶν Κρατών μελών, καθ' ὅσον επιβάλλει ἐπί του εἰσαγωγέως τήν ἐνόχληση καί τήν δαπάνη θέσεως νέων ἐπιγραφών ἐπί τῶν προϊόντων του. Βλέπε υπόθεση 27/80, Anton Adriaan Fietje [1980] ECR 3839, σκέψη 10, στην οποία ή ἀμφισβητηθείσα νομοθεσία ἀπαιτούσε ἀπό τόν εισαγωγέα νά μεταχειρίζεται μιά ειδική επιγραφή, κάνοντας χρήση του εμπορικού ορου πού έχει υιοθετηθεί στην χώρα εισαγωγής. 'Επί πλέον, ένα Κράτος μέλος δέν δύναται νά στηριχθεί νομικώς στό άρθρο 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ γιά νά ισχυρισθεί ὅτι ένας τέτοιος περιορισμός, ὁ όποιος ἀποβλέπει στην προστασία τῶν καταναλωτών καί στην εντιμότητα τῶν συναλλαγών, εἶναι παράνομος. Ούτε ἡ προστασία τῶν καταναλωτών ούτε ἡ ἐντιμότης τῶν εμπορικών συναλλαγών συμπεριλαμβάνεται μεταξύ τῶν εξαιρέσεων του άρθρου 36. Ἕπεται λοιπόν ὅτι δέν δύναται νά γίνει επίκληση τῶν λόγων αυτών δυνάμει τοῦ άρθρου 36. Βλέπε υπόθεση 113/80, 'Επιτροπή κατά Ἱρλανδίας, τῆς 17ης 'Ιουνίου 1981 στή σκέψη 8, ἡ οποία δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή.
'Εξ άλλου, μιά ἀπαγόρευση τῆς χρησιμοποιήσεως ενός συγκεκριμένου ὅρου γιά τήν διάθεση τῶν ἐμπορευμάτων, ὅταν ἐφαρμόζεται ἀδιακρίτως ἐπί εγχωρίων καί εισαγομένων εμπορευμάτων δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε παράβαση του ἄρθρου 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Όπως τό Δικαστήριο απεφάνθη στην υπόθεση 27/80 Anton Adriaan Fietje στή σκέψη 11 :
«"Αν εθνικοί κανόνες περί συγκεκριμένου προϊόντος περιλαμβάνουν τήν υποχρέωση χρησιμοποιήσεως μιᾶς ονομασίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετά ακριβής ώστε νά πληροφορεί τόν ἀγοραστή περί τῆς φύσεως του προϊόντος καί νά καθιστά δυνατή τήν διάκριση του ἀπό προϊόντα μέ τά όποια ἐνδέχεται νά συγχυσθεί, ενδέχεται κάλλιστα νά καταστεί ἀναγκαίο, προκειμένου νά παρασχεθεί ἀποτελεσματική ἡ προστασία στους καταναλωτές, νά ἐπεκταθεί ἡ υποχρέωση αυτή καί στά εισαγόμενα προϊόντα...»
Ή ποχρέωση αὐτή δύναται νά δικαιολογηθεί πρός προστασία συμφερόντων των παράγωγων ἀπό τόν αθέμιτο ἀνταγωνισμό καί τῶν καταναλωτῶν ἀπό πληροφόρηση πού ενδέχεται νά τους παραπλανήσει (Ἐπιτροπή κατά Γερμανίας ἔνθ, ἀνωτέρω, σ. 194). Μιά τέτοια ἀπαγόρευση δύναται, κατά τήν διατύπωση πού ἐχρησιμοποίησε τό Δικαστήριο, νά «δικαιολογηθεῖ ὡς ἀναγκαία, ώστε νά ικανοποιούνται οἱ επιτακτικές ἀπαιτήσεις πού ἔχουν ιδίως σχέση μέ... τήν εντιμότητα τῶν εμπορικῶν συναλλαγών καί τήν προστασία του καταναλωτού»: βλέπε υπόθεση 120/78, Rewę κατά Bundesmonopolverwaltung fur Branntwein [1979] ECR 649, σ. 662 υπόθεση 788/79, Gitt καί Andres, σ. 2078 υπόθεση 130/80, Fabriek voor hoogwaardige voedingsprodukten Kelderman B V τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1981, στην σκέψη 6, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή. Κάθε άλλο ἀποτέλεσμα θά ήταν ἀσυνεπές οχ ι μόνο πρός τίς ἀποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, άλλά καί πρός τήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ὁδηγίας του Συμβουλίου 79/112/ΕΟΚ τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1978 περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιών των Κρατών μελών σχετικά μέ τήν επισήμανση καί τήν παρουσίαση τῶν τροφίμων πού προορίζονται γιά τόν τελικό καταναλωτή καθώς ἐπίσης καί τήν διαφήμιση τους (ΕΕ ειδ. ἔκδ., τόμ. 03/024, σ. 33). Αυτό ορίζει, στην παράγραφο 1, ὅτι ἡ ὀνομασία ὑπό τήν ὁποία πωλείται ἕνα τρόφιμο πρέπει νά είναι ἡ ὀνομασία πού ἔχει καθορισθεί ἀπό νόμους, διατάγματα ἡ διοικητικές διατάξεις πού ἐφαρμόζονται ἐπί του οικείου τροφίμου ή, ελλείψει μιᾶς τέτοιας ὀνομασίας, ή ονομασία πού εἶναι συνήθης εντός του Κράτους μέλους οπού πωλείται τό προϊόν πρός τόν τελικό καταναλωτή.
Ἔχει βεβαίως γίνει εὐρέως δεκτό ὅτι τό γεγονός ὅτι επιβάλλεται ένας παρόμοιος περιορισμός ἐπί τῶν ἐγχωρίων παραγωγών του κράτους, αυτό καθ' ἑαυτό, δέν ἀποτελεί ἀπάντηση στον ισχυρισμό ὅτι ἕνα κράτος παραβιάζει τίς ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρεώσεις του.
Ἐφαρμόζοντας τίς ἀρχές αυτές ἐπί τῶν περιστατικών τῆς παρούσης υποθέσεως, μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ πληρεξούσιος τῆς ιταλικής κυβερνήσεως έχει δεχθεί ὅτι ὁ ὅρος «aceto» εἶναι ἡ κατάλληλη γενική λέξη γιά τό «ὄξος» τόσον ἀπό πλευράς γλωσσικής όσον καί ἀπό πλευράς κοινού δασμολογίου. 'Εξ άλλου, τό μόνον ὄξος πού εἶναι γνωστό στους περισσοτέρους καταναλωτές στην 'Ιταλία εἶναι τό ὄξος πού παράγεται ἀπό τόν οἶνο. Ἑπομένως, τό νά εμποδίζονται οἱ εισαγωγείς νά χρησιμοποιούν τήν λέξη «aceto» καθ ὁλοκληρία σημαίνει ὅτι οἱ ἀγοραστές δέν θά γνωρίζουν ὅτι τό προσφερόμενο πρός πώληση προϊόν εἶναι ὄξος. Αυτό σαφώς φαίνεται ὅτι εἶναι ἱκανό νά εμποδίσει, ἀμέσως ἡ εμμέσως, πραγμα-τικῶς ἡ δυνητικῶς, τό ενδοκοινοτικό εμπόριο ὄξους. Περαιτέρω, ἄν οἱ παραγωγοί ονομάσουν τό προϊόν τους πού δέν παράγεται ἀπό τόν οἶνο απλώς «aceto», αυτό ὁδηγεί σέ παραπλάνηση, διότι οἱ ἀγοραστές στην 'Ιταλία θά υποθέσουν ὅτι πρόκειται περί ὄξους ἐξ οἴνου καί, βάσει της προαναφερθείσης σκέψεως τῆς σκέψεως της ἀποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Fietje (υπόθεση 27/80), αυτό δύναται νά περιορισθεί ἀπό τήν εθνική ἀρχή.
Μου φαίνεται λοιπόν ὅτι στην παρούσα κατάσταση τῆς νομοθεσίας, ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία δέν παραβαίνει τίς ἐκ της συνθήκης υποχρεώσεις της, ὅταν απαγορεύει τήν χρήση τῆς λέξεως «aceto», πού χρησιμοποιείται μόνο ὡς περιγραφή τοῦ ὄξους πού δέν παράγεται ἀπό οἶνον. 'Αντιθέτως, παραβαίνει τίς υποχρεώσεις της κατά τό μέτρο πού ἁπαγορεύει τήν χρήση της λέξεως «aceto», ὑπό τήν γενική έννοιά της, συνδυαζομένη μέ μιά άλλη ἡ μέ άλλες λέξεις, οἱ όποιες δηλώνουν ὅτι τό προϊόν προέρχεται ἀπό οὐσία άλλη πλην του οἴνου, ὅπως εἶναι ὁ μηλίτης οἶνος. Τό ἐνδεχόμενο ἡ τό πραγματικό γεγονός ὅτι στους ιταλούς ἀγοραστές εἶναι δυνατόν ὁ συνδυασμός αυτός τῶν λέξεων νά φανεῖ ἀρχικώς ασυνήθης ἡ παράξενος δεν μου φαίνεται ότι ἀρκοῦν γιά νά ἀναιρέσουν τό ἀποτέλεσμα αυτό.
"Αν, ἀντίθετα πρός ὅ,τι ἀντελήφθην ὅτι ἔγινε δεκτό κατά την ἐπ' ἀκροατηρίου διαδικασία, τό Δικαστήριο δέν πεισθεί ὅτι τό «aceto» ἔχει τήν γενική έννοια στην ὁποία ἀνεφέρθην, τότε μου φαίνεται δέν πρέπει νά ἀποφανθεί ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβεί τίς ἐκ τῆς συνθήκης υποχρεώσεις της, κατά τήν κειμένη νομοθεσία.
Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 69 παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας, ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα, ἄν υπάρχει σχετικό αίτημα.
Ή Ἰταλική Δημοκρατία δέν υπέβαλε αίτημα περί επιδικάσεως τῶν δικαστικών εξόδων της. Συνεπώς, δέν θά προτείνω υπέρ αὐτῆς.
Ἑπομένως, κατά τήν γνώμη μου, τό Δικαστήριο πρέπει νά ἀποφανθεί ὅτι ἡ 'Ιταλική Δημοκρατία:
(1)
παρέλειψε νά εκπληρώσει τῆς ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρεώσεις της, κατά τό μέτρο πού ἀπαγορεύει τήν εισαγωγή καί τήν ἐν συνεχεία εμπορία προϊόντων χρησιμοποιουμένων ἀμέσως ἤ εμμέσως στην κατανάλωση παρ' ἀνθρώπων, τά όποια περιέχουν ὀξεικό ὀξύ (πλην τοῦ συνθετικοῦ ὀξεικοῦ ὀξέος) καί δέν προέρχονται ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση τοῦ οἴνου καί προϊόντων παραγομένων ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση τοῦ οἴνου, τά όποια δέν δύνανται νά χαρακτηρισθούν ὡς ὄξος σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 41 τοῦ ὑπ' ἀριθ. 162 διατάγματος τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1965, τό όποιο εξέδωσε ὁ πρόεδρος τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας'
(2)
δέν παρέλειψε νά εκπληρώσει τέτοιου είδους υποχρεώσεις της, ἀπαγορεύοντας τήν χρήση τῆς λέξεως «aceto», ὅταν αυτή χρησιμοποιείται μόνο γιά τήν περιγραφή προϊόντων πού δέν λαμβάνονται ἀπό τήν ὀξεική ζύμωση τοῦ οἴνου
(3)
δέν παρέλειψε νά εκπληρώσει τέτοιου είδους υποχρεώσεις, ἀπαγορεύοντας τήν χρήση τῆς λέξεως «aceto», όταν συνδυάζεται μέ άλλες λέξεις πού εμφαίνουν επαρκῶς τήν πηγή ἀπό τήν ὁποια προέρχεται τό προϊόν καί αύτη εἶναι πηγή έκτός τοῦ οἴνου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy