ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΗΝ 1Η 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα υπόθεση ἔχει ὡς ἀντικείμενο την ἑρμηνεία τοῦ ὅρου «βασικός μισθός», πού χρησιμοποιεῖται στό άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Τό πρόβλημα τίθεται μέσα στό πλαίσιο τοῦ υπολογισμού, γιά τήν χορήγηση κοινοτικής συντάξεως γήρατος, τῶν συνταξίμων ετῶν, τά όποια ἀναγνωρίζονται βάσει παρασχε-θεισῶν προγενεστέρως υπηρεσιών πρόκειται στην ουσία νά ἐξακριβωθεί ἄν, γιά τόν ὑπολογισμό τοῦ ποσού τοῦ βασικού μισθοῦ, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ή επίπτωση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἐπί τῶν ἀναφερομένων στόν πίνακα τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ἀριθμών.
Πρέπει νά διευκρινισθεί ἀμέσως ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως «ὁ υπάλληλος πού εισέρχεται στην υπηρεσία μιας ἀπό τίς Κοινότητες, μετά τήν λήξη τῶν καθηκόντων του σέ διοίκηση, σέ εθνικό ή διεθνή ὀργανισμό ἡ σέ επιχείρηση, ἔχει τήν εὐχέρεια, κατά τό χρόνο τῆς μονιμοποιή-σεώς του, νά καταβάλει στην Κοινότητα στην ὁποία υπάγεται: — εἴτε τό στατιστικό ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος πού εἶχε ἀποκτήσει στην διοίκηση, τόν εθνικό ἡ διεθνή ὀργανισμό ή τήν επιχείρηση, ὅπου υπαγόταν — εἴτε τό κατ' ἀποκοπήν ποσό τῆς εξαγοράς πού τοῦ ὀφείλεται ἀπό τό ταμείο συντάξεως αυτής τῆς διοικήσεως, τοῦ ὀργανισμού ἡ τῆς επιχειρήσεως κατά τό χρόνο τῆς ἀποχωρήσεως του». Τό ἴδιο άρθρο προβλέπει ὅτι, ̥ταν ὁ υπάλληλος κάνει χρήση τῆς ευχέρειας αὐτής, «τό όργανο, στό όποιο υπηρετεί ὁ υπάλληλος, καθορίζει, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τόν βαθμό μονιμοποιήσεως, τόν ἀριθμό τῶν συνταξίμων ετών πού συνυπολογίζει, σύμφωνα μέ τό καθεστώς πού τόν διέπει, δυνάμει τοῦ χρόνου προϋπηρεσίας βάσει τοῦ ποσού τοῦ στατιστικού ἰσοδυνάμου ἡ τοῦ κατ' ἀποκοπήν ποσοῦ τῆς εξαγοράς». Πάντως, ἡ διάταξη αὐτή δέν ὁρίζει τά κριτήρια σύμφωνα μέ τά όποια πρέπει νά υπολογισθεί ὁ ἀριθμός τῶν συνταξίμων ετών, τά όποια θά ληφθούν ὑπ' ὄψη τά κριτήρια αυτά ὁρίζονται στό άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν γενικών διατάξεων περί ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 (ἐδημοσιεύθησαν στόν ταχυδρόμο τοῦ προσωπικοί) ἀριθ. 77 τῆς 29ης 'Ιουλίου 1969), τό όποιο προβλέπει ὡς βάση τοῦ υπολογισμού τό μετεφερθέν ποσό (τοῦ στατιστικοί) ισοδυνάμου ἡ τοῦ κατ' ἀποκοπήν ποσοῦ τῆς ἐξαγοράς) καί τήν μετατροπή του «σέ θεωρητική πρόσοδο σέ συνάρτηση μέ τίς ἀσφαλιστικές στατιστικές ἀξίες, πού έχουν υιοθετηθεῖ ἀπό τίς ἀρχές τοῦ προϋπολογισμοί)...» ἀκολούθως, ή πρόσοδος αυτή μετατρέπεται «σέ ἔτη τῆς προβλεπομένης ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως συντάξεως σε συνάρτηση μέ τόν ετήσιο δασικό μισθό πού ἀντιστοιχεί στον βαθμό μονιμοποιήσεως».
Στην προκειμένη περίπτωση, ὁ Paolo Benassi, πού διωρίσθη μόνιμος υπάλληλος στην 'Επιτροπή ἀπό τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1975, έκανε χρήση τῆς προβλεπομένης στό ἐν λόγω άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ ευχερειας, επικαλούμενος περίοδο υπηρεσιῶν πού παρεσχέθησαν προγενεστέρως στην 'Ιταλία, καταβάλλοντας στίς Κοινότητες τό ἀσφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων του ἐπί τῆς συντάξεως ἀρχαιότητος πού εἶχε ἀποκτήσει ὡς τό κατ' ἀποκοπήν ποσό τῆς εξαγορᾶς, τό όποιο τοῦ ὠφείλετο ἀπό τό ιταλικό ταμείο συντάξεων κατά την στιγμή τῆς ἀποχωρήσεως του. Ή 'Επιτροπή, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τόν βαθμό μονιμοποιήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, ὥρισε τήν περίοδο, πού έπρεπε νά νά ληφθεί ὑπ' ὄψη γιά τήν σύνταξη, σέ δύο έτη, τρεις μήνες καί ἑπτά ήμερες. Ό Benassi ὅμως, μέ επιστολή τῆς 17ης Μαρτίου 1980, υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής, διαμαρτυρόμενος διότι ἡ διοίκηση ἐχρησιμοποίησε, γιά τόν υπολογισμό της, τό ποσό τοῦ ετησίου βασικοῦ μισθοῦ, πού προέκυπτε ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής. Ἰσχυρίσθη ὅτι κακώς ελήφθησαν ὑπ' ὄψη προσαρμογές μισθοῦ, ὀφειλόμενες σέ διακυμάνσεις τοῦ κόστους τῆς ζωής καί παρετήρησε ὅτι ή εφαρμογή τοῦ τρόπου ὑπολογισμοῦ, τόν όποιο αυτός έκρινε ὀρθό, θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ληφθεί ὑπ' ὄψη γιά τά δικαιώματα του ἐπί συντάξεως μεγαλύτερος ἀριθμός συνταξίμων ετών.
Ἡ διοικητική ένσταση ἀπερρίφθη ἀπό τήν 'Επιτροπή μέ σημείωμα τῆς 2ας Σεπτεμβρίου 1980. Στίς 30 επομένου Σεπτεμβρίου, ὁ Benassi ἤσκησε προσφυγή, ζητώντας ἀπό τό Δικαστήριο νά αναγνωρίσει ὅτι ὁ βασικός μισθός πού πρέπει νά χρησιμοποιηθεί γιά τόν υπολογισμό τῶν συνταξίμων ετών, τά όποια πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη ὡς περίοδος παρασχεθεισῶν υπηρεσιών σύμφωνα μέ τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, έπρεπε νά εἶναι ὁ ἀναφερόμενος στό ενσωματωμένο στό άρθρο 66 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πίνακα, χωρίς εφαρμογή τοῦ διορθωτικοῦ συντελεστοῦ καί νά ἀποφανθεί, επομένως, ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὀφείλει νά τροποποιήσει τους υπολογισμούς τῆς καί νά τοῦ ἀναγνωρίσει κτηθείσα ἀρχαιότητα, σχετικώς μέ τά δικαιώματα ἐπί συντάξεως, τριών ετών, τεσσάρων μηνών καί δεκαπέντε ἡμερων.
2.
Ό κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ὁμιλεί περί βασικοῦ μισθοῦ στό άρθρο 62, πού ευρίσκεται επικεφαλής τοῦ τίτλου V κεφάλαιο Ι τμήμα 1 (ὑπό τόν τίτλο: «Ἀποδοχές»), άλλά τόν ἀναφέρει ἁπλώς ὡς ένα ἀπό τά τρία στοιχεία τῶν ἀποδοχών (τά δύο άλλα στοιχεία εἶναι τά οικογενειακά επιδόματα καί οἱ ἀποζημιώσεις). Περαιτέρω, στό άρθρο 66 παρατίθεται πίνακας τῶν μηνιαίων βασικών μισθών, οἱ όποιοι ἀντιστοιχούν σέ κάθε βαθμό καί κλιμάκιο.
'Ως πρός τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, αυτός ἀναφέρεται στό άρθρο 64 εδάφια 1 καί 2 καί στό άρθρο 65 παράγραφος 2. Τό άρθρο 64 ορίζει, στό εδάφιο 1, ὅτι «οἱ αποδοχές τοῦ υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα (...) προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἀνωτέρου, κατωτέρου ἡ 'ίσου πρός τό 100 ο/ο, ἀνάλογα, μέ τίς συνθῆκες ζωῆς στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως», προσθέτει, περαιτέρω, στό τέλος τοῦ εδαφίου 2, ὅτι «ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων πού ἀπασχολοῦνται στίς προσωρινές έδρες τῶν Κοινοτήτων εἶναι, τήν 1η 'Ιανουαρίου 1962, 'ίσος πρός 100 %». Τό επόμενο άρθρο 65 ἀναφέρεται, ἀντιστρόφως, στην ετησία εξέταση τοῦ επιπέδου τῶν ἀποδοχών ἀπό τό Συμβούλιο καί τῆς δυνατότητος τῆς ἀναπροσαρμογής τῶν ἀποδοχών (λαμβάνοντας ἰδίως ὑπ' ὄψη τήν ενδεχομένη αύξηση τῶν μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες καί τίς ἀνάγκες προσλήψεων) ἡ παράγραφος 2 ὁρίζει ὅτι «σέ περίπτωση ουσιώδους μεταβολής τοῦ κόστους ζωής, τό Συμβούλιο ἀποφασίζει, εντός προθεσμίας δύο μηνών κατά ἀνώτατο ὅριο, μέτρα γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί, κατά περίπτωση, γιά τήν αναδρομική τους ισχύ».
Υφίσταται καθαρή διαφορά μεταξύ τῆς λειτουργίας πού ανατίθεται στόν συντελεστή αναπροσαρμογής μέ τό άρθρο 64 καί τῆς λειτουργίας, την ὁποία ὁ 'ίδιος μηχανισμός δύναται νά επιτελέσει μέσα στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 65. Τό άρθρο 64 'έχει ὡς βασικό σκοπό νά διασφαλίσει σέ ὅλους τους υπαλλήλους, ὅποίος καί ἄν εἶναι ὁ ἀντίστοιχος τόπος ὅπού ὑπηρετοῦν, ἀποδοχές πού νά ἀντιπροσωπεύουν πάντοτε την ἰδία ἀγοραστική δύναμη: μέ αυτή την προοπτική, οἱ ἀποδοχές πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα δέν μετατρέπονται ἁπλῶς καί μόνο στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπού ὑπηρετεί ὁ ὑπάλληλος έκτός τοῦ Βελγίου καί τοῦ Λουξεμβούργου, άλλα εφαρμόζεται σέ αυτές ένας συντελεστής ἀναπροσαρμογής, πού λαμβάνει ὑπ' ὄψη τίς υφιστάμενες στίς διάφορες έδρες συνθήκες ζωής. 'Επιτελεί, συνεπῶς, λειτουργία ἀπλής ἐξισώ-σεως, πού δέν έχει καμμία σχέση μέ τίς μεταβολές ἀποδοχών, αὐτό δέ εἶναι τόσο ἀληθές ώστε οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται στους υπαλλήλους, οἱ όποιοι υπηρετούν σέ προσωρινές ἕδρες (πού χρησιμεύουν ὡς σημεία ἀναφοράς) δύνανται νά παραμείνουν ἀμετάβλητες, ἐνῶ οἱ διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωής σέ άλλες χώρες συνεπάγονται «γεωγραφικές» μεταβολές τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής. 'Αντιθέτως, ἡ ενδεχομένη προσφυγή στόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά πραγμάτωση τῶν προβλεπομένων ἀπό τό άρθρο 65 σκοπών, έχει κατ' ἀρχάς επίπτωση ἐπί τῆς ὁριζομενης γιά τίς προσωρινές έδρες τῶν ὁργάνων ενδείξεως στην περίπτωση αὐτή, πράγματι, ὁ συντελεστής αναπροσαρμογής ἀντιπροσωπεύει ένα ἀπό τά δύο τεχνικά μέσα, πού τό Συμβούλιο δύναται νά χρησιμοποιήσει γιά τήν προσαρμογή τῶν ἀποδοχών ὅλων τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί) τῶν Κοινοτήτων (ἐνῶ τό άλλο μέσο συνίσταται στην τροποποίηση τῶν ἀναφερομένων στόν παρατιθέ-μενο στό άρθρο 66 πίνακα ἀριθμών καί εἶναι τό μέσο, πού τό Συμβούλιο ἐχρησιμο-ποίησε κάθε χρόνο ἀπό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1977). Ή διάκριση μεταξύ τοῦ «γεωγραφικοί)» συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής καί τοῦ συντελεστοῦ γενικής προσαρμογής τῶν ἀποδοχών έγινε άλλωστε δεκτή ἀπό τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 13ης 'Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 114/77, Jacquemart (Rec. 1978, σ. 1967).
Δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ὁ ἀναφερόμενος στην προκειμένη περίπτωση συντελεστής εἶναι ὁ προβλεπόμενος ἀπό τό άρθρο 65: ἀρκεῖ νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι πρόκειται περί συντελεστού εφαρμοζομένου σέ υπάλληλο, ὁ όποιος πρόκειται νά ἐκτελέσει τά καθήκοντά του σέ μία ἀπό τίς προσωρινές έδρες τῶν Κοινοτήτων.
3.
Στρέφομαι τώρα πρός τό ουσιώδες ζήτημα τῆς υποθέσεως: στόν ὅρο βασικός μισθός πρέπει νά περιληφθεί ἡ πρέπει νά αποκλεισθεί ὁ ἀναφερόμενος στό άρθρο 65 συντελεστής ἀναπροσαρμογής; Λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς λειτουργίας τοῦ συντελεστού αὐτοῦ, πού μόλις διευκρίνησα, δέν θεωρώ λογικό νά ἀποδοθεί αυτόνομη σημασία στους ἀριθμούς τοῦ παρατιθε-μένου στό άρθρο 66 πίνακα, ἀσχέτως της ἐπιπτώσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἐπί τῶν ἀριθμών αυτών. Οἱ ἀριθμοί αὐτοί, λαμβανόμενοι χωριστά ἀπό τόν συντελεστή, ἀντανακλούν ἀπλώς τήν υφισταμένη κατά τήν κατάρτιση τοῦ πίνακα κατάσταση, ἐνῶ εἶναι γνωστό ὅτι μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί τήν επέλευση αισθητών διακυμάνσεων στην ἀγοραστική δύναμη τοῦ βελγικοῦ φράγκου, καθώς καί κατόπιν μεταβολών τῶν άλλων στοιχείων, πού ἀναφέρονται στην πρώτη παράγραφο τοῦ άρθρου 65, ὁ βασικός μισθός «ἀνεπροσαρ-μόσθη» διαδοχικώς μέ τήν ἐφαρμογή τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής (μέθοδο πού ἐχρησιμοποιήθη ιδιαιτέρως μεταξύ 1972 καί 1976). Γιά τόν λόγο αυτό είμαι τῆς γνώμης ὅτι ὅταν τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως τοῦ άρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ ὁμιλεί περί βασικοῦ μισθοῦ, πρέπει νά γίνει ἀναφορά, ἀνάλογα μέ τήν ημερομηνία μονιμοποιήσεως τοῦ υπαλλήλου, εἴτε στους ἀναφερομένους στό άρθρο 66 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως ἀριθμούς, ἐφ' ὅσον δέν έχουν μεταβληθεί ἀπό τόν προβλεπόμενο γιά τίς προσωρινές έδρες τῶν ὀργάνων συντελεστή εἴτε στά ποσά, πού προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς ἐπί τῶν ἀριθμών αυτών (ὅπως στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ὁποία ἀνάγεται στό 1975) εἴτε, τέλος, στους ἀριθμούς τοῦ ενημερωμένου μέ την ενσωμάτωση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς πίνακα (ὅταν πρόκειται περί μονιμοποιήσεων μεταγενεστέρων τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1977).
Ἡ άποψη αύτη εἶναι σύμφωνη μέ την ἀρχή τῆς μή διακρίσεως. Ή περί βασικοῦμισθοῦ ἀντίληψη, ἡ ὁποία μοῦ φαίνεται ὀρθή, συνεπάγεται πράγματι τό αποτέλεσμα ὅτι οἱ υπάλληλοι θά τύχουν ἴσης μεταχειρίσεως, σχετικά μέ τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι κατά τήν μονιμοποίηση τους, οἱ προσαρμογές ἀποδοχών, πού προκύπτουν ἀπό διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωής ἡ άλλους ἀναφερομένους στό άρθρο 65 παράγραφος 1 συντελεστές, ἐπραγματο-ποιήθησαν μέ τόν μηχανισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἤ ἀπό ενημερώσεις τοῦ παρατιθεμένου στό άρθρο 66 πίνακα. Θεωρώ σκόπιμο νά υπογραμμίσω σχετικά μέ τό θέμα αυτό ὅτι ἡ μεταξύ τῶν δύο θέσεων διαφορά εἶναι ἁπλώς τυπική τίποτα δέν εμποδίζει τό Συμβούλιο νά πραγματοποιήσει τους στόχους τοῦ άρθρου 65, τροποποιώντας ἀπ᾽ ευθείας τους ἀριθμούς τοῦ πίνακα, κάθε φορά πού συγκεντρώνονται οἱ προϋποθέσεις γιά προσαρμογή τῶν ἀποδοχών. Δέν ἀλλάζει τίποτε ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀπεφασίσθη, ἐπί ὁρισμένα έτη, νά αφεθεί ἀνέπαφος ὁ πίνακας, μέ τήν εφαρμογή πάντως συντελεστών ἀναπροσαρμογής μέ αυτό επίσης τόν τρόπο οἱ βασικοί μισθοί ἀναπροσαρμόζονται. Τουναντίον, ἡ άποψη τοῦ προσφεύγοντος καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι σέ δύο υπαλλήλους, πού έχουν καταβάλει τίς 'ίδιες εισφορές κατά τήν διάρκεια τῆς προηγουμένης ἀπασχολήσεως τους, θά ἀνεγνωρί-ζετο διαφορετική ἀρχαιότητα σχετικώς μέ τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, ἀνάλογα μέ τό ἄν οἱ μεταγενέστερες τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωῆς ἐνσωματώθησαν ἡ μή στους αριθμούς τοῦ παρατιθεμένου στό άρθρο 66 πίνακα.
Θά παρατηρήσω, τέλος, ὅτι ἡ άποψη μου είναι σύμφωνη μέ τήν άποψη, πού εξέφρασε τό Δικαστήριο μέ τήν ήδη ἀναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1978 στην ὑπόθεση Jacquemart. Ἐπρόκειτο τότε περί καθορισμοί) τῆς ἐννοίας τοῦ βασικού μισθοῦ γιά τόν υπολογισμό τοῦ προβλεπομένου, ἀπό τό άρθρο 12 τοῦ παραρτήματος VIII, ἐπιδόματος ἀποχωρήσεως τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ὁ ὅρος αυτός «περιλαμβάνει τά ἀναφερόμενα στόν ενσωματωμένο στην διάταξη αυτή (άρθρο 66) ποσά, προσαρμοσμένα, κατά περίπτωση, βάσει τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος έχει ὁρισθεί γιά τίς προσωρινές έδρες ἀπό τό Συμβούλιο κατόπιν τῆς προβλεπομένης ἀπό τό άρθρο 65 παράγραφος 1 (σημείο 22 τοῦ σκεπτικοί)) ετησίας εξετάσεως».
4.
Κατά τόν προσφεύγοντα, πρέπει νά ἀποδοθούν στην έκφραση «βασικός μισθός» διάφορες έννοιες ἀνάλογα μέ τήν διάταξη στην ὁποία ἀναφέρεται ειδικώς, ὁ ἀναφερόμενος στό άρθρο 12 στοιχείο γ, τοῦ παραρτήματος VIII βασικός μισθός εἶναι διάφορος τοῦ βασικού μισθού, στόν όποιο ἀναφέρεται τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν γενικών διατάξεων περί εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ ιδίου παραρτήματος. Ή σκέψη αυτή μοῦ φαίνεται αυθαίρετη, τόσο μάλλον πού οἱ ἀναφερθείσες διατάξεις περιλαμβάνονται ἀμφότερες στό πλαίσιο τοῦ τρόπου εφαρμογής τοῦ συνταξιοδοτικοῦ καθεστώτος καί ή ἀρχή τῆς συστηματικῆς συνοχής τῆς ἑρμηνείας ἀπαιτεί νά δοθεί ἡ ἰδία έννοια σέ μία έκφραση, ἡ ὁποία χρησιμοποιείται σέ περισσότερους κανόνες, πού ἀνήκουν στό 'ίδιο κείμενο. Θά ὑπομνήσω, ἐξ άλλου, ὅτι στην ήδη ἀναφερθείσα ἀπόφαση Jacquemart, τό Δικαστήριο, ἀφοῦ εδέχθη ὅτι «δέν δύναται (...) νά δοθεί στό άρθρο 12 γ τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως ἡ ερμηνεία ὅτι εκφράζει τήν βούληση τοῦ Συμβουλίου νά υπολογίσει τό επίδομα ἀποχωρήσεως ἐπί βάσεως διαφορετικῆς ἀπό εκείνη τοῦ βασικοῦ μηνιαίου μισθοῦ, τόν όποιο ηθέλησε καί ἐθέσπισε τό Συμβούλιο κατ' εφαρμογή τῆς τεχνικής ἀναπροσαρμογής τοῦ ἐπιπέδου τῶν αποδοχῶν τοῦ ἄρθρου 65», ἐτόνισε ὅτι «διαφορετική ερμηνεία θά κατέληγε στό συμπέρασμα ὅτι τό άρθρο 12 γ τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εἶναι μή νόμιμο, καθ' ὅσον ἀσυμβίβαστο πρός τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν ὑπαλλήλων κατά τό ὅτι δύο διαφορετικές έννοιες τοῦ βασικοῦ μισθού θά ἐφηρμόζοντο ἀντιστοίχως στό άρθρο 66 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί στό άρθρο 12 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ χωρίς καμμία ἀντικειμενική κρίση νά δικαιολογεί παρόμοια διάκριση» (σημεία 23 καί 24 τοῦ σκεπτικοῦ). Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ συλλογισμός αυτός ισχύει ὅσον άφορᾶ τήν έννοια τοῦ ἀναφερομένου, στίς εκτελεστικές διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 παράγραφος 2 τοῦ ιδίου παραρτήματος VΙΙΙ, βασικοῦ μισθοῦ.
Ό δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος ισχυρίζεται ὅτι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται ἀντικειμενικοί λόγοι, ικανοί νά δικαιολογήσουν διαφορετική ἔννοιa τοῦ βασικοῦ μισθοῦ, πού νά μή λαμβάνει ὑπ' ὄψη τήν επίπτωση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής βάσει τοῦ ἄρθρου 65. Πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι, ἄν τό Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Jacquemart ὅτι, γιά τόν υπολογισμό τοῦ επιδόματος ἀποχωρήσεως, πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη οἱ ἀναφερόμενες στό άρθρο 66 αποδοχές, τροποποιημένες ἀπό τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, αυτό συνέβη διότι τό ἐν λόγω επίδομα βασίζεται ἐπί τῶν αποδοχῶν, πού λαμβάνει ὁ υπάλληλος κατά τό πέρας τῆς υπηρεσίας του καί πρέπει, επομένως, νά ἀντανακλᾶ τό πραγματικό ποσό. Ή κατάσταση εἶναι όλως διαφορετική στην προ-κειμένη περίπτωση: ἐδῶ, δέν γίνεται ἀναφορά σέ προηγούμενες πραγματικές ἀποδοχές, άλλα πρόκειται ἁπλώς νά υπολογισθεί, βάσει μαθηματικών τύπων, πραγματοποιηθείσα πλασματική περίοδος υπηρεσιών, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη συνεισφορές, οἱ όποιες κατεβλήθησαν μέσα στό πλαίσιο προηγουμένης σχέσεως εργασίας.
Δέν θεωρώ πειστική τήν άποψη αύτη. Κατ' ἀρχάς, ἡ εφαρμογή τῶν μαθηματικών τύπων, γιά τόν ἐν λόγω υπολογισμό, συνδέεται μέ δύο ὁρισμένα στοιχεία συγκεκριμένης φύσεως, ἤτοι, ἀφ' ενός, μέ τό μεταφερθέν ποσό (πού ἀντανακλά τό καταβληθέν ἐν καιρώ ἀπό τόν ενδιαφερόμενο ποσό τῶν συνεισφορών) καί ἀφ' έτερου, μέ τό ποσό τοῦ βασικοῦ μισθοῦ, ὁ όποιος ἀντιστοιχεί στόν βαθμό μονιμοποιήσεως. Εἶναι, επομένως, λογικό καί στην παρούσα περίπτωση, ὅπως γιά τό επίδομα ἀποχωρήσεως, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό πραγματικό ποσό τοῦ βασικοῦ μισθοῦ, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής. 'Αποκλείω, περαιτέρω, ὅτι ή άποψη τοῦ Benassi δύναται νά στηριχθεί σέ επιχειρήματα ἀντλούμενα ἀπό τήν σχετική μέ τήν κάλυψη τῶν κινδύνων ἀσθενείας τῶν υπαλλήλων κανονιστική ρύθμιση, πού τά διάφορα όργανα υιοθέτησαν τό 1974 (καί ἡ Ἐπιτροπή, ειδικώς, στίς 26 Σεπτεμβρίου 1974). Ό δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος ἐτόνισε ὅτι, κατά τό άρθρο 23 παράγραφος 2 τῆς κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως, τό ποσό τῶν συνεισφορών ὁρίζεται σέ ὁρισμένο ποσοστό τοῦ βασικοῦ μισθοῦ καί ὅτι ἡ ἰδία παράγραφος ὁρίζει περαιτέρω ρητώς ὅτι «τό ποσό αυτό προσαρμόζεται βάσει τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές τῶν υπηρετούντων στό Βέλγιο υπαλλήλων». Τό γεγονός ὅτι ἡ διάταξη αύτη προβλέπει ρητώς τήν επίπτωση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἐπί τοῦ καθορισμοῦ τοῦ βασικοῦ μισθοῦ ενισχύει τήν γνώμη ὅτι, ελλείψει ρητής παραπομπής κατά τήν έννοια αυτή, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς βασικός μισθός ὁ προκύπτων ἀπό τόν παρατιθέμενο στό άρθρο 66 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως πίνακα. 'Αλλά ἡ γνώμη αύτη ἤδη ἀπερρίφθη ἀπό τό Δικαστήριο, μέ τήν προαναφερθείσα απόφαση Jacquemart, μέ τήν ὁποία εδέχθη ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὁ συντελεστήςἀναπροσαρμογής γιά τόν καθορισμό τῆς εννοίας τοῦ βασικού μισθού, ἀναφερθέν σέ δύο διατάξεις, ήτοι στό άρθρο 66 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί στό άρθρο 12 στοιχείο γ τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ, ὅπου ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής δέν ἀναφέρεται καθόλου.
5.
Βάσει τῶν προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τήν ἀσκηθείσα ἀπό τόν Paolo Benassi κατά τῆς 'Επιτροπής, μέ δικόγραφο τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1980, προσφυγή. Ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα, προτείνω κάθε διάδικος νά φέρει τά δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy