ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προκειμένη υπόθεση περιήλθε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως περίεκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως πού υπέβαλε ὁ πρόεδρος τοῦ High Court τῆς Ίρλανδίας στίς 31 Ίουλίου 1980 κατόπιν ἀγωγής πού ἤσκησε ἡ Anglo-Irish Meat Company Limited, ἡ όποια ζητεί ἀπό τόν ιρλανδό Υπουργό Γεωργίας τό ποσό των442069,16 λιρών στερλινών, τό όποιο θεωρεί ὡς τό ἀπομένον υπόλοιπο τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών («ΝΕΠ») πού ὀφείλονται στην εταιρία γιά τίς εισαχθείσες ποσότητες βοείου κρέατος ἀπό την Ίρλανδία στό Ήνωμένο Βασίλειο κατά τό διάστημα ἀπό 20ῆς Μαρτίου 1978 έως 28ης Άπριλίου 1979. Ό ιρλανδός Υπουργός Γεωργίας ενάγεται βάσει συμφωνίας πού συνήφθη μεταξύ τῶν δύο Κρατών μελών, κατά την ὁποία ἡ Ίρλανδία ὀφείλει «νά πληρώσει τό εξισωτικό ποσό πού θά έπρεπε νά χορηγήσει» τό Ήνωμένο Βασίλειο ὡς Κράτος μέλος εισαγωγής δυνάμει τοῦ άρθρου 2α τοῦ κανονισμοῦ 974/71 τῆς 12ης Μαΐου 1971 (ΕΕ L 106, ειδ. ἔκδ. τόμ. 03/006, σ. 192), ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 1112/73 τῆς 30ής Άπριλίου 1973 (ΕΕ L 11, εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/009, σ. 160).
Κατά την ἐν λόγω περίοδο ἡ δραστηριότητα τῆς εταιρίας συνίστατο στην ἀγορά ζώων καί την πώληση κρέατος. Ἐνα μεγάλο μέρος τῶν εξαγωγών τῆς προωρίζετο γιά τό Ήνωμένο Βασίλειο. Τό κρέας περί τοῦ ὁποίου πρόκειται στην προκειμένη υπόθεση ἀπετελεῖτο ἀπό τό διατηρημένο διά ἁπλής ψύξεως εμπρόσθιο τεταρτημόριο βοοειδοῦς, ἀπό τό όποιο εἶχε ἀφαιρεθεί ὁ σπόνδυλος ἄτλας. Ό σπόνδυλος αυτός ἔχει βάρος 0,5 kg κατά προσέγγιση καί ευρίσκεται στόν αυχένα τοῦ ζώου.
Κατά την συμπλήρωση τῶν σχετικών διατυπώσεων εξαγωγής ἡ ἑταιρία ἐδήλωσε ὅτι τό κρέας εμπίπτει στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 4 αα τοῦ κοινοῦ δασμολογίου («ΚΕΔ»), ήτοι έτερα «μή ἀποστεωμένα τεμάχια» κρέατος διατηρημένου διά ἁπλής ψύξεως, καί τό ἀνέφερε στό ἀντίτυπο έλεγχου Τ 5, πού συνιστᾶ τό έγγραφο εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως τό όποιο ἀπαιτείται στίς συναλλαγές αυτές. Οἱ ιρλανδικές ἀρχές ἐθεώρησαν τήν ἐν λόγω κατάταξη ὡς ὀρθή καί ἡ ἑταιρία κατέβαλε κατά τήν εξαγωγή νομισματικά εξισωτικά ποσά σύμφωνα μέ τόν συντελεστή πού προβλέπεται γιά τήν διάκριση αυτή. Πάντως, κατά τήν εισαγωγή τῶν εμπορευμάτων στό Ήνωμένο Βασίλειο, οἱ βρετανικές τελωνειακές ἀρχές ἐθεώρησαν κάθε ἀντίτυπο έλεγχου Τ 5 προσθέτοντας διάφορες σημειώσεις, πού ἀνέφεραν ὅτι ή κατάταξη στην διάκριση πού εἶχε δηλωθεί ἀμφισβητεῖτο, καί δίδοντας σχετικά νέο ἀριθμό. Κατά τήν συνεδρίαση ὁ εκπρόσωπος τῆς εταιρίας ἀμφισβήτησε ὅτι οἱ ἐν λόγω θεωρήσεις ἀποτελούν επίσημη κατάταξη τῶν εμπορευμάτων σέ άλλη δασμολογική κλάση. Πάντως, στην διάταξη περί παραπομπής ἀνεφέρετο ὅτι τά εμπορεύματα διετέθησαν στην εγχώρια κατανάλωση εντός τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου ὑπαχθέντα στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 2 66 καθώς καί ὅτι οἱ βρετανικές ἀρχές ειδοποίησαν σχετικά τους ιρλανδούς συναδέλφους τους, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10α παράγραφος 4 τοῦ κανονισμού 1380/75, τής 29ης Μαΐου 1975 (ΕΕ L 139, εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/013, σ. 14), ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1556/77 τῆς 11ης Ίουλίου 1977 (ΕΕ L 173, εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/018, σ. 201). Άνεξάρτητα ἀπό τόν τύπο τῶν θεωρήσεων, εἶναι σαφές ὅτι τό Ήνωμένο Βασίλειο υἱοθέτησε τήν ἐκδοχή σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό ἐν λόγω κρέας εμπίπτει στην διάκριση 2 66, ήτοι έτερα κεχωρισμένα ἡ μή κεχωρισμένα εμπρόσθια τεταρτημόρια. Τά νομισματικά εξισωτικά ποσά, πού ἐπεβάλλοντο ἐπί τῶν εμπρόσθιων τεταρτημορίων ήταν χαμηλότερα ἀπό εκείνα πού ἐπεβάλλοντο ἐπί τῶν ἀποστεωμένων κρεάτων. Ό ἰρλανδός Ύπουργός Γεωργίας κατέβαλε τό μικρότερο αυτό ποσό, ὅπως καθωρίσθη ἀπό τό Ήνωμένο Βασίλειο. Ή διαφορά μεταξύ τῶν δύο ποσών ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς διαφορᾶς.
Παρ' ὅλον ὅτι προφανώς δέν ἀποτελεί συνήθη πρακτική στίς συναλλαγές νά ἀφαιρείται ὁ σπόνδυλος ἄτλας καί παρ' ὅλον ὅτι ἡ ἀφαίρεση αυτή δέν επηρεάζει τό προϊόν ἀπό εμπορική άποψη, ἡ ἑταιρία υπεστήριξε ὅτι ἄν ἡ ἀφαίρεση τοῦ σπονδύλου αὐτοῦ δύναται νά ὁδηγήσει στην κατάταξη τοῦ κρέατος σέ διαφορετική καί περισσότερο προσοδοφόρα διάκριση, δύναται ἀπολύτως νά τό πράξει. Καί άλλοι έμποροι είχαν ἀκολουθήσει παρόμοια πρακτική καί σέ ένα πεδίο ὅπου τά περιθώρια κέρδους εἶναι περιορισμένα, ή ἑταιρία δέν είχε εὐχέρεια εκλογής. Κατά συνέπεια, ἐξηκολούθει νά εμμένει στην σχετική κατάταξη γιά τήν καταβολή τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά τήν εισαγωγή. Μετά ἀπό σχετική ἀλληλογραφία οἱ τελωνειακές ἀρχές τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἐζήτησαν εγγράφως ἀπό τήν Ἐπιτροπή, νά φέρει τό ζήτημα ενώπιον τῆς επιτροπής ὀνοματολογίας τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου. Τό πρόβλημα ἐξητάσθη γιά πρώτη φορά ἀπό τήν επιτροπή ὀνοματολογίας στίς 4 Δεκεμβρίου 1978, χωρίς πάντως νά ἔχει τεθεί επισήμως σέ ψηφοφορία μέχρι τίς 6 Ἀπριλίου 1979. Κατά τήν άποψη τῆς ἐν λόγω επιτροπής τά τεταρτημόρια ἀπό τά όποια έχει ἀφαιρεθεί ὁ σπόνδυλος ἄτλας, δέν υπάγονται στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 2 ββ, ἀλλά στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 4 αα, ἐνῶ λίγο ἀργότερα, στίς 11 Μαΐου 1979, ἡ Ἐπιτροπή ἐθέσπισε τόν κανονισμό 936/79 (JO L 117/19 τῆς 12ης Μαΐου 1979), πού ἤρχισε νά ισχύει τόν Ίούνιο τοῦ 1979 καί πού υπήγαγε τά κεχωρισμένα εμπρόσθια τεταρτημόρια στην διάκριση 4 αα σύμφωνα μέ τήν γνώμη τῆς Ἐπιτροπής. Ἐπί πλέον, ἀπό 30ής Άπριλίου 1979 καθωρίσθη ὁ 'ἰδιος συντελεστής νομισματικών εξισωτικών ποσών γιά τό κρέας ὡς πρός ἀμφότερες τίς διακρίσεις (βλ. άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 745/79 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 11ης Άπριλίου 1979, JO L 95/1 τῆς 16ης Άπριλίου 1979).
Ὁ πρόεδρος τοῦ High Court ὑπέβαλε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου τά ἀκόλουθα τρία ἐρωτήματα:
«1.
Οἱ διατάξεις τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ὅπως περιέχονται στόν κανονισμό ΕΟΚ 950/68, καθώς καί οἱ μεταγενέστερες τροποποιήσεις του) πρέπει νά ερμηνευθούν, γιά τήν περίοδο μεταξύ 20 Μαρτίου 1978 καί 28 Άπριλίου 1979, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι επιβάλλουν τήν κατάταξη, γιά τόν εκτελωνισμό, τοῦ διατηρημένου δι' απλής ψύξεως κεχωρισμένου ἐμπροσθιου τεταρτημορίου βοοειδοῦς, ἀπό τό όποιο έχει ἀφαιρεθεί ὁ σπόνδυλος ἄτλας, στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 4 καί κατά συνέπεια τήν ἀντίστοιχη μεταχείριση κατά τόν υπολογισμό τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών πού εισπράττονται κατά τήν εξαγωγή ἡ χορηγούνται κατά τήν εισαγωγή στίς συναλλαγές μεταξύ τῶν Κρατών μελών;
2.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως στό ερώτημα 1, οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 10 καί 11 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 1380/75 πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι επιβάλλουν στόν εναγόμενο τήν υποχρέωση νά χορηγήσει στην ενάγουσα νομισματικό εξισωτικό ποσό βάσει συντελεστού πού εφαρμόζεται στην ἐν λόγω διάκριση καί ὄχι βάσει εκείνου πού εφαρμόζεται σέ διαφορετική διάκριση, ἡ εφαρμογή τῆς ὁποίας ἐκοινοποιήθη κατά τό άρθρο 10α παράγραφος 4 γιά τήν διάθεση στην κατανάλωση τῶν ἐν λόγω προϊόντων κατά τήν στιγμή εἰσαγωγῆς τους στό Κράτος μέλος προορισμού;
3.
Σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό ἕνα ἡ στό άλλο ἀπό τά ἀνωτέρω ερωτήματα, οἱ ἐν λόγω διατάξεις τοῦ κανονισμού 1380/75 πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἐπιβάλλουν στόν εναγόμενο υποχρέωση νά καταβάλει στην ενάγουσα τό υπερβάλλον τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών πού εἰσεπράχθη κατά τήν εξαγωγή ἀπό τήν Ίρλανδία τῶν ἐν λόγω προϊόντων κατ' εφαρμογή τῆς διακρίσεως 02.01 Α ΙΙ α) 4 αα;»
Ἐπί τοῦ πρώτου ερωτήματος
Ἡ διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 2 τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου διακρίνει ἁπλώς μεταξύ «κεχωρισμένων ἡ μή κεχωρισμένων εμπρόσθιων τεταρτημορίων». Οἱ συμπληρωματικές σημειώσεις πού περιέχονται στην ἀρχή τοῦ κεφαλαίου καθορίζουν τά κεχωρισμένα καί μή κεχωρισμένα εμπρόσθια τεταρτημόρια σχετικά μέ τήν διάκριση ὡς έξῆς:
«... Τό εμπρόσθιο μέρος τοῦ ἡμισφαγείου μεθ' ἁπάντων τῶν ὀστών καθώς καί τοῦ τραχήλου καί τῶν ωμοπλατών μετά τεσσάρων ζευγών πλευρών τό ἐλάχιστον καί δέκα ζευγών πλευρών τό μέγιστον ...»
Οἱ Ιρλανδικές τελωνειακές ἀρχές, ἔκριναν ὅτι ἡ ἀφαίρεση τοῦ σπονδύλου ἄτλας κωλύει τήν υπαγωγή τοῦ κρέατος στήν περιγραφή τῶν κεχωρισμένων καί μή κεχωρισμένων εμπρόσθιων τεταρτημορίων, επειδή στην περίπτωση αυτή δέν δύναται πλέον νά λεχθεί ὅτι περιλαμβάνει «άπαντα τά ὀστᾶ». Ἐπρεπε συνεπῶς, νά καταταχθεί ὡς «μή ἀποστεωμένο» τεμάχιο. Πάντως, οἱ ἀρχές τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου φαίνεται ὅτι ἐθεώρησαν ὅτι ἡ έκφραση «άπαντα τά ὀστά» άφορᾶ μόνο τά ὀστά τῶν πλευρῶν, ώστε ἡ ἀφαίρεση τοῦ ὀστοῦ ἄτλας νά μή επηρεάζει τήν κατάταξη τοῦ κρέατος ή άλλως ὅτι ἡ ἀφαίρεση τοῦ μικροῦ αὐτοῦ σπονδύλου, χωρίς καμμιά σημασία ἀπό εμπορικῆς ἀπόψεως, δέν εμποδίζει νά θεωρηθεί ὅτι τό σφάγιο περιλαμβάνει «άπαντα τά ὀστά».
Ό κανονισμός 936/79, πού άρχισε νά Ισχύει τόν Ἰούνιο τοῦ 1979, υπάγει σαφώς τό κρέας στην διάκριση 4αα (τεμάχια μή ἀποστεωμένα). Φαίνεται ὅτι γίνεται δεκτό ὅτι δέν έχει ἀναδρομική ἰσχύ (βλ. πχ. υπόθεση 30/71 Siemers κατά Hauptzollamt Bad Reichenball (1971), ECR 919 στην σ. 928 καί υπόθεση 158/78 Biegel κατά Hauptzollamt Bochum (1979) ECR 1103 στην σ. 1119). Ἑπομένως, δέν εἶναι δεσμευτικός ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμοστέα κατάταξη τῶν ἐμπορευμάτων τῆς ἰδίας φύσεως μέ εκείνα τῆς προκειμένης υποθέσεως τά όποια εισήχθησαν πρίν ἀπό τήν έναρξη ισχύος του. Πάντως, ἡ ενάγουσα, ὁ Υπουργός Γεωργίας καί ἡ Ἐπιτροπή συμφωνούν ἐπί τοῦ ὅτι ἡ κατάταξη στην ὁποία προέβησαν οι ἀρχές τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου ήταν εσφαλμένη καί ὅλοι επικαλοῦνται τόν κανονισμό ὄχι ὡς ἀποφασιστικό στοιχείο γιά τήν ἀπάντηση πού πρέπει νά δοθεί στό ἐν λόγω ερώτημα, ἀλλά ὡς συνεκτιμητέα ἀπόδειξη περί τοῦ ποιά εἶναι ἡ ὀρθή ερμηνεία. Στίς γραπτές τῆς παρατηρήσεις, ή κυβέρνηση τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου υπεστήριξε ὅτι οἱ συμπληρωματικές σημειώσεις θά ήταν διατυπωμένες διαφορετικά, ἄν υπήρχε ἡ πρόθεση νά ἀποκλεισθεί ή υπαγωγή στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 2 ββ, ἐξ αἰτιας τοῦ ὅτι λείπει ένας μικρός αυχενικός σπόνδυλος, καθώς καί ἐκ τοῦ ὅτι οἱ συμπληρωματικές σημειώσεις εἶναι τουλάχιστον διφορούμενες καί κατά συνέπεια, επειδή ἡ αφαίρεση τοῦ σπονδύλου ἄτλας δέν ἀλλοιώνει τόν δασικό χαρακτήρα τοῦ εμπροσθιου τεταρτημορίου τοῦ βοός ἡ δέν εμποδίζει τήν ἀγορά καί πώληση του στό εμπόριο, ἡ ὀρθή κατάταξη εἶναι μάλλον ἐκείνη τοῦ εμπρόσθιου τεταρτημορίου παρά τοῦ μή ἀποστεωμένου τεμαχίου.
Οἱ κανόνες ἑρμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου ὁρίζουν ὅτι ἀπό νομικής ἀπόψεως ἡ κατάταξη πρέπει νά γίνεται σύμφωνα μέ τήν ὁρολογία τῶν κλάσεων καί κατ' εφαρμογή τῶν σημειώσεων πού περιλαμβάνει τό σχετικό τμήμα ἡ κεφάλαιο. Κατά τήν γνώμη μας, ἡ ἀναφορά στά τελευταία αὐτά περιλαμβάνει τίς «συμπληρωματικές σημειώσεις» πού ευρίσκονται στην ἀρχή τοῦ κεφαλαίου 2 καί πού περιγράφονται ὡς τέτοιες κατά τό μέρος πού συμπληρώνουν τίς σημειώσεις τοῦ κεφαλαίου τῆς ὀνοματολογίας τοῦ συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας ἐπί τῆς ὁποίας στηρίζεται τό Κοινό Δασμολόγιο. Ή έκφραση, «μεθ' ἁπάντων τῶν ὀστών» τῆς περιγραφής πού γίνεται στίς συμπληρωματικές σημειώσεις γιά τά «εμπρόσθια τεταρτημόρια», δέν ἀναφέρεται κατά τήν άποψη μας μόνον στά ὀστᾶ τῶν πλευρών, ὅπως Ισχυρίζεται τό Ήνωμένο Βασίλειο, γιά τόν πρόσθετο λόγο ὅτι οἱ ἐν λόγω σημειώσεις δέχονται τήν ύπαρξη ἀπό τεσσάρων μέχρι δέκα πλευρών ή ζευγών πλευρών. Τό περιθώριο αυτό δέν θά εἶχε, κατά τήν γνώμη μας, κανένα νόημα, ἄν τό εμπρόσθιο τεταρτημόριο έπρεπε νά περιλαμβάνει «ὅλες τίς πλευρές». Μολονότι ἀληθεύει ὅτι οἱ ἐν λόγω σημειώσεις ήταν δυνατόν νά διατυπωθοῦν μέ καλύτερο τρόπο καί μολονότι ὅτι δέν εἶναι σαφής ὁ λόγος τῆς ἀρχικής διακρίσεως, δέν υπάρχει, κατά τήν άποψη μας, λόγος νά καταλήξουμε στό συμπέρασμα ὅτι πρέπει νά δοθεί στην έκφραση «μεθ' ἀπάντων τῶν ὀστών» διαφορετικό ἀπό τό σύνηθες νόημά της. Όλα τά ὀστᾶ σημαίνει ὅλα τά ὀστᾶ καί ὄχι ὅλα έκτος ἀπό ἕνα ὀστοῦν ἤ ὅλα έκτος ἀπό κάποιο πού στερείται εμπορικῆς σημασίας.
Ἐπί πλέον, τό γεγονός ὅτι πρέπει νά συμπεριληφθεί ὁ σπόνδυλος ἄτλας, γιά νά θεωρηθεί τό κρέας ὡς εμπρόσθιο τεταρτημόριο, φαίνεται ὅτι ενισχύεται καί ἀπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Κοινού Δασμολογίου. Στην έκδοση τοῦ 1978, ἀναφέρουν σέ σχέση μέ την διάκριση 02.01 Α ΙΙ, «ὅσον άφορᾶ την ὁρολογία των εμπρόσθιων τεταρτημορίων ... θεωρούνται ὡς: α) τράχηλος τό τμήμα τοῦ λαιμού πού περιλαμβάνει τους μῦς μετά τῶν ἡμίσεων των 7 αυχενικών σπονδύλων ...». Κατά την συζήτηση, οἱ εκπρόσωποι τῆς ἐναγούσης καί τῆς Ἐπιτροπῆς ήταν σέ θέση νά επιβεβαιώσουν ὅτι ὁ σπόνδυλος ἄτλας εἶναι ένας ἀπό τους ἑπτά αυχενικούς σπονδύλους. Κατά συνέπεια, ἐφ' ὅσον τά πράγματα έχουν έτσι, φαίνεται ὅτι ὁ σπόνδυλος αυτός πρέπει νά θεωρείται ὡς τμήμα τοῦ «τραχήλου».
Ἑπομένως, ἡ ὀρθή κατάταξη αυτού τοῦ κρέατος, κατά τήν ἄποψη μας, εἶναι εκείνη πού τό υπάγει στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α) 4 αα. Κατά τό μέρος πού καταλήξαμε στην άποψη αυτή ἀνεξάρτητα μέν, άλλά σύμφωνα μέ τήν γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς επιτροπής ὀνοματολογίας, δέν κρίνεται ἀναγκαίο νά σχολιάσουμε τίς προτάσεις ὅσον άφορα τήν βαρύτητα πού πρέπει νά προσδοθεί στίς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας αυτής ὡς επιβοηθητικό μέσο γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου.
Ἐπί τοῦ δευτέρου ερωτήματος
Όσον άφορᾶ τό δεύτερο ερώτημα, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη στην υπόθεση 795/79 Handelsmaatschappij Petsch κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1980, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή, ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 974/71 παρέχει εξουσία γιά τήν χορήγηση τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά τίς εισαγωγές στό Κράτος μέλος ἐντός τοῦ ὁποίου εισάγονται τά ἐμπορεύματα, καθώς καί τό ὅτι τό άρθρο 2 α τοῦ κανονισμού δέν παρέχει στό Κράτος μέλος εξαγωγής τήν εξουσία καταβολής ενός νομισματικοῦ εξισωτικοῦ ποσού κατά τήν εισαγωγή, άλλά τοῦ παρέχει ἁπλώς τήν ευχέρεια «νά πληρώσει, κατόπιν συμφωνίας μέ τό Κράτος μέλος εισαγωγής, καί γιά λογαρισμό του, τό νομισματικό εξισωτικό ποσό πού θά έπρεπε νά χορηγήσει τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς». Ἐπειδή ἡ χορήγηση τῶν νομισματικών ποσών εξαρτάται ἀπό τήν δασμολογική κατάταξη τῶν εμπορευμάτων, έπεται ὅτι τό Κράτος μέλος εξαγωγής δύναται μόνο νά καταβάλει τά νομισματικά εξισωτικά ποσά σύμφωνα μέ τόν ἀντίστοιχο συντελεστή τῆς δασμολογικής κλάσεως, στην ὁποία κατέταξε τά εμπορεύματα τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς. «Όσον άφορα τήν πληρωμή τῶν εξισωτικών ποσών στην ὁποία υποχρεούται τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς, τό Κράτος μέλος ἐξαγωγής δεσμεύεται ἀπό τήν δασμολογική κατάταξη πού ἐφαρμόζει τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς ἐπί τῶν ἐν λόγω προϊόντων γιά τήν εισαγωγή τους».
Ή εταιρία επεδίωξε νά διακρίνει τήν ἀπόφαση πού εξεδόθη ἐπί τῆς υποθέσεως Pesch ἀπό τήν προκειμένη υπόθεση. Ὑπεστηρίχθη σχετικά ὅτι τό γεγονός ὅτι στην προκειμένη περίπτωση τό ζήτημα υπεβλήθη στην επιτροπή ὀνοματολογίας, ἡ ὁποία έδωσε καί τήν λύση πού υποστηρίζει ἡ ἑταιρία, σημαίνει ὅτι ὁ ιρλανδός Ὑπουργός Γεωργίας δεσμεύεται νά καταβάλει τό ποσό πού θά έπρεπε νά καταβληθεί σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω γνώμη. Πάντως, δέν δυνάμεθα νά θεωρήσουμε ὅτι ἡ σκέψη 11 τῆς ἀποφάσεως πού εξεδόθη ἐπί τῆς υποθέσεως Pesch σημαίνει ὅτι τό ἄν ἀκολουθείται ἡ διαδικασία σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ σχετικές διαφορές υποβάλλονται ενώπιον τῆς επιτροπής ὀνοματολογίας, συνεπάγεται αυτόματη διόρθωση τῆς δασμολογικής κατατάξεως στην ὁποία προέβησαν οἱ ἀρχές τοῦ κράτους εἰσαγωγῆς. Όσον άφορᾶ τό κράτος εξαγωγής, ἡ κατάταξη στην ὁποία προέβη τό κράτος εισαγωγῆς εἶναι ἀποφασιστική ιδίως ὅταν, ὅπως προφανῶς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, έχει δοθεί ἡ γνώμη τῆς επιτροπῆς κατόπιν τῆς κατατάξεως τῶν ἐν λόγω εμπορευμάτων στην ὁποία προέβη τό Ἡνωμένο Βασίλειο.
Άλλως, σέ περίπτωση ἀμφιβολίας, υποστηρίζεται ὅτι τό Κράτος μέλος εξαγωγῆς ὑποχρεοῦται νά προβεί στίς σχετικές ἔρευνες πού εἶναι ἀναγκαίες γιά την επίλυση τῆς διαφοράς πού άφορα την κατάταξη στην ὁποία προέβη τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς, ἐφ' ὅσον τό πρῶτο ὀφείλει κατά τό άρθρο 2α τοῦ κανονισμοῦ 954/71 νά καταβάλει τά νομισματικά εξισωτικά ποσά πού τό τελευταίο «θά έπρεπε νά χορηγήσει» σύμφωνα μέ ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου. Άν καί εἶναι καθ' ὅλα δυνατό νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ ὑποχρέωση καταβολῆς τοῦ ποσοῦ πού τό κράτος εἰσαγωγῆς «θά έπρεπε νά χορηγήσει» σημαίνει ὅτι τό κράτος εξαγωγῆς ὀφείλει νά πληρώσει τό ἀκριβές ποσό καί ὄχι ἁπλώς αυτό πού τό κράτος εισαγωγής θεωρεί εσφαλμένα ως τέτοιο, τό ἐπιχείρημα αυτό είναι, κατά τήν γνώμη μας, ἀσυμβίβαστο πρός τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Pesch.
Στην υπόθεση αύτη, τό Δικαστήριο ἐτόνισε ὅτι τό Κράτος μέλος εισαγωγῆς εξακολουθεί νά ὑποχρεοῦται βάσει τοῦ ἄρθρου 2 α γιά τήν χορήγηση τοῦ νομισματικοῦ εξισωτικού ποσοῦ καί κατά συνέπεια γιά τήν κατάταξη τῶν εμπορευμάτων προς καθορισμό τοῦ ἀντιστοίχου συντελεστοῦ τοῦ νομισματικοῦ εξισωτικοῦ ποσού. Ή υποχρέωση τοῦ Κράτους μέλους εξαγωγής δέν συνίσταται σέ τίποτε άλλο παρά στην πληρωμή τοῦ ποσοῦ πού καθωρίσθη κατά τόν τρόπο αυτό. Κατά δεύτερο λόγο, πληρώνει σύμφωνα μέ τό προσκομισθέν κοινοτικό έγγραφο διαμετακομίσεως πού άφορᾶ τά εμπορεύματα. Όπως ἀνέφερε ὁ εκπρόσωπος τῆς Επιτροπής, τό Κράτος μέλος εξαγωγής, ἀποτελεί ἁπλώς όργανο τοῦ Κράτους μέλους εἰσαγωγῆς γιά τήν καταβολή τῶν ὀφειλομένων νομισματικών εξισωτικών ποσών. Δέν έχει τήν δυνατότητα νά παρακάμψει τόν καθορισμό στόν όποιο προέβη τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς, ὁ όποιος προκύπτει ἀπό τό διαμετακομιστικό έγγραφο.
Τό άρθρο 10 α παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 1380/75 ὁρίζει ὅτι, ὅταν τά εισαγόμενα ἐμπορεύματα διατίθενται πρός εγχώρια κατανάλωση υπαγόμενα σέ δασμολογική κλάση διαφορετική ἀπό εκείνη πού ἀναφέρεται στό έγγραφο διαμετακομίσεως, πρέπει νά ενημερώνεται σχετικά τό τελωνείο ἀναχωρήσεως. Αυτό συνήθως γίνεται διά σχετικής σημειώσεως ἐπί τοῦ έγγράφου διαμετακομίσεως, πρίν επιστραφεί στό τελωνείο ἀναχωρήσεως (βλ. άρθρο 12 τοῦ κανονισμοῦ 223/77 τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1976, JO L 38/20 τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1977). Ὅπως προέτεινε ὁ εκπρόσωπος τῆς ἐναγούσης κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ἡ καταβολή τοῦ νομισματικοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ δύναται νά καθυστερήσει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ κανονισμοῦ 1380/75 «... ἄν ή διοίκηση προέβη σέ ἀνάκριση καί σέ περίπτωση πού υπάρχουν ἀμφιβολίες γιά τήν ἀκρίβεια τοῦ καταρτισθέντος φακέλου». Αυτό πάντως άφορᾶ τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία υπάρχει υπόνοια ὅτι τό έγγραφο διαμετακομίσεως δέν ἀναφέρει επακριβώς ὅτι ἐξεπληρώθησαν οἱ διατυπώσεις εἰσαγωγῆς καί ὅτι κατεβλήθησαν τέλη καί οἱ επιβαρύνσεις ισοδυνάμου ἀποτελέσματος ή ἄν δέν καθίσταται σαφές ἀπό τό 'ἰδιο τό έγγραφο βάσει ποιᾶς δασμολογικῆς κατατάξεως ἐξετελωνίσθησαν τά ἐν λόγω εμπορεύματα γιά νά διατεθοῦν στην κατανάλωση εντός τοῦ Κράτους μέλους εισαγωγής. Κατά τήν άποψη μας, δέν παρέχει τήν δυνατότητα ούτε υποχρεώνει τό Κράτος μέλος εξαγωγῆς νά καθυστερήσει τήν καταβολή τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, ἐφ' ὅσον συνεχίζει τίς έρευνες του σχετικά μέ τήν ὀρθότητα τῆς δασμολογικῆς κατατάξεως στην οποία προέβη τό Κράτος μέλος εισαγωγής.
Ἐάν ὁ εἰσαγωγεύς ἡ εξαγωγεύς ισχυρίζεται ὅτι ἡ δασμολογική κατάταξη στην ὁποία προέβη τό Κράτος μέλος εἰσαγωγῆς είναι ἐσφαλμένη, πιστεύουμε ὅτι ὀφείλει νά ζητήσει ἀπό τίς αρμόδιες ἀρχές τήν επανεξέταση τῆς κατατάξεως. Κατά τήν ισχύουσα νομοθεσία, ἄν τό Κράτος μέλος εισαγωγής ἀρνείται νά προβεί στην επανεξέταση τῆς κατατάξεως στην ὁποία προέβη ἡ δέν δέχεται νά συμμορφωθεί μέ τήν γνώμη τῆς επιτροπής ὀνοματολογίας, ἡ λύση συνίσταται στό νά ἀχθεῖ ἡ υπόθεση ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων. Κατά τήν άποψη μας, ὁ ἐνδιαφερόμενος δέν δύναται νά υποχρεώσει τίς ἀρχές τοῦ Κράτους μέλους ἐξαγωγής σέ ἀποκατάσταση των πραγμάτων.
Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ἰσχυρίσθη ὅτι ἀκόμη καί στην περίπτωση πού οἱ ἀρχές τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου έσφαλαν ὡς πρός τήν κατάταξη τῶν ἐν λόγω ἐμπορευμάτων, είχαν ἀκόμη τό δικαίωμα νά χορηγήσουν τά νομισματικά ἐξισωτικά ποσά μέ τόν συντελεστή πού ἀντιστοιχεί γιά τά εμπρόσθια τεταρτημόρια καί ὄχι γιά τά ἀποστεωμένα τεμάχια, ἄν ἐθεωροῦσαν ὅτι επρόκειτο περί δολίας ενεργείας ή καταχρήσεως κατά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος τῶν εξισωτικῶν ποσῶν καί ὑφίστατο κατά συνέπεια κίνδυνος στρεβλώσεως τοῦ εμπορίου. Ή εντύπωση πού ἀπεκομίσαμε ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς ὑποθέσεως Peseb εἶναι ὅτι δέν τίθεται παρόμοιο ζήτημα στην προκειμένη υπόθεση. Κατά συνέπεια, δέν προτιθέμεθα νά εκφράσουμε ὁποιαδήποτε άποψη ὡς πρός τό ἄν οἱ υποθέσεις στίς ὁποιες ἀναφέρεται ἡ Επιτροπή δύνανται νά ενισχύσουν τήν ευρύτερη πρόταση πού ὑποστηρίζει ἡ ἄν τά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως δύνανται ὀρθῶς νά θεωρηθούν ὅτι συνιστούν δόλια ενέργεια ἡ κατάχρηση κατά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Ἐπί τοῦ τρίτου ερωτήματος
Μέ τό τρίτο ἐρώτημα του τό ἐθνικό δικαστήριο έρωτᾶ περαιτέρω ἄν ὁ Υπουργός Γεωργίας υποχρεούται νά ἀποδώσει στην ενάγουσα τά νομισματικά εξισωτικά ποσά πού εισέπραξε κατά τήν εξαγωγή τοῦ κρέατος ἀπό τήν Ἰρλανδία, λόγω τοῦ ὅτι επεβλήθησαν μέ συντελεστή ὑψηλότερο ἀπό τόν προβλεπόμενο γιά τήν δασμολογική κατάταξη πού είχε γίνει δεκτή, ὅταν τό κρέας εισήχθη στό Ἡνωμένο Βασίλειο. Κατά τήν άποψή μας, ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική. Ἐγινε δεκτό ὅτι ἡ κατάταξη στην ὁποία προέβησαν οἱ ιρλανδικές ἀρχές ήταν ὀρθή καί ὅτι τά νομισματικά εξισωτικά ποσά εἰσεπράχθησαν βάσει ὀρθοῦ συντελεστοῦ. Οἱ κανονισμοί δέν προβλέπουν υποχρέωση ἀποδόσεως τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών πού εἰσεπράχθησαν κανονικώς, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό τί συνέβη κατά τήν εισαγωγή.
Ἡ ενάγουσα ἰσχυρίσθη ὅτι αυτό ὁδηγεί σέ ἀποτέλεσμα πού εἶναι προφανώς άδικο, ἐφ' όσον σημαίνει ὅτι ἐπί τοῦ ἰδίου προϊόντος, τήν αὐτή χρονική στιγμή καί ἐνῶ πρόκειται περί μιᾶς συναλλαγής, εφαρμόζονται δύο διαφορετικές κατατάξεις, οἱ όποιες συνεπάγονται τήν εφαρμογή τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών μέ διαφορετικούς συντελεστές. Πάντως, ἡ ενδεχομένη λύση δέν στρέφεται εναντίον τοῦ Κράτους μέλους εξαγωγής πού ενήργησε βάσει συμφωνίας πού συνήφθη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 α τοῦ τροποποιηθέντος κανονισμοῦ 974/71.
Διά ταῦτα φρονοῦμε ὅτι στά υποβληθέντα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ερωτήματα πρέπει νά δοθούν οἱ ἀκόλουθες ἀπαντήσεις:
1)
Κατά τό χρονικό διάστημα μεταξύ 20ής Μαρτίου 1978 καί 28ης Άπριλίου 1979 τά διατηρημένα δια ἁπλής ψύξεως κεχωρισμένα εμπρόσθια τεταρτημόρια βοός ἀπό τά όποια ἔχει ἀφαιρεθεί ὁ σπόνδυλος ἄτλας ὑπήγοντο στην διάκριση 02.01 Α II α) 4 αα τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου καί ὑπέκειντο σέ νομισματικά εξισωτικά ποσά μέ τό ἀντίστοιχο στην ἐν λόγω διάκριση συντελεστή
2)
δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2α τοῦ κανονισμοῦ 974/71 καί τῶν άρθρων 10 καί 11 τοῦ κανονισμοῦ 1380/75, οἱ ἀρχές τοῦ Κράτους μέλους εξαγωγῆς υποχρεοῦνται νά χορηγήσουν νομισματικά εξισωτικά ποσά μέ τόν συντελεστή πού καθόρισε τό Κράτος μέλος εισαγωγής ἀκόμη καί στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ή δασμολογική κατάταξη γιά τόν υπολογισμό τοῦ συντελεστοῦ θεωρείται ὡς εσφαλμένη
3)
ὁ κανονισμός 1380/75 δέν υποχρεώνει τίς ἀρχές τοῦ Κράτους μέλους εξαγωγής νά ἀποδώσουν τά νομισματικά εξισωτικά ποσά πού νομίμως εἰσεπράχθησαν κατά τήν εἰσαγωγή τῶν εμπορευμάτων ἁπλῶς καί μόνον επειδή εἰσεπράχθησαν ἡ ἐχορηγήθησαν ἀπό τό Κράτος μέλος εισαγωγής μέ διαφορετικό συντελεστή.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy