ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 19 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι Δικαστές,
1. Εισαγωγή
Οἱ επτά συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, ἐπί των ὁποίων ἀναπτύσσω σήμερα τίς προτάσεις μου, ἀποτελοθν, μετά τίς υποθέσεις Werhahn κλπ. (63-69/72, Jurispr. 1973, σ. 1229) καί Kampffmeyer κλπ. (56-60/74, Jurispr. 1974, σ. 711), την συγκεκριμένη εκδήλωση μιᾶς τρίτης επιθέσεως τῆς γερμανικής βιομηχανίας μεταποιήσεως σίτου κατά τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς μαλακοῦ καί σκληροῦ σίτου. Τῆς επιθέσεως ὑγείται αυτή τήν φορά ἡ εταιρεία «Ludwigshafener Walzmühle Erling KG», ἐνῶ οἱ ἡγηθέντες κατά τίς προηγούμενες επιθέσεις ἀπεσύρθησαν μετριοπαθῶς στην ὀπισθοφυλακή. Στην ομάδα τῶν ἐναγουσῶν, γιά πρώτη φορά βλέπομε τήν μεγάλη εταιρεία παρασκευής ζυμαρικών Schwaben-Nudel-Werke Β. Birkel Söhne GmbH & Co. Όπως τίς προηγούμενες φορές, οἱ αγωγές βασίζονται κυρίως στό άρθρο 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Γιά τόν προσδιορισμό τῆς αιτουμένης ἀποζημιώσεως λαμβάνεται επίσης ὡς βάση τό άρθρο 178 τῆς συνθήκης αυτής. Ό ισχυρισμός περί τοῦ παρανόμου χαρακτῆρος τῆς κοινής οργανώσεως ἀγορᾶς σκληρού καί μαλακού σίτου άφορᾶ, αὐτή τήν φορά, διαφορετικές εκφάνσεις ἀπό εκείνες πού ἀπετέλεσαν τό αντικείμενο τῶν προηγουμένων δικῶν. Σήμερα ἡ επίθεση στρέφεται ἀποκλειστικώς κατά τῶν κοινοτικῶν τιμών κατωφλίου τοῦ σκληροῦ σίτου. Οἱ τιμές αυτές κρίνονται πολύ ὑψηλές, ιδίως σέ σχέση μέ τίς τιμές κατωφλίου τοῦ μαλακού σίτου. Κατά τόν καθορισμό αυτών τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ σκληρού σίτου, πού κρίνονται πολύ υψηλές, παρεβιάσθησαν, κατά πολλούς τρόπους, «ἀνώτεροι» κανόνες δικαίου. Ζητείται ἀποζημίωση γιά τήν σημαντική ζημία πού υπέστησαν οἱ ενάγουσες ἀπό αὐτήν τήν παραβίαση ἀνωτέρων κανόνων δικαίου.
Ἀφού συνοψίσω τά κυριότερα περιστατικά τῆς υποθέσεως, θά ἀναλύσω πρώτα τους ἕξ ισχυρισμούς βάσει τῶν ὁποίων τό Συμβούλιο, ἡ Επιτροπή καί ἡ Ιταλική Κυβέρνηση ἀμφισβήτησαν τό παραδεκτό τῆς ἀγωγῆς.Τό Δικαστήριο 'έχει ήδη δεχθεί μέ τήν τρίτη ἀπόφαση Lütticke (υπόθεση 4/69, δεκάτη σκέψη, Jurispr. 1971, σ. 325) ὅτι, δυνάμει τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 215 καί τῶν γενικών ἀρχων στίς όποιες παραπέμπει ἡ διάταξη αύτη, ἀπαιτεῖται ἡ συνδρομή ὁρισμένων προϋποθέσεων γιά τήν ύπαρξη ἐξωσυμβατικῆς εὐθύνης τῆς Κοινότητος. Οἱ προϋποθέσεις αυτές ἀφοροῦν 1) τήν ύπαρξη ζημίας, 2) τόν ουσιώδη σύνδεσμο μεταξύ τῆς φερομένης ζημίας καί τῆς συμπεριφοράς πού προσάπτεται στά ὄργανα καί 3) τό παράνομο τῆς ἐν λόγω συμπεριφοράς.
Μετά τήν ἀπόφαση Schöppenstedt (υπόθεση 5/71, ενδεκάτη σκέψη, Jurispr. 1971, σ. 975), έχει νομολογηθεῖ ὅτι ἡ ζημία πού προκύπτει ἀπό νομοθετικές πράξεις τῶν ὀργάνων, οἱ όποιες συνεπάγονται επιλογές οικονομικής πολιτικής, δύναται νά ἀποδοθεί επίσης στην Κοινότητα, ἐφ' ὅσον υπάρχει κραυγαλέα παράβαση ἀνωτέρου κανόνος δικαίου, πού 'έχει θεσπισθεί γιά τήν προστασία τῶν ἀτόμων.
Ἡ έγγραφη καί ἡ προφορική διαδικασία σᾶς επέτρεψαν ήδη να ἀντιληφθείτε ὅτι τό ζήτημα τοῦ προβαλλομένου παρανόμου χαρακτῆρος τῶν προσβαλλόμενων νομοθετικῶν πράξεων, πού πρέπει νά προσδιορισθεί ἀκριβέστερα, σύμφωνα μέ τους ὅρους τῆς ἀποφάσεως Schöppenstedt πού παρέθεσα, εγείρει πάρα πολλά καί πιό πολύπλοκα προβλήματα. Χάριν τῆς οικονομίας τῆς δίκης, προτίθεμαι επομένως νά εξετάσω πρῶτον, μετά τό πρόβλημα τοῦ παραδεκτοῦ, τά λιγότερο δυσχερή ζητήματα ὥς πρός τήν ύπαρξη ζημίας καί αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς φερομένης ζημίας καί τῆς συμπεριφορᾶς πού προσάπτεται στά ὄργανα. Θά προβώ, πάντως, στην εξέταση αυτή ὑπό τό φῶς ὡρισμένων θεμελιωδών χαρακτηριστικών τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής.
Τέλος, μόνον κατά τό μέτρο πού εἶναι ἀναγκαίο θά εξετάσω χωριστά τόν φερόμενο ὡς παράνομο χαρακτήρα τοῦ καθορισμού τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ σκληρού σίτου.
2. Σύνοψη τῶν κυριοτέρων περιστατικών μέ μερικές σχετικές παρατηρήσεις
Γιά τήν πλήρη σύνοψη τῶν περιστατικών οπως προέκυψαν ἀπό τήν έγγραφη διαδικασία, παραπέμπω χάριν συντομίας στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Τά πλέον σημαντικά περιστατικά στο πλαίσιο τῆς ἀναλύσεως μου εἶναι, νομίζω, τά ἀκόλουθα:
Ή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς τοῦ σίτου περιλαμβάνει, στό επίπεδο τοῦ συστήματος τιμών, για κάθε ποικιλία σίτου:
1.
Μία ενδεικτική τιμή, εφαρμοζόμενη σέ ὁλόκληρη τήν Κοινότητα, ἀπό τήν ὁποία προκύπτει τό επίπεδο προστασίας τῆς κοινοτικής άγορᾶς σίτου οἱ ενδεικτικές τιμές καθορίζονται γιά τό Duisburg, πού είναι ἡ πλέον ελλειμματική ζώνη τῆς Κοινότητος' περιλαμβάνουν, ὡς στοιχείο τῆς ἀγορᾶς, τήν διαφορά πού πρέπει νά υπάρχει μεταξύ, ἀφ' ἑνός, τῆς τιμής παρεμβάσεως τοῦ σκληροῦ σίτου καί τῆς τιμής ἀναγωγής τοῦ μαλακού ἀρτοποιήσιμου σίτου καί, ἀφ' έτερου, τοῦ προβλεπομένου επιπέδου τῆς τιμής ἀγορᾶς τοῦ σκληρού σίτου καί τοῦ μαλακού ἀρτοποιησίμου σίτου, στην περίπτωση κανονικής συγκομιδής καί φυσιολογικών συνθηκών διαμορφώσεως τῶν τιμών, στην πλέον πλεονασματική ζώνη παραγωγής. 'Εκτός τοῦ στοιχείου αὐτοῦ τῆς ἀγορᾶς, οἱ ενδεικτικές τιμές περιλαμβάνουν τό κόστος μεταφορᾶς ἀπό τήν πλεονασματική ζώνη τοῦ Ormes πρός τήν ζώνη τοῦ Duisburg.
2.
Μία τιμή παρεμβάσεως, στην ὁποία οἱ ὀργανισμοί παρεμβάσεως ὀφείλουν νά ἀγοράζουν τόν σίτο πού τους προσφέρεται, ἐφ' ὅσον πληροί ὁρισμένες ποιοτικές καί ποσοτικές προϋποθέσεις' μία τιμή παρεμβάσεως γιά τόν σκληρό σίτο καθορίζεται κατ' ἔτος πρός τόν σκοπό αυτό σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 2727/75.
3.
Μία τιμή ἀναγωγής γιά τόν μαλακό ἀρτοποιήσιμο σίτο.
4.
Μία τιμή κατωφλίου πού προσδιορίζει τό επίπεδο στό όποιο πρέπει νά ἀνέλθουν, διά τῆς επιβολής μεταβλητών εισφορών, οἱ χαμηλότερες τιμές τοῦ εισαγομένου σίτου.
Όπως παρετήρησα ἀνωτέρω, ἡ προκειμένη δίκη ἀναφέρεται ἀποκλειστικώς στην διαφορά μεταξύ τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ μαλακοῦ καί τοῦ σκληροῦ σίτου. 'Ολες οἱ τιμές πού ἀνέφερα πρέπει βεβαίως νά καθορίζονται σέ συσχετισμό μεταξύ τους, δεδομένου ὅτι άλλως θά ἠδύναντο νά προκύψουν ἀνεπιθύμητες οικονομικές καταστάσεις. Ἀπό νομικής ἐπόψεως, τό δεύτερο καί τό τρίτο εδάφιο τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 40 τῆς συνθήκης παρουσιάζουν κάποια σημασία σχετικώς. Τό δεύτερο εδάφιο τῆς παραγράφου αυτής ὁρίζει ὅτι ή κοινή ὀργάνωση πρέπει νά περιορίζεται στην επιδίωξη τῶν στόχων πού ἀναφέρονται στό ἄρθρο 39 καί (συγχρόνως) νά ἀποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ἡ καταναλωτῶν τῆς Κοινότητος. Τό τρίτο εδάφιο τῆς ἐν λόγω παραγράφου ὁρίζει ὅτι μία (ενδεχομένη) κοινή πολιτική θεμελιώνεται ἐπί κοινών κριτηρίων καί ὁμοιομόρφων μεθόδων ὑπολογισμοῦ. Οἱ ενάγουσες ἀποδίδουν μεγάλη σημασία στίς δύο αυτές διατάξεις, ὅσον ἀφορᾶ τόν παράνομο, ὅπως υποστηρίζουν, χαρακτήρα τοῦ καθορισμοῦ τῶν τιμών κατωφλίου.
Ἐκτός τοῦ συστήματος τιμών, τό άρθρο 10 τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 2727/75 επιτρέπει επίσης τήν χορήγηση ενισχύσεων στην παραγωγή σκληροῦ σίτου. Δεδομένου ὅτι ή ενίσχυση στην παραγωγή ἀποτελεῖ τήν άλλη μορφή προστασίας τῶν παραγωγών, ή αύξηση τῆς ενισχύσεως αυτής δύναται, φυσιολογικά, νά επιφέρει μείωση τῶν τιμών παρεμβάσεως καί τῶν τιμών κατωφλίου. Γι' αυτό, ἡ εναλλακτική αυτή λύση 'έχει κάποιο ρόλο στην παροῦσα δίκη. Οἱ ενάγουσες επιζητούν πράγματι νά επιτύχουν μείωση τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ σκληροῦ σίτου. 'Η ενίσχυση στην παραγωγή δύναται νά διαφοροποιείται ἀναλόγως τῶν ζωνών παραγωγής καί νά περιορίζεται σέ ὁρισμένες ἀπό αυτές. Περιορισμός τῆς ενισχύσεως στην παραγωγή σέ ὁρισμένες ζώνες καί ποιότητες επήλθε μέ τόν κανονισμό 1143/76.
Αὐτά εἶναι τά γενικά χαρακτηριστικά τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς, γιά τήν ὁποία πρόκειται. Ὅπως παρετήρησα, στην προκειμένη δίκη ἀμφισβητεῖται κυρίως ἡ θεωρούμενη ὡς πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ μαλακοῦ καί τοῦ σκληροῦ σίτου καί ειδικότερα ἡ φερομένη ὡς υπερβολική τιμή κατωφλίου τοῦ σκληροῦ σίτου.
Όπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελλο τῆς υποθέσεως, γιά τήν περίοδο εμπορίας 1978/79, οἱ τιμές κατωφλίου καθω-ρίσθησαν σέ επίπεδο ελαφρώς, κατώτερο τῶν ενδεικτικών τιμών, δηλαδή σέ 159,40 ECU γιά τόν μαλακό καί σέ 221,30 ECU γιά τόν σκληρό σίτο. Γιά τήν περίοδο εμπορίας 1979/80, οἱ τιμές αυτές καθω-ρίσθησαν καί πάλι σέ επίπεδο ελαφρώς κατώτερο τῶν ενδεικτικών τιμών, δηλαδή σέ 197,45 καί 243,40 ECU ἀνά τόννο, ἀντιστοίχως. Ἑπομένως, οἱ διαφορές μεταξύ τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ μαλακοῦ καί τοῦ σκληροῦ σίτου αὐξήθησαν σέ σχέση μέ τήν περίοδο 1973/74, παρά τό ὅτι ἡ διαφορά τῶν τιμών πού ἐφηρμόσθησαν ἀντιστοίχως κατά τίς περιόδους 1974/74 καί 1979/80 ἑμειώθη, ὅπως προκύπτει ἀπό τους υπολογισμούς τῶν ἐναγουσῶν, ἀπό 100/151,2 σέ 100/138,5. Κατά τίς ενάγουσες, ἡ σχέση αυτή εἶναι πάντως σαφώς ἀνώτερη ἀπό τήν σχέση πού υπάρχει μεταξύ τῶν τιμών τοῦ μαλακοῦ καί τοῦ σκληροῦ σίτου στην παγκόσμια ἀγορά, ἡ ὁποία, κατά τήν γνώμη τους, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς σχετική στό πλαίσιο τῆς προκειμένης δίκης. Οἱ παρεμβαίνοντες γαλλικοί ὀργανισμοί καί ἡ ιταλική Κυβέρνηση ἀμφισβήτησαν τήν σχέση αὐτή κατά τήν έγγραφη διαδικασία, ὅσον άφορᾶ τίς ποιότητες σίτου πού ἐπωλήθησαν στην παγκόσμια ἀγορά καί πού δύνανται νά συγκριθοῦν μέ τίς ποιότητες σίτου πού διετέθησαν στην ενδοκοινοτική ἀγορά. Ἐπ' αὐτοῦ, τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή περιωρίσθησαν, κατά τήν έγγραφη διαδικασία, νά παρατηρήσουν κυρίως ὅτι ὁ βασικός κανονισμός δέν ἀπαιτεῖ νά λαμβάνονται ύπ' οψη οἱ σχέσεις τιμών πού ἐπικρατοῦν στην παγκόσμια ἀγορά, γιά τήν εφαρμογή τῆς ὀργανώσεως τῆς κοινοτικής ἀγορᾶς. Δεδομένης τῆς υποχρεώσεως νά λαμβάνονται ὑπ'ὄψη οἱ προσδοκόμενες βάσει τῶν φυσιολογικών ὅρων σχηματικοῦ τῶν τιμών τιμές, υποχρέωση τήν ὁποία ὑπεγράμμισα καί ή ὁποία ὁρίζεται στό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 2727/75, παρατηρώ σχετικώς μέ τήν, κατά τήν γνώμη μου, τυπικώς ὀρθή αὐτή διαπίστωση ὅτι οἱ σχέσεις τιμών πού υπάρχουν στην παγκόσμια ἀγορά, γιά παρόμοιες ποιότητες, παρουσιάζουν πράγματι, εμμέσως, κάποια σπουδαιότητα, καθ' ὅσον κυρίως προκύπτουν ἀπό την φυσιολογική λειτουργία τῆς προσφορᾶς καί της ζητήσεως. Πάντως, τά επιχειρήματα πού ἀνέπτυξαν οἱ παρεμβαίνοντες γαλλικοί ὀργανισμοί καί ἡ ιταλική Κυβέρνηση κατά τήν έγγραφη διαδικασία μοῦ φαίνονται περισσότερο σχετικά.
'Εκτός ἀπό τίς σχέσεις τιμῶν πού υπάρχουν στην παγκόσμια ἀγορά, οἱ ενάγουσες επικαλοῦνται επίσης τίς σχέσεις μεταξύ των τιμῶν κόστους τοῦ σκληρού καί τοῦ μαλακού σίτου εντός τῆς Κοινότητος. Θά ήθελα νά παρατηρήσω, όσον ἀφορᾶ τίς σκέψεις πού ἀναπτύσσουν ἐπ' αὐτοῦ, ὅτι πάντως υπερβάλλουν κάπως τήν επιρροή τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῶν σχέσεων μεταξύ των τιμών κόστους, όταν επικαλούνται τήν ἀπόφαση Werhahn, στην δεκάτη σκέψη τῆς οποίας γίνεται δεκτό ὅτι υπάρχει σχέση μεταξύ τῶν τιμών τοῦ σκληρού καί τοῦ μαλακοῦ σίτου ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ πρώτη υπερβαίνει γενικώς τήν δευτέρα κατά 20 % περίπου. Στην ἀγωγή τους δέν ἀναφέρουν τά ἀποτελέσματα τῆς μελέτης τους περί τῆς περαιτέρω εξελίξεως τού κόστους παραγωγής. Μόνο κατά τήν προφορική διαδικασία ἐξήτασαν λεπτομερώς τήν εξέλιξη τοῦ κόστους παραγωγής τοῦ σκληροῦ καί τοῦ μαλακοο σίτου εντός τῆς Κοινότητος. Ἕνα ἀπό τά πλέον ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα τά όποια ἀνέπτυξαν σχετικώς εἶναι τό ὅτι οἱ ἀμοιβαῖες σχέσεις τοῦ κόστους παραγωγής τῶν προϊόντων αυτών μεταξύ τῶν διαφόρων ζωνών παραγωγής παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, μέ τάση πάντως μειώσεως υπέρ τοῦ σκληροῦ σίτου, ἀναλόγως τῆς αυξήσεως τοῦ σιτηροῦ αὐτοῦ προς τά νότια τῆς Κοινότητος. 'Η ἀξία τῶν συμπερασμάτων στά όποια κατέληξαν οἱ ενάγουσες ετέθη, πάντως, ἐν ἀμφιβολία ἀπό άλλους διαδίκους. Ἤδη μέ τήν ἀγωγή τους, ἀλλά καί στην συνέχεια τῆς διαδικασίας, οἱ ενάγουσες ἀπέδωσαν, ἐξ άλλου, μεγαλύτερη σημασία στίς σχέσεις πού υπάρχουν μεταξύ τῶν τιμών στην παγκόσμια ἀγορά στό θέμα αυτό. Σέ περίπτωση ελευθέρου σχηματικοί) τῶν τιμών, τό κόστος παραγωγής αντικατοπτρίζει ἀναπόφευκτα αυτές τίς σχέσεις τιμών τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς. Νομίζω ὅτι ὁ συλλογισμός αυτός εἶναι ἀπό οικονομικής ἀπόψεως ὀρθός καί 'ίσως σχετικός. Εἶναι κατ' ἀρχήν ὀρθός, διότι, σέ περίπτωση ελευθέρων τιμών, οἱ επιχειρήσεις πού ἔχουν υψηλό κόστος παραγωγής εἶναι καταδικασμένες νά εκλείψουν. 'Η άποψη αύτη εἶναι 'ίσως καί σχετική, διότι, ὅπως παρετήρησα ήδη, οἱ ενδεικτικές τιμές πρέπει νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη, μεταξύ άλλων, τίς σχέσεις τιμών πού προσδοκούνται βάσει τῶν φυσιολογικών ὅρών σχηματισμοῦ τῶν τιμών.
'Ως πρός τά λοιπά περιστατικά τῆς υποθέσεως, θεωρώ σημαντικά καί τά έξης στοιχεία.
Πρώτον, ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐν προκειμένω σχετικές περιόδους εμπορίας, δέν ἀμφισβητείται ὅτι στην κοινοτική ἀγορά υπήρχε πλεόνασμα μαλακού καί έλλειμμα σκληροῦ σίτου. Κατά τήν προφορική διαδικασία, ή 'Επιτροπή προσεκόμισε τά ἀριθμητικά στοιχεία περί τῶν εισαγωγών σκληροῦ σίτου προελεύσεως τρίτων χωρών στην 'Ιταλία καί στην Γαλλία, στοιχεία πού ήταν σαφώς υψηλότερα τῶν σχετικών μέ τίς εισαγωγές τῆς Γερμανίας. Τό 1979, ή Γαλλία εισήγαγε 242929 τόννους σκληροῦ σίτου, ἡ 'Ιταλία 523835 τόννους καί ή 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας μόνο 154726 τόννους, καίτοι πρέπει νά προστεθεί καί μέρος τῶν ὀλλανδικών εισαγωγών πού ανήλθαν σέ 143789 τόννους. 'Αν καί οἱ ἀριθμοί αυτοί καθ' εαυτοί δέν εμφαίνουν τίποτα περί τοῦ όγκου σέ ποσοστό ἐπί τοις εκατό τοῦ εισαχθέντος σίτου γιά τήν βιομηχανία μεταποιήσεως, νομίζω ὅτι επιτρέπουν πάντως νά προσδιοριστοῦν τά στοιχεία πού ἀποτελοῦν τό ιστορικό τῆς διαφορᾶς. Πράγματι, καθι-στοῦν ευλογοφανή τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὅτι δηλαδή οἱ τιμές τοῦ παραγομένου στην Γαλλία καί στην 'Ιταλία σίτου τείνουν νά προσαρμόζονται πρός τίς τιμές κατωφλίου. Σέ περίπτωση ισχνής συγκομιδής πού εκτείνεται στίς ἴδιες τίς χώρες παραγωγούς, δύσκολα αναμένεται διαφορετική εξέλιξη, βάσει τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καί τῆς ζητήσεως. Ή άποψη των ἐναγουσῶν, ὅτι οἱ εγκατεστημένες στίς ζῶνες παραγωγής βιομηχανίες δύναται νά ἀγοράζουν σέ καλύτερη τιμή, άποψη πού δεν στηρίζεται ἀπό ἀκριβή στοιχεία, εμφανίζεται ἐδῶ σαφῶς λιγότερο ἀξιόπιστη.
'Ύστερα ἀπό τήν προσχώρηση τῆς 'Ελλάδος, ἡ κοινοτική ἀγορά δέν εἶναι πλέον ἐλλειμματική σέ σκληρό σίτο, ὅπως ἀνέφερε ένας ἀπό τους παρεμβαίνοντες γαλλικούς ὀργανισμούς, κατά τήν προφορική διαδικασία. Ό ισχυρισμός αυτό στερείται, πάντως, ἐνδιαφέροντος στό πλαίσιο τῆς ὑπό κρίση διαφοράς, δεδομένου ὅτι αὐτή ὐνάγεται σέ προγενέστερες περιόδους εμπορίας.
'Οπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελλο τῆς ὑποθέσεως, δέν ἀμφισβητεῖται ὅτι ἡ μεταποίηση σκληρού σίτου ἀπό τά γερμανικά ἀλευροποιεῖα μεταξύ 1975 καί 1979 ἐπαρου-σίασε κάμψη κατά 20 ο/ο περίπου. Κατά μία ευλογοφανή άποψη τῶν ἐναγουσῶν, οἱ λόγοι πτώσεως έγκεινται στό γεγονός ὅτι σημαντικές διαφορές τιμών μεταξύ σκληροῦ καί μαλακού σίτου ωθούσαν τους παρασκευαστές ζυμαρικών νά ἀντικαθιστοῦν αὐξητικῶς τόν πρώτο ἀπό τόν δεύτερο παρά τήν μικρότερη ἀξία τοῦ τελευταίου. 'Η δυνατότης τῆς ὑποκαταστάσεως αὐτής ἐπαρουσιάσθη επειδή ἡ 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας δέν ἀπαγορεύει στους παρασκευαστές ζυμαρικών τήν μεταποίηση τοῦ μαλακοῦ σίτου, ἀντίθετα πρός τίς χώρες παραγωγούς τοῦ σιτηροῦ αὐτοῦ. Αυτή ἡ δυνατότης υποκαταστάσεως 'έχει, μεταξύ άλλων, ὡς συνέπεια, ὁπως υποστηρίζουν οἱ ενάγουσες, ὅτι οἱ υψηλές τιμές εισαγωγής τοῦ σκληροῦ σίτου ἐν μέρει μόνο δύνανται νά μετακυλη-θοῦν ἐπί τῶν παρασκευαστών ζυμαρικών. 'Επειδή καί ὁ ισχυρισμός αὐτός εἶναι ευλογοφανής θά τόν δεχθώ ὡς υπόθεση εργασίας στην συνέχεια τῆς ἀναλύσεως μου.
'Εκτός ἀπό τήν τιμή τῆς πρώτης ύλης καί τήν ύπαρξη, ἡ μή, δυνατότητος υποκαταστάσεως τοῦ σκληρού ἀπό τόν μαλακό σίτο, οἱ συνθήκες ὑπό τίς όποιες τά ἀλευροποιεῖα προμηθεύονται τίς πρώτες ύλες τους επηρεάζονται προφανώς καί ἀπό τό κόστος μεταφορᾶς. Τά εὑρισκόμενα εντός ἡ πλησίον τῶν ζωνών παραγωγής ἀλευροποιεῖα ή εργοστάσια ζυμαρικών έχουν ένα πλεονέκτημα λόγω τῆς θέσεως τους, σέ σύγκριση μέ τίς βιομηχανίες πού εὑρίσκονται σέ πλέον ἀπομεμακρυσμένα ἀπό τους προμηθευτές τους σημεία. 'Η ύπαρξη αὐτοῦ τοῦ ανταγωνιστικοί) πλεονεκτήματος ὡς πρός τό κόστος μεταφοράς ἠμφισβητήθη μέ ἀριθμητικά στοιχεία ἀπό τους παρεμβαίνοντες γαλλικούς ὀργανισμούς, ἰδίως ὅσον άφορᾶ τήν θέση μεταξύ τῆς γερμανικής καί τῆς γαλλικῆς βιομηχανίας. 'Επειδή οἱ ενάγουσες ἀμφισβήτησαν, κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, τους ἀριθμούς αὐτούς καί ἰδίως τό κατά πόσο εἶναι ὀρθές οἱ διαδρομές μεταφορών πού ελήφθησαν ὡς βάση τῶν σχετικών εκτιμήσεων, υπάρχει κάποια ἀβεβαιότης στό σημείο αυτό. Πάντως, μέρος τοῦ γαλλικοῦ σκληροῦ σίτου εξάγεται πρός τήν Γερμανία. Επομένως, δέν φαίνεται ὅτι πρέπει νά ἀποδίδεται μεγάλη σημασία στό κόστος μεταφοράς, ἐν ἀντιθέσει μέ ὅ,τι συμβαίνει γιά τόν καθορισμό τῶν ενδεικτικών τιμών. Εἶναι δύσκολο νά ἀμφισθητηθεῖ ὅτι δέν δύναται νά υπάρξει ἀνταγωνισμός μεταξύ τῶν ιταλικών καί τῶν γερμανικών ἀλευρο-ποιείων λόγω τῆς ἀποστάσεως πού τά χωρίζει. 'Αποκλείεται επίσης τό ὅτι οἱ ιταλοί παρασκευαστές ζυμαρικών ἀπολαύουν πλεονεκτήματος έναντι τῆς γερμανικής ἀγοράς, ὡς πρός τό κόστος μεταφοράς. Γιά τόν λόγο αυτό, δέν θά ἀσχοληθῶ περισσότερο μέ τίς διαφορές μεταξύ τοῦ κόστους μεταφοράς πού βαρύνει τίς επιχειρήσεις μεταποιήσεως σίτου, μεταξύ τῶν ὁποίων υπάρχει ἀνταγωνισμός, ὅταν θά εξετάσω τά πιθανά αἴτια τῆς φερομένης ζημίας.
Γιά τά λοιπά περιστατικά τῆς υποθέσεως, παραπέμπω, ὅπως ήδη ἀνέφερα, στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ή ὁποία ἔχει επίσης μία χρήσιμη σύνοψη τῶν επιχειρημάτων πού ἀνέπτυξαν οἱ διάδικοι πρός υποστήριξη τῶν ἀντιστοίχων ἀπόψεών τους. Θά εξετάσω τά επιχειρήματα αυτά, κατά τό μέτρο τοῦ ἀναγκαίου, στό σχετικό μέρος τῆς ἀναλύσεως μου.
3. Ἐπί τοῦ παραδεκτοί)
Στην συνέχεια, ὅπως ἀνέφερα, θά εξετάσω τους έξι ισχυρισμούς, πού προεβλήθησαν κατά τοῦ παραδεκτού τῶν ἀγωγῶν.
Τό Συμβούλιο θεωρεί ὅτι οἱ ἀγωγές είναι ἀπαράδεκτες, πρώτον διότι ἀναφέρονται στίς τιμές κατωφλίου γιά ὅλες τίς μεταγενέστερες τῆς περιόδου 1974/1975, συμπεριλαμβανομένης τῆς περιόδου 1979/80, περιόδους εμπορίας, πράγμα πού ἀντιβαίνει προδήλως στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί συνιστᾶ ἀδιαφορία γιά τήν ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου. Ή ἀρχή αυτή εμποδίζει νά τεθούν ὑπό ἀμφισβήτηση εμπορικές συναλλαγές πού έχουν ήδη συντελεσθεί. Δέν νομίζω ὅτι ὁ ισχυρισμός αὐτός δύναται νά υποστηριχθεί. Πράγματι, περιέχει ἕνα συμπέρασμα a contrario, βασιζόμενο στην ἀπόφαση Kampffmeyer κλπ. (υποθέσεις 56-60/74). Μέ τήν απόφαση αύτη, τό Δικαστήριο εδέχθη, στην έκτη σκέψη, «ὅτι τό άρθρο 215 δέν εμποδίζει τήν υποβολή αιτήσεως πρός τό Δικαστήριο, περί παροχής έννόμου προστασίας, για νά ἀναγνωρισθεί ἡ ευθύνη τῆς Κοινότητος γιά βλάβες επικείμενες καί προβλεπόμενες μέ βεβαιότητα, ἀκόμα καί ἄν ἡ ζημία δέν δύναται ἀκόμα νά ἀποτιμηθεί επακριβώς». 'Από τήν σκέψη αυτή δέν δύναται βεβαίως νά συναχθεί ὅτι τό άρθρο 215 εμποδίζει πράγματι τήν ἀγωγή πού στηρίζεται σέ ζημία πού έχει ἤδη επέλθει: Ή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 215, πού εἶναι σαφές στό σημείο αυτό, δεικνύει ἀντιθέτως ὅτι ἡ διάταξη αυτή σκοπεί ἀκριβώς νά καλύψει τήν επελθούσα ζημία. Κατά τό Δικαστήριο, δέν ἀπητεῖτο ἡ επίκληση τῶν έννομων τάξεων τῶν Κρατών μελών, στην συνέχεια τῆς σκέψεως πού παρέθεσα, παρά μόνο επικουρικώς, γιά νά αἰτιολογηθεῖ ἡ επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 215 μέ μέλλουσα, άλλα προβλεπομένη μέ επαρκή βεβαιότητα ζημία. Ἐξ άλλου, ὁ πρώτος ισχυρισμός τοῦ Συμβουλίου, πού αναλύω τώρα, έχει ήδη ἀπορριφθεί ρητώς ἀπό τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις 3 καί 4/64, Chambre syndicale de la Sidérurgie Française (Jurispr. 1965, σ. 668 καί 19 κ.ἄ/69), Richez-Parise καί κλπ. (Jurispr. 1970, σ. 325).
Δεύτερον, τόσο ἡ 'Επιτροπή ὅσο καί τό Συμβούλιο υποστηρίζουν ὅτι οἱ ενάγουσες ὤφειλαν νά εξαντλήσουν πρώτα τίς κατά τό εθνικό δίκαιο δυνατότητες αιτήσεως παροχής έννόμου προστασίας. Ἐπ' αὐτοῦ πάντως τό Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί, διά βραχέων, στην ἀπόφαση Wagner (υπόθεση 12/79, Jurispr. 1979, σ. 3657), δεκάτη σκέψη, ἀπαντώντας σέ ἀνάλογο ισχυρισμό τῆς 'Επιτροπής, ὅτι «ή ἀγωγή ἀποζημιώσεως τῶν άρθρων 178 καί 215 τῆς συνθήκης ἐθεσπίσθη ὡς αυτοτελές μέσο, τοῦ ὁποίου ή ιδιαίτερη λειτουργία τοποθετείται στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν αιτήσεων παροχής έννομου προστασίας, υπόκειται δέ σέ προϋποθέσεις ἀσκήσεως πού τίθενται ἐν ὄψει τοῦ εἰδικοῦ ἀντικειμένου του. Δέν έχει ὡς σκοπό νά παράσχει στό Δικαστήριο τήν δυνατότητα νά εξετάζει τό κῦρος ἀποφάσεων πού ελήφθησαν ἀπό εθνικά ὄργανα, στά όποια έχει ἀνατεθεί ἡ εφαρμογή ὁρισμένων μέτρων, στό πλαίσιο τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, ἡ νά ἐκτιμᾶ τίς οικονομικές συνέπειες τῆς ενδεχομένης ἀκυ-ρότητος τέτοιων ἀποφάσεων». 'Από τίς σκέψεις 12 καί 13 τῆς ιδίας ἀποφάσεως, πού ἀποτελοῦν συνέχεια τῆς σκέψεως πού παρέθεσε, συνάγεται, κατά τήν γνώμη μου, ἀποκλειστικώς ὅτι μόνο τά εθνικά δικαιοδο-τικά όργανα δύνανται νά ἀποφαίνονται ἐπί τῆς νομιμότητος εθνικών διατάξεων, θεσπιζόμενων εἰς ἐκτέλεση τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, προσφεύγοντας, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, στό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Αντιστρόφως, δέν δύναται νά συναχθεί ὅτι πρέπει, πρίν ἀπό κάθε ἀγωγή ἀποζημιώσεως κατά τό άρθρο 215 καί μέ βάση παράνομη πράξη τῆς 'ίδιας τῆς Κοινότητος, νά ἀσκείται προσφυγή κατά τῶν εθνικῶν εκτελεστικών διατάξεων. Πράγματι, τό Δικαστήριο εδέχθη ήδη ρητῶς στην ἀπόφαση Merkur (υπόθεση 43/72, Jurispr. 1973, σ. 1055, σκέψη 6) «ὅτι θά ἀντέ-κειτο ἐξ άλλου πρός τήν ὀρθή ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης καί πρός τήν ἀρχή τῆς οικονομίας τῆς δίκης τό νά υποχρεωθεί ἡ ενάγουσα νά προσφύγει στά εθνικά μέσα παροχής έννόμου προστασίας καί νά ἀναμένει, επομένως, ἐπί μακρόν τήν ὁριστική ἀπόφαση ἐπί τῆς ἀγωγής της». Οὔτε είναι δυνατόν νά συναχθεί, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, ἀπό τήν δεκάτη τετάρτη σκέψη τῆς ἀποφάσεως Amylum (υποθέσεις 116 καί 124/77, Jurispr. 1979, σ. 3560) καί ἀπό τήν έκτη σκέψη, διατυπωμένη σχεδόν ταυτόσημα, καθώς καί ἀπό άλλες ἀποφάσεις εκδοθείσες κατά τό 1979 (Jurispr. 1979, σ. 2955, 3017, 3091) ὅτι μία προσφυγή ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστού περί ἀμφισβητήσεως ἡ επιστροφής τῶν επιβληθεισών εισφορών πρέπει νά προηγείται τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως τοῦ ἄρθρου 215. 'Αντιθέτως, ή ἰδιάζουσα φύση καί ὁ αυτοτελής χαρακτήρας τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως τῶν άρθρων 178 καί 215 τῆς συνθήκης επιβεβαιώνονται ρητώς σέ ὅλες τίς παρατεθεῖσες σκέψεις. Βάσει τῆς προηγουμένης αυτής νομολογίας θεωρώ περιττή τήν πιο ενδελεχή εξέταση τοῦ ερωτήματος ἄν οἱ ἐν προκειμένω ενάγουσες εἶχαν πράγματι δυνατότητες αιτήσεως παροχής έννόμου προστασίας στό εθνικό επίπεδο, πράγμα πού οἱ 'ίδιες ἀρνούνται, άλλά πού ἡ Ἐπιτροπή επεχείρησε νά ἀποδείξει, ἀπαντώντας σέ ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου.
Τρίτον, τόσο τό Συμβούλιο ὅσο καί ἡ 'Επιτροπή καί ἡ ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ὅτι ἡ ἀγωγή εἶναι ἀπαράδεκτη, διότι στην πραγματικότητα επιδιώκει όχι τήν ἀποκατάσταση ζημίας, άλλα τήν ἀναθεώρηση τῆς πολιτικής τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς στό θέμα τῶν τιμών κατωφλίου. Υπάρχει επομένως κατάχρηση διαδικασίας. Όσον άφορᾶ τήν ένσταση αυτή, ἀρκεῖ νά παρατηρήσω ὅτι τό Δικαστήριο έχει επανειλημμένως απορρίψει ἀνάλογες ενστάσεις ἀπαραδέκτου, μεταξύ άλλων στίς υποθέσεις Schöppenstedt (υπόθεση 5/71, Jurispr. 1971, σ. 975) καί Holz καί Willemsen (υπόθεση 153/73, Jurispr. 1974, σ. 675), ἀνα-φερθέν στόν αυτοτελή χαρακτήρα καθώς καί στην Ιδιάζουσα λειτουργία καί τό σκοπό τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως τοῦ άρθρου 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης. 'Ετσι, εἶναι μάταιο νά υποστηριχθεί ὅτι τό ἀντικείμενο τῶν προκειμένων ἀγωγών δέν διευκρινίζεται ἡ ὅτι δέν εκτίθενται οἱ βάσεις τῆς ἀγωγής. 'Επίσης, δέν δύναται νά γίνει επίκληση τοῦ γεγονότος ὅτι τό Δικαστήριο εδέχθη τήν ένσταση απαραδέκτου κατά ἀγωγής ἀποζημιώσεως ἡ ὁποία κατά τέ λοιπά δέν διευκρινίζετο μέ τήν ένάτη σκέψη τῆς ἀποφάσεως Schöppenstedt. Σχετικώς, δύναται νά γίνει παραπομπή κυρίως στίς σκέψεις 6 καί 7 τῆς ἀποφάσεως Granaria (υπόθεση 90/78, Jurispr. 1979, σ. 1090, 1091). Ἐπί πλέον, οἱ αιτούμενες ἀποζημιώσεις διευκρινίζονται πράγματι προσηκόντως ἐν προκειμένω, ἀκριβώς ὅπως καί οἱ βάσεις τῆς ἀγωγής. Πάντως, οἱ ἀπόψεις τῶν διαδίκων διίστανται τόσο πολύ ὅσον άφορᾶ τήν ύπαρξη ζημίας καί αιτιώδους συνδέσμου μέ τίς φερόμενες ὡς παράνομες ἀποφάσεις περί καθορισμοῦ τῶν τιμών, ώστε ἡ σκέψη τῆς ἀποφάσεως Schöppenstedt πού παρέθεσα, έκτός ἀπό τίς περί οικονομίας τῆς δίκης σκέψεις, παρέχει ἐν προκειμένω έναν ἐπί πλέον λόγο γιά νά ἐξετασθοῦν τά ερωτήματα αυτά κατά προτεραιότητα στό πλαίσιο τῆς κατ' οὐσίαν ἐξετάσεως. Ή κατάχρηση τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2 την ὁποία προβάλλουν τό Συμβούλιο καί ἡ Ἐπιτροπή στό πλαίσιο τῆς τρίτης αὐτής ενστάσεως, δέν δύναται νά ἀντικρουσθεί ἀποτελεσματικῶς, παρά μόνο ἄν ἀποδειχθεί πρώτα ὅτι, ἀκόμα καί ἄν δύναται νά γίνει λόγος γιά παράνομη συμπεριφορά, δέν προκύπτει ἐν πάση περιπτώσει ὅτι μία τέτοια συμπεριφορά ἀποτελεί την αιτία τῆς θετικῆς ζημίας. Ἐν προκειμένω, πάντως, αυτό δύναται νά γίνει, γιά τους λόγους πού εξετέθησαν, μόνον στό πλαίσιο τῆς κατ' οὐσίαν εξετάσεως της υποθέσεως.
Μέ την τετάρτη ένσταση ἀπαραδέκτου πού προέβαλε, τό Συμβούλιο υποστηρίζει ὅτι οἱ προσβαλλόμενοι κανονισμοί ἐθεσπίσθησαν ἀπό την 'Επιτροπή καί ὅτι, ἑπομένως, οἱ ἀγωγές ἀποζημιώσεως έπρεπε νά στρέφονται ἀποκλειστικῶς κατ' αὐτῆς. Καί αύτη ἡ ένσταση πρέπει νά απορριφθεί, διότι τό περιεχόμενο τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς καθωρίσθη σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τίς προαναφερθείσες αποφάσεις τοῦ Συμβουλίου περί τιμῶν.
Δεδομένου ὅτι οἱ ενάγουσες ζητούν σαφῶς ἀποζημίωση γιά τήν ζημία πού υπέστησαν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου καί της 'Επιτροπής, ουδόλως δέ τήν επιστροφή τῶν εισφορών πού καθώρισαν οἱ εθνικές ἀρχές, ή πέμπτη ένσταση τοῦ Συμβουλίου, ή ὁποία στηρίζεται στην ἀντίθετη άποψη, εἶναι καί αυτή ἀλυσιτελής.
Τέλος, ἡ ιταλική Κυβέρνηση, παρεμβαίνουσα στην δίκη, επικαλείται καί έναν έκτο λόγο ἀπαραδέκτου, ὅτι δηλαδή ἡ διαδικασία δέν εγείρει κανένα νέο πρόβλημα παρά μόνο κατά φαινόμενο. Στην πραγματικότητα, τά προβλήματα πού ἀνακύπτουν εἶναι ὅμοια με εκείνα πού ετέθησαν ἤδη στό πλαίσιο τῶν υποθέσεων Werhahn κ.ἄ. (υποθέσεις 63-69/72, Jurispr. 1973, σ. 1229) καί Kampffmeyer κλπ. (υποθέσεις 56-60/74, Jurispr. 1976, σ. 711), δηλαδή τό νόμιμο τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τῶν σιτηρών. Κατά τήν άποψη μου καί ή ένσταση αυτή πρέπει νά ἀπορριφθεί, διότι ὁ ισχυρισμός περί τοῦ παρανόμου άφορᾶ ἐν προκειμένω μία πλευρά τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς στον τομέα τῶν σιτηρών, διαφορετική ἀπό τήν επίδικη στίς προηγούμενες υποθέσεις, ὅτι ἡ ἀγωγή καθ'εαυτή έχει διαφορετικό περιεχόμενο καί ὅτι μόνο μερικές ἀπό τίς ενάγουσες συμπίπτουν μέ τίς ενάγουσες στίς προηγούμενες δίκες.
4. 'Επί τῆς ἀποδείξεως τῆς ζημίας καί τοῦ αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής καί τοῦ φερομένου ὡς παρανόμου χαρακτῆρος τῶν σχετικών ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής
4.1. 'Ορισμένες δασικές αρχές τῆς κοινής γεωργικῆς πολιτικῆς πού παρουσιάζουν ἐνδιαφέρον ἐν προκειμένω
Γιά νά τοποθετήσω στό ὀρθό πλαίσιο τά κριτήρια υπάρξεως ζημίας καί αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς φερομένης ζημίας καί τῆς συμπεριφοράς πού προσάπτεται στά όργανα, θεωρώ χρήσιμο νά εκθέσω πρώτον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής. Μέ τήν ευκαιρία αυτή, θά υποδείξω σέ ποιό βαθμό ἀσκεί επιρροή κάθε ένα ἀπό τά χαρακτηριστικά αὐτά, ὅσον άφορᾶ τίς προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληροί κάθε ἀγωγή ἀποζημιώσεως, ἐγειρομένη βάσει τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2.
Πρώτον πρέπει νά σημειωθεί ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, οἱ κανόνες πού προβλέπονται γιά τήν 'ίδρυση τῆς κοινής ἀγορᾶς εφαρμόζονται (καί) στά γεωργικά προϊόντα, έκτός ἅν άλλως ὁρίζεται στίς διατάξεις τῶν άρθρων 39 έως καί 46. 'Επί πλέον, ὅπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 40 παράγραφος 2, ἡ κοινή ὀργάνωση γεωργικών ἀγορών, ἐφ' όσον καταστεί δυνατή, δύναται νά συνεπάγεται μεγαλυτέρας ἡ μικροτέρας εκτάσεως παρέμβαση στους μηχανισμούς τῆς ἀγορᾶς. Ή σημασία τῶν δύο αυτών διαπιστώσεων γιά τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεί ἐν προκειμένω έγκειται, γενικῶς, στό ὅτι ἡ κοινή γεωργική πολιτική ουδέποτε παραμερίζει τελείως τόν μηχανισμό τῆς κοινῆς ἀγορᾶς. 'Οπως προκύπτει ἀπό τήν νομολογία ὡς πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος πού πρέπει επίσης νά εξετασθεί, καί ἀπό τήν σημαντική ἀπόφαση ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν υποθέσεων 80 καί 81/77 Commissionnaires Réunis καί Ramel (Jurispr. 1978, σ. 927), ἡ κοινή γεωργική πολιτική δέν δύναται νά εξαφανίσει τελείως τήν λειτουργία τοῦ μηχανισμού τῆς ἀγορᾶς. Αὐτό 'έχει, μεταξύ άλλων, τίς έξης συνέπειες. 'Αν ὁ 'ίδιος ὁ μηχανισμός τῆς ἀγορᾶς επηρεάζει δυσμενῶς τίς πλέον ἀπομεμακρυσμένες ἀπό τά κέντρα παραγωγής σκληρού σίτου βιομηχανίες, π.χ. λόγω τῶν πλεονεκτημάτων πού έχουν ἐκ τῆς θέσεως τους οἱ γαλλικές καί ἰταλικές βιομηχανίες μεταποιήσεως σίτου, γιά τήν ζημία αυτή δέν δύναται νά ζητηθεί ἀποζημίωση. Δέν δύναται επίσης νά ζητηθεί ἀποζημίωση μέ λόγο τόν υποτιθέμενο παράνομο χαρακτήρα μιᾶς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, γιά τήν στρέβλωση τῶν ὅρων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ πού προκύπτει ἀπό τίς διαφορές μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών, ἀπό τίς εθνικές ενισχύσεις ἤ ἀπό πρακτικές επιχειρήσεων πού έχουν ὡς ἀποτέλεσμα τήν νόθευση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἐφ' ὅσον ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς δέν περιλαμβάνει σχετικώς αὐτοτελείς κανόνες. 'Αντιθέτως, ὅπως προκύπτει ἀπό τό άρθρο 38 παράγραφος 2 οἱ νοθεύσεις αυτές πρέπει νά καταπολεμούνται, κατ' ἀρχήν, βάσει τῶν κανόνων της συνθήκης περί ιδρύσεως τῆς κοινής ἀγορᾶς.
'Εξ ἴσου σημαντική εἶναι ἐν προκειμένω ή ἐπίπτωση τῆς κανονικής λειτουργίας τῆς προσφορᾶς καί τῆς ζητήσεως ἐπί τοῦ επιπέδου τῶν τιμών, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀναμένεται στην περίπτωση τόσο μεγάλων εισαγωγών σκληρού σίτου προελεύσεως τρίτων χωρών πρός τίς χώρες παραγωγούς, πράγμα πού συνέβη κατά τήν ὑπό κρίση περίοδο, ὅπως προκύπτει ἀπό τά ἀριθμητικά στοιχεία πού προσεκόμισε ἡ 'Επιτροπή. Ή λειτουργία τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἀγορᾶς θά προκαλέσει, σχεδόν ἀναπόφευκτα, τήν προσαρμογή τοῦ επιπέδου τῶν τιμών τοῦ παραγομένου στην Γαλλία καί τήν 'Ιταλία σίτου στό επίπεδο τῶν τιμών εισαγωγής. Ό παραγωγός σκληρού σίτου δύναται τότε νά διαθέσει, πράγματι, ἀνά πάσα στιγμή τό προϊόν του στήν Γαλλία καί στην 'Ιταλία, σέ τιμή ἐλαφρῶς χαμηλότερη τῆς τιμής κατωφλίου. Σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού μᾶς παρέσχε ἡ 'Επιτροπή, μιά τέτοια πιθανή προσαρμογή ὄντως συνέβη. Τέλος, ἐκτός ἀπό τους βιομηχάνους ἀγοραστές τῶν Κρατών μελών τοῦ βορείου τμήματος τῆς Κοινότητος, καί οἱ εγκατεστημένες στην Γαλλία καί στην 'Ιταλία πρέπει νά καταβάλλουν μία υποτιθέμενη πολύ υψηλή τιμή κατωφλίου γιά τόν σκληρό σίτο. Εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐφ' ὅσον οἱ τιμές τοῦ εγχωρίου σκληροῦ σίτου προσαρμόζονται καί αυτές, μέ τήν λειτουργία τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἀγορᾶς, πρός τίς υποτιθέμενες πολύ υψηλές τιμές, οἱ τελευταίες δέν θά μεταβάλουν τήν οικεία ἀνταγωνιστική θέση τῆς γερμανικής, γαλλικής καί ιταλικής βιομηχανίας μεταποιήσεως. Δέν πιθανολογείται επομένως ὅτι ἡ γερμανική βιομηχανία μεταποιήσεως υπέστη ζημία ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ.
'Ενα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής έγκειται στό γεγονός ὅτι δέν υπάρχει σταθερή ιεραρχία μεταξύ τῶν διαφόρων στόχων πού θέλει τό άρθρο 39 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό έχει γίνει δεκτό επανειλημμένως ἀπό τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στίς ἀποφάσεις Werhahn κ.ἄ. (υποθέσεις 63-69/72, Jurispr. 1973, σ. 1229) καί Kampffmeyer κλπ. (υποθέσεις 56-60/74, Jurispr. 1976, σ. 711). Μέ άλλα λόγια, τά όργανα τῆς Κοινότητος δύνανται νά δώσουν προσωρινώς προτεραιότητα σέ ὡρισμένους ἀπό τους ὁριζόμενος στό άρθρο 39 στόχους έναντι άλλων στόχων πού ὁρίζει τό 'ίδιο άρθρο. Ἡ δυνατότης αύτη τῶν ὀργάνων νά ὁρίζουν προσωρινές προτεραιότητες 'έχει ήδη γίνει δεκτή στην υπόθεση 5/67 (Beus & Co., Jurispr. 1968, σ. 120). Συγκεκριμένα, ή παραγωγή σκληροῦ σίτου, ὅπού ἡ Κοι-νότης εἶναι ελλειμματική, δύναται νά ενθαρρυνθεί μέ τιμές σχετικώς υψηλές ἡ μέ ενισχύσεις. Προσθέτω ὅτι μία κατ' αυτόν τόν τρόπο ἐνθαρρυνομένη στροφή τῆς παραγωγής μαλακού σίτου, πού εἶναι πλεονασματική, πρός τήν παραγωγή σκληρού σίτου, πού εἶναι ελλειμματική, φαίνεται νά ἀνταποκρίνεται στόν στόχο τῆς ὀρθολογικής ἀναπτύξεως τῆς γεωργικής παραγωγής καί τῆς ἀρίστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστῶν παραγωγής, ὁ όποιος τίθεται στό άρθρο 39 α, καθώς καί στην ἀνάγκη εξασφαλίσεως τοῦ εφοδιασμού πού τίθεται στό άρθρο 39 δ. Ό προσωρινός χαρακτήρ τῆς προτεραιότητος πού παρέχεται έτσι σ' έναν υψηλό βαθμό αυταρκειας 'έχει, πάντως, ὡς συνέπεια ὅτι, μόλις επιτευχθεί ικανοποιητική αυτάρκεια, ή προτεραιότης θά δοθεί σέ ἀλλους στόχους. Ἡ ανάγκη προβλέψεως προσωρινῶν προτεραιοτήτων ἔχει γίνει δεκτή καί ἀπό τό Δικαστήριο στην 24η σκέψη τῆς υποθέσεως 5/73 (Balkan-Import-Export, Jurispr. 1973, σ. 1091). Ἐν ὄψει τῆς ἀποστολής πού συνίσταται στην προώθηση τῆς αρμονικής ἀναπτύξεως τῶν οικονομικών δραστηριοτήτων σέ ὁλόκληρη τήν Κοινότητα, πού προβλέπεται στό άρθρο 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διάταξη ἡ ὁποία άφορᾶ καί τήν κοινή γεωργική πολιτική, ἡ ὀργάνωση ἀγοράς στον τομέα τῶν σιτηρών δύναται καί ὀφείλει μάλιστα νά εμπνέεται ἀπό σκέψεις περιφερειακής πολιτικής. 'Οσον άφορᾶ τήν σταθεροποίηση τῶν ἀγορών τήν ὁποία σκοπεί τό άρθρο 39 γ, τό Δικαστήριο 'έχει ήδη δεχθεί στην 12η σκέψη τῆς ἀποφάσεως Werhahn κλπ., καθώς καί στην 13η σκέψη τῆς ἀποφάσεως Kampffmeyer κλπ., ὅτι ἡ σταθεροποίηση τῆς ἀγορᾶς δέν σημαίνει ὅτι οἱ διαμορφωθείσες καταστάσεις ὑπό τίς προγενέστερες συνθήκες ἀγορᾶς πρέπει νά διατηρηθοῦν ἐν πάση περιπτώσει. Πλην τῆς προστασίας τῶν παραγωγών καί τῶν ἀγοραστών ἀπό τίς διακυμάνσεις τῶν τιμών στην παγκόσμια ἀγορά καί ἀπό τίς επιπτώσεις πού έχουν οἱ σημαντικές διαφορές στην συγκομιδή, ὁ στόχος τῆς σταθεροποιήσεως τῶν αγορών ἔχει κατά τήν γνώμη μου ὡς κύριο περιεχόμενο τό ὅτι τά διαρθρωτικά πλεονάσματα καί ελλείμματα τῆς παραγωγής δύνανται νά ἐξαλειφθοῦν. Ό στόχος αυτός ουδόλως σημαίνει ὅτι τό φυσικό ἀνταγωνιστικό πλεονέκτημα τῶν παραγωγών ἡ τῶν βιομηχανιών ὁρισμένων ζωνών τῆς Κοινότητος πρέπει νά ἀφαιρεθεί. Ἐκτός τῆς ἀποφάσεως Werhahn, παραπέμπω σχετικώς στην ἀπόφαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1977, στην υπόθεση Synacomex (υπόθεση 34/70, Jurispr. 1970, σ. 1233).
Τρίτον, θεωρώ χρήσιμο νά ὑπενθυμίσω ὅτι τό Συμβούλιο έχει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στόν καθορισμό τῆς πολιτικής του, ὄχι μόνο ὅσον άφορᾶ τήν ιεράρχηση τῶν σκοπών τοῦ ἄρθρου 39, ἀλλά καί στην επιλογή τῶν τρόπων ενεργείας καί τῶν μέσων γιά τήν επίτευξη τῶν σκοπών αυτών. Τό άρθρο 40 παράγραφος 2 ὁρίζει σχετικώς τρεις μορφές ὁργανώσεως ἀγορών, ἀπό τίς όποιες τό Συμβούλιο δύναται νά επιλέγει, αναλόγως τῶν προϊόντων. Τό άρθρο 40 παράγραφος 3 εδάφιο 1 ὁρίζει, ἐν συνεχεία, ὅτι ἡ κοινή ὀργάνωση, ιδρυόμενη σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 2, δύναται νά περιλαμβάνει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39. 'Αναφέρει μάλιστα ενδεικτικώς τήν ρύθμιση τιμών, τίς ενισχύσεις τῆς παραγωγής, τίς ενισχύσεις τῆς εμπορίας, τά μέτρα ἀποθηκεύσεως καί λογιστικής μεταφορᾶς καί τους κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως εισαγωγών ή εξαγωγών. Ή ἀπαρίθμηση αυτή δέν εἶναι άλλωστε περιοριστική, ὅπως προκύπτει ἀπό την πρακτική πού ἀκολουθεῖται στην κοινή γεωργική πολιτική. 'Ετσι, καθίστανται δυνατοί οἱ κανόνες ποιότητος καί οἱ ενισχύσεις τῶν εισοδημάτων, οἱ δέ ρυθμίσεις τῶν τιμῶν δύνανται, ὅπως εἶναι γνωστό, νά λάβουν πολλές καί διάφορες μορφές. Έκτός των στόχων τοῦ ἄρθρου 39, τῶν γενικῶν ἀρχων τοῦ δικαίου καί τῆς φύσεως καί καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς τῶν οικείων προϊόντων, ἡ επιλογή μεταξύ τῶν εφαρμοστέων σέ μία συγκεκριμένη περίπτωση μέτρων καθορίζεται προεχόντως ἀπό σκέψεις οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής. Καθένας εἶναι ελεύθερος νά εκφράζει σχετικώς τήν προτίμηση του γιά την χρησιμοποίηση μέσων καθοριζομένων ἀναλόγως τῶν συμφερόντων του, τῶν ἀντιλήψεων του περί οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής περιλαμβανομένης καί τῆς περιφερειακής πολιτικής ἡ βάσει σκέψεων πού ἀφοροῦν τόν προϋπολογισμό ἡ τήν νομοθετική πολιτική ἡ άλλων. Καί ἐγώ τό έπραξα επανειλημμένως ὑπό τήν προηγουμένη ιδιότητα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ δασκάλου. Πάντως, εκείνο πού έχει σημασία, σέ μία ένδικη διαδικασία είναι, πρώτον, ἡ διαπίστωση ὅτι, ἀκόμα καί μετά τήν λήψη πολιτικής ἀποφάσεως υπέρ ὡρισμένων προτεραιοτήτων εντός τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39, ή κατ' αυτόν τόν τρόπο γενομένη ιεράρχηση τῶν προτεραιοτήτων ἀφήνει συνήθως μεγάλο ἀκόμα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας — αυτό συμβαίνει καί μέ τήν ἀγορά τῶν σιτηρών — γιά τόν καθορισμό τῶν πρός τοῦτο εφαρμοστέων μέτρων. Τό Δικαστήριο ὀφείλει νά σεβασθεί αὐτό τό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας τοῦ Συμβουλίου, βάσει τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης. Ἐν συνεχεία, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου — μεταξύ άλλων, τήν 13η σκέψη τῆς ἀποφάσεως Kampffmeyer κλπ. επανειλημμένως ήδη προαναφερθείσα (υποθέσεις 56-60/74, Jurispr. 1976, σ. 711) — στό πλαίσιο τῶν πράξεων πού επισύρουν τήν ἐξωσυμβατική ευθύνη τῆς Κοινότητος (ἤ, ἄν πρόκειται γιά νομοθετικές πράξεις πού περιέχουν επιλογές οικονομικῆς πολιτικής) δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι έγινε υπέρβαση αυτής τῆς ευχέρειας εκτιμήσεως παρά μόνο σέ περίπτωση κραυγαλέας παραβάσεως «ἀνωτέρου» κανόνος δικαίου πού προστατεύει τά άτομα. Ή νομολογία αύτη έχει ἤδη διευκρινίσει τήν έκταση τῶν «ἀνωτέρων» αὐτών κανόνων δικαίου. Ή ἀκολουθούσα νομολογία θά ἀποσαφηνίσει, ενδεχομένως, περισσότερο τό θέμα. 'Εν προκειμένω, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν προ-παρατεθείσα φράση τοῦ Δικαστηρίου, δέν δύναται βεβαίως νά ληφθεί ὡς βάση ἡ ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος μεταξύ εφαρμοζομένων μέσων καί τῶν επιδιωκομένων μέ τά μέσα αυτά σκοπών, ἡ ὁποία ἀρχή συνάγεται ἀπό τό πρώτο εδάφιο τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 3 καί ἀπό τίς κοινές στά Κράτη μέλη ἀρχές τοῦ δικαίου, ἑφ' όσον δέν ὑπάρχει προσβολή συγκεκριμένου συμφέροντος τῶν ἐναγουσῶν λόγω ενδεχομένως διαπιστωθείσης δυσαναλογίας τῶν ἐφαρμοσθέντων μέτρων. Στό πλαίσιο αὐτό παρετήρησα ήδη ἀνωτέρω ὅτι, σέ περίπτωση ελλειμματικής καταστάσεως, ὁ καθορισμός πολύ υψηλών τιμών καί ἡ επιβολή τους ἐφ' ὅλων ἀδιακρίτως τῶν ἀνταγωνιζομένων ἀγοραστῶν, δέν συνεπάγεται κατ' ανάγκη μεταβολή τῆς οικείας ἀνταγωνιστικῆς θέσεως τους. 'Αν ἔχουν παραβιασθεί διατάξεις τοῦ σχετικοῦ βασικοῦ κανονισμοί), πρέπει πρώτον νά εξετασθεί ἄν οἱ λόγω διατάξεις ἀποτελοῦν «ἀνωτέρους» κανόνες δικαίου, περί τῶν ὁποίων ὁμιλεί ἡ παρατεθείσα νομολογία τοῦ Δικαστηρίου. Περαιτέρω, πρέπει επίσης νά εξακριβωθεί, ἐν προκειμένω, ἄν οἱ σχετικές διατάξεις σκοπούν τήν προστασία τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων πού προβάλλονται σέ μία δίκη. Γιά τους λόγους πού εξέθεσα ήδη ἐν σχέσει πρός τήν ἀρχή τής ἀναλογικότητος δέν φαίνεται νά συντρέχει αυτομάτως τέτοια περίπτωση ὅσον άφορᾶ ἀποφάσεις μέ τίς όποιες ἀσκείται πολιτική ὡς πρός τό επίπεδο τῆς κοινοτικής προτιμήσεως γιά τόν εγχώριο σκληρό σίτο. Δεδομένης τῆς μικρής ἐλαστικότητος τῶν τιμών ὅσον άφορᾶ τήν ζήτηση γεωργικών προϊόντων καί ζωοτροφών, πράγμα πού ἀποτελεῖ γνωστό φαινόμενο, εἶναι ἐξ ἀρχής ἀπίθανο ὅτι ἐπί ελλειμματικῆς καταστάσεως, ὅπως αύτη πού υπάρχει ὡς πρός τόν σκληρό σίτο, μία υψηλή τιμή κατωφλίου, εφαρμοζομένη στό 'ίδιο επίπεδο ἐφ' ὅλων των ἀγοραστῶν, θά προκαλέσει, ὡς τοιαύτη, μεταβολή τῆς ἀντιστοίχου ἀνταγωνιστικής θέσεως τους καί, ἐπομένως, θά βλάψει ὁρισμένους ἐξ αυτών.'Αντιστρόφως, ὅπως προκύπτει ἀπό τό δεύτερο εδάφιο τῆς παραγράφου 3 τοῦ άρθρου 40 καί ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού διατυπώνεται στην διάταξη αυτή ἀποτελεί πράγματι «ἀνώτερο» κανόνα δικαίου, προστατεύοντα τόσο τους παραγωγούς, ὅσο καί τους καταναλωτές. Τοῦτο έγινε ρητώς, δεκτό ἀπό τό Δικαστήριο στην απόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 64/76 (Dumortier, Jurispr. 1979, σ. 3091). Γιά μία ἐξαίρετη επισκόπηση τῆς εὐρείας νομολογίας πού υπήρχε πρό τοῦ 1978 ἐπί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, παραπέμπω στό σύγγραμμα τοῦ G. Druesne, «La Politique Agricole Commune devant la Cour de Justice des Communautés Européennes 1958-1978», (Paris, Éditions Techniques et Économiques), σ. 81-112. Οἱ λόγοι πού ἀνέφερα ἀνωτέρω ἀποκλείουν, ἀφ' εαυτών, τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ καθορισμός πολύ υψηλών, πλην ὅμως ὁμοιομόρφων, τιμών κατωφλίου δύναται νά επιφέρει, άνευ ἑτερου, ἀπαγορευομένη διάκριση εἰς βάρος τῶν γερμανών καταναλωτών, ὅπως υποστηρίζουν οἱ ενάγουσες. Σ' αυτό, προστίθεται τό γεγονός ὅτι οἱ ενάγουσες επικαλοῦνται, γιά νά στηρίξουν τήν ἄποψη της, τήν ύπαρξη φυσικοῦ ἀνταγωνιστικοῦ πλεονεκτήματος τῶν γαλλικών καί τῶν ιταλικών ἀλευροποιείων, τά όποια δύνανται νά ἀγοράζουν τίς πρώτες ύλες τους φθηνότερα. Ἐκτος τοῦ ὅτι ὁ ισχυρισμός αυτός εἶναι ἀμφισβητήσιμος στό επίπεδο τῶν πραγματικών περιστατικών, πρέπει νά σημειωθεί σχετικώς ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί, μέ τήν 17η σκέψη τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Werhahn κλπ., ὅτι τό γεγονός αυτό «δέν ἀποτελεί, ἀφ' ἑαυτού, ἀπαγορευομένη διάκριση άλλα τήν μή ἀντιβαίνουσα στους κανόνες τῆς συνθήκης συνέπεια τῆς πλεονεκτικοτέρας γεωγραφικής θέσεως τῶν γαλλικών επιχειρήσεων». Ἐπί πλέον, ὁ Druesne, ὀρθώς κατά τήν γνώμη μου συνάγει ἀπό τίς ἀποφάσεις στίς υποθέσεις 9 καί 11/71 (Compagnie d'approvisionnement, Jurispr. 1972, σ. 391), 43/72 (Merkur, Jurispr. 1973, σ. 1055) καί 7/76 (IRCA, Jurispr. 1976, σ. 1213) τόν γενικό κανόνα ὅτι οἱ διαφορές στην ἀνταγωνιστική θέση τῶν επιχειρήσεων, πού προκύπτουν ἀπό εθνικά μέτρα, μή άλλως πως ἀπαγορευόμενα ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, δέν δύνανται νά ἀποτελούν ἀπαγορευομένη διάκριση κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 40. Δεδομένου ὅτι τό σημείο αυτό φαίνεται νά 'έχει ιδιαίτερη σημασία γιά τίς ὑπό κρίση ὑποθέσεις, λόγω τῶν ἀπαγορεύσεων της μεταποιήσεως τοῦ μαλακοῦ σίτου πού υπάρχουν σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη — ὄχι ὅμως καί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας — θά προσθέσω, πάντως, στον γενικό αυτό κανόνα καί τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις. Στό σύστημα τοῦ συστήματος τῆς συνθήκης, οἱ διαφορές στην οικεία ἀνταγωνιστική θέση τῶν επιχειρηματιών πού εἶναι εγκατεστημένοι σέ διάφορα Κράτη μέλη, οἱ όποιες ἀπορρέουν ἀπό τίς διαφορές στην εφαρμοζόμενη οικεία εθνική πολιτική, δέν συνιστούν διάκριση. Πράγματι, ἡ έννοια τῆς διακρίσεως προϋποθέτει ὅτι ἡ ἁρμοδία αρχή εφαρμόζει διαφορετική μεταχείριση σέ παρόμοιες καταστάσεις, χωρίς νά υπάρχουν πρός τοῦτο ἀντικειμενικοί λόγοι (βλ. μεταξύ άλλων, τήν ἀπόφαση τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977 στίς υποθέσεις 117/76 καί 16/77, Ruckdeschel, Jurispr. 1977, σ. 1753) ἡ ὅτι εφαρμόζει τήν 'ίδια μεταχείριση σέ ἀνόμοιες καταστάσεις (βλ. σχετικώς τήν ἀπόφαση «ἰταλικά ψυγεία», υπόθεση 13/63, Jurispr. 1963, σ. 351).
'Αντιθέτως, ὅταν οἱ διιστάμενες νομοθετικές, κανονιστικές ἡ διοικητικές διατάξεις τῶν Κρατών μελών γιά τά όποια πρόκειται έχουν ἀνόμοιες συνέπειες γιά τους εγκατεστημένους στά διάφορα Κράτη μέλη ἀνταγωνι στές, δέν υπάρχει διάκριση, άλλα ενδεχομένως στρέβλωση κατά την ἔννοια τοῦ άρθρου 101 τῆς συνθήκης. Στην περίπτωση αύτη επιβάλλεται, πάντως, επέμβαση βάσει της ἐν λόγω διατάξεως. 'Οταν δέν πληρούνται οἱ προϋποθέσεις τοῦ άρθρου 101, δύναται επίσης νά ἀντιμετωπισθεί ή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 100. Στην περίπτωση πού νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις αντιβαίνουν στίς διατάξεις περί ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων, ιδίως στά άρθρα 30 έως 34, εἶναι ἐπίσης δυνατή ἡ επέμβαση, βάσει των τελευταίων αυτῶν διατάξεων. Καίτοι δύναται ενδεχομένως νά υπάρξει διάκριση στην τελευταία αυτή περίπτωση,δέν πρόκειται γιά διάκριση ὑπό τήν έννοια τοῦ δευτέρου εδαφίου τῆς παραγράφου 3 τοῦ άρθρου 40 τῆς συνθήκης. Πράγματι, ἡ ἀπαγόρευση πού διατυπώνεται στην διάταξη αυτή ἀφορᾶ μόνον τήν διάκριση στό πλαίσιο τῆς κοινής ὀργανώσεως τῶν γεωργικῶν ἀγορών. Ἡ διατύπωση τῆς διατάξεως εἶναι σαφής ἐπ' αὐτοῦ.
Τέλος, οἱ ενάγουσες επικαλούνται, ὅσον άφορᾶ τους ἀνωτέρους κανόνες δικαίου, τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 3 τελευταίο ἐδάφιο. Ἐπ' αὐτοο, ἀρκεῖ νά παρατηρηθεί ὅτι τά κοινοτικά κριτήρια καί οἱ ὁμοιόμορφοι τρόποι υπολογισμού πού ἀναφέρονται στην ἐν λόγω διάταξη δέν φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦν ἀναμφιβόλως ἀνώτερο κανόνα δικαίου πού προστατεύει τά άτομα, παρά μόνο ἐφ' ὅσον ἡ μή τήρηση τῆς διατάξεως αυτή συνιστά
—
εἴτε διάκριση, ὑπό τήν έννοια τοῦ προηγουμένου εδαφίου,
—
εἴτε παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογι-κότητος, τήν οποία τό Δικαστήριο φαίνεται νά έχει ἀναγνωρίσει ὡς ἀνώτερο κανόνα δικαίου πού προστατεύει τά άτομα, μεταξύ άλλων στην ἀπόφαση Werhahn,
—
εἴτε παραβίαση ὁποιασδήποτε άλλης γενικώς ἀναγνωρισμένης, ἀλλά άσχετης προς τό άρθρο 40, ἀρχῆς τοῦ δικαίου, ὅπως εἶναι ἡ κατάχρηση εξουσίας ἡ ή προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση τῶν πραγματικών περιστατικών στην λήψη ἀποφάσεως.
Περαιτέρω, στην περίπτωση τῆς φερομένης παραβιάσεως ἑνός ἀπό τους ἐν λόγω ἀνωτέρους κανόνες δικαίου, πρέπει νά ἀποδεικνύεται επίσης, στό πλαίσιο μιᾶς προσφυγής σχετικής μέ νομοθετική πράξη, ὅτι ή παραβίαση εἶναι «ἀρκετά κραυγαλέα».
4.2. Ἡ ζημία
Ὑπό τό πρίσμα τῶν γενικών χαρακτηριστικών τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής πού ἀνέφερα, θά εξετάσω τώρα τήν προϋπόθεση υπάρξεως ζημίας, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 215.
Οἱ ἐνάγουσες στίς υποθέσεις 197, 198, 199, 200, 243 καί 245/80 θεωρούν ὅτι ἡ ζημία πού υπέστησαν συνίσταται στην διαφορά μεταξύ μιᾶς δικαίας τιμής κατωφλίου καί τῆς καθορισθείσης πολύ υψηλής τιμής κατωφλίου τοῦ σκληρού σίτου, ἀπό τήν ὁποία πρέπει ἐν συνεχεία νά ἀφαιρεθοῦν τά ποσά πού ἐπέρριψαν οἱ ενάγουσες ἐπί τῶν πελατών τους, αυξάνοντας τίς τιμές στίς όποιες ἐπώλησαν τά ἄλευρά τους.
Ή ενάγουσα στην υπόθεση 247/80 θεωρεί ὅτι ἡ ζημία πού υπέστη συνίσταται στην διαφορά μεταξύ, ἀφ' ενός, τῆς δικαίας τιμής τοῦ ἀλεύρου σκληρού σίτου, ὅπως δύναται νά ὑπολογισθεί βάσει μιᾶς δικαίας τιμής κατωφλίου τοῦ σκληρού σίτου, τῆς ἀποδόσεως τοῦ σκληροῦ σίτου καί τοῦ κόστους μεταποιήσεως του σέ άλευρα καί, ἀφ' έτερου, τῶν τιμών στίς όποιες τά γερμανικά ἀλευροποιεῖα ἐπώλησαν τά άλευρα αυτά.
Ή τιμή κατωφλίου τοῦ σιτηροῦ σίτου πού φέρεται ὡς πολύ υψηλή έχει, λοιπόν, ἀποφασιστικό ρόλο σέ ὅλες τίς ἀγωγές γιά τόν υπολογισμό τῆς ζημίας. Δέν χρειάζεται νά εξετασθεί, στό πλαίσιο αυτό, τό αίτημα περί καταβολῆς τόκων, πού συνάγεται ἀπό τό κύριο περί ἀποζημιώσεως αίτημα, τό όποιο υποβάλλεται επικουρικῶς καί εξαρτᾶται ἀπό τό κύριο αίτημα.
Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση στην ὑπόθεση Richard Pool (υπόθεση 49/79, Jurispr. 1980, σ. 569), γιά νά ευδοκιμήσει μία ἀγωγή βάσει τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2 πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικῶν στοιχείων, ὡς πρός τήν προϋπόθεση ὅτι πρέπει νά υφίσταται πραγματική ζημία. Πρώτον, πρέπει νά ἀποδειχθεί ἡ ύπαρξη ζημίας. Σχετικώς, παραπέμπω στην 10η σκέψη τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως.
Δεύτερον, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν 11η σκέψη τῆς ιδίας ἀποφάσεως, πρέπει νά 'έχει επαρκώς προδιορισθεῖ ἡ επικαλούμενη ζημία.
Κατά τήν Ἐπιτροπή, ἡ ύπαρξη τῆς ζημίας δέν ἀπεδείχθη ἐν προκειμένω, δεδομένου ὅτι ἡ γερμανική βιομηχανία μεταποιήσεως δέν εἶχε ἀπώλειες καί δέν συνεψήφισε μέ ιδίους πόρους τήν διαφορά μεταξύ τῶν ιδικών τῆς τιμών κόστους καί τῶν τιμών κόστους τῶν γάλλων καί ιταλών ἀνταγωνιστών της. Καίτοι, κατά τήν γνώμη μου, μία ἀποδεδειγμένη μείωση τῶν κερδών καί όχι μόνο μία ἀποδεδειγμένη ἀπώλεια δύναται επίσης νά ἀποτελεί ἔνδειξη πραγματικής ζημίας, πιστεύω καί ἐγῶ, γιά διαφορετικούς ἀπό τήν 'Επιτροπή λόγους, ὅτι δέν ἀπεδείχθη ἡ ὕπαρξη τῆς ἀτομικής ζημίας πού φέρεται ὡς προηγηθείσα. Πράγματι, ὅπως ήδη εξέθεσα στίς γενικές παρατηρήσεις ἐπί τῶν χαρακτηριστικών τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, ἀκόμη καί ἄν γίνει δεκτόν ὅτι οἱ τιμές κατωφλίου τοῦ σκληρού σίτου καθωρίσθησαν σέ πολύ υψηλό επίπεδο γιά ὁλόκληρη τήν Κοινότητα, δέν ἕπεται ὅτι ὁ καθορισμός σέ πολύ υψηλό ἐπίπεδο τῶν τιμών εἶχε δυσμενείς επιπτώσεις στίς ενάγουσες γερμανικές εταιρείες. Πρέπει μάλλον νά γίνει δεκτό ὅτι, σέ περίπτωση ελλειμματικής παραγωγής, ἡ ἀνταγωνιστική θέση τῶν ἀγοραστών σκληρού σίτου μεταξύ τους στά διάφορα Κράτη μέλη δέν μετεβλήθη λόγω τοῦ καθορισμού αὐτοῦ ὁμοιομόρφων τιμών σέ πολύ υψηλό επίπεδο. 'Επομένως, δέν δύναται νά υποτεθεί a priori ὅτι οἱ ἐν λόγω τιμές κατωφλίου, πού φέρονται ὡς πολύ υψηλές, προεκάλεσαν ζημία σέ κάποια ἀπό τίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Κατά τά λοιπά, ἔναντι τῶν πραγματικών στοιχείων πού προσεκόμισαν ἡ 'Επιτροπή καί οἱ παρεμβαίνοντες γαλλικοί ὀργανισμοί καί τῶν επιχειρημάτων πού ἀνέπτυξαν, οἱ ενάγουσες ουδόλως επέτυχαν νά ἀποδείξουν ὅτι ἡ υπόθεση αυτή εἶναι εσφαλμένη στην προκειμένη περίπτωση. Τουναντίον, θά ἀποδείξω κατωτέρω, στό πλαίσιο τῆς ἀναλύσεως τοῦ αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς ζημίας καί τῆς φερομένης ὡς παρανόμου συμπεριφοράς, ὅτι ἐδέχθησαν σιωπηρώς τό ἀντίθετο.
'Οσον άφορᾶ τό δεύτερο στοιχείο τῆς προϋποθέσεως τῆς σχετικής μέ τήν ύπαρξη πραγματικής ζημίας, πρέπει νά καταλήξω στό συμπέρασμα ὅτι οἱ ενάγουσες δέν καθώ-ρισαν επαρκώς τήν προηγηθείσα ζημία. 'Αντιθέτως, ὁ υπολογισμός τους τῆς ἐν λόγω ζημίας εἶναι πολύ ἀφηρημένος. Ἔπρεπε, τουλάχιστον, νά επιχειρήσουν νά διευκρινίσουν σέ ποιο βαθμό οἱ φερόμενες ὡς πολύ υψηλές τιμές κατωφλίου προεκάλεσαν μείωση τῆς ἀνταγωνιστικότητος τους στην ἀγορά, ἐν σχέσει πρός τους γάλλους καί τους ιταλούς ἀνταγωνιστές τους. Καμμία πρός τοῦτο προσπάθεια δέν ἐπιχει-ροῦν οἱ ενάγουσες. Στην πραγματικότητα, ὁ ἀφηρημένος υπολογισμός τους στηρίζεται ὅπως ήδη ἀνέφερα στην άκρως ἀπίθανη ἀντίληψη, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν σχέσεων πού υπάρχουν στην ἀγρρά, ὅτι υπέστησαν πράγματι βλάβη λόγω τῶν πολύ υψηλῶν αυτών τιμών κατωφλίου, ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ γάλλοι καί οἱ ιταλοί ἀνταγωνιστές τους δέν υπέστησαν καμμία βλάβη. Θά επανέλθω καί στό σημείο αὐτό κατά την ἀνάλυση τοῦ κριτηρίου τοῦ αιτιώδους συνδέσμου πού θά επιχειρήσω κατωτέρω.
4.3. Ὁ αἰνιώδης σύνδεσμος
Ὅσον άφορα την προϋπόθεση τοῦ ἀποδεδειγμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ τῆς φερομένης ὡς παρανόμου συμπεριφορᾶς καί τῆς επικαλούμενης ζημίας, παραπέμπω πρώτον σέ ὅσα ἤδη εξέθεσα περί των γενικών χαρακτηριστικών τῆς κοινής γεωργικῆς πολιτικής. Ἐκτός ἀπό τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στόν τομέα τῶν σιτηρών, άλλες πιθανές αἰτιες ενδεχομένης ζημίας δύνανται νά συνίστανται στά πλεονεκτήματα πού ἀπορρέουν, γιά τήν γαλλική καί τήν ιταλική βιομηχανία, ἀπό τήν γεωγραφική τους θέση καθώς καί ἀπό ενδεχομένως καλύτερη ἀπόδοση ἡ ἀπό μικρότερα, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, περιθώρια κέρδους. Περαιτέρω, πρέπει Ιδίως νά ἀναφερθοῦν ὡς πιθανή αἰτια ζημίας οἱ υφιστάμενες διαφορές μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών ὡς πρός τά επιβαλλόμενα στην βιομηχανία ζυμαρικών ποιοτικά κριτήρια, στοιχείο πού διεδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο κατά τήν διαδικασία. Ὅπως παρετήρησα ἀνωτέρω, ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου συνάγεται ὅτι οἱ διαφορές ὡς πρός τήν ἀνταγωνιστικότητα στην ἀγορά, οἱ όποιες ἀπορρέουν ἀπό τίς δύο αὐτές αἰτιες, δέν ἀποτελοῦν παραβίαση τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων τοῦ ἄρθρου 40 ή οιουδήποτε άλλου ἀνωτέρου κανόνος δικαίου, τοῦ ὁποίου δύναται νά γίνει επίκληση. Οἱ δύο αἰτιες πού ἀνέφερα είναι επίσης δυνατόν νά έχουν επίπτωση ἐπί τῆς ἀνταγωνιστικής θέσεως τῶν επιχειρήσεων, ή ὁποία εἶναι τελείως ἀνεξάρτητη τῶν τιμών κατωφλίου, πού φέρονται ὡς πολύ ὑψηλές.
Στην συνέχεια τῆς ἀναλύσεως μου, θά περιορισθώ σ' αυτές τίς δύο άλλες πιθανές αἰτιες τῆς επικαλούμενης ζημίας, ἡ ὁποία ὅπως ἀνέφερα δέν ἀπεδείχθη. 'Οσον άφορᾶ τήν πρώτη ἀπό τίς άλλες πιθανές αίτιες, δηλαδή τίς φυσικές συνθήκες ἀνταγωνισμοί), οἱ ενάγουσες ρητώς ἀναφέρουν σέ πολλά σημεία τῆς ἀποδείξεως τους ὅτι οἱ ἐν λόγω συνθήκες θεωροῦνται επίσης ὡς αἰτιες τῆς προκληθείσης ζημίας. Αυτό ἐπεβεβαιώθη ρητώς κατά τήν προφορική διαδικασία, σέ ἀπάντηση ερωτήματος πού έθεσα ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τό γεωγραφικό πλεονέκτημα τῆς ιταλικής βιομηχανίας εμπόδισε, ειδικότερα, τίς ενάγουσες νά επιρρίψουν ἐπί τῶν πελατών τους τίς πολύ υψηλές τιμές κατωφλίου. Στό σημείο αυτό τῆς ἀναλύσεως μου, ἀρκεῖ νά περιορισθώ στην διαπίστωση αὐτή, οὐδόλως δέ ἀπαιτείται νά επανέλθω στό συμπέρασμα πού διετύπωσα ἀνωτέρω, ὅτι δηλαδή, λόγω τῆς ελλειμματικής καταστάσεως πού φαίνεται ὅτι υπάρχει καί στην Γαλλία καί στην 'Ιταλία, ὅπως προκύπτει ἀπό τά ἀριθμητικά στοιχεία πού προσεκόμισε ἡ 'Επιτροπή, εἶναι πιθανότερο ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀγορᾶς ἀποκλείει κάθε μειονέκτημα ἀπό πλευράς ἀνταγωνισμοῦ εἰς βάρος τῆς βιομηχανίας ἡ ὁποία ευρίσκεται στό βόρειο μέρος τῆς Κοινότητος, ὅσον άφορᾶ τίς τιμές τῶν πρώτων ὑλών, ἀκόμα καί ἄν οἱ τιμές κατωφλίου έχουν καθορισθεί σέ πολύ υψηλό επίπεδο. Αυτό ἀνεγνώρισαν άλλωστε ρητώς κατά τήν συζήτηση οἱ ενάγουσες, ἀπαντώντας σέ σχετικό ερώτημα πού εἶχα ὑποβάλει. 'Εν τούτοις, ἀμέσως μετά, παρετήρησαν ὅτι αὐτό δέν συμβαίνει, παραθέτω δέ κατά λέξη τήν δήλωση τους ὅπως κατεγράφη: «ἄν ἡ νομική κατάσταση καί ἡ ἐντεῦδεν κατάσταση ἀπό πλευράς ἀνταγωνισμοῦ ήταν οἱ ἴδιες σέ ὅλες τίς χώρες τῆς Κοινότητος. Ή ἀποφασιστική διαφορά ἀπορρέει, πάντως, ἀπό τήν ἐν μέρει υφισταμένη υποχρέωση καθαρότητος. Ή πρωταρχική ζημία ὀφείλεται στό ὅτι ὁ μαλακός σίτος υποκαθιστά τόν σκληρό σίτο, αυτό δέ ὀφείλεται στην πολύ μεγάλη διαφορά τιμής. Δέν εἶναι μόνο ἡ Γερμανία ἀλλά καί τό Βέλγιο, οἱ Κάτω Χώρες καί ή Μεγάλη Βρετανία καί ἐξ έτερου ἡ 'Ιταλία καί ἡ Γαλλία. Ή διαφορά ἀπορρέει ἀπό τό γεγονός ὅτι οι οικονομικές συνέπειες τῆς πολύ μεγάλης διαφορᾶς τιμών πού δέν δικαιολογείται οικονομικώς, τῆς ελλείψεως ισορροπίας μεταξύ τῶν τιμών (γιά νά χρησιμοποιήσω την φράση τοῦ πρώην συναδέλφου μου κ. Modest), μετριάζονται στίς χώρες οὅού υπάρχει υποχρέωση καθα-ρότητος».
'Από την συνέχεια τῆς απαντήσεως τους προκύπτει ὅτι στίς διαφορές αυτές τῆς νομοθεσίας διαπιστώνουν ἀπαγορευομένη διάκριση. 'Εξ άλλου, τό συμπέρασμα αυτό έπρεπε ήδη νά 'έχει εξαχθεί σιωπηρώς ἀπό τήν ἀπάντηση πού οἱ ενάγουσες στίς ερωτήσεις πού τους εἶχε υποβάλει γραπτώς τό Δικαστήριο, πρό τῆς προφορικής διαδικασίας. Όσον άφορᾶ τίς πρακτικές συνέπειες τῶν νομοθετικών διαφορών, οἱ όποιες ήδη στό στάδιο εκείνο ἀνεφέρθησαν ὡς αιτίες τῆς ζημίας, εἶναι άνευ σημασίας τό ἄν ή 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ή Γαλλία καί ἡ 'Ιταλία δικαιούνται ἡ ὄχι, βάσει άλλων διατάξεων τῆς συνθήκης, νά επιβάλλουν ἡ νά διατηροῦν μία ὑποχρέωση «καθαρότητος».
Γιά τίς ἀνάγκες τῆς παρούσης διαδικασίας, εἶναι πράγματι άνευ σημασίας τό ἄν ἡ υφισταμένη στην Γαλλία καί στην Ἰταλία ἀπαγόρευση μεταποιήσεως τοῦ μαλακοῦ σίτου ἀντίκειται, ἡ ὄχι, στά άρθρα 30 ὡς 34 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅπως ὑπεστήριξαν παρεμπιπτόντως οἱ ενάγουσες κατά τήν προφορική διαδικασία.
'Απαντώντας σέ πλέον συγκεκριμένη ερώτηση τοῦ εισηγητού δικαστού, οἱ ενάγουσες ἐπεβεβαίωσαν καί πάλι ὅτι κατά τήν γνώμη τους ἡ υφισταμένη στην 'Ιταλία ἀπαγόρευση μεταποιήσεως τοῦ μαλακοῦ σίτου εμποδίζει τήν γερμανική βιομηχανία νά ἐπιρρίπτει ἐπί τῶν πελατών τῆς τήν πολύ υψηλή τιμή κατωφλίου, ἐνῶ οἱ ιταλοί παρασκευαστές δύνανται πράγματι νά χρησιμοποιούν καί μαλακό σίτο γιά τήν παρασκευή ζυμαρικών πού προορίζουν γιά εξαγωγή πρός τήν Γερμανία.
Τό μόνο συμπέρασμα πού δύναται νά εξαχθεί ἀπό τίς ἀπαντήσεις αυτές εἶναι ὅτι ή κυρία αἰτία τῆς επικαλούμενης ζημίας, ή ὁποία, σημειωτέον, δέν ἀπεδείχθη ούτε ἐκ πρώτης ὄψεως, ἔγκειται, κατά τήν γνώμη τῶν ἐναγουσῶν, ὄχι στίς πολύ υψηλές τιμές κατωφλίου, άλλά στίς διαφορές πού υπάρχουν μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών, ὡς πρός τά ποιοτικά κριτήρια. Πράγματι, οἱ ενάγουσες ἀνεγνώρισαν ρητώς, ὅσον άφορᾶ τίς τιμές κατωφλίου πού ὅπως υποστηρίζεται εἶναι πολύ υψηλές, ὅτι οἱ τιμές αυτές δέν προεκάλεσαν, ἀφ' εαυτών, ἀνταγωνιστικά μειονεκτήματα εἰς βάρος τῆς γερμανικής βιομηχανίας. Όσον άφορᾶ τίς ὡς άνισες φερόμενες συνθήκες τοῦ ἀνταγωνισμού, πού ὀφείλονται στίς διάφορες μεταξύ τῶν νομοθεσιών γιά τίς όποιες ὡμίλησα, (οἱ ενάγουσες) εσφαλμένως υποστηρίζουν ὅτι οἱ διαφορές αυτές συνιστούν διάκριση. Στό πρώτο μέρος τοῦ παρόντος τμήματος τῆς αναλύσεως μου, παρετήρησα ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 3, καθώς καί ἀπό τήν σαφή ἐπ' αὐτού νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, οἱ υφιστάμενες μεταξύ τῶν εθνικών νομοθεσιών διαφορές, ὅπως οἱ ἐν προκειμένω, δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι συνιστοῦν διάκριση ἀπαγορευομένη ἀπό τό άρθρο 4 παράγραφος 3. Δεδομένου ὅτι σέ τελευταία ἀνάλυση στό σημείο αὐτό έγκειται ἡ κυρία αἰτία τῦθ φερομένου μειονεκτήματος, ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ὅλων τῶν ἐναγουσῶν πρέπει νά ἀπορριφθεί.
5. Ό φερόμενος ὡς παράνομος χαρακτήρας τῶν τιμών κατωφλίου τοῦ σκληροῦ σίτου
Μέ τήν ανωτέρω ἀνάλυση μου καταλήγω στό συμπέρασρα ὅτι ἡ επικαλούμενη ζημία δέν ἀπεδείχθη, ούτε προσδιωρίσθη επαρκώς καί ὅτι οἱ ἴδιες οἱ ενάγουσες, ἀπαντώντας τόσο σέ γραπτές ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου, ὅσο καί κατά τήν προφορική διαδικασία, παρετήρησαν ὅτι, κατά τήν γνώμη τους, ἡ κυρία αἰτία τῆς ζημίας έγκειται ὄχι σ' αυτόν καθ' εαυτόν τόν καθορισμό τῶν τιμών κατωφλίου, άλλά στίς διαφορές πού υπάρχουν μεταξύ τῶν νομοθεσιών ως πρός τόν καθορισμό τῶν ποιοτικών κριτηρίων πού πρέπει νά πληροῦν τά ζυμαρικά. 'Επομένως, περιττεύει, κατά τήν γνώμη μου, ή εξέταση τῶν υποθέσεων υπό τό φῶς τοῦ τρίτου κριτηρίου πού πρέπει νά πληροί, γιά νά ευδοκιμήσει, μία ἀγωγή ἀποζημιώσεως ἐξ ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης, δηλαδή ἡ εξέταση τοῦ παρανόμου χαρακτῆρος τοῦ καθορισμοί) τῆς τιμής κατωφλίου τοῦ σκληροῦ σίτου.
Ἐν τούτοις, γιά νά είμαι πλήρης, καθώς καί γιά τήν περίπτωση ὅπού τό Δικαστήριο δέν δεχθεί τά συμπεράσματα στά ὁποια κατέληξα, θά εξετάσω ἐν συντομία — ὅσο είναι ἀναγκαίο — τά συμπεράσματα αυτά ὑπό τό πρίσμα τοῦ τρίτου αυτού κριτηρίου. Πρός τούτο, δύναμαι επίσης νά ἀναφερθώ στίς ἀνωτέρω παρατηρήσεις μου ἐπί ορισμένων βασικών χαρακτηριστικῶν τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής.
Τό επιχείρημα τῶν ἐναγουσῶν, ὅτι κατά τόν καθορισμό τῆς τιμής κατωφλίου γιά τόν σκληρό σίτο δέν ἠδύνατο, παρά μόνο ἀνεπαρκῶς, νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ φυσιολογικές σχέσεις τιμών τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς στερείται, πρώτον, σαφούς πραγματικής βασεως, δεδομένου ὅτι τά στατιστικά στοιχεία ἐπί τῶν τιμών τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς πού προσεκόμισαν κατά τήν έγγραφη διαδικασία, μεταξύ άλλων, οἱ παρεμβαίνοντες γαλλικοί ὀργανισμοί καί ή ιταλική Κυβέρνηση, δέν ἀμφισβητήθησαν κατά τρόπο πειστικό. 'Εκτός αυτού, δέν ἀπεδείχθη ὅτι, ἀκόμα καί ἄν υποτεθεί ὅτι ὁ καθορισμός τῶν τιμών κατωφλίου δύναται νά θεωρηθεί ὅτι έγινε ἀντίθετα εἴτε πρός τήν 8η αιτιολογική σκέψη βασικού κανονισμοῦ 2727/75, τοῦ ὁποίου έγινε επίκληση πρός στήριξη τοῦ επιχειρήματος αυτού, εἴτε προς τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, καθ' ὅ μέρος διαγιγνώσκεται στό άρθρο αυτό ἡ ἰδία μέριμνα, οἱ ἐν λόγω κανόνες δύνανται, περαιτέρω, νά θεωρηθούν ὡς ἀνώτεροι κανόνες δικαίου πού προστατεύουν τά άτομα, ἀπό τους ὁποίους οἱ ενάγουσες θά ἠδύναντο νά ἀντλήσουν δικαιώματα ἐν προκειμένω.
Ή προτίμηση πού ἐξέφρασαν οἱ ενάγουσες κατά τήν παρούσα διαδικασία ὑπέρ τῆς ενισχύσεως στην παραγωγή, θεωρούμενης ὡς πολιτικού μέσου, ἀπηχεί κακή εκτίμηση τῆς διακριτικής ευχέρειας πού διαθέτει τό Συμβούλιο, ὡς πρός τήν επιλογή τῶν εφαρμοστέων μέτων.
'Ανέφερα ήδη ἀνωτέρω ὅτι θεωρώ ἀνακριβές τό ὅτι οἱ φερόμενες ὡς υψηλές τιμές κατωφλίου ἀποτελούν διάκριση, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 40 παράγραφος 3 εδάφιο 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ εἰς βάρος τῆς βιομηχανίας μεταποιήσεως τοῦ βορείου μέρους τῆς Κοινότητος, καί τούτο βάσει τόσον τῶν επιχειρημάτων τῶν ἰδίων τῶν ἐναγουσῶν, ὅσον καί τῆς προηγουμένης νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου καί τῆς όλης οικονομίας τῆς συνθήκης.
'Ανεξαρτήτως τοῦ ἄν οἱ εναγουσες ὀρθώς συνάγουν ἀπό τό τρίτο ἐδαφιο τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 40 ὅτι, γιά τόν καθορισμό τῶν τιμών ἀπαιτείται ἡ εφαρμογή ὀρθολογικών οικονομικών κριτηρίων, δέν ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἀπαίτηση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ανώτερος κανόνας πού προστατεύει τά άτομα, τόν όποιο θά ἠδύναντο νά επικαλεσθούν οἱ ἐνάγουσες στό πλαίσιο διαδικασίας βάσει τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2.
Ἡ άποψη ὅτι, κατά τόν ἐν λόγω καθορισμό τῶν τιμών, τό Συμβούλιο ενήργησε ἀντίθετα πρός τους σκοπούς τοῦ ἄρθρου 39 καί, ειδικότερα, πρός τόν σκοπό τῆς σταθεροποιήσεως τῶν ἀγορών, εἶναι ἀπορριπτέα, γιά νομικούς λόγους αναλόγους μέ εκείνους πού ἀνέπτυξε τό Δικαστήριο στίς ἀποφάσεις του, στό πλαίσιο δύο διαδικασιών πού ἐκίνησαν στό παρελθόν ὁρισμένες ἀπό τίς ενάγουσες. Σχετικώς, ἀναφέρομαι στίς σκέψεις 12 καί 13 τῆς ἀποφάσεως Werhahn (υποθέσεις 62-69/72, Jurispr. 1973, σ. 1229) καί στην σκέψη 13 τῆς ἀποφάσεως Kampffmeyer κλπ. (υποθέσεις 56-60/74, Jurispr. 1976, σ. 711).
Τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο, κατά τόν καθορισμό τῶν τιμών κατωφλίου, έλαβε ὑπ' ὄψη καί σκέψεις πού ἀφορούν τόν προϋπολογισμό, δέν δύναται βεβαίως νά χαρακτηρισθεί ὡς κατάχρηση εξουσίας. Πράγματι, στην περίπτωση εκείνη ὁ σκοπός δέν ήταν, ἐξ άλλου, νά ἐπιτευχθούν μεγαλύτερα έσοδα γιά τήν Κοινότητα, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς εξηγήσεις τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής, άλλά νά σταθμισθούν τόσον τό κόστος ὅσον καί ἡ ἀπο-τελεσματικότης διαφόρων εναλλακτικῶν εφαρμοστέων μέτρων, ὅπως εἶναι ἡ τιμή κατωφλίου καί ἡ ενίσχυση στην παραγωγή.
Ή άποψη ὅτι οἱ τιμές κατωφλίου καθω-ρίσθησαν ἀντίθετα πρός τήν ἀρχή τῆς ἀνα-λογικότητος, καθ' ὅσον δέν ελήφθησαν ὑπ' ὄψη οἱ υφιστάμενες στην παγκόσμια ἀγορά σχέσεις μεταξύ τῶν τιμών τοῦ σκληροῦ καί τοῦ μαλακού σίτου, στερείται, κατά πρῶτον, ἀποδεδειγμένης πραγματικῆς βάσεως, ἀκόμα καί πιθανολογούμενης, ὅπως παρετήρησα ἀνωτέρω. Βεβαίως, κατά τήν προφορική διαδικασία, οἱ ενάγουσες προσεκόμισαν ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία ὅσον άφορᾶ τό κόστος παραγωγής τοῦ σκληροῦ καί τοῦ μαλακοῦ σίτου εντός τῆς Κοινότητος, τά όποια ἁρμόζουν περισσότερο στό πλαίσιο τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στον τομέα τῶν σιτηρών. Πάντως, οἱ παρουσιάζουσες μεγάλες διαφορές σχέσεις κόστους, τίς όποιες ἀπεκάλυψαν τά στοιχεία αυτά, ὅσον άφορᾶ τίς διάφορες ζώνες παραγωγής, υπογραμμίζουν μάλλον τό γεγονός ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρισθεί σχετικώς στό Συμβούλιο κάποια ελευθερία στόν καθορισμό της πολιτικής του. Περαιτέρω, ἡ επιχειρηματολογία τῶν ἐναγουσῶν δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ επίκληση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος έπρεπε τουλάχιστον νά στηρίζεται σέ πρόσφορη ἀπόδειξη ὅτι τό ὕψος τῶν τιμών κατωφλίου δέν δύναται νά δικαιολογηθεί οὔτε ἀπό τήν ἀρχή τῆς κοινοτικής προτιμήσεως, πού τό Δικαστήριο 'έχει δεχθεί επανειλημμένως οὔτε ἀπό τήν επίκληση τοῦ ἄρθρου 39 στοιχεία α) καί β) τῆς συνθήκης. Αυτό δέν ἀπεδείχθη ἀπό τίς ενάγουσες.
Δεδομένου ὅτι, κατά τήν άποψη μου, οἱ ἀγωγές εἶναι ἀπορριπτέες, ἀπλώς καί μόνο διότι δέν πληροῦν τίς άλλες προϋποθέσεις πού διέπουν τήν ἀγωγή ἀποζημιώσεως, νομίζω ὅτι ἀρκεῖ νά περιοριστώ στίς λίγες αυτές παρατηρήσεις ἐπί τοῦ φερομένου ὡς παρανόμου χαρακτῆρος τῶν τιμών κατωφλίου, ὅπως καθωρίσθησαν.
6. Λόγοι πού επιτρέπουν νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη ένα ἐμπιστευτικό έγγραφο τῆς Ἐπιτροπής
Ή βελγική παρεμβαίνουσα εταιρία εἶχε καταθέσει, ὡς παράρτημα στίς παρατηρήσεις της, ένα εσωτερικό έγγραφο τῆς 'Επιτροπής, περί τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθη επαρκώς κατά τήν προφορική διαδικασία ὅτι εἶχε εμπιστευτικό χαρακτήρα καί ήταν άσχετο πρός τήν ὁριστική ἀπόφαση της 'Επιτροπής καί τοῦ Συμβουλίου. Ή 'Επιτροπή απέδειξε επίσης ὅτι τό έγγραφο δέν έφερε τήν ἀρχική σελίδα πού ἀποτελοῦσε μέρος του, ἐμφαίνουσα τόν εμπιστευτικό καί προσωρινό του χαρακτήρα, ἐνῶ ἐξ άλλου ἡ παρεμβαίνουσα εταιρία δέν ἠδυνήθη νά ἀντικρούσει τόν ισχυρισμό τῆς 'Επιτροπής ὅτι τό έγγραφο δέν εἶχε κοινοποιηθεί σέ κανένα μέλος τῆς συμβουλευτικής επιτροπής γιά τά σιτηρά. Δέν ὑπε-στηρίχθη επίσης οὔτε ἀπεδείχθη ὅτι τό περιεχόμενο τοῦ ἐν λόγω ἐγγράφου είχε κοινολογηθεί προφορικώς κατά τήν συνεδρίαση τῆς ἀνωτέρω συμβουλευτικής επιτροπής. Ή ἀνακοινωθείσα στό ἀκροατήριο ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου νά ἀπομακρύνει τό έγγραφο αυτό ἀπό τόν φάκελλο τῆς υποθέσεως καί νά θεωρήσει ὡς μή γεγραμ-μένο ὅ,τι παρατίθεται ἀπό αὐτό στίς γραπτές παρατηρήσεις πού έχουν κατατεθεί, δύναται νά αιτιολογηθεί, ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ἐν λόγω έγγραφο δέν εἶναι πλήρες καί επομένως δύναται νά προκαλέσει σύγχυση, ὅτι εἶναι εμπιστευτικό καί εσωτερικό καί ἀπό τόν ισχυρισμό τῆς 'Επιτροπής, τόν όποιο δέν ἀντέκρουσε ἡ παρεμβαίνουσα βελγική ἑταιρία, ὅτι δηλαδή τά μέλη τῆς συμβουλευτικῆς επιτροπῆς δέν έλαβαν νομίμως γνώση αὐτοῦ. Ή αιτιολόγηση αυτή λαμβάνει επαρκώς ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν εμπειρία, τά ἐσωτερικά έγγραφα τῆς 'Επιτροπῆς, τά φέροντα την ένδειξη «εμπιστευτικό», περιέρχονται, πάντως, ενίοτε στά χέρια τρίτων, ἀπό τους ὁποίους δέν δύναται νά ἀναμένεται ὅτι δέν θά τά κοινολογήσουν σέ ἄλλους καί ὅτι δέν θά κάνουν εξωτερική χρήση αυτῶν.
Εἶναι, επομένως, υπερβολικό, κατά τήν. γνώμη μου, νά υποστηριχθεί ὅτι οἱ ιδιῶτες ουδέποτε δύνανται νά χρησιμοποιήσουν εσωτερικά έγγραφα τῆς Ἐπιτροπῆς πού φέρουν τήν ένδειξη «εμπιστευτικό». Ή Ἐπιτροπή φέρει, ἡ ἴδια, τήν εὐθύνη γιά τήν έκταση τῆς διαδόσεως αυτών τῶν πρός εσωτερική χρήση έγγράφων.
Λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν πολλών έγγραφων τῆς Ἐπιτροπής ἡ τουλάχιστον τοῦ περιεχομένου τους, θεωρώ ἐπίσης υπερβολικό καί ἀντίθετο πρός τήν πράξη νά υποστηριχθεί ὅτι μία τέτοια χρήση θά εμπόδιζε τήν κατάρτιση προσωρινών σχεδίων ἡ θά καθιστοῦσε ἀδύνατη κάθε εσωτερική συζήτηση. 'Επομένως, τό ενδιαφερόμενο ὄργανο θά πρέπει νά ἀποδεικνύει ἑκάστοτε ὅτι δέν επιτρέπεται ἡ χρήση ἑνός τέτοιου έγγραφου, τό δέ Δικαστήριο θά πρέπει νά ἀποφαίνεται ἐπ' αὐτοῦ κατά περίπτωση.
7. Συμπέρασμα
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὁδηγοῦμαι στό ἀκόλουθο συμπέρασμα:
1)
ΟΙ ὑπό τήν κρίση τοῦ Δικαστηρίου ἀγωγές ἀποζημιώσεως εἶναι ἀπορριπτέες, διότι δέν ἀπεδείχθη ἡ ύπαρξη ζημίας, διότι δέν προσδιωρίσθη επαρκῶς τό ἐπικληθέν μειονέκτημα καί διότι δέν ἀπεδείχθη ὁ αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τοῦ επικαλουμένου μειονεκτήματος καί τοῦ καθορισμού τῶν τιμών κατωφλίου πού προσάπτεται στό ὄργανο.
2)
Οἱ ἐνάγουσες πρέπει νά καταδικασθούν στά δικαστικά έξοδα, ἐκτός ἀπό τά έξοδα τῶν παρεμβαινουσῶν.
3)
Ή ἀφορῶσα τό ὑπ' ἀριθ. 81, 1209 KD έγγραφο τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπόφαση δύναται νά αιτιολογηθεί κατά τά ἀνωτέρω αναφερόμενα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy