ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
πού άνεπτύχθησαν στίς 17 Μαρτίου 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μέ ἀγωγές ενώπιον τοῦ tribunale civile di Roma, πρῶτο ἀστικό τμήμα, τέσσερις ιταλικές επιχειρήσεις ζητοῦν νά υποχρεωθεί τό ιταλικό 'Υπουργείο Ἐξωτερικοί) Ἐμπορίου νά αποδεσμεύσει ὁρισμένες τραπεζικές εγγυήσεις πού είχαν συστήσει, σύμφωνα μέ τό άρθρο 1, τοῦ νόμου 1126 τῆς 20ής Ιουλίου 1952 (Gazzetta Ufficiale 206 τῆς 5ης Σεπτεμβρίου 1952) καί μία υπουργική ἀπόφαση εκδοθείσα βάσει τοῦ νόμου αύτοῦ. Οἱ οροί καί τό περιεχόμενο τῆς νομοθεσίας αυτής περιγράφονται στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 95/81 Ἐπιτροπή κατά Ιταλίας, στίς όποιες παραπέμπω χωρίς νά επαναλαμβάνω.
Οἱ ενάγουσες στίς δύο πρῶτες ἀγωγές επιχειρήσεις είχαν εισαγάγει ἐμπορεύματα στην 'Ιταλία ἀπό τρίτες χώρες, συγκεκριμένα τήν Κύπρο καί τήν 'Αργεντινή, ἐνῶ οἱ άλλες δύο ενάγουσες επιχειρήσεις εἶχαν εισαγάγει στην 'Ιταλία εμπορεύματα πού εὑρίσκοντο σε ελεύθερη κυκλοφορία στίς Κάτω Χώρες καί στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας. Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τά εισαχθέντα εμπορεύματα ήταν γεωργικά προϊόντα (χαρούπια, ἀραβόσιτος, καφές και βαμβακάλευρα). Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, ἡ ενάγουσα εἶχε ἀναλάβει συμβατικῶς τήν ὑποχρέωση νά καταβάλει ἐκ τῶν προτέρων στόν πωλητή ἕνα ποσό σέ δολλάρια Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Κάθε ενάγουσα εἶχε λάβει, λοιπόν, τραπεζική εγγύηση γιά ποσό 'ίσο μέ τό 5 % τῆς έκ των προτέρων πληρωμής σέ λιρέττες, υπέρ τοῦ Ufficio Italiano dei Cambi, ὅπως ἀπαιτοῦσε ή ιταλική νομοθεσία. Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, τά καλυπτόμενα ἀπό τήν εγγύηση εμπορεύματα έφθασαν στό ιταλικό έδαφος εντός τῆς ὁριζόμενης ἀπό τήν ιταλική νομοθεσία περιόδου, ἡ ὁποία περίοδος, ήταν κατά τόν κρίσιμο χρόνο, τριάντα ήμερων ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής (βλ. υπουργική ἀπόφαση τῆς 7ης Αὐγούστου 1978, Gazzetta Ufficiale 220 τῆς 8ης Αὐγούστου 1978). Σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, πάντως, υπήρξε καθυστέρηση στον εκτελωνισμό τῶν εμπορευμάτων (ή ὑποκατασταθέντων εμπορευμάτων σέ μία περίπτωση) μέ ἀποτέλεσμα ὅτι καμμία ἀπό τίς επιχειρήσεις δέν ἠδυνήθη νά υποβάλει τήν δήλωση τῆς γιά ὁλόκληρο ἡ μέρος τοῦ εμπορεύματος παρά μετά τήν λήξη τῆς νομίμου προθεσμίας. Κατά συνέπεια, τό Ιταλικό 'Υπουργείο 'Εξωτερικοῦ 'Εμπορίου κατέσχε ένα μέρος ἀπό τήν εγγύηση κάθε επιχειρήσεως, ἀναλόγως τῆς ποσότητος τῶν εμπορευμάτων γιά τήν ὁποία ἡ δήλωση εισαγωγής εἶχε γίνει μετά παρέλευση τριάντα ήμερων ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής.
Οἱ ενάγουσες επιχειρήσεις ἰσχυρίσθησαν ὅτι τό υπουργείο ενήργησε παρανόμως ἀποφασίζοντας τήν κατάπτωση τῶν εγγυήσεων, δεδομένου ὅτι ἡ ιταλική νομοθεσία, σύμφωνα μέ τήν ὀρθή τῆς ερμηνεία επέτρεπε τήν κατάπτωση εγγυήσεως μόνο στην περίπτωση πού είχαν μεσολαβήσει περισσότερες ἀπό τριάντα ήμερες μεταξύ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής καί τῆς ἀφίξεως τῶν εμπορευμάτων στό ιταλικό έδαφος ἀνεξαρτήτως τῆς ημερομηνίας εκτελωνισμοῦ τους. Ἐπικουρικώς δέ, ἰσχυρίσθησαν ὅτι, ἄν ή νόμιμη προθεσμία έπρεπε νά υπολογισθεί ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής μέχρι τῆς ημερομηνίας τοῦ εκτελωνισμοῦ ἀπό τά ἰταλικά τελωνεία, ή ιταλική διάταξη ἀντίκειται σέ ὁρισμένες διατάξεις τοῦ ἰταλικοῦ Συντάγματος καί τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.
Αυτές ήταν οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες τό tribunale παρέπεμψε στό Δικαστήριο δύο ερωτήματα γιά τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Μέ τό πρῶτο έρωτᾶ (στην ουσία) ἄν ἡ εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ιταλικής νομοθεσίας συνιστᾶ μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό ἐπί τοῦ εμπορίου μεταξύ Κρατών μελῶν ή επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος προς τελωνειακό δασμό ἐπί τοῦ ἐν λόγω εμπορίου, πού ἀντιβαίνει στά άρθρα 9, 10, 13 καί 30 ως 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἤ δημιουργεί διάκριση ἀντίθετη πρός τό άρθρο 7 τῆς ἐν λόγω συνθήκης ἡ παράβαση τῆς κατά τό άρθρο 106 υποχρεώσεως νά επιτρέπονται οἱ πληρωμές οἱ σχετικές μέ τήν κίνηση τῶν εμπορευμάτων, στό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους ὅπου έχει τήν κατοικία του ὁ πιστωτής, ἡ παραβίαση τοῦ μέρους εκείνου τοῦ κανονισμοί) 120/67 τῆς 13ης 'Ιουνίου 1967 περί κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στόν τομέα τῶν σιτηρών (GU L 117, σ. 2269) πού ὁρίζει ὅτι στό ενδοκοινοτικό εμπόριο τῶν σιτηρών θά ισχύει ἀπαγόρευση τελωνειακών δασμών, ποσοτικών περιορισμών καί ισοδυνάμων ἐπιοαρύν-σεων καί μέτρων. Μέ τό δεύτερο ερώτημα έρωτᾶ (στην οὐσία) ἄν ἡ εφαρμογή τῆς ιταλικής νομοθεσίας συνιστά μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό ἐπί τῶν εισαγωγών ἀπό τρίτες χώρες πρός τήν Κοινότητα ἡ ἐπιβάρυνση ισοδύναμη πρός τελωνειακό δασμό ἐπί τοῦ ἐν λόγω εμπορίου πού ἀντιβαίνει στά άρθρα 9, 10, 13 καί 30 ως 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί στά άρθρα 13, 15 καί 18 τοῦ κανονισμοῦ 120/67 ἡ ισοδυναμεί μέ παράνομη αύξηση τῶν ποσοστών τῶν εισφορών ὅπως ορίζονται στον κανονισμό αυτό ἡ δημιουργεί διάκριση ἀντίθετη πρός τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή ιταλική κυβέρνηση ὀρθώς εκφράζει ἀντιρρήσεις ὡς πρός τήν διατύπωση τῶν ερωτημάτων αυτών, παρατηρώντας ὅτι σέ αἰτήσεις εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης, τό Δικαστήριο δέν εἶναι ἁρμόδιο νά ἀποφαίνεται ἐπί τοῦ ἄν εθνικά μέτρα συμβιβάζονται πρός διατάξεις τῶν συνθηκών ή πράξεις τῶν κοινοτικών ὀργάνων άλλά μόνο ἐπί τοῦ κύρους ἡ τῆς ερμηνείας τῶν κοινοτικών διατάξεων γενικώς. Ἐν τούτοις, ὅπως ἔχει καθιερωθεί, σέ τέτοια περίπτωση, τό Δικαστήριο δύναται νά συναγάγει ἀπό τήν διατύπωση τῆς αιτήσεως πού τοῦ ἔχει υποβληθεί ἀπό εθνικό δικαστήριο τά ἀνακύπτοντα ζητήματα ὡς προδικαστικό ερώτημα περί ερμηνείας τῆς συνθήκης ἡ πράξεων τῶν ὀργάνων. Αυτό συνέβη λόγου χάριν, στην υπόθεση 20/64, Albatros κατά Sopeco (1965) ECR 29, σ. 34, καί σέ μιά σειρά μεταγενέστερες ἀποφάσεις, ὅπού παραπέμπω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 244/80, Foglia κατά Novello,9 'Ιουλίου 1981. Πράγματι, τά ἐν προκειμένω υποβληθέντα ερωτήματα δύναται νά ἀναδιατυπωθοῦν κατά τρόπο γενικό. Οὐσιαστικώς, τό Δικαστήριο ερωτάται ἄν, οἱ κοινοτικοί) δικαίου διατάξεις πού ἀναφέρει τό εθνικό δικαστήριο, ὅπως πρέπει νά ἑρμηνευθούν, ἀπαγορεύουν στά Κράτη μέλη, νά ἀπαιτοῦν ἀπό τους εισαγωγείς εμπορευμάτων, πρώτον ἀπό άλλα Κράτη μέλη ή, δεύτερον, ἀπό τρίτες χώρες, οἱ όποιοι καταβάλλουν ἐκ τῶν προτέρων ποσά σέ ξένο νόμισμα γιά τά εμπορεύματα αυτά, νά παρέχουν εγγυήσεις, οἱ όποιες δύνανται νά καταπέσουν ἄν ἡ εισαγωγή δέν πραγματοποιηθεί εντός ὁρισμένης προθεσμίας μετά τήν ημερομηνία τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής.
Θά ἀσχοληθώ, πρώτον, μέ την κατάσταση πού καλύπτει τό πρώτο ερώτημα, δηλαδή ἄν υπάρχει τέτοια ἀπαγόρευση στήν περίπτωση τοῦ εμπορίου μεταξύ Κρατών μελών, ὅπως συμβαίνει σέ δύο ἀπό τίς κύριες ὑποθέσεις.
Οἱ ενάγουσες επιχειρήσεις δέν παρέλειψαν νά ἀναφέρουν ὅτι οἱ βάσει τοῦ κοινοτικού δικαίου ἀντιρρήσεις τους κατά τῶν ἀμφισβητουμένων ιταλικών μέτρων ἰσχύουν μόνο ἄν ἡ ιταλική νομοθεσία, ὅπως ἐρμηνεύεται, προβλέπει τήν κατάπτωση τῶν εγγυήσεων στην περίπτωση πού τά εμπορεύματα δέν εκτελωνισθούν εντός τριάντα ήμερων ἀπό τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής. 'Αν ἀντιθέτως, ἡ νόμιμη προθεσμία υπολογίζεται ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς πληρωμής μέχρι τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἀφίξεως τῶν εισαγομένων προϊόντων στό εθνικό έδαφος, δέν υπήρχε κατά τήν άποψη τῶν επιχειρήσεων αυτών, ἔδαφος γιά ἀντιρρήσεις κατά τῆς ἐν λόγω νομοθεσίας ἀπό τῆς σκοπιάς τοῦ κοινοτικού δικαίου. Ή ιταλική κυβέρνηση Ισχυρίζεται ὅτι, ή νόμιμη προθεσμία πρέπει νά ληφθεί ως ἐκτεινομένη μέχρι τῆς ημερομηνίας τοῦ ἐκτελωνισμοῦ τῶν εμπορευμάτων, διότι ἄν ή εγγύηση ἀπεδεσμεύετο ἀμέσως μετά τήν άφιξη τῶν εμπορευμάτων σέ ιταλικό έδαφος, οἱ έμποροι θά ἠδύναντο νά τά κατευθύνουν σέ άλλο κράτος, ἀποφεύγοντας έτσι τους νομισματικούς περιορισμούς ἐκ τῶν εισαγωγών. 'Αν ἡ ιταλική νομοθεσία εἶναι διφορούμενη, λόγω τής χρήσεως τῆς λέξεως «importazione» (εισαγωγή) στόν νόμο 1126 τῆς 20ής 'Ιουλίου 1952, αυτό δέν δύναται νά τό κρίνει τό Δικαστήριο, καίτοι δύναται νά ἑρμηνεύσει τό κοινοτικό δίκαιο κατά τέτοιο τρόπο ὥστε νά επιτρέψει στό ιταλικό δικαστήριο νά ἑρμηνεύσει ἀναλόγως τό ἐθνικό δίκαιο. Δέν θεωρώ, πάντως, ὀρθό νά περιορίσω τό ερώτημα, ὅπως πράττουν οἱ τέσσερις επιχειρήσεις, στίς περιπτώσεις ὅπού τό εθνικό δίκαιο προβλέπει τήν κατάπτωση τῶν εγγυήσεων έμπόρων, τῶν ὁποίων τά εμπορεύματα, ἀγορασθέντα στην ἀλλοδαπή, ἐκρατήθησαν ἐπί κρίσιμο διάστημα ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές στον λιμένα ἀφίξεως. Τό εθνικό δικαστήριο δέν διετύπωσε τόσο στενῶς τά ερωτήματά του: εἶναι δέ τελείως δυνατό νά ἀντιμετωπισθούν περιπτώσεις, στίς όποιες ένας έμπορος κινδυνεύει νά ἀπολέσει τήν εγγύηση του λόγω καθυστερήσεως πού υπερβαίνει τίς τριάντα ήμερες, μεταξύ τῆς ημερομηνίας τῆς προκαταβολής καί τῆς ἀφίξεως τῶν εμπορευμάτων στον λιμένα. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ καθυστέρηση δύναται ἡ δέν δύναται νά ἀποδοθεί σέ παράγοντες ἀνεξαρτήτους τοῦ έμπόρου.
Στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 95/81 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, εξέφρασα τήν γνώμη ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ νόμου 1126 τῆς 20ής Ἰουλίου 1952, (ὅπως ἐτροποποιήθη) καί ορισμένων πράξεων πού ἐξεδόθησαν δυνάμει τοῦ νόμου αὐτού, ισοδυναμούσε μέ μέτρο ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τοῦ εμπορίου μεταξύ Κρατών μελών, καθ' ὅσον ἐφηρμό-ζοντο σέ πραγματικές ἐμπορικές συναλλαγές (δηλαδή εισαγωγές κατά τήν συνήθη πορεία τοῦ εμπορίου), δεδομένου ὅτι ὁ νόμος αυτός καί οἱ πράξεις εκείνες ἠδύναντο νά εκθέσουν τους έμπόρους στόν κίνδυνο τῆς κατασχέσεως ποσών πού εἶχαν κατατεθεί ἡ παρασχεθεί ὡς εγγύηση καί σέ πρόσθετα έξοδα, ὑπό μορφή τραπεζικών προμηθειών ἡ ἀπωλείας τόκων ἐπί τῶν κατατεθέντων ποσών. Διετύπωσα τήν γνώμη ὅτι, δέν υφίσταται μέτρο ἰσοδυ-νάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό στην περίπτωση πού ἡ εθνική νομοθεσία ἡ πρακτική εἶχαν επίπτωση μόνο σ᾽ ἐκείνους γιά τους ὁποίους τό εμπόριο ἀγαθών ήταν ἁπλώς μέσο γιά κερδοσκοπία μέ τό συνάλλαγμα, διότι στην περίπτωση αυτή «τό εμπόριο αγαθών» δέν ἀποτελοῦσε εμπόριο τοῦ είδους πού σκοπεί τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό ἴδιο ισχύει καί γιά τό άρθρο 9 τῆς συνθήκης.
Τά πραγματικά περιστατικά εκείνης τῆς υποθέσεως διαφέρουν ἀπό τά ἐν προκειμένω, μόνο σέ ἔνα ἀξιόλογο στοιχείο: Στην υπόθεση 95/81 ἡ ισχύουσα κατά τόν κρίσιμο χρόνο υπουργική ἀπόφαση προέβλεπε περίοδο τεσσάρων μηνῶν, ἀπό τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής, εντός τῆς ὁποίας ὁ έμπορος ὤφειλε νά εισαγάγει τά εμπορεύματα γιά νά διατηρήσει τήν εγγύηση του. Στίς τέσσερις κύριες υποθέσεις ἡ περίοδος ήταν τριάντα ήμερων. Δέν υπάρχει λόγος νά τροποποιηθεί ἡ ἀπάντηση πού ἐδόθη στην ὑπόθεση 95/81 υπέρ ενός εθνικού μέτρου, ὅταν ή προθεσμία πού ὁρίζει τό μέτρο αὐτό είναι μικρότερη: μᾶλλον τό ἀντίθετο. Κατά συνέπεια, ἀπαντῶ κατά τά εκτεθέντα στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 95/81, στό μέρος εκείνο τοῦ πρώτου ἐρωτήματος τοῦ tribunale πού ἀναφέρεται στην ἑρμηνεία των διατάξεων τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί καταργήσεως τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς.
Ή ἀπάντηση μου στην πλευρά αυτή τοῦ πρώτου ερωτήματος τοῦ tribunale, στην πραγματικότητα παραβλέπει τήν ερώτηση περί τοῦ ἄν συμβιβάζεται ἡ ἀμφισβητούμενη νομοθεσία πρός τους κοινοτικούς κανόνες περί επιβαρύνσεως ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός τελωνειακούς δασμούς. 'Ενῶ, επαναλαμβάνω τήν άποψη μου, ἀπό μιά μόνο νομοθετική πράξη ή κατάσταση δύνανται να ἀνακύψουν χωριστά προβλήματα πού πρέπει νά εξετασθούν στό πλαίσιο δύο ἡ περισσοτέρων διατάξεων κοινοτικοῦ δικαίου, «οἱ διατάξεις αὐτές δύνανται νά εἶναι διαφορετικοί) είδους, αυτό δέ σημαίνει ὅτι πρέπει νά διακριθοῦν τά ἀντίστοιχα πεδία εφαρμογής» (υπόθεση 74/76 Ianelli κατά Meroni (1977) ECR 557, σ. 574 βλ. επίσης υπόθεση 91/78 Hansen κατά Hauptzollamt Flensburg (1979), σ. 953). Ή άποψη ὅτι διατάξεις ὅπως οἱ ἐν προκειμένω ἀναφερόμενες δύνανται νά συνιστούν ισοδύναμη επιβάρυνση πηγάζει ἀπό τό ὅτι διατάξεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ τείνουν νά εμποδίζουν τίς εισαγωγές αυξάνοντας τά έξοδα τῶν έμπορων. Ή γνώμη μου εἶναι ὅτι οἱ διατάξεις αυτές ὀρθώς χαρακτηρίζονται ὡς μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς, μάλλον παρά επιβαρύνσεις ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός τελωνειακούς δασμούς, δεδομένου ὅτι δαπάνη πού ενδεχομένως επιβάλλουν στους έμπορους δέν δύναται ὀρθώς νά χαρακτηρισθεί ὡς «δασμός μονομερώς ἐπιβαλλόμενος εἴτε κατά τόν χρόνο τῆς εισαγωγής εἴτε μετ᾽ αυτήν», ὅπως έκρινε τό Δικαστήριο στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 2 καί 3/62 Ἐππροπή κατά Λουξεμβούργον καί Βελγίου,«οἱ υποθέσεις Gingerbread», (1962) ECR 425, σ. 432. Βλ. F. Woolridge καί R. Plender «Charges having an effect equivalent to customs duties» (1978) E. L. Rev. 101, σσ. 105 έως 115.
Γιά τό ερώτημα τοῦ tribunale περί τοῦ άρθρου 106 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ισχύουν διαφορετικές σκέψεις, δεδομένου ὅτι οἱ βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀντιρρήσεις κατά τῶν ἰταλικῶν μέτρων δέν συνίστανται στό ὅτι διατυπώνονται ἡ εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε εκθέτουν τους εἰσαγω-γεῖς σέ κινδύνους καί δαπάνες πού συνιστούν εμπόδια στό εμπόριο, άλλά μάλλον στό ὅτι τέτοια μέτρα εἶναι ἀφ᾽ εαυτού ασυμβίβαστα πρός τήν συγκεκριμένη υποχρέωση πού θέτει τό άρθρο 106:
«νά επιτρέπει τίς πληρωμές τίς σχετικές μέ τήν κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών καί κεφαλαίων, καθώς καί τίς μεταφορές καφαλαίων καί μισθών, στό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους ὅπου έχει τήν κατοικία του ὁ πιστωτής ἡ ὁ δικαιοῦχος, κατά τό μέτρο πού ἡ κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, τῶν υπηρεσιών, τῶν κεφαλαίων καί τῶν προσώπων ἔχει ελευθερωθεί μεταξύ τῶν Κρατών μελών κατ' εφαρμογή τῆς παρούσης συνθήκης».
Τό Δικαστήριο ἐχαρακτήρισε σέ γενικές γραμμές τό ἀντικείμενο τοῦ ἄρθρου 106 στην υπόθεση 7/78 Regina κατά Thompson (1978) 2247, σ. 2274, σκέψη 24, ὡς έξῆς:
«Στόχος τῆς διατάξεως αυτής εἶναι νά εξασφαλίσει τήν πραγματοποίηση των ἀναγκαίων νομισματικῶν μεταφορών τόσο γιά τήν ἐλευθέρωση τῶν κινήσεων κεφαλαίων ὅσο καί γιά τήν ἐλεύθερη κυκλοφορία τῶν υπηρεσιών καί τῶν προσώπων.»
Στην υπόθεση 203/80 Casati,11 Νοεμβρίου 1981, σκέψη 20 τό Δικαστήριο ουσιαστικώς επανέλαβε τά ἀνωτέρω. Πάντως, σέ καμμία ἀπό τίς υποθέσεις αυτές τό Δικαστήριο δέν ἀντιμετώπισε τό ἐν προκειμένω ἀνακύπτον πρόβλημα, δηλαδή τήν χρησιμοποίηση ἐνός νομίσματος, τό όποιο δέν ἠδύνατο, βάσει καμμίας ἐρμηνείας, νά θεωρηθεί ὡς τό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους, ὅπού κατοικεί ὁ πιστωτής ἡ ὁ δικαιούχος. Γιά τόν λόγο αυτό, νομίζω ὅτι καμμία ἀπό τίς υποθέσεις αυτές δέν τέμνει τό πρόβλημα ἄν τό άρθρο 106 επιβάλλει τήν υποχρέωση τῆς άρσεως τῶν περιορισμών ἐπί τῶν πληρωμών σέ νομίσματα άλλα ἀπό τά νομίσματα τῶν Κρατών μελών.
Μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά ἀγνοήσω τίς ἀρχικές λέξεις — ἡ υποχρέωση «νά επιτρέπει» καί «στό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους ὅπου 'έχει τήν κατοικία του ὁ πιστωτής ἡ ὁ δικαιοῦχος». Δέν 'έχω πεισθεί ὅτι υπήρξε παράβαση τῆς υποχρεώσεως «νά ἐπιτρέπει τίς πληρωμές» ἀπό τήν διάταξη πού ἀπαιτεί κατάθεση ἡ τραπεζική εγγύηση. Ἀκόμα καί ἄν υπήρξε παράβαση, ἡ ἐν λόγω πληρωμή επετράπη πάντως στό σχετικό νόμισμα. Γιά τήν σημασία τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ βλ. C.-D. Ehlermann, Groeben-Boeckh-Thiesing, EWG-Vertrag Kommentar, 1974, Band Ι σ. 1383. Τό μόνο νόμισμα τῶν συμβάσεων ήταν τό δολλάριο ΗΠΑ καί αυτό, κατά τήν γνώμη μου, δέν καλύπτεται ἀπό τό άρθρο 106, παράγραφος 1.
'Επίσης, δέν νομίζω ὅτι ἔχουν εφαρμογή οἱ λοιπές παράγραφοι τοῦ ἄρθρου 106. Ή παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δέν δύναται νά ληφθεί μεμονωμένως. Ή παράγραφος 1 προβλέπει σέ γενικές γραμμές τήν άρση τῶν περιορισμών ἐπί τῶν πληρωμών ἐφ᾽ ὅσον ἡ κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων 'έχει ελευθερωθεί κατ' εφαρμογή τῆς συνθήκης. Ή παράγραφος 2 θέτει εξαίρεση γιά τίς περιπτώσεις εκείνες ὅπου ἡ κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων υπόκειται μόνο στους περιορισμούς τῶν σχετικών πληρωμών, ὅταν ἡ βασική συναλλαγή δέν εἶναι δεκτική περιορισμοῦ. Οἱ περιορισμοί ἐπί τῶν «σχετικών πληρωμών» δέν ἀπαιτείται νά ἀρθοῦν ἀμέσως άλλά προοδευτικώς μέ τήν εφαρμογή τῶν καφαλαίων περί τῆς άρσεως τῶν ποσοτικών περιορισμών (πχ. άρθρα 32 καί 33 παράγραφος 7 περί ποσοστώσεων). Βλ. Ehlermann, op. cit. σ. 1386 επίσης J. Megret et autres, Le droit de la Communauté économique européenne, Volume 6, tome 1, σ. 18.
Ἀφοῦ τό άρθρο 106, παράγραφος 1 δέν 'έχει, κατά τήν γνώμη μου, εφαρμογή ἐν προκειμένω, γιά τους λόγους πού ἀνέφερα, ούτε καί ἡ εξαίρεση τοῦ ἄρθρου 106, παραγραφος 2 'έχει εφαρμογή. Ἐν πάση περιπτώσει, διατηρώ ἀμφιβολίες γιά τό, ἄν τό άρθρο 106, παράγραφος 2 δέν πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ἀναφέρεται μόνο στίς περιπτώσεις ὅπου ἡ κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων έχει ελευθερωθεί (πλην ὅσον άφορᾶ τους περιορισμούς τῶν πληρωμών) κατά τόν χρόνο τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος των συνθηκῶν καί γιά τό ἄν οι περιορισμοί έπί των πληρωμῶν πού ἀπαγορεύει τό ἄρθρο 30 καλύπτονται ἀπό την υποχρέωση τοῦ άρθρου 106 παράγραφος 2 ἀλλά ὑπό τις περιστάσεις αυτές, δεδομένου ὅτι, κατά την γνώμη μου τό άρθρο 30 έχει εφαρμογή, τό δέ άρθρο 106 δέν έχει, γιά άλλους λόγους, δέν θεωρώ χρήσιμο να ἀναλύσω τίς ἀμφιβολίες αυτές.
Ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω σχολίων, δύναται νά δοθεί μία σχετικώς βραχεία ἀπάντηση στό δεύτερο ερώτημα τοῦ tribunale, πού ἀναφέρεται σέ εισαγωγές ἀπό τρίτες χώρες. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 18 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 120/67:
«Έκτός ἀντιθέτων διατάξεων πού προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό καί έκτος παρεκκλίσεως πού ἀποφασίζεται ἀπό τό Συμβούλιο,... ἀπαγορεύονται:
—
ή είσπραξη ὁποιασδήποτε φορολογικῆς επιβαρύνσεως ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμό
—
ή εφαρμογή ὁποιουδήποτε ποσοτικοῦ περιορισμοῦ ἤ μέτρου ισοδυνάμου ἀποτελέσματος ...»
Δέν προεβλήθη ὁ ισχυρισμός ὅτι ἡ κυρία διάταξη τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ υπόκειται σχετικά μέ τήν προκειμένη ὑπόθεση, σέ κάποια εξαίρεση πού υιοθέτησε τό Συμβούλιο ἡ πού περιέχεται σέ άλλο σημείο τοῦ κανονισμοῦ. Ἐπί πλέον, ὅπως τό Δικαστήριο εδέχθη στή υπόθεση 34/73 Variola κατά Amministrazione Italiana delle Finanze (1973) ECR 981, σ. 989:
«Δέν υπάρχει κανένα στοιχείο πού νά δικαιολογήσει διαφορετικές ἑρμηνείες τοῦ ὅρού “φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος”, ὅπως ἀπαντάται στό άρθρο 9 ἑπ. τῆς συνθήκης ἀφ᾽ ενός, καί... στό άρθρο 18 ... τοῦ κανονισμοῦ 120/67, ἀφ᾽ ἑτέρου.»
Τό ίδιο σχόλιο φαίνεται νά ισχύει καί γιά τήν ἔκφραση «μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος», ὅπως ἀπαντάται στην συνθήκη καί στόν κανονισμό.
Κατά συνέπεια οἱ παρατηρήσεις μου ὅσον άφορᾶ τόν χαρακτηρισμό εθνικών διατάξεων, ὡς μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς, ισχύουν γιά τά μέτρα πού επηρεάζουν τίς προς τήν Κοινότητα εισαγωγές ἀπό τρίτες χώρες σιτηρών πού εμπίπτουν στόν κανονισμό 120/67 καθώς καί γιά τά μέτρα πού επηρεάζουν τίς εισαγωγές ἀπό άλλα Κράτη μέλη. Ἐξ άλλου, ὁ χαρακτηρισμός τέτοιων διατάξεων ὡς μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς (παρά ὡς ισοδυνάμων επιβαρύνσεων) συνεπάγεται ὅτι τά μέτρα αυτά δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν συγκεκαλυμμένες αὐξήσεις τῶν ποσοστών τῶν εισφορών πού ὁρίζονται στον κανονισμό 120/67. Τέλος ἡ εξέταση τοῦ ἄρθρου 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν προσθέτει, κατά τήν γνώμη μου, τίποτα ἀξιόλογο, δεδομένου ὅτι δέν προεβλήθη ὁ ισχυρισμός ὅτι οἱ εθνικές διατάξεις, στίς όποιες ἀναφέρεται τό ἐρώτημα, εἰσάγουν διακρίσεις λόγω ἰθαγενείας μεταξύ εισαγωγέων, ἤ ὁποιοδήποτε στοιχείο διακρίσεως λόγω καταγωγῆς τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν, έκτός ὅσων εἶναι συμφυείς πρός τά μέτρα ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς.
Ἡ γνώμη μου είναι, συνεπώς, ὅτι, στά ἐρωτήματα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο πρέπει νά δοθεί ἡ έξῆς ἀπάντηση :
1.
Ἡ ἀπαγόρευση τῶν μέτρων Ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς ἐπί τοῦ εμπορίου μεταξύ Κρατών μελών τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, πού τίθεται στό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καλύπτει τό εθνικό μέτρο, δυνάμει τοῦ ὁποίου οἱ εισαγωγείς εμπορευμάτων ἀπό τά ἀνωτέρω κράτη πού καταβάλλουν ἐκ τῶν προτέρων χρηματικά ποσά γιά τά εμπορεύματα αυτά, ὀφείλουν νά συστήσουν εγγυήσεις υποκείμενες σέ κατάπτωση, ἄν τά εμπορεύματα δέν εισαχθούν ἐντός ὁρισμένης προθεσμίας ἀπό τήν ημερομηνία τῆς ἐκ τῶν προτέρων πληρωμής, καθ' ὅσον τά ἐν λόγω μέτρα ἐφαρμόζονται σέ πραγματικές εισαγωγές κατά τήν συνήθη πορεία τοῦ εμπορίου, σέ ἀντιδιαστολή πρός κερδοσκοπικές συναλλαγές πού ἀφοροῦν συνάλλαγμα, οἱ όποιες διεξάγονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε τό εμπόριο ἀγαθῶν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τό μέσο τῆς κερδοσκοπίας αὐτῆς. Ή ἀπαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός τελωνειακούς δασμούς των ἄρθρων 9, 10 καί 13 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν καλύπτει ἕνα τέτοιο μέτρο οὔτε καί τό ἄρθρο 106 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 120/67, ἡ ἀπαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς εφαρμόζεται σέ εισαγωγές προϊόντων καλυπτομένων ἀπό τόν ἀνωτέρω κανονισμό, ἀπό τρίτες χῶρες πρός Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος, ὁπως εφαρμόζεται καί στό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy