ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 16 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεβρε,
κύριοι βικαοτές,
Ἡ παροῦσα υπόθεση παρεπέμφθη στό Δικαστήριο ἀπό τους Special Commissioners for Income Tax [εντεταλμένα κρατικά ὄργανα ἁρμόδια ἐπί τοῦ φόρου εισοδήματος] τοῦ Λονδίνου πρός τόν σκοπό εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως σύμφωνα μἐ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης περί συστάσεως ἑνιαίου Συμβουλίου καί ἑνιαίας Ἐπιτροπής των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων («ή συνθήκη συγχωνεύσεως»). Οἱ Special Cοmmissiοners ερωτούν ἄν ορισμένες προσδιοριζόμενες διατάξεις, ἡ οιαδήποτε άλλη ἀρχή τοῦ κοινοτικού δικαίου δύναται νά ἑρμηνευθεί κατά την ἔννοια ὅτι ἀπαγορεύεται στά Κράτη μέλη νά φορολογούν οιοδήποτε μέρος τῶν εξόδων καί επιδομάτων πού καταβάλλονται στά μέλη τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ἀπό κοινοτικά κεφάλαια. Οἱ Special Commissioners ἀναφέρουν, έκτος των συνθηκῶν αυτών, την Σύμβαση περί ὁρισμένων κοινών ὀργάνων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ιδιαιτέρως τό άρθρο 28), τό πρωτόκολλο περί τῶν προνομίων καί ἀσυλιών τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων (ιδιαιτέρως τά άρθρα 8, 9, 20, 13 καί 14) («τό πρωτόκολλο»), τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 260/68 τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968 (Ιδιαιτέρως τό άρθρο 3 παράγραφος 2) («ὁ κανονισμός») καί τους κανόνες πού διέπουν την πληρωμή τῶν εξόδων καί ἀποζημιώσεων στά μέλη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου («οἱ κανόνες»).
Ἡ συζήτηση κατά τό πλείστον έχει περιστραφεί σέ ειδικές διατάξεις τῆς νομοθεσίας τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου περί φόρου εισοδήματος. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι τό πρωταρχικό, καί πράγματι τό βασικό, ζήτημα εἶναι ἄν τό κοινοτικό δίκαιο ἀπαγορεύει την ἐπιβολή φόρου ἐπί παρομοίων ἀποζημιώσεων. Ἀν ὄχι, τό δεύτερο ζήτημα είναι ἄν τό κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει ὁρισμένους περιορισμούς στην εξουσία των Κρατῶν μελών νά φορολογούν ἀποζημιώσεις τοῦ είδους αὐτοῦ. Μόνο ἄν υφίστανται τέτοιοι περιορισμοί, ἀνακύπτει θέμα ἄν ὁ τρόπος μέ τόν όποιο τό Ἡνωμένο Βασίλειο φορολογεί, ἡ προτίθεται νά φορολογεί, παρόμοιες ἀποζημιώσεις εἶναι ἀντίθετες μέ τόν περιορισμό αυτό.
Ἡ υπόθεση ἤχθη ενώπιον τῶν Special Commissioners κατόπιν προσφυγῆς, πού ἤσκησε ὁ Right Honourable Lord Bruce of Donington κατά ἀποφάσεως ἑνός τῶν Her Majesty's Inspectors of Taxes [επιθεωρητές φόρων τῆς A.M.]. Ό Lord Bruce ήταν μέλος τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υποδειχθείς ἀπό τήν Βουλή τῶν Λόρδων, ἀπό της 30ης Ἰουλίου 1975 μέχρι τῆς 17ης Ἰουλίου 1979. Ἔπαυσε νά εἶναι μέλος ὅταν οἱ ευρωβουλευτές εξελέγησαν μέ άμεση καθολική ψηφοφορία. Μέ τήν ἀπόφαση του ὁ Inspector επιθεωρητής έκρινε ὅτι οἱ ἀποζημιώσεις, πού έλαβε ὁ Lord Bruce ἀπό τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα μέ τους «κανόνες», κατά τήν διάρκεια τοῦ φορολογικοί) έτους 1975/76, ἀπετέλουν ἀμοιβές προερχόμενες ἀπό τήν άσκηση «ἀξιώματός» του, κατά τήν έννοια τοῦ Income and Corporation Taxes Act 1970 καί, ἑπομένως, ήταν φορολογητέες στό Ήνωμένο Βασίλειο σύμφωνα μέ τό τμήμα Ε (παράγραφος 1 περίπτωση 11) τοῦ νόμου αὐτοῦ.
Ὅπως ἀντιλαμβάνομαι οἱ μόνες ἀμφισβητούμενες ἀποζημιώσεις ἀφορούν τά έξοδα μετακινήσεως καί διαμονῆς. Οἱ «κανόνες» προβλέπουν ὅτι τά μέλη τοῦ Κοινοβουλίου θά λαμβάνουν ἀποζημίωση γιά τά έξοδα μετακινήσεως καί διαμονῆς πρός τόν σκοπό παρακολουθήσεως συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Αυτές καταβάλλονται κατ' ἀποκοπήν, ὑπό τόν ὅρο ὅτι τό ὄνομα τοῦ μέλους εμφαίνεται στόν κατάλογο παρουσιών. Γιά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ὑπ' ὄψη περιόδου ἡ ἀποζημίωση διαμονής ἀνήρχετο σέ 3000 BFR ἡμερησίως. Ή ἀποζημίωση μετακινήσεως ὑπελογίζετο βάσει τῆς ἀποστάσεως μεταξύ τοῦ σημείου ἀναχωρήσεως καί τοῦ τόπου τῆς συνεδριάσεως. Πρός τόν σκοπό αυτό τό σημείο ἀναχωρίσεως ἐλογίζετο ὅτι εὑρίσκετο στό κέντρο τῆς ἀποστάσεως μεταξύ τῆς διευθύνσεως τοῦ μέλους καί τῆς έδρας τοῦ σχετικοῦ ἐθνικοῦ κοινοβουλίου. Μέ βάση τό γεγονός αυτό ἡ ἀποζημίωση μετακινήσεως ὑπελογίζετο πρός 13 BFR γιά τά πρώτα 400 χλμ. τοῦ ταξιδιού μεταβάσεως καί επιστροφής καί 5 BFR γιά τό υπόλοιπο τοῦ ταξιδιού, μέ ελάχιστο ὅριο τό ποσό τῶν 1500 BFR.
Τά μέλη δέν ήσαν, οὔτε εἶναι, υποχρεωμένα νά δικαιολογοῦν τίς πραγματικές τους δαπάνες, ὑπό τό κεφάλαιο αυτό, στό Κοινοβούλιο. Ἄν τά έξοδά τους ήταν χαμηλότερα ἀπό τίς ἀποζημιώσεις, είχαν καί έχουν τό δικαίωμα νά κρατήσουν τό ἐπί πλέον. Κατά τήν περίοδο τοῦ φορολογικοῦ έτους 1975/76, ὁ Lord Bruce έλαβε ἀποζημιώσεις μετακινήσεως καί διαμονής πρός τόν σκοπό παρακολουθήσεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, πού υπερβαίνουν τίς πραγματικές δαπάνες, στίς όποιες υπεβλήθη πρός τοῦτο. Τό πλεονάζον ποσόν δέν εμφαίνεται ἀπό τόν φάκελο της υποθέσεως.
Ὁ Lord Bruce ἀποδέχεται ὅτι δέν υπάρχει ρητή διάταξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ἀπαγορεύουσα σέ Κράτος μέλος νά φορολογήσει οιοδήποτε μέρος τῶν εξόδων αυτών.
Ἰσχυρίζεται, ἐν τούτοις, ὅτι παρόμοια ἀπαγόρευση περιλαμβάνεται εμμέσως στίς συνθῆκες καί στην κοινοτική νομοθεσία. Πρώτον ἀναφέρει ὅτι τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο εἶναι κυρίαρχο ὅσον άφορᾶ τόν τρόπο χειρισμοῦ τῶν υποθέσεων του. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 142 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἔχει τήν εξουσία νά θεσπίζει τους ίδιους διαδικαστικούς του κανόνες. Σύμφωνα μέ τό άρθρο αυτό τό Κοινοβούλιο δύναται νά ἀποδίδει τά έξοδα, στά όποια ὑπεβλήσαν τά μέλη του. Ό Lord Bruce Ισχυρίζεται επίσης ὅτι συνέπεια της κυριαρχίας αυτής εἶναι ὅτι τά ποσά πού κατεβλήθησαν ἀπό τό Κοινοβούλιο στά μέλη του σχετικά μέ τά κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα δέν δύνανται νά υπόκεινται στην εσωτερική φορολογία. Ἐν εναντία περιπτώσει οἱ εθνικές ἀρχές, καί ὄχι τό ἴδιο τό Κοινοβούλιο, θά είχαν τήν εξουσία νά ἀποφασίζουν περί τοῦ πλαισίου τῆς δραστηριότητος τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου.
Καί ἄν γίνει δεκτό, βάσει τῆς κυριαρχικῆς του εξουσίας σχετικά μέ τήν διαδικασία ἐκεῖ, ὅτι τό Κοινοβούλιο δύναται νά προβλέψει τήν καταβολή ἀποζημιώσεων στά μέλη του, αυτό δέν σημαίνει, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι τό Κοινοβούλιο θά ἠδύνατο ἐπίσης νά θεσπίσει κανόνα ἀπαγορεύοντα στά Κράτη μέλη νά φορολογούν παρόμοιες αποζημιώσεις. Αυτό, κατά τήν γνώμη μου, δέν θά ἀπετέλει «διαδικαστικό κανόνα». Ἐν πάση περιπτώσει παρόμοιος κανόνας δέν έχει θεσπισθεί, καί δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ἀναγκαίως ἀπορρέει ἀπό τήν εξουσία θεσπίσεως διαδικαστικών κανόνων καί ἀποδόσεως τῶν διενεργηθεισῶν δαπανῶν. Ἐπί πλέον ἡ εξουσία Κράτους μέλους νά επιβάλει φόρους σέ παρόμοιες ἀποζημιώσεις δέν συνεπάγεται υποχρεωτικώς ἀπόφαση ὡς πρός τήν φύση των σχετικών καθηκόντων. Είναι απολύτως δυνατό νά γίνουν δεκτά τά καθήκοντα, ὅπως προσδιορίζονται ἀπό τό Κοινοβούλιο καί ὁ ρόλος τῶν εθνικών ἀρχων νά περιορισθεί στόν καθορισμό τοῦ χρηματικού ποσοῦ πού ἀναφέρεται στίς διενεργηθείσες κατά τήν ενάσκηση τῶν καθηκόντων αυτών δαπάνες καί τοῦ φόρου πού ἀναλογεί σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο.
Δεύτερον, ὁ Lord Bruce ἀναφέρεται στό άρθρο 28 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως, σύμφωνα μέ τό όποιο οἱ Ευρωπαϊκές Κοινότητες ἀπολαύουν στην επικράτεια τῶν Κρατών μελών, τῶν ἀναγκαίων προνομίων καί ἀσυλιών γιά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολής τους ὑπό τους ὅρους πού καθορίζονται στό πρωτόκολλο, τό όποιο προσαρτάται στην παρούσα συνθήκη. Ἰδιαίτερη έμφαση δίδεται στό άρθρο 8 παράγραφος 1 τοῦ πρωτοκόλλου, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «περιορισμοί διοικητικής ἤ άλλης φύσεως δέν επιβάλλονται στην ἐλεύθερη μετακίνηση τῶν μελών τῆς Συνελεύσεως ὅταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως τῆς Συνελεύσεως ἡ ὅταν ἐπιστρέφουν ἀπό αυτόν». Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ἁπλή πράξη ἐπιβολής φόρου ἐπί μέρους μιας ἀποζημιώσεως δέν θέτει, ἀναγκαίως, περιορισμό στην ελεύθερη αὐτή μετακίνηση. Τό ἄν θέτει εξαρτάται ἀπό τίς συνέπειες πού προκαλεί ἡ επιβολή τοῦ φόρου. Οὔτε ἡ ἁπλή υποχρέωση συμπληρώσεως μιᾶς δηλώσεως εισοδήματος, παρά τόν σχοινοτενή χαρακτήρα της, συνιστᾶ παρόμοιο περιορισμό, ὅπως ὁ Lord Bruce υποστηρίζει. Ή διάταξη αύτη τοῦ πρωτοκόλλου δύναται νά περιορίσει τήν ευχέρεια Κράτους μέλους ὅσον άφορα τόν τρόπο επιβολής φόρου. Ἀλλά, κατά τήν γνώμη μου, δεν ἀποκλείει in limine κάθε φορολογία.
Τρίτον, ὁ Lord Bruce στηρίζεται α) στό άρθρο 13 τοῦ πρωτοκόλλου (πού προβλέπει ὅτι οἱ υπάλληλοι καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων ὑπόκεινται σέ φόρο ὑπέρ τῶν Κοινοτήτων, άλλά ἀπαλλάσσονται ἀπό ἐσωτερικούς φόρους ἐπί τῶν ἀποδοχών καί μισθών πού καταβάλλονται ἀπό τίς Κοινότητες) καί β) στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου (πού προβλέπει τήν επιβολή φόρων ἐπί τῶν ἀποδοχών, άλλά ἀποκλείει ἀπό τό φορολογητέο ποσό βάσεως ποσά καί ἀποζημιώσεις πού ἀντιπροσωπεύουν «ἀποζημίωση δαπανών πού διενηργήθησαν κατά τήν εκπλήρωση τῶν ἀποστολών τους»). Ό Lord Bruce υποστηρίζει ὅτι θά ήταν «παράλογο καί ἀφύσικο» οἱ ἀποζημιώσεις ἑνός μέλους τοῦ Κοινοβουλίου νά εἶναι επιδεκτικές φορολογίας ἐνῶ οἱ ἀποζημιώσεις τοῦ υπαλλήλου πού τόν συνοδεύει ἀπαλλάσσονται.
Τά μέλη τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δέν δύνανται σαφώς νά τύχουν τῆς μεταχειρίσεως πού επιφυλάσσεται στους υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων πρός τόν σκοπό εφαρμογῆς τοῦ άρθρου 13 τοῦ πρωτοκόλλου, καί μάλιστα καθώς εἶχε κριθεί ἀναγκαίο νά εφαρμοσθοῦν οἱ ίδιοι κανόνες στους Ἐπιτρόπους, τά μέλη τοῦ Δικαστηρίου καί άλλους ὀνομαστικῶς προσδιοριζομενους. Πιστεύω ὅτι υπήρχε πρόθεση νά περιληφθούν στίς ἐν λόγω διατάξεις μόνο ὅσοι κατονομάζονται σέ αυτές. Τά μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δέν περιελήφθησαν. Ἀν υπάρχει ἀνωμαλία θά πρέπει νά ἀποκατασταθεί μέ άλλα μέσα καί ὄχι μέ ἑρμηνεία, πού κατά τήν άποψη μου, εἶναι ἀβάσιμη.
Ἰδιαίτερη έμφαση ἀποδίδεται στην ἀπόφαση 6/60, Humblet κατά Βελγίου (ECR 1960, σ. 559). Ἐκεῖ, λέγεται, υποστηρίζεται ή άποψη ὅτι τά μέλη (τοῦ Κοινοβουλίου) πρέπει νά τυγχάνουν ἴσης μεταχειρίσεως καί ἄν τά διάφορα Κράτη μέλη επιβάλλουν φόρους ἐπί διαφορετικής βάσεως, ἡ δέν επιβάλλουν φόρους καθόλου, θά υφίσταται διάκριση μεταξύ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου πού προέρχονται ἀπό τά διάφορα Κράτη μέλη. Μέ τήν ἴδια ἀπόφαση ὑποστηρίζεται, ὅπως λέγεται, ἡ άποψη ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος θά έπρεπε νά διατηρηθεί μεταξύ Κρατών μελών. Ή ἀρχή αύτη παραβιάζεται ἄν μερικά Κράτη μέλη επιβάλλουν φόρο καί μερικά άλλα ὄχι. Τά πρώτα κράτη θά ἐπωφελοῦντο ἀπό δαπάνες καταλογιστέες στά κοινοτικά κεφάλαια.
Ή υπόθεση στην ὁποία στηρίζεται ὁ Lord Bruce ήταν σχετική ὅμως μέ τήν ερμηνεία διατάξεως, πού ρητώς ἀπήλλασσε τοῦ φόρου τόν μισθό μονίμου υπαλλήλου. Τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε τήν σημασία τῆς ἀποφυγής διακρίσεων ἐν σχέσει μέ τίς πραγματικές δυνατότητες πού έχουν οἱ υπήκοοι κάθε Κράτους μέλους γιά νά εἰσέλ-θουν στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων. Οἱ σκέψεις οἱ όποιες ἀνεπτύχθησαν στην υπόθεση δέν ήταν ταυτόσημες μέ εκείνες τῆς παρούσης υποθέσεως. Κανένα ἀπό τά προ-βληθέντα επιχειρήματα δέν δικαιολογεί τήν ἐφαρμογή τῶν σκέψεων τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης σέ μία περίπτωση ὅπού δέν υπάρχει ρητή ἀπαλλαγή ἀπό τήν φορολογία. Τό ἴδιο Ισχύει καί γιά τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Sayag κατά Leduc (ECR 1968, 395).
Θά υπάρξουν διαφορές ὡς πρός τά καθαρά ποσά πού ἀπομένουν στά μέλη (τοῦ Κοινοβουλίου) ἄν μερικά Κράτη μέλη επιβάλλουν φόρο καί άλλα ὄχι. Θά υπάρξουν, ὅμως, ὁπωσδήποτε διαφορές ἐξαρτώμενες καί ἀπό τό πραγματικό κόστος στίς διάφορες χώρες, ὅπως θά υπάρξουν, ἀναμφιβόλως, διαφορές ἐφ᾽ ὅσον Κράτη μέλη ἀμοίβουν καί φορολογούν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πού εξελέγησαν μέ άμεση ψηφοφορία. Οἱ διαφορές αυτές δέν σημαίνουν, κατά τήν άποψη μου, εισαγωγή διακρίσεως πού θά ὁδηγούσε στό συμπέρασμα ὅτι ἀπαγορεύεται στά Κράτη μέλη νά επιβάλουν οἱαδήποτε φορολογία.
Τό Κοινοβούλιο ἐπεβεβαίωσε ὅτι δέν έχει πληροφορίες περί περιπτώσεων, έκτός ἀπό τήν υπάρχουσα, κατά τίς όποιες Κράτος μέλος προσεπάθησε νά επιβάλει εσωτερικούς φόρους στην ἀπόδοση τῶν δαπανών καί στίς αποζημιώσεις πού κατέβαλε στά μέλη του. Ὑπεστηρίχθη γιά λογαριασμό τοῦ Lord Bruce ὅτι ἡ πρακτική αυτή, πού εφαρμόζεται ἀπό τό 1952, δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἀπόδειξη μιᾶς γενικής ἀρχής δικαίου, βάσει τῆς ὁποίας οἱ ἀποζημιώσεις ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου. Δέν ἠδυνήθην, ἐν τούτοις, νά ἀνεύρω νομολογία υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ κοινή πρακτική ὅλων — έκτός ἑνός — τῶν Κρατῶν μελών δημιουργεί μιά γενική ἀρχή δικαίου, ἐλλείψει οιουδήποτε αποδεικτικοί) στοιχείου πού νά ἀποδεικνύει ὅτι ἡ συμπεριφορά τῶν Κρατῶν μελών εἶχε ὡς κίνητρο την συναίσθηση μιᾶς υποχρεώσεως. Στην παρούσα περίπτωση δέν υπάρχει ἀπόδειξη ὅτι οιοδήποτε τῶν Κρατών μελών ἐθεώρησε ὅτι ήταν υποχρεωμένο νά ἀπόσχει ἀπό τήν επιβολή φόρων ἐπί τῶν σχετικών ἀποζημιώσεων. Ἀντιθέτως, στό Δικαστήριο ἀνεφέρθη ὅτι ή γαλλική κυβέρνηση ἀπέσχε ἀπό τήν επιβολή φόρων ἐπί τῶν ἀνωτέρω ἀποζημιώσεων αλλά ὅτι υποστηρίζει σθεναρῶς τό δικαίωμα τῶν Κρατών μελών νά επιβάλουν τέτοιους φόρους.
Ὑπεστηρίχθη επίσης ὅτι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τους εσωτερικούς φόρους ἀποτελεί κανόνα πού εφαρμόζεται κατά τρόπο γενικό σέ διεθνείς ὀργανισμούς καί ὅτι θά ήταν «πιθανώς ἀντίθετη πρός τό διεθνές δίκαιο ή φορολογία τῶν ἀποζημιώσεων ἀξιωματούχων τέτοιων ὀργανισμών στό Ήνωμένο Βασίλειο». Καμμία νομολογιακή ἡ επιστημονική ἡ άλλη πηγή δέν ἐμνημονεύθη πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως αυτής καί οὔτε ἠδυνήθην νά ἀνεύρω οιανδήποτε. Ἀσφαλώς εἶναι σύνηθες οἱ μισθοί ἀποζημιώσεις τῶν ἀξιωματούχων διεθνών ὀργανισμών νά ἀπαλλάσσονται ρητώς ἀπό εθνικούς φόρους, ὅπού αυτό θεωρείται ἀναγκαίο γιά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολής τους (βλ. Wilfried Jenks, «International Immunities» 1961, σ. 111 καί 121-124: David Β. Michaels «International Privileges and Immunities» 1971, σσ. 26-27, 109 καί 159). Δέν νομίζω ὅτι ὁ κανόνας αυτός έχει ωριμάσει ὡς ἀρχή τοῦ διεθνούς δημοσίου δικαίου, εφαρμοστέα, ἐν ἀπουσία ρητής διατάξεως, σέ οιαδήποτε συνθήκη ἡ πρωτόκολλο, ἀκόμη καί στους υπαλλήλους καί a fortiori στά μέλη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου. Γιατί «ἐνῶ οἱ διεθνείς ἀσυλίες ἀντιπροσωπεύουν ἐν γένει μιά προσαρμογή τῶν διπλωματικών ἀσυλιών, οἱ ἀσυλίες τῶν μελών τῶν δια- κοινοβουλευτικών συνελεύσεων (περιλαμβανομένου τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) ἀντιπροσωπεύουν μιά προέκταση τῶν κοινοβουλευτικών ἀσυλιών προσαρμοζομενων στό γεγονός ὅτι ἀναγνωρίζονται καί ἐνασκοῦνται ἐπί διεθνούς επιπέδου» (Jenks, op. cit., σ. 92).
Ἄλλα επιχειρήματα εξετέθησαν υπέρ τῶν γενικών αυτών ἀπόψεων γιά λογαριασμό τοῦ Lord Bruce. Δέν ἀποδεικνύουν, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι τά Κράτη μέλη στερούνται ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ δικαιώματος ἐπιβολής φόρου ἐπί τῶν ἀποζημιώσεων πού καταβάλλονται στά μέλη τοῦ Εὐρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Καταλήγοντας στό συμπέρασμα αυτό δέν έλαβα ὑπ' ὄψη τά πρακτικά τῆς συνεδριάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1978 πού προσεκομίσθησαν στό Δικαστήριο καί τά όποια ἀνεγνώρισαν ὅτι ὅσον άφορᾶ τά ἀπ' ευθείας εκλεγόμενα μέλη (τοῦ Κοινοβουλίου), τόσο οἱ ἀποζημιώσεις ὅσο καί ή φορολογία θά ἀφήνοντο, στό στάδιο εκείνο, στην εκτίμηση τῶν Κρατών μελών. Όμως, ἄν γίνει δεκτή ἡ άποψη τοῦ συνηγόρου τοῦ Lord Bruce, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ παρούσα υπόθεση ἀποτελεί υπόθεση πού δημιουργεί νομολογιακό προηγούμενο ὄχι μόνο γιά τά μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πρίν ἀπό τήν άμεση εκλογή, άλλά καί κατόπιν, νομίζω ὅτι ἄν εἶναι ὀρθό νά ληφθούν καθόλου ὑπ' ὄψη τά ἀνωτέρω πρακτικά, ἡ άποψη πού υιοθέτησε τό Συμβούλιο εἶναι συνακόλουθη μέ τό συμπέρασμα στό ὁποῖο ἔχω καταλήξει.
Πιστεύω, ὅμως, ὅτι υπάρχουν διατάξεις στην συνθήκη καί τό πρωτόκολλο πού ἀναγκαίος θέτουν ὅρια ὅσον άφορᾶ τόν τρόπο καί τήν ἔκταση πού τά Κράτη μέλη δύνανται νά φορολογοῦν ἀποζημιώσεις πού παρέχονται στά μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πρός κάλυψη τῶν δαπανών μετακινήσεως καί διαμονής. Τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ἀπαιτεί, inter alia, ὅπως τά Κράτη μέλη ἀπέχουν ἀπό την λήψη κάθε μέτρου πού θά ἠδύ-νατο νά θέσει ἐν κινδύνω την επίτευξη τῶν ἀντικειμενικών σκοπών τῆς συνθήκης. Τό άρθρο 8 τοῦ πρωτοκόλλου ἀπαγορεύει τήν επιβολή περιορισμών στήν ελεύθερη μετακίνηση τῶν μελών τοῦ Κοινοβουλίου ὅταν μεταβαίνουν καθώς καί ὅταν επιστρέφουν ἀπό τόν τόπο συνεδριάσεως του. Ή επιβολή φορολογίας ἐπί τῶν ἀποζημιώσεων μέλους μέ συντελεστή δυνάμενο να μειώσει τό καθαρό ποσό πού λαμβάνει τό μέλος κάτω τοῦ επιπέδου, τό ὁποῖο εἶναι ἀναγκαίο γιά τήν κάλυψη ευλόγως διενεργη-θεισῶν δαπανών κατά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς του, θά συνίστα, κατά τήν άποψή μου, παραβίαση τῆς υποχρεώσεως τοῦ Κράτους μέλους. Ἀλλέως ἕνα φορολογικό σύστημα θά ἠδύνατο νά εμποδίσει ή παρακωλύσει τήν μετάβαση μέλους στίς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπί πλέον, τό φορολογικό σύστημα Κράτους μέλους δέν θά έπρεπε νά δυσχεραίνει τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολής τοῦ μέλους ή ἀλλέως νά καταπατεί τό δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου νά ρυθμίζει τήν διαδικασία του, ελεύθερο παραμβάσεων. Παρόμοιο φορολογικό σύστημα δέν θά πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά επιτρέπει τήν μή ἀποδοχή, ὡς δαπάνης, τῆς χορηγηθείσης ἀπό τό Κοινοβούλιο ἀποζημιώσεως γιά μία Ιδιαίτερη συνεδρίαση ἡ ἀποστολή, γιά τό λόγο ὅτι ή συνεδρίαση ἡ ἀποστολή αὐτή δέν εμπίπτει στά καθήκοντα τοῦ μέλους. Παρόμοια πράξη θά έθιγε τήν ικανότητα τοῦ Κοινοβουλίου νά διαχειρίζεται τίς ἴδιες τίς υποθέσεις του.
Ἐξ άλλου ἀντιθέτως πρός τίς ἀπόψεις πού εξετέθησαν γιά λογαριασμό τοῦ Lord Bruce, τό γεγονός ὅτι οἱ Revenue Authorities ζητούν οἱ διενεργηθείσες δαπάνες νά διευκρινίζονται ἡ νά τεκμηριώνονται μέ ἀποδείξεις, δέν νομίζω, ἐφ' ὅσον γίνεται εύλογη εφαρμογή τοῦ συστήματος, ὅτι συνιστά προσβολή τῶν δικαιωμάτων τοῦ μέλους πού ἀναγνωρίζονται ἀπό τήν συνθήκη καί τό πρωτόκολλο.
Κατά τό πέρας τῆς προφορικής διαδικασίας μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ εκπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καί ὁ συνήγορος τοῦ Lord Bruce δέν διεφώνουν σημαντικῶς. Ό πρώτος ἐπέμενε ὅτι τό μόνο ποσό πού ἀμφισβητείται ήταν τό πλεόνασμα, τό όποιο παρέμεινε στον Lord Bruce μετά τήν ἀφαίρεση τῶν πραγματικών εξόδων του καί εδέχθη ὅτι πρέπει νά υπάρχουν ὁρισμένοι περιορισμοί ὅσον άφορᾶ τήν φορολογική εξουσία τοῦ Κράτους μέλους. Οἱ περιορισμοί στους ὁποίους ἀνεφέρθη, νομίζω ήταν τοῦ είδους πού υπέδειξα ἀνωτέρω. Ό συνήγορος τοῦ Lord Bruce ἀπεδέχθη τήν δυνατότητα, ἄν οἱ Revenue Authorities ήταν έτοιμες νά παραδεχθοῦν τίς πραγματικές δαπάνες «τά Κράτη μέλη νά εἶναι ελεύθερα νά φορολογήσουν τό τυχόν υπόλοιπο».
Ἀν στην προκειμένη υπόθεση, οἱ Revenue Authorities ζητούν νά φορολογήσουν μόνο τό υπόλοιπο μετ' ἀφαίρεση τῶν πραγματικών δαπανών τότε θεωρώ ὅτι δέν υπάρχει παραβίαση τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.
Ἐν τούτοις, ὁρισμένα παραδείγματα ἀνεφέρθησαν κατά τήν συζήτηση ὡς πρός τίς συνέπειες πού θά προέκυπταν ἀπό τήν αυστηρή εφαρμογή τῆς διατάξεως τοῦ ἀγ-γλικοῦ δικαίου, κατά τήν ὁποία μία δαπάνη γιά νά εἶναι νόμιμη, πρέπει νά έχει «πραγματοποιηθεί ἐξ ὁλοκλήρου, ἀποκλειστικώς καί ἀναγκαίως» κατά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολής. Ἐτσι, ἄν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἐταξίδευσε ἀπό τήν κατοικία του, πού ευρίσκεται μακρυά ἀπό τό Λονδίνο, σέ περίοδο κατά τήν ὁποία ή Βουλή τῶν Λόρδων δέν εὑρίσκετο σέ σύνοδο, δέν θά εἶχε τό δικαίωμα νά ἀφαιρέσει τό κόστος τοῦ ναύλου τῆς διαδρομής ἀπό τήν κατοικία του στό Λονδίνο ἡ ἴσως τό κόστος ὅλου τοῦ ναύλου. Επίσης ἄν παρέμενε, γιά κάποιον άλλο σκοπό, στό μέρος, ὅπου τό Κοινοβούλιο συνήρχετο γιά λίγες μέρες, κατ' ἀρχήν τό σύνολο τοῦ ναύλου του δέν θ' ἀνεγνωρίζετο. Οἱ συνέπειες αυτές, ἄν πράγματι ἐπήρχοντο, θά ἠδύναντο, κατά τήν γνώμη μου, νά στοιχειοθετήσουν προσβολή τῶν δικαιωμάτων τοῦ μέλους περί μετακινήσεως άνευ περιορισμοί). Ἔτσι, πιστεύω, ἄν τό Κοινοβούλιο επιτρέπει τήν διενέργεια τοῦ ταξιδιου σέ πρώτη θέση δέν εἶναι επιτρεπτό στίς Revenue Authorities τῶν Κρατών μελών νά λάβουν ὑπ' ὄψη μόνο τό κόστος τοῦ ταξιδιού σέ δεύτερη θέση σάν έγκυρη δαπάνη, ἄν έγινε πράγματι δαπάνη γιά ταξίδι σέ πρώτη θέση. Ή ρύθμιση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνήκει στην ἁρμοδιότητα τοῦ Κοινοβουλίου. Πάντως θέματα τοῦ είδους αυτού δέν τίθενται γιά τόν σκοπό εκδόσεως ὁριστικής ἀποφάσεως στό στάδιο αυτό.
Συνεπώς κατά τήν άποψη μου τό σημείο εκκινήσεως εἶναι τά πραγματικά έξοδα. Δέν ἀποκλείω, πάντως, εντελώς, τό δικαίωμα τῶν Revenue Authorities νά θεωρήσουν ὅτι μερικές πραγματικές δαπάνες δέν διενηργήθησαν ευλόγως ἡ ὀρθώς, επιφυλασσομένων τῶν σημείων πού εξέθεσα ἀνωτέρω. Αυτό, ἐν τούτοις, ἐν ὄψει τῆς διαπιστώσεως τῶν Special Commissioners ὅτι οἱ ἀποζημιώσεις μετακινήσεως καί διαμονής δέν ήσαν υπερβολικές καί τοῦ γεγονότος ὅτι δέν απετέλεσαν ἀντικείμενο κριτικής ἀπό τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ἡ τήν Ἐλεγκτική Ἐπιτροπή πού προηγήθη τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου, φαίνεται νά ἀποτελεί σπάνια περίπτωση.
Συνεπώς φρονώ ὅτι θά έπρεπε νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπεβλήθη ἀπό τους Special Commissioners:
Δέν ἀποκλείεται εντελώς τά Κράτη μέλη νά υποβάλλουν σέ φορολογία τίς ἀποζημιώσεις, πού καταβάλλονται ἀπό κοινοτικά κεφάλαια σέ μέλη τοῦ Ευρωπαϊκοί) Κοινοβουλίου, ἀλλά φόροι δέν δύνανται νά επιβάλλονται ἐπί τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανών, οἱ όποιες διενηργήθησαν ευλόγως ἀπό ένα μέλος κατά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς του, ἡ κατά τρόπο πού νά δυσχεραίνει τό μέλος κατά τήν εκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἡ νά καταπατεί τό δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου νά ρυθμίζει τήν διαδικασία του, ελεύθερο παρεμβάσεων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy