ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
κύριοι δικαστές,
I —
Μέ τίς ἀποφάσεις σας πού ἐξε-δόθησαν στην υπόθεση Frecassetti κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato (15 'Ιουνίου 1976, Rec. σ. 983) καί στίς συνεκδι-κασθεῖσες υποθέσεις Amministrazione delle Finanze κατά Salumi, Vassanelli καί Ultrocchi (27 Μαρτίου 1980, Rec. σ. 1238), ἀπε-φάνθητε ὅτι οἱ εισφορές ἐπί τῆς εισαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων πρέπει νά υπολογίζονται βάσει τοῦ συντελεστοῦ πού ισχύει κατά την ημέρα πού τό τελωνείο ἀποδέχεται την διασάφηση εισαγωγῆς τοῦ εμπορεύματος.
Στίς ὑπό κρίση υποθέσεις, τό Corte Suprema di Cassazione σας ἐζήτησε προδικαστική ἀπόφαση ἐπί τοῦ ερωτήματος ἄν κατά τήν ἐκ τῶν υστέρων είσπραξη, πού κατ' ἀρχήν επιβάλλουν οἱ ἀποφάσεις αυτές, πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἡ ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980 έναρξη ισχύος τοῦ κανονισμού 1697/79 τοῦ Συμβουλίου.
Τά περιστατικά έχουν ὡς ἀκολούθως:
Τήν 11η Σεπτεμβρίου 1976, ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων τό διατακτικό τῆς ἀποφάσεώς σας στην υπόθεση Frecassetti. Τήν 22α Σεπτεμβρίου 1978, τό ιταλικό κράτος εξέδωσε ένα διάταγμα περί τῆς εφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ εισφορᾶς πού ισχύει κατά τήν ήμερα ἀποδοχῆς τῆς διασαφήσεως εισαγωγής. Οἱ ιταλικές δημοσιονομικές ἀρχές, πού εισέπραξαν τίς ἐν λόγω εισφορές βάσει διαφορετικοῦ συντελεστού, ευνοϊκοτέρου γιά τόν εισαγωγέα, εἶχαν ήδη ἐκδώσει τροποποιητικές πράξεις μέ τίς όποιες ἐζήτουν τήν καταβολή συμπληρωματικών ποσών,
ὡς εισφορών, ἐπί εισαγωγών γεωργικών προϊόντων (σιτηρών καί κρεάτων) προελεύσεως τρίτων χωρών, ἀνατρέχοντας, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, μέχρι τό 1966. Οἱ πράξεις αυτές ἀπευθύνθησαν σέ τρεις ἐκ τῶν καθ' ων τῆς κυρίας δίκης στίς συνεκδι-καζόμενες υποθέσεις Amministrazione delle Finanze κατά Salumi, Vassanelli καί Ultrocchi, καθώς καί σέ δύο ἄλλους εμπορικούς οἴκους — Orlandi καί Divella — προσφεύγουσες τῆς κυρίας δίκης στίς δύο παρούσες υποθέσεις (ὑπ' ἀριθ. 215 καί 217/80).
Στό πλαίσιο τῶν διαφορών μεταξύ τῶν εμπορικών οίκων Orlandi καί Divella, ἀφ' ἑνός, καί τῶν ιταλικών ἀρχῶν, ἀφ' έτερου, (οἱ όποιες εἶχαν κερδίσει τήν κατ' έφεση δίκη) καί στίς εξακολουθούσες νά υφίστανται διαφορές, μετά τήν ἀπόφαση σας τῆς 27ης Μαρτίου 1980, μεταξύ τῶν ἐν λόγω άρχῶν καί τῶν τριών ἑταιρειών, Salumi, Vassanelli καί Ultrocchi (τίς ὁποιες ὁμοίως ἐδικαίωσαν τά εφετεία), τό Corte Suprema di Cassazione σᾶς ἐρωτᾶ τώρα, μέ πέντε διατάξεις περί παραπομπής τῆς 2ας 'Ιουλίου 1980, ἄν κατά τήν ἐκ τῶν υστέρων εἴσπραξη, τήν οποία οἱ ἀποφάσεις σας Frecassetti καί Salumi επιβάλλουν κατ' ἀρχήν, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ έναρξη ισχύος, τήν 1η 'Ιουλίου 1980, τοῦ κανονισμού 1697/79, ήτοι, μετά τήν ἀπόφαση σας καί τήν προτεραία τῆς ημέρας πού τό ιταλικό δικαστήριο ἀπεφάσισε νά σας ερωτήσει ἐκ νέου.
Πρόκειται, επομένως, βασικῶς γιά τό πρόβλημα τῆς επιπτώσεως τοῦ διαχρονικοί) ἀποτελέσματος μιας προδικαστικής ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, ἐν συνδυασμῶ πρός έναν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, ἐπί τῆς καταστάσεως πού βασίζεται σέ εκείνη πού έδωσε ἀφορμή στην ἀπόφαση σας τῆς 27ης Μαρτίου 1980.
Μέ τήν ἀπό 27 Μαρτίου 1980 απόφασή σας (Rec. σ. 1263, σκέψη 18), ἀπεφάνθητε ὅτι, ἐλλείψει εἰδικῆς κοινοτικῆς κανονιστικής ρυθμίσεως, ἡ είσπραξη καί ἡ ἐκ τῶν υστέρων ἀναζήτηση γεωργικών εισφορῶν πρέπει νά διέπεται ἀπό τους λεπτομερείς κανόνες καί τους ορούς πού έχουν ἐφαρ-μογήν εντός τῆς εσωτερικῆς έννομου τάξεως κάθε Κράτους μέλους ἐπί εθνικῶν φορολογικῶν επιβαρύνσεων τοῦ ἰδίου τύπου, κατά τρόπον ώστε οἱ πρώτες νά εἰσπράττονται μέ τήν ἴδια ἀποτελεσματικότητα ὅπως καί οἱ δεύτερες.
Τό Συμβούλιο ὅμως δέν ἀνέμενε μέχρι τήν ἡμερομηνία ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεώς σας, γιά νά ἀκολουθήσει τήν ὁδό πού ἐχαρά-ξατε μέ τήν σκέψη 15 τῆς ἀποφάσεως σας. Στίς 2 'Ιουλίου 1979 εξέδωσε τόν κανονισμό 1430/79 περί επιστροφής ἡ ἀπαλλαγής ἐκ των εισαγωγικών ἡ ἐξαγωγικών δασμών καί στίς 24 'Ιουλίου 1979 τόν κανονισμό 1697/79 περί τῆς ἐκ τῶν υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμών, πού δέν κατέστησαν ἀπαιτητοί ἀπό τόν φορολογούμενο γιά εμπορεύματα πού διε-σαφήσθησαν ὑπό τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο τήν υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.
Μοῦ φαίνεται ἀδιαμφισβήτητο ὅτι, κατά τήν έννοια τῆς σκέψεως 18 τῆς ἀπό 27 Μαρτίου 1980 ἀποφάσεως σας, ὁ κανονισμός 1697/79 προσδιορίζει τους λεπτομερείς κανόνες καί τους ὅρούς τῆς πράξεως Ιδίως τῶν γεωργικών εισφορών. Σύμφωνα μέ τήν σκέψη σας ὑπ᾽ ἀριθ. 16, «ή ἐν λόγω κανονιστική ρύθμιση ἐν μέρει μόνον επιλύει τά σχετικά μέ τήν ισότητα τῶν πολιτών προβλήματα στόν τομέα αυτό, ὁ κατ' ἀνάγκη δέ τεχνικός καί λεπτομερής χαρακτήρας τέτοιας, φύσεως διατάξεων σημαίνει ὅτι ἡ δικαστική ερμηνεία μερική θεραπεία μόνον δύναται νά παράσχει».
Παρά «τις σχετικές λεπτομέρειες του», τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ ἀφήνει, ἐξ άλλου, σέ έναν εκτελεστικό κανονισμό τήν μέριμνα προσδιορισμοῦ τῶν περιπτώσεων κατά τίς όποιες ή τελωνειακή ἀρχή δύναται νά μήν κινήσει διαδικασία γιά τήν ἐκ τῶν υστέρων είσπραξη τοῦ ποσοῦ τῶν δασμών. Τέτοιες διατάξεις εφαρμογής ἐθεσπίσθησαν μέ τόν κανονισμό 1573/80 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 20ής 'Ιουνίου 1980, ὁ όποιος ετέθη ἐν ἰσχύι τήν 1η 'Ιουλίου 1980.
Ἑπομένως, εἶναι ἀπόλυτα ἀκριβές νά λεχθεί, ὅπως έπραξε ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι πρόκειται γιά «κανονισμό συνολικής εναρμονίσεως πού διέπει τό ὅλο θέμα», εξαιρέσει τῶν πράξεων πού θά ἠδύναντο νά ἀποτελέσουν αιτία ποινικής διώξεως (άρθρο 3).
II —
"Αν καί τό Συμβούλιο δέν υπέβαλε παρατηρήσεις στό πλαίσιο τῆς παρούσης διαδικασίας, συμμερίζομαι τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής ὅτι ὁ κανονισμός αυτός δέν είναι δυνατό νά άφορᾶ διαδικασίες εισπράξεως πού ἐκινήθησαν πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος του καί γιά τίς όποιες, μέχρι τήν ημερομηνία αὐτή, δέν εἶχε ἀκόμα ληφθεί ἀπόφαση.
Μέ τήν ἀπόφαση σας τῆς 27ης Μαρτίου 1980, εἴχατε τήν επιμέλεια νά υπογραμμίσετε ὅτι ἡ κανονιστική αυτή ρύθμιση δέν εἶχε ἀκόμα τεθεί ἐν ἰσχύι κατά τήν ημερομηνία τῆς ἀποφάσεως σας καί ὅτι, μολονότι ἐρρύθμιζε — ἐν μέρει — τά σχετικά μέ τήν ισότητα τῶν πολιτών προβλήματα σ᾽ έναν ὁρισμένο τομέα, ἐξηκολούθει νά καταλείπει έδαφος γιά δικαστική ερμηνεία.
Σύμφωνα μέ μιά γενικώς ἀναγνωρισμένη στά δίκαια τῶν Κρατών μελών ἀρχή, οἱ δικονομικοί νόμοι, ἄν δέν εἶναι ἀναδρομικοί, εφαρμόζονται ἀμέσως ἐφ᾽ ὅλων τῶν διαφορών πού εκκρεμοῦν κατά τόν χρόνο ενάρξεως τῆς ισχύος τους.
Ό κανονισμός 1697/79 ὅμως έχει «συστατικό» χαρακτήρα δέν τροποποιεί ούτε ἀποσαφηνίζει προγενέστερες διατάξεις ̜ντιθέτως, σκοπό είχε νά πληρώσει ένα νομοθετικό κενό, καθιστώντας, σέ κοινοτικό επίπεδο, ὁμοιόμορφους τους ὅρούς πού ἀφορούν προθεσμίες (άρθρο 2 παράγραφος 1), διαδικασία (άρθρο 2 παράγραφος 2 καί άρθρο 4) καί θέματα ουσίας (άρθρο 5), ρυθμίζοντας την κίνηση διαδικασίας εισπράξεως μή εισπραχθέντων δασμῶν. Ἑπομένως, δέν πρόκειται περί καθαρῶς δικονομικών διατάξεων.
Δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι έχει ὡς ἀποκλειστικό σκοπό νά παράσχει πρόσθετες εγγυήσεις στους ὀφειλέτες φορολογουμένους. Βεβαίως, δέν εἶναι δυνατό νά παραλειφθεί νά υπογραμμισθεί ὁ μάλλον ενδεικτικός χαρακτήρας ὁρισμένων εκφράσεων ὅπως: «καμία διαδικασία εισπράξεως δέν δύναται νά κινηθεί» (ἄρθρο 5 παράγραφος 1) «οι ἁρμόδεις ἀρχές δύνανται νά μή προβαίνουν σέ ενέργειες εισπράξεως ἐκ τῶν ὑστέρων» (άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο) «οἱ περιπτώσεις κατά τίς όποιες εἶναι δυνατό νά γίνει εφαρμογή τοῦ πρώτου εδαφίου» (άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο). 'Εξ άλλου, τό άρθρο 2 παράγραφος 1 καθιερώνει τήν ἀρχή ὅτι ή είσπραξη εἶναι υποχρεωτική ἐφ' ὅσον ή σχετική ὀφειλή δέν ἔχει παραγραφεί (άρθρο 2 παράγραφος 1).
Πάντως παρά τόν διφορούμενο αυτό χαρακτήρα, οἱ συντάκτες του ἠδύναντο νά έχουν δηλώσει ρητώς ὅτι ὁ κανονισμός εἶχε εφαρμογή ἀπό τῆς ενάρξεως τῆς ἰσχύος του ἐπί διαδικασιών εισπράξεως πού έχουν κινηθεί βάσει τοῦ εσωτερικοί) δικαίου καί εἶναι ἀκόμα εκκρεμείς.'Αλλά, ούτε ἀπό τό γράμμα του, οὔτε ἀπό τίς προπαρασκευαστικές ἐργασίες, ούτε ἀπό τήν ἐν γένει οικονομία του προκύπτουν ενδείξεις ὅτι έστω καί σιωπηρώς ὁ κανονισμός είχε αυτή τήν έκταση εφαρμογής.
Αυτό προκύπτει, πρώτον, σαφώς ἀπό τό ἴδιο τό κείμενο τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοί): «οἱ αρμόδιες αρχές ... κινούν διαδικασίες» (άρθρο 2 παράγραφος 1) «καμία διαδικασία εισπράξεως δέν δύναται νά κινηθεῖ...» (άρθρο 5 παράγραφος 1).
Μιά άλλη ένδειξη τῆς ελλείψεως «ἀμεσου αποτελέσματος» τοῦ , κανονισμοῦ προ-
κύπτει ἀπό τό μακρύ χρονικό διάστημα πού παρήλθε πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος του: εκδοθείς τήν 24η 'Ιουλίου 1979, ἐδημο-σιεύθη τήν 3η Αυγούστου 1979 καί ἡ ισχύς του άρχισε ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980 (συγχρόνως μέ τήν έναρξη ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 1430/79), ἡ δέ πλήρης καί ἐν γένει εφαρμογή του δύναται ἀκόμη νά επηρεασθεί ἀπό τήν παρέμβαση τῆς επιτροπής τελωνειακών ἀτελειών (άρθρο 10). Ή χρονική αύτη κλιμάκωση κατέστησε, ἐξ άλλου, δυνατή τή μή θέσπιση μεταβατικών διατάξεων.
Τέλος, καίτοι ἀνεγνωρίσθη ὡς εφαρμοστέος ἐπί τῶν συγκεκριμένων καταστάσεων μέ τίς όποιες τό Corte Suprema di Cassazione πρέπει ἀκόμα νά ἀσχοληθεί, τό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός 1697/79 δύναται νά έχει λιγότερο έντονα ἀποτελέσματα ἐπί τῶν «έννόμων σχέσεων πού ἐγεννήθησαν καί συνεστήθησαν πρό τῆς εκδόσεως της προδικαστικής ἀποφάσεως», άλλά «πού δέν έχουν ἀκόμα καθορισθεί σύμφωνα μέ τό εσωτερικό δίκαιο», δέν εἶναι δυνατό νά επηρεάσει τό περιεχόμενο τῆς ἀπαντήσεως πού πρόκειται νά δώσετε στό πρώτο ερώτημα πού σᾶς έχει υποβληθεί. Καίτοι οἱ μετριασμοί πού τό άρθρο 5 επέφερε ἐπί τῆς ἀρχῆς τῆς διαδικασίας εισπράξεως (άρθρο 2 παράγραφος 1 εδάφιο πρώτο) εἶχαν εφαρμογή ἐπί διαδικασιών οἱ όποιες τήν 1η 'Ιουλίου 1980 ήταν ἀκόμα εκκρεμείς, ἡ ἀπαλλαγή τῶν φορολογημένων, πού εὑρίσκοντο ὑπό τους ἰδιους ὅρούς, ἐνδέχετο νά εξαρτάται ἀπό τόν κατά τό μάλλον ἡ ήττον μεγάλο ζήλο μέ τόν όποιο οἱ αρμόδιες ἀρχές εἶχαν κινήσει τήν διαδικασία εισπράξεως ἡ ἀπό τίς κατά τό μάλλον ἡ ήττον μακρές ένδικες διαδικασίες, πράγμα πού θά ὡδήγει στην διαφορετική μεταχείριση, εντός ενός καί τοῦ αὐτοῦ Κράτους μέλους, ὀφειλών τῆς αὐτῆς φύσεως πού ἐγεννήθησαν ταυτοχρόνως.
Ἡ παραπομπή στό εθνικό δίκαιο, πού ἀπορρέει ἀπό τήν ερμηνεία τήν ὁποία σᾶς προτείνω, ενέχει τόν κίνδυνο νά ὁδηγήσει σέ άνιση μεταχείριση τῶν φορολογουμένων, ἀνάλογα μέ τήν κατά τό μάλλον ή ήττον μεγάλη αυστηρότητα τῶν εθνικῶν νομοθεσιῶν ἡ κανονιστικῶν ρυθμίσεων στό θέμα τῆς εισπράξεως ὀφειλομένων δασμών. Ή ἀνισότης ὅμως αύτη έχει γίνει ρητώς δεκτή ἀπό τόν κοινοτικό νομοθέτη, ὁ όποιος επιτρέπει στά Κράτη μέλη νά μή προβαίνουν στην βεβαίωση τῶν ἰδίων πόρων πού ἀντιστοιχούν στους εισαγωγικούς ἡ εξαγωγικούς δασμούς, γιά τους ὁποίους δέν ἔχει κινηθεί καμμιά διαδικασία ἐκ τῶν υστέρων εισπράξεως κατ' εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού 1697/79 (άρθρο 9).
Σεῖς οἱ ίδιοι έχετε κρίνει (ἀπόφαση τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980, Anete, Rec. σ. 2556, σκέψη 16) ὅτι «παρόμοιες διαφορές, ὅταν ἰδίως πρόκειται γιά κανόνες περί ἀμφισβητήσεως εθνικών φόρων, δέν δύνανται νά θεωρούνται ὡς ἐνέχουσες διακρίσεις, ούτε, πολλῶ μᾶλλον, ὡς δυνάμενες νά νοθεύσουν τόν ἀνταγωνισμό ...».
Εἶναι ἐξ άλλου άσχετο τό ὅτι οἱ φορολογούμενοι δέν ήταν ἡ δέν εἶναι πλέον σέ θέση νά μετακυλήσουν τήν πρόσθετη επιβάρυνση πού ἀπορρέει ἀπό ενδεχομένη ἐκ τῶν ὑστέρων είσπραξη.
III —
'Υπό τίς περιστάσεις αυτές, θεωρώ ὅτι τά λοιπά ερωτήματα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο δέν χρήζουν ἀπαντήσεως.
'Εν τούτοις, ἀκόμη καί γιά τίς διαφορές πού ἀφορούν δημοσιονομικής φύσεως επιβαρύνσεις, τίς όποιες οἱ ἀρχές τῶν Κρατών μελών υποχρεούνται νά εισπράξουν γιά λογαριασμό τῶν Κοινοτήτων, τίποτε δέν εμποδίζει τίς εθνικές ἀρχές νά έχουν ὡς γνώμονα τίς ἀρχές πού ἀποτελούν τήν βάση τοῦ κανονισμού 1697/79 (ἰδίως τοῦ άρθρου του 5), κατά τό μέτρο πού ἡ εφαρμογή τους ἐπί διαδικασιών, τίς όποιες έχουν κινήσει, δέν θά καθίστα τήν έκ τῶν υστέρων είσπραξη τῶν κοινοτικών εισφορών πρακτικώς ἀδύνατη ἡ λιγότερο ἀποτελεσματική ἀπό τήν είσπραξη εθνικών φόρων καί τελών τοῦ ἰδίου τύπου.
'Εξυπακούεται ἐξ άλλου (ερώτημα 4) ὅτι τά ἐκ τῶν υστέρων εισπραττόμενα ποσά δέν δύνανται νά ἀπαλλαγούν τελών εκπροθέσμου καταβολής, ἄν ἡ είσπραξη τῶν ἐν λόγω τελών προβλέπεται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία ἡ τήν κανονιστική ρύθμιση πού έχουν ἐφαρμογή ἐπί τοῦ θέματος τῆς εισπράξεως εθνικών φόρων καί τελών.
Ή 'Επιτροπή σᾶς προτείνει, μέ τίς παρατηρήσεις της, νά ἀπαντήσετε ὅτι ὁ κανονισμός 1697/79 ὄχι μόνον δέν έχει εφαρμογή ἐπί διαδικασιών εισπράξεως πού ἐκινήθησαν μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980, άλλά ούτε καί ἐπί τῶν συναλλαγών εισαγωγής ἡ εξαγωγής, γιά τίς όποιες ἡ διοικητική πράξη περί καθορισμού τοῦ ποσού τῶν πληρωτέων δασμών εξεδόθη μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980 ή γιά τίς όποιες ἡ υποχρέωση τοῦ επιχειρηματία περί καταβολής τοῦ ποσού τῶν ἐν ἰσχύι δασμών ἐγεννήθη μετά τήν ἐν λόγω ημερομηνία.
Δέν νομίζω ὅτι χρειάζεται νά φθάσομε τόσο μακρυά στό πλαίσιο τῶν προκειμένων υποθέσεων. Πάντως, ὡς πρός τό θέμα αυτό, ἐπαφίεμαι στην κρίση σας καί σας προτείνω νά ἀποφανθείτε ὅτι οἱ μόνες εισπράξεις πού συνιστούν «ἐκ τῶν υστέρων εισπράξεις», κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοί) 1697/79, εἶναι εκείνες γιά τίς όποιες ή σχετική διαδικασία ἐκινήθη μετά τήν 1η Ἰουλίου 1980.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy