ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
I —
Δύναται νά ἀνακύψει περίπτωση κατά τήν ὁποία οἱ ὑπάλληλοι διαμαρτύρονται, διότι εξαναγκάζονται νά παρέχουν υπηρεσίες ἀνώτερες ἀπ' αυτές γιά τίς ὁποιες ἀμείβονται βάσει τῆς κατατάξεώς τους. Εἶναι ἀκόμα πιό σπάνιο νά επιμένουν νά ἀσκοῦν καθήκοντα ἀνώτερα ἀπ' αυτά πού δικαιοῦται κανείς νά περιμένει ἀπ' αὐτούς, χωρίς ἐν τούτοις νά ἀξιώνουν τόν ἀντίστοιχο μισθό. Ἐν τούτοις, στην παροῦσα υπόθεση θά γνωρίσετε μία κατάσταση τοῦ εἴδους αὐτοῦ.
Μέ τό δικόγραφο τῆς προσφυγῆς τῆς αριθ. 218/80, ἡ Waltraut Kruse σας ζητεί νά υποχρεώσετε τήν Επιτροπή νά ἐξασφαλίσει την διατήρηση τοῦ δικαιώματός τῆς νά υπηρετεί ὡς μεταφράστρια, καθώς καί τῆς κατ᾽ ἀποκλειστικότητα ἀναθέσεως στην προσφεύγουσα καθηκόντων σχετικών μέ τήν ἐν λόγω υπηρεσία.
Μέ τήν ἀπάντηση της, ζητεί ἐξ άλλου νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή παρέβη τήν υποχρέωση τῆς νά τῆς διευκολύνει τήν επαγγελματική τῆς ἐπιμόρφωση καί, κατά συνέπεια, ζητεί νά υποχρεωθεί ἡ Ἐπιτροπή νά τῆς καταθάλει ἀποζημίωση ενός φράγκου γιά τήν ζημία πού ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ.
Ή προσφεύγουσα εἶναι υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπό τό 1961. Ἐχει μονιμοποιηθεί ἀπό 1ης Ίουνίου 1962 ὡς γραμματεύς γραφείου μέ βαθμό C 3, κλιμάκιο 1. Στην κατηγορία C, υπάρχει ἡ σταδιοδρομία γραμματέως-στενοδακτυλογράφου ἡ βοη-θητικοῦ ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία χωρίζεται σέ δύο βαθμούς τόν C 2 καί τόν C 3.
Τοποθετηθεῖσα ἀπό 1ης Ἀπριλίου 1963 στην εκτελεστική γραμματεία τῆς γενικής διευθύνσεως «Ἐρευνα καί ἐκπαίδευση», διεύθυνση προγραμμάτων, προεβιβάσθη τήν 1η Όκτωβρίου 1964 στον βαθμό C 2/1. Μετά ἀπό πολλές μεταθέσεις σέ διάφορες υπηρεσίες, ἡ προσφεύγουσα ἐτοποθετήθη, ἀπό 1ης Μαρτίου 1973, στην γραμματεία τῆς γενικής διευθύνσεως «Ἐρευνα, επιστήμες καί παιδεία», ἀλλά δέν έτυχε καμμιᾶς νέας προαγωγής καί φαίνεται ὅτι πρό πολλοῦ ἔφθασε στό τελευταίο κλιμάκιο τοῦ τελευταίου βαθμοῦ τῆς σταδιοδρομίας της.
Ἀπό τήν περίοδο 1970-71, ἡ ἐνδιαφερόμενη έχει επιφορτισθεί, αὐξητικῶς, μέ τήν φροντίδα τῆς μεταφράσεως καί συντάξεως κειμένων σέ διάφορες γλώσσες. Ἀπό τόν Μάρτιο 1973 ἐπεφορτίσθη μάλιστα ἀποκλειστικῶς μέ τό έργο αὐτό καί, ὅπως
προκύπτει ἀπό τίς εκθέσεις βαθμολογήσεως της, τό ἐξεπλήρωσε κατά τρόπο ἀπολύτως Ικανοποιητικό.
Στην έκθεση βαθμολογήσεως τῆς γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Ίουλίου 1977 έως 30 Ίουνίου 1979, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη ἀπό τόν βαθμολογητή τήν 3η Ίουνίου 1980, στην ερώτηση: «τά καθήκοντα ἀντιστοιχούν στά προσόντα τοῦ υπαλλήλου;» δίδεται ή ἀπάντηση: «τά καθήκοντα δέν ἀντιστοιχούν ούτε στην «συμπεριφορά» (χωρίς ἀμφιβολία πρέπει νά διαβασθεί «aptiἀude»-ἱκανότητα), ούτε στην μόρφωση της. Ἠδυνήθη ὅμως, χάρις στά μαθήματα επιμορφώσεως καί σέ άλλες πρωτοβουλίες, νά ἀποκτήσει τίς γνώσεις πού τῆς ἐπιτρέπουν νά τίς χρησιμοποιεί κατά τρόπο ωφέλιμο στό πλαίσιο τῆς γενικής διευθύνσεως, δεδομένου, ἐξ άλλου, ὅτι έχει δηλώσει ὅτι δέν εἶναι σέ θέση, γιά λόγους υγείας, νά ἀσχοληθεί μέ οιαδήποτε άλλης φύσεως εργασία».
Ὅσον άφορα τήν ἀποδοτικότητα καί τήν συμπεριφορά στην υπηρεσία, ἡ έκθεση αυτή περιέχει τίς ἀκόλουθες ἀναλυτικές ἐκτιμήσεις: «ή ἰδία καθορίζει τίς προτεραιότητες της ἐξ οὗ καί ἀνεπάρκεια γενικώς, έστω κι ἄν ὁρισμένες εργασίες γίνονται κατά τίς ελεύθερες ώρες καί τά Σαββατοκύριακα»«προσωπική πρωτοβουλία μόνον ὅταν πρόκειται γιά εκμάθηση νέων γλωσσών ἀμέτοχη στα πάντα».
Ἀπό τόν Ίούνιο 1979, σύμφωνα μέ τήν φρασεολογία τῆς ἰδιας τῆς προσφευγούσης, «ὑπεχρεώθη νά εγκαταλείψει ὅλο καί περισσότερο τήν μεταφραστική τῆς εργασία γιά νά ἀσχοληθεί μέ μικροεργασίες γραμματείας». Ἀπουσιάσασα λόγω ἀσθενείας ἀπό τίς 6 Ίουνίου 1979, ἡ ενδιαφερόμενη ἐπαρουσιάσθη γιά νά επαναλάβει τήν εργασία τῆς τήν 7η Ίανουαρίου 1980, ἐπιφυλαχθεῖσα «παντός κεκτημένου δικαιώματός της». Ἀπουσίασε ἐκ νέου λόγω ἀσθενείας τήν 8η Ίανουαρίου 1980, παρ' ὅλον ὅτι τήν 3η Δεκεμβρίου 1979 τῆς έγινε πρόταση ἀποσπάσεως στην βιβλιοθήκη, ὅπου ἠδύνατο νά ἀσχοληθεί — γιά μισή μόνο ἡμερα — μέ επείγουσες μεταφραστικές εργασίες.
Τήν 18η Ἀπριλίου 1980, ἡ ενδιαφερομένη υπέβαλε διοικητική ένσταση, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη τήν 28η Ίουλίου τοῦ ιδίου έτους.
II — Ἐπί τοῦ παραδεκτοί)
Τό παραδεκτό τῶν αἰτημάτων πού ἐπρωτοκολλήθησαν τήν 28η Όκτωβρίου 1980 φαίνεται πολύ ἀμφίβολο, εἴτε λόγω ἐκπροθέσμου χαρακτῆρος τῆς ενστάσεως τῆς 18ης Ἀπριλίου 1980 εἴτε λόγω τοῦ ἐπιβεβαιωτικοῦ απλώς χαρακτῆρος τῆς ἀπορρίψεως της ενστάσεως αυτής, τήν 28η Ίουλίου, παρ' ὅλον ὅτι ἡ ἀπορριπτική αυτή ἀπόφαση δέν ἀναφέρεται στό εκπρόθεσμο τῆς ἐνστάσεως.
Ὁ δικηγόρος τῆς προσφευγούσης χωρίς ἀμφιβολία τό ἀντελήφθη, ἀφοῦ, μέ τήν ἀπάντηση του πού ἐπρωτοκολλήθη τήν 19η Ίανουαρίου 1981, προέβαλε αιτήματα μέ τά όποια ζητεί στήν διαπίστωση τῆς παραλείψεως τῆς Ἐπιτροπῆς καί τήν επιδίκαση ἀποζημιώσεως. Ἀλλά καί τά νέα αυτά αἰτήματα παρίστανται ἀπαράδεκτα, τουλάχιστον ὡς πρός τό πρώτο κεφάλαιο.
Ἡ Ἐπιτροπή προσθέτει ὅτι ἡ προσφεύγουσα στερείται πραγματικού συμφέροντος, δεδομένου ὅτι ἡ ἐπιτροπή ἀναπηρίας, πού έχει στό μεταξύ επιληφθεί τῆς περιπτώσεώς της, θά ἀποφανθεί προσεχώς ἄν ἡ ἐνδιαφερόμενη εἶναι ικανή νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα πού προσιδιάζουν στην κατηγορία τῆς καί σᾶς ζητεί νά ἀναβάλετε τήν παρούσα διαδικασία μέχρις ὅτου τό όργανο αυτό ἀποφανθεί.
Πράγματι, τήν 22α Σεπτεμβρίου 1980, ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Ἀτομικά δικαιώματα καί προνόμια» παρεκάλεσε πράγματι τήν ενδιαφερόμένη νά τοῦ γνωστοποιήσει, ὅσο τό δυνατόν συντομότερα, τό όνομα τοῦ ιατρού πού ήθελε νά διορίσει γιά νά τήν εκπροσωπήσει στην ἐπιτροπή ἀναπηρίας. Τήν 27η Νοεμβρίου 1980, επανέλαβε τήν αἴτησή του προειδοποιώντας τήν προσφεύγουσα ὅτι, ἄν δέν ελάμβανε ἀπάντηση ὡς τήν 15η Δεκεμβρίου 1980, θά ἀπευθύνετο στόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου γιά νά διορίσει ιατρό αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τοῦ παραρτήματος ΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Κατά τήν δημοσία συνεδρίαση πληροφορηθήκαμε ὅτι ὁ ἐν λόγω διορισμός έγινε καί ὅτι τήν προτεραία, 3 Ίουνίου 1981, συνήλθε ἡ ἐπιτροπή.
Δέν ὑπάρχει ἑπομένως λόγος νά γίνει δεκτό τό αἴτημα τῆς Ἐπιτροπῆς περί ἀναβολής εκδόσεως ἀποφάσεως, παρίσταται δέ πολύ λογικό νά ζητηθεί ἀπό τήν επιτροπή ἀναπηρίας νά ἀναβάλει τίς εργασίες της, λόγω τοῦ κινδύνου νά προδικάσει τήν ἀπόφαση σας.
III — Ἐπί τῆς ουσίας
Χωρίς νά υπάρχει λόγος νά ἐπιμείνομε στά ζητήματα αυτά ἐπί τοῦ παραδεκτού ἡ τοῦ συμφέροντος, θεωρούμε ὅτι οἱ δύο αυτές κατηγορίες αιτημάτων εἶναι ἀβάσιμες.
1.
Δέν ἀμφισβητείται ὅτι ἡ περιγραφή των καθηκόντων καί τῶν ἁρμοδιοτήτων, ή άσκηση τῶν ὁποίων ἀπαιτείται ἀπό τήν προσφεύγουσα, ἀντιστοιχεί στην θέση-τύ-πο καί στην ὀνομασία τῆς σταδιοδρομίας C 2/C 3. Ἐξ άλλου, ἡ προσφεύγουσα λαμβάνει, τουλάχιστον ἀπό τό 1973, τήν κατ' ἀποκοπή ἀποζημίωση πού προβλέπεται στό άρθρο 4 α τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (στην έκδοση τοῦ κανονισμοῦ 914/78, τῆς 3ης Μαίου 1978), τῆς ὁποίας ἡ χορήγηση συνδέεται μέ τήν άσκηση καθηκόντων γραμματέως-στενοδακτυλογράφου καί δακτυλογράφου' ή κατάργηση τῆς ἐπιβάλλεται σέ περίπτωση ἀλλαγής καθηκόντων.
Ἡ «ἀντιστοιχία μεταξύ τῶν θέσεων-τύπων καί τῶν σταδιοδρομιών σέ κάθε μία ἀπό τίς κατηγορίες καί στόν μεταφραστικό κλάδο» (παράρτημα Ι τοῦ κανονισμοί)), ή ὁποία προβλέπεται στό άρθρο 5 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί), καθώς καί ἡ περιγραφή τῶν καθηκόντων καί ἁρμοδιοτήτων πού συνεπάγεται κάθε θέση-τύπος, ἡ ὁποία θεσπίζεται ἀπό κάθε ὄργανο, έχουν ως ἀντικείμενο ὄχι μόνο νά επιτρέπουν στην διοίκηση νά ἀπαιτεί ἀπό τόν υπάλληλο υπηρεσίες πού ἀντιστοιχούν στην ένταξη του καί στην περιγραφή τῶν καθηκόντων του, ἀλλά καί νά προστατεύουν τους υπαλλήλους ἀπό καταχρηστικές ἀπαιτήσεις της διοικήσεως (12 Ίουλίου 1973, Tontodonati, Rec. σ. 785, σκέψη ἀριθ. 8: «ή διοίκηση δέν δύναται νά αξιώσει ἀπό έναν υπάλληλο νά εκπληρώσει καθήκοντα ἀνωτέρου επιπέδου ἀπό τόν βαθμό του»): ἐκτός ἀπό τήν περίπτωση ἀναπληρώσεως, ένας ὑπάλληλος δέν δύναται νά κληθεί νά καταλάβει θέση σταδιοδρομίας τῆς κατηγορίας του ἡ τοῦ βαθμοῦ του ἀνωτέρα ἀπό τήν σταδιοδρομία στήν ὁποία ἀνήκει (άρθρο 7 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού). Ἐπί πλέον, τό γεγονός ὅτι ὁ υπάλληλος δέχεται νά ἀσκεῖ καθήκοντα ἀνωτέρου επιπέδου ἀπό τόν βαθμό του ἀποτελεί στοιχείο, τό όποιο δύναται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη σέ περίπτωση προαγωγής, ἀλλά αυτό δέν τοῦ ἀπονέμει κανένα δικαίωμα ἀναβαθμίσεως (19 Μαρτίου 1975, Van Reenen, Rec. σ. 454, σκέψη ἀριθ. 6 11 Μαΐου 1978, de Roubaix, Rec. σ. 1089, σκέψη ἀριθ. 17).
Ἐκτός τῆς ἀναπληρώσεως, ὁ μόνος τρόπος, προκειμένου ένας υπάλληλος νά ἀσκεῖ κανονικώς καθήκοντα ἀνώτερα ἀπό εκείνα πού τοῦ έχουν ἀνατεθεί, εἶναι ἡ προαγωγή του κατόπιν ἡ άνευ διαγωνισμοῦ.
Σύμφωνα μέ τόν φάκελο τῆς ὑποθέσεως, ή προσφεύγουσα υπέβαλε υποψηφιότητα σέ διαγωνισμό βάσει τίτλων καί ἐξετάσεων, πού διεξήχθη τό 1975, προκειμένου νά καταρτισθεί κατάλογος ἀναπληρωτών μεταφραστών βαθμού Α7/Α8, άλλά δέν έγινε δεκτή γιά τόν λόγο ὅτι δέν είχε τά ἀπαραίτητα προσόντα (διπλώματα ἡ πείρα) καί δέν υπέβαλε σχετική ένσταση.
Ἐπιπροσθέτως, στην ἀπό 22 Ἀπριλίου 1980 ἐπιστολή της, ἡ ἰδία ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρει ὅτι «δέν ἀμφισβητεί καθόλου τό ὅτι ἀνήκει στην κατηγορία C καί ὅτι δέν προτίθεται νά διεκδικήσει δικαιώματα πού συνδέονται μέ τήν εργασία τῶν μεταφραστών οἱ ὁποίοι έχουν κανονικά ενταχθεῖ στην κατηγορία LA».
Λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν Ιδιαιτέρως επαινετικών κρίσεων πού περιέχουν οἱ εκθέσεις βαθμολογήσεως τῆς προσφευγούσης γιά τίς περιόδους 1969/1971, 1971/1973, 1973/1975 καί 1975/1977, δέν είναι δυνατόν παρά νά προκαλεῖ έκπληξη τό ὅτι, καίτοι ἡ προσφεύγουσα άλλαζε συχνά υπηρεσία, ουδέποτε συμμετέσχε σέ διαγωνισμό για θέση πού ἀντιστοιχεί στίς νέες θέσεις-τύπους κυρίου βοηθοῦ διοικήσεως καί βοηθού διοικήσεως γραμματείας, πού κατατάσσονται στην κατηγορία Β καί πού ἐδημιουργήθησαν ἀκριβώς ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 1473/72 τῆς 30ῆς Ίουνίου 1972, προκειμένου νά δοθεί σέ ὁρισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, οἱ όποιοι έχουν ἀποκλεισθεί στους βαθμούς τῆς κατηγορίας C ἡ ἐκινδύνευαν νά ἀποκλεισθούν, ἡ δυνατότης νά φθάσουν σέ βαθμούς τῆς κατηγορίας Β.
Όπως κι ἄν έχουν τά πράγματα, δέν είναι δυνατόν παρά νά διαπιστωθεί ὅτι τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ ουδόλως συνεπάγεται τά δικαιώματα, τά όποια ἡ προσφεύγουσα σᾶς ζητεῖ, μέ τήν προσφυγή της, νά τῆς ἀναγνωρίσετε. Τό γεγονός ὅτι ἀπέκτησε μία προσωπική μόρφωση μεταφράστριας καί ὅτι τά μεταφραστικά καθήκοντα πού ἤσκει de facto, μέ ἀπόλυτη Ικανοποίηση των ἱεραρχικῶς προϊσταμένων της, αντιστοιχοῦν σέ μία αυξανομένη ἀνάγκη των υπηρεσιῶν, δέν δύνανται νά τῆς ἀπονείμουν ένα βέβαιο δικαίωμα διατηρήσεως στην ειδικευμένη αύτή εργασία.
2.
Κατά τό άρθρο 24 παράγραφοι 3 καί 4 τοῦ κανονισμοῦ:
«Οἱ Κοινότητες διευκολύνουν την ἐπαγγελματική επιμόρφωση τοῦ υπαλλήλου στό μέτρο πού αύτη συμβιβάζεται μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς καλής λειτουργίας τῶν υπηρεσιών καί εἶναι σύμφωνη μέ τά δικά τους συμφέροντα.
Ή επιμόρφωση αυτή λαμβάνεται επίσης ὑπ' ὄψη γιά τήν εξέλιξη τῆς σταδιοδρομίας.»
Ἀν υποτεθεῖ ὅτι «ή υποχρέωση βοηθείας» (άρθρο 24), τήν παράβαση τῆς ὁποίας επικαλείται ἡ προσφεύγουσα μέ τήν ἀπάντηση της, ἕχει τήν έκταση πού τής ἀποδίδει, θεωροῦμε ὅτι ἡ διοίκηση τήν ἐξεπλήρωσε στό μέτρο πού τά ἴδια της συμφέροντα τῆς τό ἐπέτρεπαν.
Ό θεράπων Ιατρός τῆς ενδιαφερόμενης ἐβεβαίωσε τήν 22α Όκτωβρίου 1979 ὅτι «ἦτο ἱκανή νά επαναλάβει τίς δραστηριότητες τῆς στό μέτρο κατά τό όποιο ή εργασία πού τῆς προτείνεται ἀντιστοιχεί στά προσόντα της. Στην ἀντίθετη περίπτωση, ὑπάρχει φόβος υποτροπής τῆς ψυχικής τῆς καταστάσεως». Τήν 2α Ίανουαρίου 1980 ἐπί πλέον ἐδήλωσε: «μόνη ή εργασία τῆς μεταφραστρίας ἠδύνατο νά συνδράμει στην σταθεροποίηση τῆς ψυχικής τῆς ισορροπίας». Φαίνεται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έδωσε συνέχεια στην σύσταση αύτη, γνωστοποιώντας στην προσφεύγουσα τόν Νοέμβριο τοῦ 1979,
μέσω τοῦ επιστημονικού λειτουργού τῆς γενικής διευθύνσεως, ὅτι θά ἐξετέλει, κατά τήν διάρκεια τοῦ μισού κανονικού ωραρίου, εργασίες βιβλιοθήκης καί, κατά τό ὑπόλοιπο μισό, επείγουσες μεταφραστικές εργασίες. Ή Ἐπιτροπή εξέθεσε κατά τρόπο πειστικό ὅτι δέν συμβιβάζεται προς τήν εύρυθμη λειτουργία τῶν υπηρεσιών τό νά ἀφιερώνει ἡ προσφεύγουσα περισσότερο ἀπό τόν μισό τῆς χρόνο σέ μεταφραστικές εργασίες. Ἐξ άλλου, μέ κίνδυνο νά χάσουν εντελώς κάθε νόημα οἱ κανόνες ἀντιστοιχίας μεταξύ θέσεων-τύπων καί σταδιοδρομιών, δέν φαίνεται νά εἶναι δυνατή περαιτέρω παραχώρηση καί ἡ ἀποκλειστική ἀνάθεση στην προσφεύγουσα, ὅπως στό παρελθόν, μεταφραστικών εργασιών.
3.
Κατά τόν δικηγόρο τῆς προσφευ-γούσης, «στό πλαίσιο κάθε κατηγορίας, οἱ ὅροί εργασίας, οἱ εξειδικεύσεις καί τά κεκτημένα ἀπό τόν υπάλληλο προνόμια ἀποτελούν ἀναμφισβήτητο δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε, κάθε μονομερής τροποποίηση πού επιβάλλεται ἀπό τήν διοικητική ἀρχή σ' αυτούς τους ὅρούς, εξειδικεύσεις ή προνόμια, ἡ ὁποία τείνει νά τους περιορίσει ή νά καταστήσει τήν εκτέλεση τους επαχθέστερη, ἀποτελεί σφάλμα».
Ό ἰσχυρισμός αυτός παρίσταται εντελώς ἀβάσιμος: ἡ προσφεύγουσα δέν ἀπέκτησε κανένα προνόμιο εντός τῆς κατηγορίας της τό νά ἀπαιτηθεί ἀπ' αυτή νά επανέλθει στά καθήκοντα πού ἀντιστοιχούν στην ένταξη τῆς — μέ τίς διευθετήσεις πού τῆς εἶχαν τελικώς προταθεί — δέν ἀποτελεί καμμία «μονομερή» πράξη συνεπαγομένη τήν ευθύνη τῆς Ἐπιτροπής.
Ἀς μοῦ επιτραπεί ἀκόμη νά προσθέσω, στή σειρά τῶν ἀνησυχιών πού φαίνεται ὅτι είχε ή Ἐπιτροπή ὅταν ἀπεφάσισε νά δημιουργήσει τόν «ἰατροκοινωνικό τομέα», ὅτι ή περίπτωση τῆς προσφευγούσης φαίνεται νά εμπίπτει πολύ περισσότερο στον τομέα αυτό, παρά στην επιτροπή ἀναπηρίας.
Φαίνεται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έκανε ἕνα βήμα πρός την κατεύθυνση αυτή, προτείνοντας στην προσφεύγουσα νά ἀσχολείται, κατά τόν μισό τῆς χρόνο, μέ μεταφραστικές εργασίες· ἡ τελευταία θά έπρεπε νά επωφεληθεί ἀπό αύτη την δυνατότητα πού της εδόθη, προτού ἡ επιτροπή ἀναπηρίας ἀποφανθεί ἐπί τῆς περιπτώσεως της.
Καταλήγω στήν ἀπόρριψη τῆς προσφυγῆς, ὡς πρός δέ τά δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος βαρύνεται μέ τα δικά του.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy