ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 9 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στίς 11 Μαρτίου 1980, τό Δικαστήριο, στην υπόθεση 104/79, Foglia κατά Novello (1980 ECR, σ. 745), έκρινε ἑαυτό ἀναρμόδιο νά ἀποφανθεῖ ἐπί ἀνακυψάντων σέ εκκρεμή ἐνώπιόν του υπόθεση ερωτημάτων πού τοῦ υπέβαλε, βάσει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὁ pretore τῆς Bra. Στην υπόθεση αυτή ὁ ἐνάγων, ένας ιταλός έμπορος οἴνων, ἐζήτει ἀπό τήν εναγομένη, ἡ ὁποία ἠρνεῖτο τήν καταβολή, τό ποσό τῶν φόρων πού είχαν ἐπιβληθεί, ἐπί μιᾶς ποσότητος ἰταλικοῦ οἴνου τύπου vins de liqueur (ἡδυ-πότων), ἡ ὁποία ἐπωλήθη στην εναγομένη μέ σκοπό νά παραδοθεί σέ έναν τρίτο στην Γαλλία. Οἱ φόροι αυτοί επεβλήθησαν ἀπό τίς γαλλικές ἀρχές καί κατεβλήθησαν ἀπό τόν μεταφορέα, τόν ὁποῖο εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ ενάγων. Περισσότερες λεπτομέρειες ἀναφέρονται στην έκθεση τῶν πραγματικῶν περιστατικών τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, κρίνω δέ περιττό νά τίς επαναλάβω. Νομίζω, ὅτι τό Δικαστήριο έκρινε εαυτό ἀναρμόδιο, διότι δέν ἐπείσθη ὅτι υφίσταται μεταξύ τῶν διαδίκων μία πραγματική διαφορά ἀφορώσα τό κοινοτικό δίκαιο. Ή ενώπιον τοῦ ιταλικού δικαστηρίου διαδικασία, καί ἴσως ἀκόμα καί ή ὅλη συναλλαγή, ἐσκηνοθετήθη μέ σκοπό τήν έκδοση ἀποφάσεως ἐπί ἑνός θέματος περί τοῦ ὁποίου οἱ διάδικοι ήταν σύμφωνοι. Ἐφ' ὅσον δέν υπήρχε μεταξύ τους διαφορά, τό Δικαστήριο δέν είχε ούτε τήν υποχρέωση ἀλλ' οὔτε καί τήν ἁρμοδιότητα νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς υποθέσεως. Ό pretore υποβάλλει τώρα πέντε ἀκόμη ερωτήματα. Τά τέσσερα σκοπούν νά διευκρινίσουν τό ἀποτέλεσμα καί τήν σημασία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου μέ τό τελευταίο ζητοῦνται κατευθυντήριες γραμμές ὡς πρός τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἐπί τῶν περιστατικών τῆς υποθέσεως.
Ή γαλλική κυβέρνηση προβάλλει, πρό πάσης άλλης, ένσταση κατά τῆς ἐν λόγω παραπομπής, ἡ οποία στηρίζεται στό ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀποφασίσει ὅτι είναι ἀναρμόδιο καί ἡ υπόθεση αύτη δέν δύναται νά ἐκδικασθεί ἐκ νέου. Νομίζω ὅτι ή ένσταση αύτη δέν εἶναι βάσιμη. Τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀποφανθεί στην υπόθεση 29/68 Milch-, Fett- und Eierkontor GmbH κατά Hauptzollamt Saarbrücken (1969) ECR 165 ὅτι ένα εθνικό δικαστήριο δύναται νά υποβάλει ερωτήματα μέ τά όποια νά ζητεί διευκρινίσεις ἐπί τῆς ἀποφάσεως πού εξεδόθη σέ προηγουμένη αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Τά πρώτα τέσσερα ερωτήματα τῆς προκειμένης αἰτή-σεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, δύνανται νά κριθοῦν ἐπί τῆς βάσεως αυτής. Ἐπί πλέον νομίζω ὅτι ἄν ἐζη-τήθησαν ἀπό τό Δικαστήριο ἀπαντήσεις βάσει ελλιπών στοιχείων, ἡ ἄν τά πραγματικά περιστατικά μετεβλήθησαν τόσον ουσιωδώς ώστε νά καθιστούν ἀνεφάρμοστη τήν ἀρχική ἀπόφαση, τό Δικαστήριο, σέ μία συγκεκριμένη υπόθεση, δύναται νά δεχθεί νέες ἐρωτήσεις ἀκόμα καί ἐπί τῶν ἰδίων θεμάτων. "Οπως τονίζεται ἀπό τόν ἴδιο, ὁ pretore παρέχει τώρα περισσότερες εξηγήσεις, θεωρῶ δέ αυτονόητο ὅτι τό Δικαστήριο δύναται νά εξετάσει ἄν αυτές εἶναι ἀρκετές ώστε νά επιτρέψουν στό Δικαστήριο νά κρίνει ἄν εἶναι ἁρμόδιο ἐπί τῶν ερωτημάτων πού έχουν ἀνακύψει ιδιαιτέρως δέ τό πέμπτο ερώτημα.
Τό πρώτο ερώτημα θέτει σέ γενικές γραμμές τό ζήτημα τῶν λειτουργιών πού επιτελούν σύμφωνα μέ τό άρθρο 177, ἀντιστοίχως τό Δικαστήριο στην διαδικασία τῆς προδικαστικής παραπομπής καί τό ἐθνικό δικαστήριο, εἰδικότερα δέ ποιες εἶναι οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ καθενός «λαμβανομένων κυρίως ὑπ' ὄψη τῶν αρμοδιοτήτων πού έχει» τό εθνικό δικαστήριο στό πλαίσιο τοῦ ἐθνικού του νομικού συστήματος «ως πρός την εκτίμηση ὅλων των πραγματικών καί νομικών περιστατικῶν πού ἀναφέρονται στην διάσταση απόψεων ἐπί τῆς ουσίας καθώς καί τῶν ζητημάτων πού τίθενται, ὅταν ιδίως στην συγκεκριμένη διαδικασία ζητείται ἡ έκδοση ἀναγνωριστικών ἀποφάσεων». Τό ερώτημα αὐτό φαίνεται ὅτι ἀνέκυψε ἀπό τους Ισχυρισμούς πού ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον τοῦ δικαστού, σύμφωνα μέ τους ὁποίους τό ἀποτέλεσμα τῆς αποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου εἶναι ὅτι ἐθεώρησε εαυτό αρμόδιο νά κρίνει ἐπί πραγματικών ζητημάτων καί νά ἀποφαίνεται ἐπί τῶν προθέσεων καί της υποκειμενικής στάσεως τῶν διαδίκων.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 177, τό Δικαστήριο είναι αρμόδιο νά εκδίδει προδικαστικές ἀποφάσεις ὡς πρός τήν ἑρμηνεία καί τό κύρος τῆς συνθήκης καί τῶν ἀναφερομένων εἰς αυτήν πράξεων καί κανονισμών. Τό άρθρο αυτό ἀναφέρει ὅτι «δικαστήριο Κράτους μέλους, ενώπιον τοῦ ὁποίου ἀνακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, ἄν κρίνει ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐπί τοῦ ζητήματος εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς δικής του ἀποφάσεως, νά παραπέμψει τό ζήτημα στό Δικαστήριο γιά νά ἀποφανθεί ἐπ' αὐτοῦ».
Νομίζω ὅτι τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ διάταξη αυτή συνεπάγεται ένα εἶδος συνεργασίας καί διαλόγου μεταξύ αυτού καί τοῦ εθνικού δικαστηρίου, δεδομένου ὅτι τά δύο δικαστήρια έχουν διαφορετικά καθήκοντα. Ὑπάρχει ἀφ' ενός ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου καί ἑπομένως στό Δικαστήριο εναπόκειται νά ἀποφανθεί σέ τελευταίο βαθμό, καθώς επίσης καί νά κρίνει ἄν τό υποβληθέν ερώτημα εμπίπτει σέ μία ἀπό τίς κατηγορίες πού ἀναφέρονται στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 177 (υποθέσεις 105/79 καί 68/80), αίτηση τοῦ juge chargé du service τοῦ tribunal d'instance τῆς Hayange (1979) ECR 2257 καί υπόθεση 175/78 R κατά Saunders (1979) ECR 1129 καθώς καί νά κρίνει ἄν τό όργανο ενώπιον τοῦ ὁποίου ἀνέκυψε τό ερώτημα συνιστά «δικαστήριο» (υπόθεση 61/65 Vaasen-Göbbels (1966) ECR 261, υπόθεση 17/76 Brack κατά Insurance Officer (1976) ECR 1429, καί υπόθεση 65/77 Razanatsimba (1965) ECR 2229) καί πότε, τέλος, θεωρείται ὅτι ἀνέκυψε ένα ζήτημα. Ἀφ' έτερου, τό Δικαστήριο έχει συχνά ἀποφανθεί ὅτι εναπόκειται κυρίως στόν εθνικό δικαστή νά κρίνει τά πραγματικά περιστατικά: στόν ἴδιο επίσης εναπόκειται, καί ὄχι στό Δικαστήριο, νά κρίνει πότε μία ἀπόφαση «ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου» τοῦ εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς δικής του ἀποφάσεως. Τό Δικαστήριο δέν κρίνει τους λόγους πού ὡδήγησαν στην υποβολή τοῦ ερωτήματος, ούτε τό ἄν τά ερωτήματα σχετίζονται μέ τήν υπόθεση. (Υπόθεση 26/62 Van Gend en Loos (1963) ECR 1, σ. 15, υπόθεση 13/67 Becher κατά Hauptzollamt München (1968) ECR 187, σ. 197 καί υπόθεση 117/77 Algemene Ziekenfonds Drenthe Platteland κατά Pierik, (1978) ECR 825, σσ. 834-5). Αυτά ἀνήκουν στην ἁρμοδιότητα τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ.
Ό εθνικός δικαστής, ωστόσο, πρέπει νά έχει σχηματίσει τήν πεποίθηση ὅτι ένα τέτοιο ζήτημα έχει ἀνακύψει καί ὅτι ἡ επίλυση του εἶναι γι' αυτόν ἀπαραίτητη. Ἄν τό Δικαστήριο θεωρήσει ὅτι ὁ εθνικός δικαστής δέν ἐξήτασε ἄν μία ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως του ἐπί τῆς υποθέσεως ἤ ἄν ex facie ὁ εθνικός δικαστής έκρινε ἁπλώς ενδεδειγμένο νά έχει μία ἀπάντηση, χωρίς αυτή νά τοῦ εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεώς του, νομίζω ὅτι τό Δικαστήριο δύναται νά ἀρνηθεί νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν ερωτημάτων. Βεβαίως, οἱ περιπτώσεις κατά τίς όποιες τό Δικαστήριο θά διεπίστωνε ὅτι ὁ εθνικός δικαστής παρέλειψε νά τηρήσει τίς προϋποθέσεις αυτές, ἀποτελούν εξαίρεση. Όπως παρετήρησε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 13/68 Salgoil κατά 'Ιταλίας (1968) ECR 453, σ. 459, καί στην υπόθεση 5/77 Tedeschi κατά Denkavit (1977) ECR 1555, σ. 1574«ὅταν ένα εθνικό δικαστήριο ζητεί τήν ερμηνεία μιᾶς διατάξεως τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, θεωρείται ὅτι τό ἐν λόγω όργανο κρίνει τήν ερμηνεία αυτή ἀναγκαία γιά τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς». Ὑπάρχουν ωστόσο ὡρισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τίς όποιες προκύπτει ἀπό τήν διάταξη τῆς παραπομπής ἡ ἀπό τήν δικογραφία, ὅτι τό εθνικό δικαστήριο δεν έλαβε ὑπ' ὄψη του τό ὀρθό κριτήριο γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177. Δυνατόν νά υπάρξουν περιπτώσεις κατά τίς όποιες τό Δικαστήριο δύναται νά ἀρνηθεί νά ἀπαντήσει σέ ερωτήματα τά όποια τίθενται προφανώς κατά κατάχρηση τῆς διαδικασίας ἡ κατά τίς όποιες τό Δικαστήριο δύναται νά κρίνει ἀναγκαία τήν ἀναπαραπομπή τῶν ερωτημάτων στον εθνικό δικαστή πρός τόν σκοπό παροχής διευκρινίσεων ἡ κατά τίς όποιες, ὅπως ὑπεστηρίχθη κατά τήν προφορική συζήτηση, τό Δικαστήριο δύναται νά θεωρήσει ενδεδειγμένη τήν ἀναπαραπομπή τῆς ὑποθέσεως στό εθνικό δικαστήριο προς τόν σκοπό νά κρίνει, τό δικαστήριο αυτό, ὑπό τό φως τῶν παρατηρήσεων τοῦ Δικαστηρίου, ἄν ήταν πράγματι ἀναγκαίο νά υποβάλει τό ερώτημα.
Νομίζω ὅτι τό ἀποφασιστικό ερώτημα στην προκειμένη υπόθεση εἶναι τό ἄν ὁ εθνικός δικαστής έχει σχηματίσει τήν πεποίθηση ὅτι ἡ επίλυση ενός ζητήματος τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, πού διέπεται ἀπό τό άρθρο 177, τοῦ εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως του.
Εἶναι σαφώς δυνατό σέ ὡρισμένα δικαστήρια νά ἐκδώσουν διάταξη κατόπιν συναινέσεως, παραδείγματος χάρη σέ περίπτωση απαιτήσεως χρέους τό όποιο έχει ἀναγνωρισθεί. Σέ μιά τέτοια περίπτωση ὁ δικαστής πρέπει νά έχει τήν δυνατότητα νά ενεργεί βάσει τῆς συμφωνίας τῶν διαδίκων χωρίς νά επιλύει ὁ ἴδιος ὡρισμένα εἰδικά νομικά ζητήματα. Ἀφ' έτερου, ὁ δικαστής δύναται νά σχηματίζει ὁ 'ίδιος δικανική πεποίθηση ἐπί ὡρισμένων νομικῶν ζητημάτων ἀνεξαρτήτως τῆς στάσεως τῶν διαδίκων.
"Αν, σέ μία υπόθεση πού εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ἀνακύπτει ζήτημα κοινοτικοῦ δικαίου, πού διέπεται ἀπό τό άρθρο 177, ὁ δικαστής ὅμως δύναται νά εκδώσει ἀπόφαση χωρίς νά ἀποφανθεί ἐπ' αὐτοῦ, νομίζω ὅτι δέν ὑποχρεοῦται νά παραπέμψει τό ερώτημα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, έστω καί ἄν οἱ διάδικοι ζητοῦν τήν παραπομπή τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ. Σ' αυτόν εναπόκειται νά επιλέξει καί νά ἀποφασίσει καί ὄχι στους διαδίκους. 'Επίσης, ἄν ὁ εθνικός δικαστής κρίνει ὅτι μιά ἀπόφαση ἐπί ενός τέτοιου ζητήματος εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως του, δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά παραπέμψει τό ζήτημα σύμφωνα μέ τό άρθρο 177. Προς τόν σκοπό αυτόν δέν έχει σημασία, κατά τήν γνώμη μου, τό ὅτι οἱ διάδικοι υἱοθετοῦν ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ τήν ἰδία άποψη. Τό ἀποφασιστικό ερώτημα δέν εἶναι ἄν οἱ διάδικοι εἶναι σύμφωνοι, άλλά ἄν ὁ δικαστής θεωρεί ὅτι ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν έκδοση τῆς αποφάσεως του. Στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ζητείται ἡ έκδοση ενός είδους ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θέτει σαφῶς καί ευθέως ένα νομικό ζήτημα πού διέπεται ἀπό τό άρθρο 177, νομίζω ὅτι ὁ δικαστής δύναται νά παραπέμψει τό ερώτημα ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπόψεως πού ὑποστηρίζουν οἱ διάδικοι. 'Εκτός ἀπό τήν ἀπίθανη μᾶλλον περίπτωση πού δεσμεύεται ἀπό τούς ισχυρισμούς τους ὁποίους οἱ διάδικοι προβάλλουν ἀπό συμφώνου ἐπί των νομικών ζητημάτων (τά όποια δέν χρειάζεται νά ἐπιλυθούν γιά την έκδοση ἀποφάσεως), ὁ δικαστής ὀφείλει νά ἀποφανθεί ἐπί παντός νομικοῦ ζητήματος τό όποιο ἀνακύπτει καί τό όποῖο, εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν έκδοση ἀποφάσεως ἐπί τῆς υποθέσεως. Ἄν τό ζήτημα αυτό άφορᾶ ένα ἀπό τά θέματα πού ἀναφέρονται στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 177, νομίζω ὅτι ὁ δικαστής δύναται νά παραπέμψει τό ερώτημα στό Δικαστήριο.
"Οπως μόνος του δέχεται ὁ pretore, τό ιστορικό τῆς εκκρεμούσης ενώπιον του υποθέσεως, τό όποιο συνώδευσε τήν πρώτη διάταξη περί παραπομπῆς ήταν πολύ περιληπτικό. Τώρα, ἀνέπτυξε περισσότερο τά στοιχεῖα τά όποια εἶχε προηγουμένως θέσει ὑπό τήν κρίση τοῦ Δικαστηρίου. 'Η υπόθεση, ὅπως τήν βλέπω τώρα, άφορᾶ έναν ενάγοντα ὁ όποιος ζητεί ένα χρηματικό ποσό, χωρίς νά κρίνει ἀναγκαίο νά ἀναφερθεί στό κοινοτικό δίκαιο γιά νά στηρίξει τήν ἀγωγή του. Ή εναγομένη ἀρνείται τήν ὀφειλή λόγω υπάρξεως συμφωνίας μέ τόν ενάγοντα, ἡ οποία ἀποκλείει τήν ευθύνη γιά ποσά τά όποια δέν είναι νομίμως ἀπαιτητά. Ὑποστηρίζει ὅτι οἱ φόροι δέν ἔπρεπε νά καταβληθοῦν, διότι είναι ἀσυμβίβαστοι μέ τό κοινοτικό δίκαιο. Ή εναγομένη ζητεί τήν ἀπόρριψη τοῦ αιτήματος αὐτοῦ καί τήν έκδοση σχετικής ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως. Ό δικαστής έκρινε ὅτι ήταν ἀναγκαῖο νά ἀποφανθεί ἐπί ενός ζητήματος κοινοτικού δικαίου γιά νά κρίνει ἐπί τῆς ἀγωγής καθώς καί ἐπί τῆς ἀνταγωγής περί εκδόσεως ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως. Κατά τήν γνώμη μου, ενώπιον τέτοιων περιστατικῶν, καί ὑπό τήν επιφύλαξη ὡρισμένων σημείων τά όποια πρέπει ἀκόμα νά εξετασθούν, ὁ δικαστής δύναται νά υποβάλει ερώτημα πρός τό Δικαστήριο κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177. Δέν νομίζω ὅτι τό γεγονός ὅτι στην υπόθεση δέν ὑπεστηρίχθη, πχ. ἀπό τόν μεταφορέα Danzas ὅτι οἱ φόροι είχαν επιβληθεί νομίμως ἀπό τίς γαλλικές ἀρχές, εμποδίζει τόν δικαστή νά προβεί στην παραπομπή.
Τό δεύτερο ερώτημα τοῦ pretore εἶναι τό έξῆς:
«Στην περίπτωση κατά τήν ὁποία τό Δικαστήριο, στό πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, κρίνει, γιά ένα ὁποιοδήποτε λόγο, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιο νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν ερωτημάτων πού τοῦ υπεβλήθησαν, ὁ παραπέμπων δικαστής πού εἶναι υποχρεωμένος ἀπό τό εθνικό του δίκαιο νά εκδώσει ὁπωσδήποτε ἀπόφαση δύναται, καί ἄν ναί εντός ποίων ὁρίων καί σύμφωνα μέ ποιά κριτήρια, νά προβεί ὁ ἴδιος στην ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου ἤ ἀντίθετα ὀφείλει νά ἀποφασίσει ἀποκλειστικά ὑπό τό φως τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου;»
"Αν τό Δικαστήριο κρίνει ὅτι τό ερώτημα τό όποιο διετύπωσε τό εθνικό δικαστήριο δέν άφορα τήν ερμηνεία τῆς συνθήκης ἡ τό κύρος καί τήν ερμηνεία τοῦ παραγώγου δικαίου (καί επομένως δέν εμπίπτει στό άρθρο 177) ὁ εθνικός δικαστής ὀφείλει νά δεχθεί τήν ἀπόφαση αυτή καί νά κρίνει ἐπί τῆς υποθέσεως σύμφωνα μέ τό σύστημα δικαίου πού ἐφαρμόζει. "Αν τό Δικαστήριο ἀρνηθεί νά ἀπαντήσει στό ἐρώτημα, επειδή δέν ἐπείσθη ὅτι τό εθνικό δικαστήριο ἐξήτασε τό ἄν γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως του εἶναι ἀναγκαία μία ἀπόφαση ἐπί τοῦ ερωτήματος, ὁ εθνικός δικαστής ὀφείλει τότε νά εξετάσει τό ζήτημα αυτό. "Αν καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι μία ἀπόφαση ἐπί τοῦ ερωτήματος εἶναι ἀναγκαία, τότε χωρίς ἀμφιβολία ἡ υπόθεση πρέπει νά παραπεμφθεί ἐκ νέου στό Δικαστήριο ἀλλά, ὅπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, ὁ εθνικός δικαστής ὀφείλει νά παράχει στό Δικαστήριο επαρκή στοιχεία πού νά τοῦ προκαλούν τήν πεποίθηση ὅτι ὁ εθνικός δικαστής 'έχει προβεί στην εξέταση τοῦ κρισίμου ζητήματος.
Μέ τό τρίτο ερώτημά του ὁ pretore έρωτᾶ ἄν:
«Υπάρχει μήπως στό κοινοτικό σύστημα, στό πλαίσιο τῶν ερμηνευτικῶν κριτηρίων τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μία γενικής φύσεως ἀρχή, πού νά επιβάλει ἡ νά ἐπιτρέπει στους εθνικούς δικαστές — οἱ όποιοι επιλαμβάνονται διαφορών κατά τήν πορεία τῶν ὁποίων ἀνακύπτουν προβλήματα ερμηνείας τοῦ κοινοτικού δικαίου, πού θέτουν ὑπό ἀμφισβήτηση εθνικούς κανόνες, οἱ όποιοι ἐνδεχομένως ἀνήκουν σέ συστήματα διαφορετικά ἀπό εκείνο στό όποιο ἀνήκει ὁ δικάζων δικαστής — νά ἀποφασίζουν, πρίν ἀπό τήν προδικαστική παραπομπή στό Δικαστήριο, τήν προσεπίκληση τῶν άρχῶν τοῦ ενδιαφερομένου Κράτους μέλους;»
Δέν νομίζω ὅτι υπάρχει τέτοια γενική ἀρχή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία νά επιβάλλει ἡ νά επιτρέπει τήν προσεπίκληση τῶν ἀρχων τοῦ Κράτους μέλους, ἡ νομοθεσία τοῦ ὁποίου εξετάζεται ἀπό τά δικαστήρια ενός άλλου Κράτους μέλους. Πράγματι, δυνατόν νά υφίσταται μία γενική ἀρχή, κοινή στά δίκαιο τῶν Κρατών μελών, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά εθνικά δικαστήρια δέν δύνανται νά επιληφθοῦν πράξεων ἀλλοδαπών κυριάρχων κρατών, τουλάχιστον ὅταν οἱ πράξεις αυτές γίνονται κατά τήν άσκηση κυριαρχικής εξουσίας (βλ. Rousseau, Droit International Public, 1980, τόμ. ΙV, σσ. 14 ἕως 15, O'Connell, International Law, 1970, τόμ. ΙΙ, σ. 847). Νομίζω ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαίο νά εξετασθεί τό ζήτημα αυτό στην προκειμένη υπόθεση, διότι ἀκόμη καί ἄν δέν υπάρχει καμμία τέτοια ἀρχή, παραμένει ζήτημα τοῦ εσωτερικοῦ δικαίου ὁ καθορισμός τοῦ πότε ένα άλλο κράτος δύναται νά προσεπικληθεῖ σέ μία τέτοια δίκη καί τοῦ πότε ἕνα Κράτος μέλος δύναται νά επικαλεσθεί τήν ἑτεροδικία ἡ ὁποία στηρίζεται στην κρατική του κυριαρχία γιά νά ἀντικρούσει τήν προσεπίκληση του. Ή διαδικασία τῆς παραπομπής τοῦ ἄρθρου 177 (ἀντίθετα ἀπό τήν διαδικασία τῆς ἀπ' ευθείας προσφυγής τοῦ άρθρου 169) δέν επιτρέπει ἀφ' εαυτής τήν προσεπίκληση Κρατών μελών πρός τόν σκοπό αυτό, άλλα τους παρέχει τήν δυνατότητα νά παρέμβουν. 'Ακόμη ὀλιγότερο δέν δύναται νά υπάρχει κανόνας τοῦ κοινο-τικοῦ δικαίου σύμφωνα μέ τόν όποιο τά ἐν λόγω Κράτη μέλη υποχρεούνται ἡ δύνανται νά προσεπικληθοῦν στην ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου δίκη πρίν ἀπό τήν προδικαστική παραπομπή. 'Επί πλέον, τό άρθρο 177 δέν επιτρέπει στό Δικαστήριο ή στά εθνικά δικαστήρια νά κρίνουν περί τοῦ κύρους τῆς νομοθεσίας ἑνός Κράτους μέλους. Όπως ἔκρινε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 20/64 Albatros κατά Sopeco (1965) ECR 29, σ. 34, «βάσει τῆς διατάξεως αυτής, τό Δικαστήριο δέν δύναται οὔτε νά εφαρμόσει τήν συνθήκη ἐπί μιᾶς συγκεκριμένης υποθέσεως, ούτε νά κρίνει περί τοῦ κύρους διατάξεως τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου σέ σχέση μέ τήν συνθήκη ὅπως ὀφείλει νά τό πράττει στό πλαίσιο τῶν άρθρων 169 καί 170». Ό ρόλος τοῦ Δικαστηρίου στίς περιπτώσεις αυτές περιορίζεται στό νά ἀποφαίνεται ἑρμηνευτικῶς ἐπί τῶν ερωτημάτων πού ἀναφέρονται στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 177.
Μέ τό τέταρτο ερώτημα ὁ pretore έρωτᾶ:
«Ἐν πάση περιπτώσει, κάθε φορά πού εγείρεται σέ μία μεταξύ ιδιωτών δίκη ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων ἤ τίθεται ἀπό τά ἐν λόγω δικαστήρια ζήτημα ερμηνείας πού 'έχει ἀπ' ευθείας συνέπειες ἐπί τῶν υποκειμενικών έννομων καταστάσεων πολιτών ή επιχειρηματιών ἑνός Κράτους μέλους, οἱ έννομες αυτές καταστάσεις ουσιαστικού κοινοτικοῦ δικαίου ἀπολαύουν μήπως ἑνός βαθμοῦ προστασίας διαφορετικοῦ καί πάντως ἀσθενέστερου ἀπό τόν βαθμό προστασίας πού δύνανται τύχουν οἱ 'ίδιες υποκειμενικές καταστάσεις στην περίπτωση πού οἱ διοικητικές ἀρχές τῶν Κρατών μελῶν, οἱ νομικές διατάξεις τῶν ὁποίων ἀποτελοῦν τό ἀντικείμενο τῶν περί ερμηνείας ερωτημάτων πού ἀφοροῦν τό συμβιβαστό τους μέ την συνθήκη ΕΟΚ, παρίστανται καί εἶναι διάδικοι στην δίκη, εἶτε ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων εἴτε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ;»
Δέν κατανοώ σαφώς τόν ἀληθή σκοπό τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ καί ἀμφιβάλλω γιά τό ἄν εμπίπτει στό άρθρο 177. Ἐν αμφιβολία, δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι 'θέτει τό ἐρώτημα, τό όποιο 'έχει ήδη συζητηθεί κατά τήν προηγουμένη δίκη ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, περί τοῦ ἄν ένας Ιδιώτης δύναται νά ἀντιτάξει σέ μία κατ' αὐτοῦ στρεφόμενη ἀξίωση ὅτι ἡ ἀγωγή στηρίζεται ἀποκλειστικώς ἐπί ἀσυμβιβάστου μέ τήν συνθήκη ΕΟΚ νομοθετικής διατάξεως Κράτους μέλους, διαφορετικού ἀπό ἐκεῖνο στό ὁποῖο διεξάγεται ἡ δίκη καί τό όποιο δέν εἶναι διάδικος στην δίκη αυτή. "Αν παραμερισθούν οἱ λόγοι δημοσίας τάξεως, οἱ όποιοι θά ἐκώλυαν τήν εφαρμογή τοῦ δικαίου άλλου Κράτους μέλους, νομίζω ὅτι ἄν ἀνακύψει ένα τέτοιο ζήτημα, πρέπει νά εξετασθεί ἄν τό Κράτος μέλος, ἡ νομοθεσία τοῦ ὁποίου τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση, εἶναι ἡ ὄχι διάδικος ἡ ἄν παρίσταται ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Τά εθνικά δικαστήρια συνηθίζουν νά ἀποφαίνονται ἐπί ζητημάτων ἀλλοδαποῦ δικαίου ὅταν δέν τίθεται πρόβλημα κοινοτικοῦ δικαίου. Θά τό έπρατταν εὐκολώτερα ἄν είχαν νά ἀντιμετωπίσουν εμπορικές συναλλαγές στίς όποιες τίθεται ζήτημα συμβιβαστοῦ τοῦ δικαίου ενός άλλου Κράτους μέλους μέ τό κοινοτικό δίκαιο. 'Ανακύπτουν δυσκολίες γλωσσικῆς φύσεως καθώς καί προβολής τῶν ἀπόψεων τοῦ Κράτους μέλους, ἀλλά νομίζω ὅτι αυτό δέν εμποδίζει τό δικαστήριο ἑνός άλλους Κράτους μέλους νά κρίνει ἐπί τέτοιων ζητημάτων, ιδίως, ὅταν τό δεδικασμένο Ισχύει μόνο μεταξύ τῶν διαδίκων καί ὄχι έναντι τοῦ Κράτους μέλους. Δυνατόν νά υπάρχουν διαδικασίες πού νά επιτρέπουν στό εθνικό δικαστήριο νά παράσχει τήν δυνατότητα στό Κράτος μέλος νά διατυπώσει ενώπιον του τά επιχειρήματά του καί οἱ όποιες περιορίζουν τόν κίνδυνο εκδόσεως ἐξ ἀμελείας πεπλανημένης ἀποφάσεως. Στό πλαίσιο μιᾶς ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου διαδικασίας κατά τό άρθρο 177 υπάρχει ἡ δυνατότης παρεμβάσεως, ή ὁποία, ἄν καί δέν θέτει τό Κράτος μέλος στην ἰδία θέση μέ έναν διάδικο ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, παρέχει ἐν τούτοις στό Δικαστήριο τήν δυνατότητα νά ἀκούσει τίς ἀπόψεις τοῦ ενδιαφερομένου Κράτους μέλους.
Μέ τό πέμπτο ερώτημα ὁ pretore έρωτᾶ ἄν τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ έχει τήν έννοια ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἐπιβολής εσωτερικών φόρων πού διαφοροποιοῦνται ἀνάλογα μέ τήν καταγωγή καί τήν προέλευση ενός προϊόντος, ἀφορᾶ επίσης περιπτώσεις ἀνάλογες τοῦ γαλλικοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν οίνων Liqueur, ὅπως έχει λεπτομερώς περιγραφεί στην πρώτη υπόθεση Foglia. Γιά τους λόγους πού ήδη ἀνεφέρθησαν τό Δικαστήριο δέν δύναται στό πλαίσιο μιᾶς διαδικασίας περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως κατά τό άρθρο 177 νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ κύρους εθνικής νομοθετικῆς διατάξεως, ὅπως ὀφείλει νά τό πράξει στίς υποθέσεις πού εισάγονται βάσει τοῦ ἄρθρου 169. «Δύναται ωστόσο νά συναγάγει ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ερωτήματος πού τοῦ έχει υποβάλει ένα εθνικό δικαστήριο τά προδικαστικά ζητήματα πού ἀναφέρονται στην ἑρμηνεία τῆς συνθήκης» (Albatros κατά Sopeco, ἔνθ. ἀνωτ.). Νομίζω ὅτι τό πέμπτο ἐρώτημα τοῦ pretore τῆς Bra πρέπει νά ληφθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ δικαστής έρωτᾶ ἄν ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ εἶναι ὅτι ἀπαγορεύει στά Κράτη μέλη νά κατατάσσουν γιά φορολογικούς σκοπούς τους οίνους liqueur βάσει κριτηρίων τά όποῖα, ἀναφερόμενα στά ἀντικειμενικά χαρακτηριστικά ἑνός προϊόντος καί στίς ενδείξεις καταγωγῆς, έχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά θέτουν τά ἐξ ἑνός άλλου Κράτους μέλους εισαγόμενα προϊόντα σέ κατηγορία ἡ ὁποία πλήττεται ἀπό υψηλότερο συντελεστή ἀπό ὅ,τι τά εγχώρια προϊόντα.
Γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ έχει γίνει δεκτό ὅτι ή καταγωγή ενός προϊόντος δέν πρέπει νά προκαλεί καμμία διαφορετική μεταχείριση μεταξύ τοῦ εγχωρίου καί τοῦ εισαγομένου προϊόντος. Τό εθνικό δικαστήριο πρέπει νά λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη του σχετικῶς ὄχι μόνο τόν τύπο άλλα καί τήν ουσία. Τό ἀποφασιστικό κριτήριο εἶναι τό ἀποτέλεσμα πού επιφέρει στην πράξη κάθε φόρος ἀφ᾽ ενός μέν ἐπί τῆς εγχωρίου παραγωγής, ἀφ᾽ έτερου δέ ἐπί τῶν εισαγομένων προϊόντων: ὑπόθεση 55/79 Ἐπιτροπή κατά 'Ιρλανδίας (1980) ECR 481, σ. 491. Έτσι μία διάκριση ή ὁποία γίνεται γιά φορολογικούς σκοπούς μεταξύ προϊόντων πού έχουν διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά δύναται νά συνιστᾶ παράβαση τοῦ ἄρθρου 95, ὅταν έχει στην πράξη ως ἀποτέλεσμα νά παρέχει προνομιακή μεταχείριση στην εγχώρια παραγωγή.
Γιά νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 95 εἶναι ὡστόστο ἀπαραίτητο ὁ επιβαλλόμενος ἐπί τοῦ εισαγομένου προϊόντος φόρος νά εἶναι υψηλότερος ἀπό εκείνον πού επιβάλλεται στά «ὁμοειδή ἐθνικά προϊόντα», ἡ ὁ επιβαλλόμενος ἐπί τῶν εισαγωγών νά εἶναι «τέτοιας φύσεως, ώστε νά οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων». Εἶναι ὁμοειδή προϊόντα κατά τήν έννοια τῆς φράσεως τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ άρθρου 95 εκείνα «τά όποια παρουσιάζουν έναντι τοῦ καταναλωτοῦ ἀνάλογες Ιδιότητες καί ἀνταποκρίνονται στίς ίδιες ἀνάγκες». Τό κριτήριο δέν εἶναι νά έχουν καί τά δύο προϊόντα τίς ἴδιες ἀκριβώς φυσικές ιδιότητες, άλλά νά έχουν μία παρόμοια ή ἀνάλογη χρήση: υπόθεση 168/78, 'Επιτροπή κατά Γαλλίας (1980) ECR 347, σσ. 359-60. Δύναται νά λεχθεί ὅτι ένας φόρος ὁδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων κατά τήν έννοια τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 95, ὅταν τά άλλα αυτά προϊόντα εἶναι ἀνταγωνιστικά, έστω μερικώς, εμμέσως, ἡ δυνητικῶς σέ σχέση μέ ὁρισμένα προϊόντα τῆς χώρας εισαγωγής τά όποια υπόκεινται στην ἐν λόγω χώρα σέ ελαφρύτερους φόρους ἡ σέ φόρους οἱ όποιοι επιβάλλονται ἐπί φορολογικής βάσεως περισσότερο ευνοϊκής: υπόθεση 27/67, Firma Fink Frucht GmbH κατά Hauptzollamt München-Landsberger Straße (1968) ECR 223, σ. 232.
Τό ζήτημα ἄν δύο προϊόντα έχουν ἀνάλογες Ιδιότητες ἡ ἀνταποκρίνονται σέ ἀνάλογες ἀνάγκες έναντι τῶν καταναλωτών καθώς καί τό ἄν εἶναι ἀνταγωνιστικά μεταξύ τους ἀποτελούν κατ' ουσία πραγματικά ζητήματα. Ὡς τέτοια, πρέπει νά επιλυθούν ἀπό τό εθνικό δικαστήριο ὅταν ἡ διαδικασία έχει ἀρχίσει ενώπιον ενός τέτοιου δικαστηρίου. Γιά νά επιλυθεί τό πρώτο ἀπό τά ζητήματα αυτά δέν νομίζω ὅτι είναι ουσιώδες τόσο τό εἰσαγόμενο ὅσο καί τὀ εγχώριο προϊόν νά περιλαμβάνονται σέ κοινό ὁρισμό ενός κανονισμού τοῦ Συμβουλίου περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, ὅπως ὁ κανονισμός 337/79 τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979OJ 1979 L 54/1, παράρτημα ΙΙ, ἡ στό κοινό δασμολόγιο ὅπως έχει δημοσιευθεί στό OJ 1979 No L 335/105, κλάση 22.05 C. Τά κριτήρια πού χρησιμοποιεί ὁ νομοθέτης γιά νά δώσει έναν ὁρισμό πού νά περιλαμβάνει δύο ἡ περισσότερα προϊόντα δύνανται, ὄχι ὅμως υποχρεωτικώς, νά ἀντιστοιχούν πρός εκείνα πού ὀφείλει νά χρησιμοποιήσει ὁ δικαστής, γιά νά καθορίσει ἄν τά προϊόντα αυτά εἶναι «ὁμοειδή» ή ἄν εἶναι «ἀνταγωνιστικά». Στην υπόθεση Firma Fink Frucht κατά Hauptzollamt München-Landsberger Straße, τό Δικαστήριο, σ. 232, έκρινε ὅτι «ή σχέση ὁμοιότητος κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφος 1 υπάρχει, ὅταν, κατά περίπτωση, τά ἐν λόγω προϊόντα θεωρούνται ὅτι εμπίπτουν κανονικῶς στην ἴδια φορολογική, τελωνειακή ἡ στατιστική κατάταξη». Τό Δικαστήριο ἀνεφέρετο ὅμως τότε σέ κατατάξεις πού βασίζονται στό εθνικό δίκαιο, πού τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση, καί όχι σ' αυτές πού στηρίζονται στην κοινοτική νομοθεσία ἡ ὁποία προβάλλεται γιά νά ἀποδειχθεί ἡ ὁμοιότης μεταξύ ενός εγχωρίου καί ενός εισαγομένου προϊόντος.
Στην προκειμένη υπόθεση, εἶναι ἴσως ἀναγκαίο νά εξετασθεί χωριστά ἄν ένα εισαγόμενο προϊόν, τό όποιο έχει καταταγεί ὡς οίνος liqueur χωρίς ὀνομασία καταγωγής ελεγχομένη εἶναι ὁμοειδές ἡ ἀνταγωνιστικό ενός οἴνου ἡ ενός φυσικοί) γλυκοῦ οἴνου. Δυνατόν νά υπάρξει διαφορετική ἀπάντηση σέ κάθε μία ἀπό τίς ερωτήσεις αυτές, δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ γαλλική κυβέρνηση, στην πρώτη υπόθεση Foglia έκανε διάκριση μεταξύ τῶν δύο κατηγοριῶν τοῦ οἴνου liqueur μέ τήν αἰτιολογία ὅτι ἡ χορηγούμενη ἀπαλλαγή σέ ἐκεῖνα πού έχουν ὀνομασία καταγωγῆς ελεγχομένη ἐδικαιολογεῖτο ἀπό τήν πρόθεση διατηρήσεως συνθηκών θεμιτοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ τῶν προϊόντων αυτών τά όποια υπόκεινται σέ αυστηρές προδιαγραφές ὡς προς τήν παραγωγή τους, προέβη δε στην διάκριση μεταξύ τῶν γλυκών φυσικών οἴνων καί λοιπών γιά τόν λόγο ὅτι τά πρώτα παρήγοντο ἀπό οἴνους προερχομένους ἀπό εδάφη μέ μικρή ἀπόδοση κατά εκτάριο καί ήταν ἑπομένως διαφορετικά ἀπό ἐκείνα πού παρήγοντο σέ βιομηχανική κλίμακα. "Αν ὁ εθνικός δικαστής κρίνει ὅτι τό εγχώριο προϊόν καί τό εισαγόμενο προϊόν εἶναι «ὁμοειδή» ἡ «ἀνταγωνιστικά», ἀπομένει νά εξετασθεί ἄν τό κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει μία ὁποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση στόν φορολογικό τομέα τῶν δύο προϊόντων.
Στην υπόθεση 148/77 Hansen κατά Hauptzollamt Flensburg (1978) ΕCR 1787, στην σελίδα 1806-7 τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι
«στό παρόν στάδιο εξελίξεως του καί λόγω ελλείψεως μιᾶς ενοποιήσεως ἡ εναρμονίσεως τῶν σχετικών διατάξεων, τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀπαγορεύει στά Κράτη μέλη νά χορηγούν φορολογικά πλεονεκτήματα ὑπό τήν μορφή ἀπαλλαγής ἡ μειώσεως τῶν φόρων γιά ὁρισμένους τύπους οινοπνεύματος ἡ γιά ὁρισμένες κατηγορίες παραγωγών».
Υπενθυμίζεται, ὅτι έκτός ἀπό τους περιορισμούς τῆς φορολογικής εξουσίας τῶν Κρατών μελών πού προκύπτουν ἀπό τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγορᾶς πού ἐθέσπισε ὁ κανονισμός 337/79 τοῦ είδους αυτών πού εξετάσθηκαν στίς υποθέσεις 36 καί 71/80, Irish Creamery and Milk Suppliers' Association, ἀπόφαση τῆς 10ης Μαρτίου 1981 πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή, παραμένει καί ὁ περιορισμός πού τό 'ίδιο τό Δικαστήριο διετύπωσε ὡς έξῆς στην υπόθεση 148/77 Hansen κατά Hauptzollamt Flensburg:
«σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ ἄρθρου 95 τέτοια ευνοϊκά συστήματα πρέπει ωστόσο νά ἐπεκταθοῦν χωρίς διακρίσεις καί στά άλλα (προϊόντα) τῶν άλλων Κρατών μελών».
Ἕνα ευνοϊκό σύστημα πού καλύπτει προϊόντα συγκεκριμένης γεωγραφικής καταγωγής στό όποιο δέν περιλαμβάνει καμμία περιοχή ἀπό άλλα Κράτη μέλη δέν δύναται νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀνταποκρίνεται στό ἐν λόγω κριτήριο. Στό ἐθνικό δικαστήριο εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν θεμάτων αὐτών βάσει τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων, καθώς καί αυτών οἱ ὁποίες ἐξεδόθησαν ἐπί τῶν υποθέσεων 142 καί 143/80 Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Essevi καί Salengo, τῆς 27ης Μαΐου 1981 πού δέν έχουν ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή.
Ὑπό τά δεδομένα αυτά νομίζω, ὅτι στά ερωτήματα τοῦ pretore τῆς Bra πρέπει νά δοθοῦν οἱ έξῆς ἀπαντήσεις:
1)
Κατά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ τό εθνικό δικαστήριο ὀφείλει νά εξετάσει ἄν ἡ ἀπάντηση ἐπί ενός ερωτήματος εἶναι ἀναγκαία γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως του, πρίν ζητήσει ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ἐν λόγω ερωτήματος τό Δικαστήριο δύναται νά ἀρνηθεί νά ἀπαντήσει στό ερώτημα πού έθεσε τό εθνικό δικαστήριο, ἄν ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ὅτι τό εθνικό δικαστήριο δέν ἐξήτασε ὀρθῶς τό θέμα αυτό.
2)
Κάθε φορά πού δικαστήριο ενός Κράτους μέλους ὀφείλει νά ἀποφανθεί ἐπί ενός ζητήματος, ὅπως αυτό πού ἀναφέρεται στην πρώτη παράγραφο τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ζήτημα αυτό δύναται νά παραπεμφθεί στό Δικαστήριο ὑπό τόν ὅρο ὅτι ὁ εθνικός δικαστής έχει ἐξετάσει τά στοιχεία πού ἀναφέρονται στην δευτέρα παράγραφο τοῦ ἐν λόγω άρθρου.
3)
Τό ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο οὔτε ἀπαιτεί ούτε επιτρέπει σέ ένα εθνικό δικαστήριο, τό όποιο έχει κληθεί νά ερμηνεύσει ένα ζήτημα κοινοτικοῦ δικαίου, τό όποιο άφορᾶ εσωτερικές νομοθετικές διατάξεις άλλου Κράτους μέλους νά διατάξει τήν προσεπίκληση τῶν άρχων τοῦ ἐν λόγω κράτους στην ενώπιόν του δίκη.
4)
Τά δικαστήρια ενός Κράτους μέλους δυνατόν νά υποχρεοῦνται νά κρίνουν ἐπί τοῦ ἄν, σέ διαφορές μεταξύ ιδιωτών, τό δίκαιο άλλου Κράτους μέλους συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τό τελευταίο αυτό Κράτος μέλος εἶναι ἡ ὄχι διάδικος.
5)
Ή ὀρθή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης εἶναι ὅτι ἀπαγορεύει στά Κράτη μέλη νά προβοῦν για φορολογικούς σκοπούς σέ μία τέτοια κατάταξη τῶν οἴνων liqueur πού θά έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά επιβαρύνει τους εισαγομενους οίνους μέ συντελεστή φόρου μεγαλύτερο ἀπό εκείνον πού πλήττει τους εγχώριους οίνους, έστω καί ἄν ἡ κατάταξη έχει γίνει σύμφωνα μέ τά ἀντικειμενικά χαρακτηριστικά τῶν προϊόντων, ἐφ' ὅσον τά εγχώρια καί τά εισαγόμενα προϊόντα έχουν ὁμοειδή χαρακτηριστικά καί ἀνταποκρίνονται στίς 'ίδιες ἀνάγκες τῶν καταναλωτών ἤ ἐφ' ὅσον εἶναι ἀνταγωνιστικά, έστω καί μερικώς, εμμέσως ἡ δυνητικῶς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy