ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧ3ΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 25 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως πού εκδικάζεται σήμερα, άφορᾶ ουσιαστικώς τόν σαφέστερο προσδιορισμό τοῦ περιεχομένου καί τῆς εκτάσεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ὁδηγίας 75/362/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου τῆς 16ης Ίουνίου 1975 περί αμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῶν διπλωμάτων, πιστοποιητικῶν καί άλλων τίτλων Ιατρικής καί περί τῶν μέτρων πρός διευκόλυνση της πραγματικής ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος εγκαταστάσεως καί τοῦ δικαιώματος τῆς ελεύθερης παροχής υπηρεσιῶν (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. L 167, 06/001 σελ. 196). Ή διάταξη αυτή έχει ὡς έξῆς:
«Κάθε Κράτος μέλος ἀναγνωρίζει τά διπλώματα, τά πιστοποιητικά καί τους άλλους τίτλους πού χορηγούνται στους υπηκόους τῶν Κρατών μελών ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη, σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας 75/363/ΕΟΚ, καί πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 3, προσδίδοντᾶς τους στην επικράτειά του, ὅσον ἀφορᾶ τήν πρόσβαση στίς μή μισθωτές δραστηριότητες ἀπό τους Ιατρούς καί τήν άσκηση αυτών, τήν ἴδια ἰσχύ μέ τά διπλώματα, τά πιστοποιητικά καί τους άλλους τίτλους πού χορηγεί τό κράτος αυτό.»
Ό προσφεύγων στην κυρία δίκη, Broekmeulen, Ὀλλανδός υπήκοος, έλαβε στίς30 Ίουνίου 1979, έπειτα ἀπό φοίτηση στην Ίατρική Σχολή τοῦ Καθολικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λουβαίνης, στό Βέλγιο, τό ἀναφερόμενο στό άρθρο 36, τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας «Wettelijk diploma van doctor in de genees-, heel- en verloskunde» (κρατικό δίπλωμα διδάκτορος Ιατρικής, χειρουργικής καί μαιευτικής), τό όποιο τοῦ δίνει τό δικαίωμα νά ἀσκήσει στό Βέλγιο τό επάγγελμα τοῦ γενικοῦ ἰατροῦ.
Συμφώνως πρός τό άρθρο 2 τοῦ ὀλλανδικοῦ νόμου περί ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ επαγγέλματος (Wet regelende de uitoefening der geneeskunst) τοῦ ἐχορηγήθη μέ ἀπόφαση τῆς Ὑφυπουργοῦ Δημοσίας Υγείας καί Προστασίας τοῦ Περιβάλλοντος, τῆς 18ης Σεπτεμβρίου 1979, άδεια ἀσκήσεως στίς Κάτω Χώρες τοῦ ἰατρικοῦ επαγγέλματος. Στίς 19 Ὀκτωβρίου 1979 ὡρκίσθη ὡς ἰατρός.
Μέ επιστολή τῆς 14ης Νοεμβρίου 1979 ἐζήτησε ὁ Broekmeulen τήν έγγραφη του στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών Ιατρῶν. Ἐν προκειμένω πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι ή τήρηση αὐτοῦ τοῦ μητρώου, οἱ προϋποθέσεις έγγραφης καί ἡ εκπαίδευση των γενικῶν Ιατρών (Huisarts) ρυθμίζονται ἀπό τό καταστατικό, τόν εσωτερικό κανονισμό καί τίς βάσει αὐτοῦ εκδοθείσες πράξεις τῆς Βασιλικῆς Ὀλλανδικής Ενώσεως γιά τήν προαγωγή τῆς Ιατρικής (Koninklijke Nederlandsche Maatschappij tot Bevordering der Geneeskunst — στό ἑξῆς KNMG), ενώσεως ἰδιωτικοῦ δικαίου.
Χωρίς αυτήν τήν έγγραφη εἶναι πρακτικώς ἀδύνατο νά εγκατασταθεί κανείς στίς Κάτω Χώρες ὡς γενικός Ιατρός, ἐφ' ὅσον τό βασιλικό διάταγμα τῆς 4ης Ίανουαρίου 1966 (Verstrekkingenbesluit, Staatsblad ἀριθ. 3), πού ρυθμίζει τήν παροχή υπηρεσιών προς ἀσθενείς πού ἀνήκουν σέ ἀσφαλιστικά ταμεία, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό βασιλικό διάταγμα τῆς 15ης Αυγούστου 1973 (Staatsblad ἀριθ. 428) ὁρίζει ὅτι ὡς «γενικός ἰατρός» θεωρείται ὁ «Ιατρός, ὁ όποιος εἶναι εγγεγραμμένος στό μητρώο ἀναγνωρισμένων γενικών ιατρών τῆς Βασιλικής Ὀλλανδικής Ἑνώσεως γιά τήν προαγωγή τῆς ιατρικής». Δέν υπάρχει, ἑπομένως, σέ περίπτωση μή ἐγγραφης ἡ δυνα-τότης ἀσκήσεως τοῦ επαγγέλματος τοῦ συμβεβλημένου μέ ἀσφαλιστικό ταμείο Ιατροῦ, πέραν δέ τούτου καί ἡ άσκηση Ιδιωτικώς τοῦ επαγγέλματος δυσχεραίνεται ουσιαστικώς, ἄν δέν καθίσταται τελείως ἀδύνατη, γιά τους γενικούς Ιατρούς, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν εἶναι μέλη τῆς KNMG, επειδή ένας μεγάλος ἀριθμός Ιδιωτικών ἀσφαλίσεων καθορίζουν στά ἀσφαλιστήριά τους τόν ὅρο τοῦ γενικοῦ ἰατροῦ κατά τήν ἀνωτέρω έννοια.
Ἀρμοδία ἐπί τῶν αἰτήσεων έγγραφῆς στό μητρώο εἶναι ἡ επιτροπή μητρώου γενικών Ιατρών (Huisarts Registratie Commissie — στό έξῆς: HRC). Ή επιτροπή αυτή μέ επιστολή τῆς τῆς 18ης Μαρτίου ἀπέρριψε ὁριστικώς τήν αίτηση τοῦ Broekmeulen, ή ὁποία εἶχε ήδη κριθεί ἀρνητικώς ἀπό τήν επιτροπή εγκρίσεως ἀσκήσεως τοῦ επαγγέλματος τοῦ γενικοῦ ἰατροῦ (Commissie van Uitvoering Huisartsenerkenning).
Ή αιτιολογία τῆς ἀπορρίψεως συνίστατο στό ὅτι ἡ έγγραφη στό ἀνωτέρω μητρώο δέν ήταν δυνατή συμφώνως πρός τήν ἀπόφαση (Besluit) ἀριθ. 1-1977 τοῦ συλλόγου γενικής ἰατρικῆς (College voor Huisartsgeneeskunde, στό έξης CHG), ἐφ' ὅσον ὁ αἰτών δέν έχει συμπληρώσει τήν μονοετή άσκηση γενικοῦ ἰατροῦ πού προβλέπεται ἀπό τήν ἀπόφαση 1-1974 τοῦ CHG.
Ή αἰτιολογία καθώς καί τό άρθρο 1 τῆς ἀποφάσεως 1-1977, ὅπως ἴσχυε τότε, έχουν ὡς ἑξης:
«Τό College voor Huisartsgeneeskunde κατά τήν συνεδρίαση του τῆς 21ης Ίανουαρίου 1977,
ἔχοντας ὑπ' ὄψη τά άρθρα 2 έως καί τό ἄρθρο 2c τοῦ νόμου τῆς 1ης Ίουνίου 1865, Staatsblad 60 (Wet uitoefening geneeskunst) καί τό Besluit τῆς 27ης Αυγούστου 1965, Staatsblad 436 (toelating buitenlandse artsen: άδεια ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἀπό ἀλλοδαπούς ιατρούς) ·
ἀφοῦ έλαβε ὑπ' ὄψη ὅτι οἱ κοινοτικές οδηγίες 75/362 καί 75/363 περί τοῦ δικαιώματος εγκαταστάσεως ιατρῶν εντός τῆς Κοινότητος ἐτέθησαν σέ ἰσχύ στίς 20 Δεκεμβρίου 1976· ·
ὅτι ἀφ' ενός εἶναι ευκταίο νά θεσπισθεί μία γενική ρύθμιση περί ἀναγνωρίσεως καί έγγραφῆς ιατρών οἱ όποιοι δέν εἶναι Ὀλλανδοί υπήκοοι καί δέν εἶναι κάτοχοι ὀλλανδικού τίτλου επαγγελματικής ικανότητος, καί ἀφ' έτερου νά θεσπισθεί μία ρύθμιση γιά τους πολίτες τῆς Ευρωπαϊκής Κοινότητος, οἱ όποιοι εἶναι κάτοχοι διπλώματος ἀναγνωρισμένου βάσει τῶν ὁδηγιών τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων·
ὅτι φαίνεται εύλογο νά περιορισθεί χρονικῶς ἡ ισχύς τῆς κατωτέρω ἀποφάσεως μέχρις ὅτου επέλθει συμφωνία ὡς πρός τήν εφαρμογή τῶν ἀνωτέρω ὁδηγιών στόν τομέα τῆς γενικής ιατρικής, καί μετά ἀπό γνωμοδότηση τῆς «επιτροπής μητρώου» καί ἐν ὄψει τῶν άρθρων 1107 καί 1109 τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοί) τῆς Βασιλικής Ὀλλανδικής Ἐνώσεως γιά τήν προαγωγή τῆς ιατρικής·
ἀπεφάσισε:
ή έγγραφη στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών, τῶν ιατρών πού εἶναι κάτοχοι διπλωμάτων πού ἐχορηγήθησαν στην ἀλλοδαπή καί στους ὁποίους εδόθη ή άδεια νά ἀσκούν στίς Κάτω Χώρες τό επάγγελμα τοῦ ἰατρού, διενεργείται συμφώνως πρός τις ἀκόλουθες διατάξεις:
Ἀρθρο 1
Οἱ υπήκοοι τῶν λοιπών Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, οἱ ὁποιοι είναι κάτοχοι διπλώματος ιατρικής, πού ἐχορηγήθη ἀπό ἕνα άλλο Κράτος μέλος καί εἶναι ἀνεγνωρισμένο βάσει τῶν ὁδηγιών (ΕΟΚ) 75/362 καί 75/363 καί οἱ όποιοι προσκομίζουν στην «επιτροπή μητρώου» τήν νόμιμη ἀπόδειξη ὅτι τους έχει χορηγηθεί ἡ άδεια νά ἀσκούν τό επάγγελμα τοῦ ιατρού στίς Κάτω Χώρες, εγγράφονται, κατόπιν αιτήσεως τους, στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών.»
Κατά τῆς ἀρνητικής ἀποφάσεως τῆς HRC ὁ Broekmeulen ἤσκησε εμπροθέσμως μέ επιστολή τῆς 10ης Ίουνίου 1980 προσφυγή ενώπιον τῆς ἁρμοδίας κατά τον εσωτερικό κανονισμό τῆς KNMG, Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde (ἐπιτροπή προσφυγών ἐπί θεμάτων γενικής ιατρικής).
Ἐπικαλούμενος τίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς ἀναφερθείσης ἀποφάσεως, ὁ προσφεύγων υπεστήριξε ὅτι τό άρθρο 1 αυτής τῆς αποφάσεως εφαρμόζεται καί ἐπί τῶν Ὀλλανδών υπηκόων πού έχουν ἀποκτήσει δίπλωμα ιατρικής σέ ένα άλλο, έκτός ἀπό τίς Κάτω Χώρες, Κράτος μέλος τῆς ΕΟΚ. Ίδίως γιά τήν περίπτωση, κατά τήν ὁποία ή Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde δέν θά ἐδέχετο αυτή τήν άποψη, προέβαλε επικουρικώς ὅτι ἡ ἀπόφαση δέν εφαρμόζεται στην περίπτωση του, λόγω τοῦ ὅτι ἀντιβαίνει πρός τίς ὁδηγίες 75/362 καί 75/363. Ἀπό αυτές τίς ὁδηγίες συνάγεται άμεσα τό δικαίωμα νά ἀπαιτήσει τήν ἐγγραφη του στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών χωρίς νά έχει περατώσει στίς Κάτω Χώρες τήν μονοετή άσκηση τοῦ γενικού ἰατροῦ. Τέλος πρέπει νά ληφθεί ὑπ'
ὄψη τό άρθρο 1119 τοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ τῆς KNMG, συμφώνως πρός τό όποιο ὁ ιατρός, ὁ ὁποιος δέν ἐπεράτωσε την άσκηση του ὡς γενικός ιατρός, δύναται νά εγγραφεί στό μητρώο, ἄν κατά τήν γνώμη τῆς HRC διαθέτει ἰδιαίτερη θεωρητική καί πρακτική κατάρτιση. Ό προσφεύγων πληροί αυτές τίς προϋποθέσεις.
Ή Commissie van Beroep, ἡ ὁποία εἶναι τῆς ιδίας γνώμης μέ τήν καθ' ἧς ἡ προσφυγή HRC, δηλαδή ὅτι ἡ αιτηθείσα έγγραφη ούτε βάσει τῆς ἀνωτέρω ἀναφερθείσης διατάξεως δύναται νά γίνει, ούτε ἡ ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως, τήν ὁποία προτείνει ὁ προσφεύγων, εἶναι ὀρθή, μέ προσωρινή ἀπόφαση τῆς 21ης Ὀκτωβρίου 1980 ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως καί υπέβαλε αίτηση στό Δικαστήριο, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ἐπί τοῦ ἀκολούθου ερωτήματος:
«Συνάγεται ἀπό τίς οδηγίες 75/362 καί 75/363 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. L 167, 06/001, σσ. 196 καί 209), ὅτι ένας Ὀλλανδός ὑπήκοος πού ἀπέκτησε στό Βέλγιο τό wettelijk diploma van doctor in de genees-, heel- en verloskunde (κρατικό δίπλωμα διδάκτορος ιατρικής, χειρουργικής καί μαιευτικής), καί ὑπ' αὐτήν τήν ιδιότητα δύναται νά διατηρεί ιατρείο ὡς γενικός ιατρός στό Βέλγιο, ἔχει τό δικαίωμα, σέ περίπτωση εγκαταστάσεως του στίς Κάτω Χώρες νά ζητήσει τήν έγγραφη του στό μητρώο τῶν εγκεκριμένων γενικών ιατρών, πού τηρείται ἀπό τήν Βασιλική Ὀλλανδική Ἕνωση γιά τήν προαγωγή τῆς ιατρικής χωρίς προηγουμένως νά ἔχει περατώσει στίς Κάτω Χώρες τήν εκπαίδευση γενικής ιατρικής; Ή διατύπωση τοῦ παρόντος ερωτήματος σημαίνει ὅτι ἡ έγγραφη στό ἐν λόγω μητρώο, συμφώνως πρός τίς γενικώς ισχύουσες ὀλλανδικές διατάξεις, εἶναι δυνατή μόνον μετά ἀπό τήν περάτωση αὐτής τῆς ἐκπαιδεύσεως καί ὅτι στίς Κάτω Χώρες, ένας ιατρός δέν μπορεῖ νά διατηρεῖ ιατρείο γενικοῦ ἰατροῦ παρά μόνον μετά τήν έγγραφη του στό ἐν λόγω μητρώο.»
I — Ἐπί τοῦ παραδεκτού
Πρίν λάβω θέση ἐπ' αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, πρέπει, κατά πρώτον, νά εξετασθεί, στά πλαίσια τῆς ἐρεύνης τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ ἐρωτήματος, ἡ ἐξονσία ὑποβολῆς αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως τῆς Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde.
Ή επιτροπή αύτη θεωρείται ὡς ἡ ἀνωτάτη εθνική δικαστική ἀρχή, ἡ ὁποία, μεταξύ άλλων, καλείται να ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ερωτήματος περί τοῦ ποιός δύναται νά εγγραφεί στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών καί γιά τόν λόγο αυτό θεωρεί, βάσει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅτι εἶναι υποχρεωμένη νά υποβάλλει αἴτηση στό Δικαστήριο περί τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐν προκειμένω σημαντικοῦ γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως τῆς κοινοτικοῦ δικαίου. Ἐπίσης καί οἱ διάδικοι στην κυρία δίκη, ὁπως καί ἡ Ὀλλανδική Κυβέρνηση καί ἡ Ἐπιτροπή, πού κατέθεσαν παρατηρήσεις ἐπί τῆς δίκης, θεωροῦν, έστω καί μέ διαφορετική αιτιολογία, τήν υποβάλλουσα τήν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ἀρχή ὡς δικαστήριο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά τήν γνώμη μου, ὁπως προκύπτει ἀπό τό πνεῦμα καί τόν σκοπό τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά συνταχθούμε μέ τήν άποψη αύτη, πού υποστηρίζουν τό ὑποβάλον τήν αίτηση δικαιοδοτικό όργανο καί οἱ διάδικοι, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό ἄν τό όργανο αυτό εἶναι ἡ όχι δικαστήριο, κατά τό ὀλλανδικό σύνταγμα.
Ἀλλά καί κατά τήν εξέταση τοῦ ερωτήματος, ἄν ένα δικαιοδοτικό όργανο πρέπει νά θεωρείται ὡς δικαστήριο ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει δηλαδή νά ληφθεῖ ὡς βάση ὁ γενικός κανόνας, ὅτι οἱ έννοιες τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, σέ περίπτωση ἀμφιβολίας, δηλαδή, ἐφ' ὅσον δέν παραπέμπουν ρητῶς στό ἐθνικό δίκαιο ἡ ἡ δυνατότης εφαρμογής του προκύπτει ἀπό τήν φύση τῶν πραγμάτων, πρέπει νά εντάσσονται στην αυτόνομη έννομη τάξη τῆς Κοινότητος καί συνεπῶς νά ερμηνεύονται σύμφωνα μέ τήν οικονομία, τίς ἀνάγκες καί τους στόχους της. Τό πνεύμα καί ὁ σκοπός τοῦ άρθρου 177 εἶναι, ὅπως τό Δικαστήριο έχει τονίσει κατά παγία νομολογία, νά εξασφαλίζει τήν ἐνιαία ερμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου εντός τῶν Κρατών μελών, μέσω τῆς συνεργασίας τοῦ Δικαστηρίου καί τῶν δικαστηρίων τῶν Κρατών μελών. Συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω ὁ ὅρός «Gericht eines Mitgliedstaates» («δικαστήριο Κράτους μέλους») (στό γαλλικό κείμενο τῶν συνθηκών «juridiction d'un des États membres», στό Ιταλικό κείμενο «jurisdizione di uno degli Stati membri», στό ἀγγλικό κείμενο «any court or tribunal of a Member State, στό ὀλλανδικό κείμενο «rechterliche instantie van een der Lid-Staten») κατά κύριο λόγο εμποδίζει νά ἀπευθυνθοῦν, βάσει αυτής τῆς διατάξεως, στό Δικαστήριο δικαστήρια τρίτων κρατών ἡ διεθνή δικαστήρια, ἀλλά ούτε επίσης οἱ διάδικοι στην κυρία δίκη πού εκκρεμεί ενώπιον ενός ἐθνικοῦ δικαστηρίου, ούτε, τέλος, τά Κράτη μέλη, οἱ ἀρχές τους ἡ όργανα τῶν Κοινοτήτων.
Τά ἀνωτέρω δέν σημαίνουν ὅμως ὅτι ὁ ἐν λόγω ὅρος παραπέμπει στίς εθνικές έννομες τάξεις ὑπό τήν έννοια ὅτι μόνο δικαιοδοτικά όργανα έχουν ἐξουσία νά υποβάλλουν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, τά όποια ἀναγνωρίζονται ὡς δικαστήρια ἀπό τό δίκαιο τῶν Κρατών μελών. Δέν πρέπει, δηλαδή, νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ ὀργάνωση τῶν δικαστηρίων καί τῆς διοικήσεως τῶν Κρατών μελών, ὅπως τό έχει τονίσει ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Gand στίς προτάσεις του τῆς 30ής Ίουνίου 1966 ἐπί τῆς υποθέσεως 61/65 (χήρα G. Vaassen-Göbbels κατά Vorstand der Beambtenfonds voor het Mijnbedrijf, Slg. 1966, σ. 609 ἑπ.), ναί μέν σέ γενικές γραμμές στηρίζεται στίς ίδιες ἀρχές, έχει ὅμως επηρεασθεί ἀπό ιστορικές συγκυρίες καί διαφορετικές νομικές ἀντιλήψεις. Γιά τόν λόγο αυτό πρέπει, πρός τό συμφέρον τῆς ἑνιαίας ερμηνείας καί εφαρμογής τοῦ κοινοτικού δικαίου, νά καθορισθούν ἑνιαίως καί τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ «δικαστηρίου» κατά τήν έννοια τον ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅπου πρέπει ἁπλώς νά εξεταστεί, ἄν τά όργανα πού υποβάλλουν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως στό Δικαστήριο, συμφώνως πρός τίς γενικές ἀρχές, πού Ισχύουν γιά τήν ὀργάνωση τῶν δικαστηρίων τῶν Κρατών μελών, παρουσιάζουν τά χαρακτηριστικά ὀργάνων, τά όποια ὀφείλουν νά ἀποφασίζουν ἐπί ενδίκων διαφορών εφαρμόζοντας κανόνες δικαίου.
Ἄν ἀντιθέτως εθεωρείτο ὁ ἐν λόγω όρος ὡς παραπέμπων στό εθνικό δίκαιο, θά ἠδύναντο τά Κράτη μέλη μέσω τοῦ τρόπου ὀργανώσεως τῶν δικαστηρίων τους νά ἀφαιροῦν ἀπό ὁρισμένα δικαιοδοτικά όργανα, πού ὀφείλουν νά εφαρμόζουν τό κοινοτικό δίκαιο, τήν ἐξουσία ἡ τήν υποχρέωση υποβολής αἰτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, πράγμα πού τελικώς θά ὁδηγοῦσε σέ διάσπαση τοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἀκριβώς ἀποφεύγεται μέσω τῆς εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Συνεπώς τό δίκαιο τῶν Κρατών μελών εἶναι δυνατόν νά εἶναι καθοριστικό, κατά τό μέτρο πού δύναται νά δώσει ἀπάντηση στό ἄν πράγματι υπάρχουν στην κάθε περίπτωση τά ἐλάχιστα στοιχεία πού ἀπαιτοῦνται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
Έχοντας ὑπ' όψη τά ἀνωτέρω, νομίζω ὅτι στην παρούσα δίκη μπορεί νά παραληφθεί ή έρευνα τοῦ ζητήματος πού δέν έχει διευκρινισθεί ὁριστικώς, δηλαδή ἄν ἡ Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde ἀποφασίζει σέ τελευταίο βαθμό ἡ ἄν οἱ ενδιαφερόμενοι δύνανται νά προσφύγουν, κατά μιᾶς ἀπορριπτικής ἀποφάσεως τοῦ HRC σέ τακτικό δικαστήριο. Δηλαδή, ἀκόμη καί ἄν υπήρχε ἕνας τέτοιου είδους δικαστικός έλεγχος, αυτό δέν ἀποκλείει ὅτι τό δικαιοδοτικό ὄργανο, τό όποιο υπόκειται σ' αυτόν τόν έλεγχο, εἶναι δικαστήριο, άλλά σημαίνει μόνον ὅτι δέν πρόκειται γιά τελευταίου βαθμού δικαστήριο πού έχει τήν υποχρέωση υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, ζήτημα τό όποιο δέν χρειάζεται νά κριθεί ἐδῶ.
Ἀντιθέτως, ποια γενικά ελάχιστα χαρακτηριστικά πρέπει νά υπάρχουν, ὥστε νά δύναται νά γίνει λόγος γιά δικαστήριο, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 177, είναι δυνατόν νά συναχθεί ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 61/65 (χήρα G. Vaassen-Göbbels κατά Vorstand der Beambtenfonds voor het Mijnbedrijf, Slg, 1966, σ. 584 ἑπ.), στην ὁποία τό Δικαστήριο ὤφειλε ὁμοίως νά ἀποφανθεί περί τῆς Ιδιότητος ὡς «δικαστηρίου» τοῦ ὀργάνου πού υπέβαλε τήν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Τό δικαστήριο ἀναγνώρισε τότε τήν ιδιότητα ὡς δικαστηρίου τοῦ ὑποβαλόντος τήν αίτηση ὀλλανδικοῦ «Scheidsgerecht van het Beambtenfonds voor het Mijnbedrijf» (Διαιτητικό δικαστήριο τοῦ ταμείου ἀνθρακωρύχων) γιά τους έξῆς λόγους, τους ὁποίους θά ήθελα νά υπενθυμίσω ἐν συντομία:
—
Τό «Scheidsgerecht» εἶχε συσταθεί κανονικώς κατά τό ὀλλανδικό δίκαιο, ὅπως προβλέπεται στό καταστατικό τοῦ ταμείου ἀνθρακωρύχων τό όποιο χρειάζεται, ὅπως καί ενδεχομένως οἱ τροποποιήσεις του, τήν έγκριση δύο υπουργῶν·
—
ὁ ἁρμόδιος υπουργός ὁρίζει τά μέλη καί τόν πρόεδρο καί εγκρίνει τόν εσωτερικό κανονισμό τοῦ δικαιοδοτικοῦ αυτού ὀργάνου·
—
τό «Scheidsgerecht» ὡς μόνιμο όργανο ἀποφασίζει ἐπί τῶν διαφορών πού ἀναφέρονται γενικώς στό καταστατικό·
—
ἡ δικαιοδοτική διαδικασία υπόκειται σέ διατάξεις, πού ἀντιστοιχούν σέ ἐκεῖνες, πού ἰσχύουν γιά τά τακτικά δικαστήρια, τά πρόσωπα, πού ὑπόκεινται στό καταστατικό εἶναι υποχρεωτικώς μέλη τοῦ Beambtenfonds βάσει ἀποφάσεως ἑνός ὀργάνου δημοσίου δικαίου καί είναι υποχρεωμένα νά προσφεύγουν, σέ περίπτωση διαφορών μέ τόν ἀσφαλιστικό τους φομέα στό Scheidsgerecht, πού ὀφείλει νά ἀποφανθεί εφαρμόζοντας κανόνες δικαίου.
Ἀνάλογα χαρακτηριστικά, ἀπό τήν ὕπαρξη τῶν ὁποίων στό σύνολό τους τό Δικαστήριο συνήγαγε τήν εξουσία υποβολής αἰτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, διαπιστώνονται καί ὡς πρός τήν Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde. Ή σύνθεση της, τά καθήκοντά τῆς καί ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς προκύπτουν, ὅπως κατετέθη, ἀπό τό καταστατικό, τόν εσωτερικό κανονισμό καί τῶν βάσει αυτών ἐκδιδομένων ἀποφάσεων τῆς ενώσεως ιδιωτικού δικαίου KNMG. Ἀποφασιστική σημασία έχει ἐν τούτοις τό ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 26 παράγραφος 2 τοῦ καταστατικού, στό όποιο στηρίζεται ὁ εσωτερικός κανονισμός οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ πού ἀφορούν τήν έγκριση, έγγραφη κλπ., τῶν γενικών Ιατρών δύνανται νά τροποποιηθούν μόνον μετά ἀπό σύμφωνη γνώμη τῶν υπουργών, στην ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων εμπίπτουν ἡ ἀνώτατη παιδεία καί ή δημοσία υγεία. Μέ τόν τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται κρατικός έλεγχος ἐπί τῆς συνθέσεως, τῶν καθηκόντων καί τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς Commissie van Beroep. Πέραν τούτου, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι βάσει τοῦ ήδη ἀναφερθέντος βασιλικού διατάγματος — Verstrekkingen besluit — οἱ υπηρεσίες πού πρέπει νά παρέχονται στους ἀσφαλισμένους καί οἱ ἀμοιβές πού πρέπει νά καταβάλλονται στους Ιατρούς, εξαρτώνται τέλος ἀπό τήν έγγραφη στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών.
Συμφώνως πρός τόν εσωτερικό κανονισμό οἱ ἀναφερθέντες υπουργοί ὀφείλουν επίσης νά διορίσουν δύο μέλη τῆς Commissie, καθώς καί τόν πρόεδρό της, πού πρέπει «κατά προτίμηση νά εἶναι ἀνώτατος δικαστικός». Ἐπίσης μία κάποια ἀνεξαρτησία της Commissie εξασφαλίζεται, ἐξ άλλου, μέ την υπόλοιπη σύνθεση της, ἐφ᾽ ὅσον τρία μέλη πρέπει νά διορίζονται ἀπό τίς ὀλλανδικές ιατρικές σχολές καί τρία μέλη ἀπό την ἴδια την KNMG.
Τέλος, ἡ Commissie συμφώνως πρός τόν εσωτερικό κανονισμό εἶναι επιφορτισμένη ὡς μόνιμο όργανο νά ἀποφαίνεται ἐπί τῶν ενώπιόν τῆς εκκρεμῶν διαφορών, πού καθορίζονται κατά γενικό τρόπο στόν εσωτερικό κανονισμό.
Ή ενώπιον αυτής τηρουμενη διαδικασία προκύπτει, επίσης ἄν καί συνοπτικῶς μόνο, ἀπό τόν εσωτερικό κανονισμό, ὅπου πχ. προβλέπεται ὅτι οἱ διάδικοι πρέπει νά παίρνουν τόν λόγο, ἐφ᾽ ὅσον τό επιθυμούν καί ὅτι ὁ προσφεύγων σέ περίπτωση προσφυγῆς κατά τοῦ HRC μπορεί νά εκπροσωπηθεί ἀπό δικηγόρο.
Ή Commissie ἀποφαίνεται περαιτέρω ἐπί τῶν προσβαλλόμενων ἀποφάσεων βάσει των διατάξεων πού περιέχονται στον εσωτερικό κανονισμό περί έγγραφης γενικών ιατρών, καθώς καί βάσει τῶν προϋποθέσεων πού τίθενται μέ ἀποφάσεις καί δέν ἀποφασίζει συνεπώς «ex aequo et bono».
Ίδιαίτερο βάρος έχει ἐπί πλέον τό ὅτι αυτοί οἱ κανόνες πού υπόκεινται σέ κρατική εποπτεία, βάσει τῶν ὁποίων ἡ Commissie κρίνει τίς ενώπιον τῆς ἐκκρεμοῦσες προσφυγές, δεσμεύουν ὄχι μόνον τά μέλη της KNMG — πού ἀποτελούν ἐν πάση περιπτώσει περίπου τό 93 % τῶν γενικών ἰατρῶν — ἀλλά έχουν γενική ἰσχύ. Αυτό προκύπτει ἀπό τήν σημασία, πού ἀπέκτησε μέσω τοῦ ἀποκαλουμένου Verstrekkingenbesluit τό μητρώο ἐγκεκριμένων γενικών ἰατρῶν.
Βάσει αυτών τῶν χαρακτηριστικών συνεπώς πρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ἡ Commissie van Beroep Huisartsgeneeskunde πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἕνα μόνιμο δικαιοδοτικό όργανο, πού εντάσσεται στην δημοσία εξουσία καί τό όποιο ἀποφαίνεται μέ νομικά κριτήρια ἐπί διαφορών κατ' ἀντιδικία, βάσει καθορισμένης διαδικασίας. Σέ συμφωνία μέ ὅλους τους διαδίκους, θεωρώ τά κριτήρια αυτά ὡς επαρκή γιά νά εκλάβω τήν Commissie ὡς «δικαστήριο» ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 177, πού έχει εξουσία νά υποβάλλει στό Δικαστήριο αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως.
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο, ἀφοῦ τό δικαιοδοτικό αυτό όργανο, ἄν ὄχι νομικώς, τουλάχιστον πραγματικῶς, ἐπέχει θέση κρατικοῦ δικαστηρίου, καί συνιστά τουλάχιστον ἀπό τά πράγματα, ὁπως ἐλέχθη, τόν τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας. Ό σκοπός όμως τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πού εἶναι ἡ ἐξασφάλιση ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο έχει σέ ὅλα τά Κράτη μέλη τά ἴδια ἀποτελέσματα, δέν θά ἐπετυγχάνετο, ἄν ἠρνεῖτο κανείς τήν ἐξουσία υποβολής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
Ή Commissie van Beroep καλείται νά ἀποφανθεί, ἐπί τοῦ ἐπικουρικοῦ ισχυρισμού τοῦ προσφεύγοντος στην κυρία δίκη, περί τοῦ ἄν τό άρθρο 1 τῆς ἀποφάσεως 1-1977 ἀντιβαίνει πρός τίς ὁδηγίες 75/362 καί 75/363 τοῦ Συμβουλίου τῆς 16ης Ίουνίου 1975 περί τοῦ συντονισμού τῶν νομοθετικών καί διοικητικών διατάξεων πού ἀφο-ροῦν τίς δραστηριότητες τῶν ἰατρῶν (ΕΕ, ειδ. ἔκδ. L 167 06/001, σ. 209). Ἀπό αὐτήν τήν διάταξη προκύπτει πράγματι, κατά τήν άποψη τοῦ δικαιοδοτικοῦ ὀργάνου πού υπέβαλε τήν αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, ὅτι μόνον μή Ὀλλανδοί ιατροί, οἱ όποιοι εἶναι πολίτες ενός Κράτους μέλους καί έχουν ἀποκτήσει σ᾽ ένα ὁποιοδήποτε Κράτος μέλος μή ὀλλανδικό δίπλωμα ιατρικής, εγγράφονται κατόπιν αιτήσεώς τους στό μητρώο εγκεκριμένων γενικῶν ἰατρῶν — χωρίς νά έχουν περατώσει την μονοετῆ άσκηση γενικῆς ιατρικῆς, στίς Κάτω Χώρες — ἄν προσκομίσουν στην HRC την ἀπόδειξη πού προβλέπεται ἀπό τόν νόμο, ὅτι συμφώνως πρός τό άρθρο 2 τοῦ ὀλλανδικοί) νόμου περί ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ επαγγέλματος έχουν τήν άδεια νά ἀσκοῦν τό ιατρικό ἐπάγγελμα στίς Κάτω Χώρες. Ἀντιθέτως, συμφώνως πρός αυτήν τήν άποψη, ἀπαγορεύεται νά ἀσκήσει τό ιατρικό επάγγελμα στίς Κάτω Χώρες ὁ Ὀλλανδός υπήκοος, πού έχει ἀποκτήσει σέ ένα άλλο Κράτος μέλος δίπλωμα ιατρικῆς, τό όποιο τοῦ παρέχει τό δικαίωμα νά ἀσκεῖ τό επάγγελμα τοῦ γενικοῦ ἰατροῦ, έκτός ἄν ενεγράφη στό ἀναφερθέν μητρώο, γιά τό όποιο ὅμως προϋπόθεση εἶναι ἡ περάτωση τῆς μονοετούς ἀσκήσεως. Γιά νά δυνηθεί νά ἀποφανθεί τό παραπέμπον δικαστήριο, ἄν τό ἐν λόγω άρθρο, ὅπως ερμηνεύεται κατά τά ἀνωτέρω, συνάδει πρός τό κοινοτικό δίκαιο, υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ερώτημα περί ερμηνείας τῶν ἀνωτέρω ὁδηγιών, πράγμα πού συνεπάγεται ὁρισμένα μερικότερα ἐρωτήματα.
1.
Κατ' ἀρχάς πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι, έχοντας ὑπ' ὄψη τήν μέχρι σήμερα νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ σαφής καί άνευ ορων διάταξη τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ὁδηγίας 75/362, ἡ ὁποία δέν ἀφήνει πεδίο διακριτικής ευχέρειας στά Κράτη μέλη, έχει άμεσα ἀποτελέσματα, μέ τήν έννοια ὅτι δύνανται νά τήν επικαλεσθούν ἀμέσως οἱ ιδιώτες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων ή διοικητικών ἀρχῶν. Ή υπεροχή τοῦ κοινοτικού δικαίου έχει στην συνέχεια ὡς ἀποτέλεσμα τό ἀνεπίτρεπτο τῆς εφαρμογής τοῦ ἀντιθέτου εθνικού δικαίου ἀπό τά δικαστήρια ἡ τίς διοικητικές ἀρχές τῶν Κρατών μελών.
Ἐν προκειμένω εἶναι ἐπί πλέον σημαντικό τό ὅτι, ὅπως ήδη ἀνεγνώρισε τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, καί στίς υποθέσεις 36/74 (Β. Ν. Ο. Walrave, Ι. J. Ν. Koch κατά Association Union cycliste internationale, Koninklijke Nederlaridsche Wielren Unie καί Federación Espanõla Ciclismo, ἀπόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1974, Slg, 1974, σ. 1405) καί 13/76 (Gaetano Dona κατά Mario Mantero, ἀπόφαση τῆς 14ης Ίουνίου 1976, Slg. 1976, σ. 1333), τό κοινοτικό δίκαιο, κατά τό μέτρο πού εξυπηρετεί τήν πραγμάτωση τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, παράγει ἀποτελέσματα και έναντι σχέσεων, ὅπού τό κράτος δέν εἶναι ἀναμεμιγμένο ἡ ἐν πάση περιπτώσει δέν είναι άμεσα, ὅπως γιά παράδειγμα στην περίπτωση συλλογικών συμβάσεων στον τομέα τῆς εργασίας καί τῆς παροχής υπηρεσιών.
2.
Ἐτσι τίθεται τό περαιτέρω ερώτημα, ἄν ὁ ὑπήκοος ενός Κράτους μέλους δύναται νά ἐπικαλεσθεί εντός τοῦ ιδίου του τοῦ κράτους τίς διατάξεις τῆς συνθήκης ΕΟΚ περί τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν προσώπων καί τήν ἐπ' αυτής εκδοθείσα ὁδηγία 75/362 γιά νά τοῦ ἀναγνωριστεί τό δικαίωμα ἀσκήσεως επαγγέλματος, πού ἀπέκτησε σέ ένα άλλο Κράτος μέλος. Σ' αυτό τό ερώτημα, πού ἀφορᾶ τό πεδίο εφαρμογής ratione personale τῆς ὁδηγίας, πρέπει νά δοθεῖ καταφατική απάντηση σύμφωνα μέ τό γράμμα τοῦ ἄρθρου 2. Πράγματι στό άρθρο αυτό ἀναφέρεται ὅτι «κάθε Κράτος μέλος ἀναγνωρίζει ... τά διπλώματα πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 3 ... πού χορηγούνται στους υπηκόους τῶν Κρατών μελών ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας 75/362/ΕΟΚ ...» χωρίς νά ἐξαιρούνται ρητώς ἀπ' αυτήν τήν ρύθμιση οἱ δικοί του υπήκοοι.
Αυτή ἡ ερμηνεία επιβεβαιώνεται ἐξ άλλου πλήρως, ὅπως ὀρθώς ἐτόνισε ἡ Ἐπιτροπή, ἀπό μία δήλωση σχετικώς μέ τόν ὁρισμό τῶν προσώπων πού ευνοούνται ἀπό τίς ὁδηγίες, καί πού βρίσκεται στό πρωτόκολλο τῆς συνεδριάσεως τοῦ Συμβουλίου, κατά τήν ὁποία ἐξεδόθησαν οἱ ἐν λόγω ὁδηγίες. Στό πρωτόκολλο αυτό τό Συμβούλιο τονίζει σχετικώς ὅτι πρέπει νά εξασφαλίζεται ὑπό τους ίδιους ὅρούς ἡ ελευθερία ἐγκαταστάσεως υπηκόων ἄλλων Κρατῶν μελών καί υπηκόων τοῦ ενδιαφερομένου Κράτους μέλους, ἰδίως, ὅταν εἶναι κάτοχοι διπλώματος πού ἀπέκτησαν σέ ἕνα άλλο Κράτος μέλος, ὅπως συμβαίνει, ἐξ άλλου, καί μέ τίς άλλες ὁδηγίες.
Τό ὅτι οἱ υπήκοοι ὅλων τῶν Κρατῶν μελών, οἱ όποιοι πληρούν τίς προϋποθέσεις εφαρμογῆς, πού θέτει αύτη ἡ ὁδηγία, δύνανται νά επικαλεσθούν τίς διατάξεις της καί μάλιστα ἀκόμη καί κατά τοῦ κράτους, τοῦ ὁποίου εἶναι υπήκοοι, προκύπτει επίσης καί ἀπό τίς διατάξεις τῆς συνθήκης περί εξασφαλίσεως τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν προσώπων, βάσει τῶν ὁποίων ἐξεδόθη ἡ ἀνωτέρω ὁδηγία, καί οἱ ὁποῖες διατάξεις εἶναι ἀπόρροια τῆς γενικής ἀπαγορεύσεως διακρίσεως λόγω ἰθαγενείας, ὅπως καί ἀπό τά γενικά προγράμματα τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1961 περί καταργήσεως τῶν περιορισμών τῆς ελευθέρας παροχής υπηρεσιών καί τῆς ελευθερίας εγκαταστάσεως (ABl. 1962, ἀριθ. 2 τῆς 15ης Ίανουαρίου 1962, σσ. 32 καί 36). Αυτές οἱ διατάξεις, πού ἀποτελοῦν μέρος τῶν θεμελίων τῆς Κοινής Ἀγορᾶς, ἔχουν ὡς σκοπό τήν εγγύηση τῆς κινητικότητος τῶν εργαζομένων στό εσωτερικό αυτής τῆς ἀγορᾶς, καθώς καί τήν παραχώρηση τῆς δυνα-τότητος σέ όλους τους υπηκόους τῶν Κρατών μελών νά ἀσκούν τίς οικονομικές τους δραστηριότητες μέσω τῆς εγκαταστάσεως ἡ τῆς παροχής υπηρεσιών παντού μέσα στό έδαφος τῆς Κοινότητος χωρίς καμμία διάκριση λόγω ἰθαγενείας. Γιά τόν λόγο αυτό ἀπεφάνθη τό Δικαστήριο καί στην υπόθεση 115/78 (J. Knoors κατά Staatssekretär für Wirtschaft, ἀπόφαση τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1979, Slg. 1979, σ. 399), ἐπί μιᾶς παρόμοιας περιπτώσεως, ἄν καί σχετικώς πρός μία ἄλλη οδηγία ελευθερώσεως, ὅτι οἱ υπήκοοι όλων τῶν Κρατών μελών, όταν ἀντικειμενικώς ευρίσκονται σέ μία ἀπό τίς προβλεπόμενες στην ὁδηγία καταστάσεις, πρέπει νά έχουν τήν δυνατότητα νά επωφελούνται ἀπό τά μέτρα ελευθερώσεως τῆς ὁδηγίας χωρίς νά γίνεται διάκριση στην μεταχείριση τους λόγω τόπου διαμονής ἡ ἰθαγενείας. Οἱ σκέψεις πού εκφράζονται σ' αυτήν τήν ἀπόφαση, οἱ όποιες διεφάνησαν επίσης στήν ὑπόθεση 136/78 (εισαγγελική ἀρχή κατά Vincent Auer, ἀπόφαση τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1979, Slg. 1979, σ. 437), ὅτι, δηλαδή, στό πεδίο ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης ἡ ευνοϊκότερη μεταχείριση τῶν ἀλλοδαπῶν υπηκόων έναντι τῶν ημεδαπών δέν συνάδει μέ τήν ἀπαγόρευση διακρίσεως τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, πρέπει νά τύχει ἐφαρμογῆς καί ἐν προκειμένω. Ό προσφεύγων στην ἀρχική δίκη εὑρίσκετο καί ευρίσκεται, ὅπως εἴδαμε, ἀντικειμενικῶς, στην ἴδια κατάσταση, ὅπως καί ένας Βέλγος ὑπήκοος, πού κατέχει τό ίδιο δίπλωμα. Ἀν ὁ προσφεύγων, απλώς καί μόνον λόγω τῆς ὀλλανδικής Ιθαγενείας του, ἐτύγχανε διαφορετικής μεταχειρίσεως ἀπό ένα Βέλγο ή υπήκοο άλλου κράτους, πού ευρίσκεται στην ἴδια κατάσταση, αυτό θά συνιστούσε ἀνεπίτρεπτη διάκριση κατά τοῦ προσφεύγοντος, ἀποκλειστικῶς λόγω τῆς ἰθαγενείας του, ἡ ὁποία διάκριση θά ήταν ἀσυμβίβαστη μέ τους στόχους τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν προσώπων, πού ἐξασφαλίζεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, σέ συμφωνία μέ τόν προσφεύγοντα, τήν καθ' ἧς, καθώς καί μέ τήν Ὀλλανδική Κυβέρνηση καί τήν Ἐπιτροπή, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι στό ratione personae πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας 75/362 εμπίπτουν καί οι υπήκοοι τοῦ κράτους υποδοχής, ἄν ευρίσκονται ἀντικειμενικῶς σέ μία ἀπό τίς καταστάσεις πού προβλέπει ἡ ὁδηγία.
3.
Κατά συνέπεια, πρέπει νά ἐξετασθεί περαιτέρω τό rationae personae πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας, ὅπού πρέπει νά ερευνηθεί τό ἄν ὁ «Huisarts» εμπίπτει στό πεδίο ρυθμίσεως αυτής τῆς ὁδηγίας καί, σέ καταφατική περίπτωση, ποιες εἶναι οἱ έννομες συνέπειες πού ἀπορρέουν ἀναλόγως ἀπό την ὁδηγία.
Ή καθ' ἧς στην κυρία δίκη υποστηρίζει σέ τελευταία ἀνάλυση ἐν προκειμένω, ὅτι ὁ ἀπό τοῦ 1973 εἰσαχθείς θεσμός τοῦ «Huisarts» δέν εμπίπτει στίς ὁδηγίες 75/362 καί 75/363, ἐφ' ὅσον ὁ «Huisarts» πέραν της στό άρθρο 3 στοιχείο η τῆς οδηγίας 75/362 ἀναφερομένης περατώσεως τῶν πανεπιστημιακῶν σπουδών διδάκτορος τῆς ιατρικής, πρέπει νά κάνει μία εἰδική μονοετή άσκηση, καί γιά τόν λόγο αυτόν δέν πρέπει νά θεωρείται ὡς «ἰατρός» κατά τήν έννοια τοῦ κεφαλαίου II αυτής τῆς ὁδηγίας. Ἐξ ἄλλου ὁ «Huisarts» δέν συμπεριλαμβάνεται οὔτε στους ειδικούς Ιατρούς, πού ἀπαριθμοῦνται στά κεφάλαια III καί IV τῆς ὁδηγίας. Γι' αυτόν τόν λόγο, δύναται να τύχει ανάλογης εφαρμογής ἐπί τῶν Huisarts μόνον τό άρθρο 8 τῆς ὁδηγίας 75/362, συμφώνως πρός τό ὁποῖο κάθε κράτος υποδοχής δύναται νά ἀπαιτεῖ ἀπό τους υπηκόους τῶν Κρατών μελών, ὡς πρός τά διπλώματα, πιστοποιητικά ἡ άλλους τίτλους Ιατρικής ειδικότητος, πού δέν εμπίπτουν στά ἀναφερθέντα κεφάλαια, τίς προϋποθέσεις περαιτέρω ἐκπαιδεύσεως, πού προβλέπονται ἐν προκειμένω ἀπό τίς δικές του νομοθετικές καί διοικητικές διατάξεις.
Αύτη ἡ άποψη δέν εἶναι δυνατόν ομως νά γίνει δεκτή, ὅπως φαίνεται ἀπό τό ιστορικό τῆς γενέσεως, τήν οικονομία, καθώς καί τό πνεύμα καί τόν σκοπό τῶν ἐν λόγω ὁδηγιών. Πράγματι ήδη, κατά τό τέλος τῆς δεκαετίας τού εξήντα καί τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ἑβδομῆντα ἀνεφάνη, ὅπως ελέχθη, σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη μία τάση νά προβλεφθεί ευρύτερη επιμόρφωση τῶν γενικών Ιατρών. Ίδίως στίς Κάτω Χώρες, ὁ θεσμός τοῦ «Huisarts» ὑπό τήν σημερινή του μορφή διεμορφώθη μέ τροποποίηση τοῦ «Verstrekkingenbesluit» καί τήν ἀπόφαση Ι-1974. Όπως μᾶς έκανε γνωστό ή Ὀλλανδική Κυβέρνηση ήδη ἀπό τό 1973, κατά τήν διάρκεια τῶν προκαταρκτικών συνομιλιών ἐπί τῶν δύο ὁδηγιῶν, ἐγνωστο-ποίησε στό Συμβούλιο αυτήν τήν εσωτερική νομική εξέλιξη, ἐνῶ συγχρόνως, γιά νά μή καθυστερήσει ἡ έκδοση τῶν ὁδηγιών, διεβεβαίωσε ὅτι δέν ἀπαιτεῖται αυτή ή πρόσθετη άσκηση ἀπό κατόχους μή ὀλλανδικών διπλωμάτων, πού ἀναφέρονται στό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας, ἄν αυτοί επιθυμούν νά εγκατασταθούν στίς Κάτω Χώρες.
Ὑπ' αυτό τό πρίσμα πρέπει τελικώς νά θεωρηθεί, ὅπως ὀρθώς τονίζουν ἡ Ὀλλανδική Κυβέρνηση καί ἡ Ἐπιτροπή, ἡ δήλωση τοῦ Συμβουλίου, πού αναφέρεται ρητώς στό πρωτόκολλο τῶν διαπραγματεύσεων, μέ τήν ὁποία τό Συμβούλιο διεπίστωνε ὅτι ὁρισμένος ἀριθμός Κρατών μελών παρουσίαζαν γενική τάση νά ἀποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην ἀποστολή καί συνεπώς στην εκπαίδευση τῶν γενικών ἰατρῶν. Γι' αυτόν τόν λόγο, τό Συμβούλιο ἐπεφόρτισε καί ρητώς τήν Ἐπιτροπή νά κάνει μία μελέτη ἐπί τῶν προβλημάτων τῶν σχετικών μέ αυτήν τήν εξέλιξη καί νά τοῦ υποβάλει ἀνάλογες προτάσεις. Ἀπό αυτήν τήν δήλωση δέν συνάγεται ὅμως, κατά κανένα τρόπο, ὁπως θεωρεί ἡ καθ' ἧς, ὅτι τό Συμβούλιο ἐσκόπευε νά ἀποκλείσει τους «Huisarts» ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῶν ὁδηγιών πού ετέθησαν σέ ἰσχύ μετά ἀπό τήν νομοθετική ἀλλαγή πού επήλθε στίς Κάτω Χώρες.
Ὅπως διαπιστώνεται σαφώς ἀπό ένα βλέμμα στην οἰκονομία τῶν ὁδηγιών, ή ὁποία ἀπέβλεπε στην διευκόλυνση τῆς πραγματικής ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος εγκαταστάσεως καί τοῦ δικαιώματος τῆς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τό Συμβούλιο ήθελε μᾶλλον νά διακρίνει μεταξύ τῶν ειδικών ἰατρῶν πού ἀναφέρονται στά κεφάλαια III καί IV τῆς ὁδηγίας 75/362 καί τῶν μή εἰδικῶν Ιατρών πού εμπίπτουν στό κεφάλαιο ΙΙ τῆς ιδίας ὁδηγίας. Ή ἰδία διάκριση ἀπαντᾶται καί στην εκδοθείσα σέ σχέση μέ αυτό τό ζήτημα ὁδηγία 75/363 περί συντονισμοί) τῶν νομοθετικών, κανονιστικῶν καί διοικητικών διατάξεων πού ἀφορούν τίς δραστηριότητες τῶν ἰατρῶν, στην ὁποία προβλέπεται γιά τίς διάφορες ειδικότητες ἰατρῶν, μεταξύ άλλων, ἕνας ελάχιστος χρόνος περαιτέρω εκπαιδεύσεως διαρκείας τριών μέχρι πέντε ετών. Ἄν συντρέχουν καί οἱ άλλες προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως, πού ἀναφέρονται στίς ὁδηγίες, ἀναγνωρίζονται ἀπό ὅλα τά Κράτη μέλη τά διπλώματα ιατρικής ειδικότητος πού ἀναφέρονται στην ὁδηγία 75/362, μέ ἀποτέλεσμα, οἱ κάτοχοι τους νά δύνανται νά εγκατασταθοῦν ὁπουδήποτε εντός τῆς Κοινότητος, χωρίς νά χρειάζεται νά πληρούν άλλες προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως.
Τά ἴδια πρέπει νά ισχύουν καί γιά τους «ιατρούς» πού ἀναφέρονται στό κεφάλαιο ΙΙ τῆς ὁδηγίας 75/362, ὅπου μέ αυτόν τόν ὅρο τό Συμβούλιο προφανώς θέλησε νά ἀναφερθεί στους γενικούς ιατρούς, πού εἶναι κάτοχοι ἑνός ἀπό τους τίτλους ιατρικής πού ἀναφέρονται στό άρθρο 3 τῆς οδηγίας 75/362 χωρίς νά ἀπαιτείται πρόσθετη εκπαίδευση πρός ἀπόκτηση ειδικότητος.
Γιά νά εξασφαλισθεί ὅτι αυτά τά διπλώματα, πιστοποιητικά ἡ άλλοι τίτλοι Ιατρικής θά θεωρούνται ισότιμα μέ τό άρθρο 1 τῆς συντονιστικής οδηγίας 75/363 ἀπαιτείται ὁ ενδιαφερόμενος νά διαθέτει τίς γνώσεις καί την πείρα πού ἀναφέρονται στό άρθρο αυτό, ιδίως δέ, συμφώνως πρός την παράγραφο 1δ τοῦ ἰδίου άρθρου, νά παρέχει επίσης την εγγύηση προσήκουσας κλινικής πείρας ὑπό ἀνάλογη εποπτεία σέ νοσοκομεία.
Ή ύπαρξη ὅμως ενός διπλώματος, πού ἕχει ἀποκτηθεί σέ ένα Κράτος μέλος καί ἀναγνωρίζεται ὡς ισότιμο πρέπει νά επιτρέπει την πραγματική άσκηση τοῦ δικαιώματος εγκαταστάσεως καί τοῦ δικαιώματος ελευθέρας παροχής υπηρεσιών στους γενικούς ἰατρούς, ὁπως καί στους ειδικούς. Ἐάν, συμφώνως πρός τους ισχυρισμούς τῆς καθ' ἧς στην κυρία δίκη, θεωρηθεί ὅτι επιτρέπεται γιά την εγκατάσταση ὡς «Huisarts» τῶν κατόχων μη ὀλλανδικών διπλωμάτων ή προϋπόθεση πρόσθετης εκπαιδεύσεως, αυτό θά εἶχε σάν ἀποτέλεσμα ὅτι οἱ κάτοχοι διπλωμάτων πού έχουν ἀποκτηθεί σέ άλλα Κράτη μέλη, τά όποια ἐν μέρει ἀπονέμονται μόνον μετά ἀπό ἀρκετά μακρά ἐκπαίδευση ἤ, ὅπως στην περίπτωση τῆς Δανίας, προϋποθέτουν πρακτική άσκηση, δέν θά είχαν δικαίωμα εγκαταστάσεως ὡς γενικών ιατρών στίς Κάτω Χώρες χωρίς πρόσθετη άσκηση. Ἐξ άλλου, οἱ κάτοχοι τοῦ ἀναφερομένου στό άρθρο 3 στοιχείο η ὀλλανδικοῦ πανεπιστημιακοῦ πτυχίου δόκτορος ιατρικής, πού δέν διαθέτουν την συμπληρωματική μονοετή άσκηση τοῦ «Huisarts», θά είχαν την δυνατότητα νά ἐγκατασταθοῦν σέ ὅλα τά άλλα Κράτη μέλη. Δέν χρειάζεται νά τονισθεί ιδιαιτέρως ὅτι ὁ νομοθέτης τῆς ὁδηγίας δέν μπορεῖ νά θέλησε μιά τέτοια άνιση μεταχείριση, ὡς πρός τήν ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν διπλωμάτων, πιστοποιητικών καί άλλων τίτλων ιατρικής καί ὡς πρός τά μέτρα πρός διευκόλυνση τῆς πραγματικῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος εγκαταστάσεως καί τοῦ δικαιώματος τῆς ελευθέρας παροχής υπηρεσιών.
Όπως ήδη εμφαίνεται ἀπό τόν τίτλο της, ἀλλά συνάγεται επίσης καί ἀπό τίς αιτιολογικές σκέψεις αυτής τῆς ὁδηγίας, πού ερείδεται στά άρθρα 49, 57, 66 καί 235 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό πνεῦμα καί ὁ σκοπός της εἶναι μάλλον νά ἐπιτρέψει πράγματι, μέσω τῆς ἀναγνωρίσεως ισοδυνάμων τίτλων ἰατρικής τήν «πρόσβαση στίς δραστηριότητες ἰατροῦ», ώστε νά πραγματοποιηθεί ἡ προβλεπομένη στην συνθήκη ΕΟΚ ελευθέρα κυκλοφορία τῶν προσώπων, τόσο μισθωτών ὅσο καί ἀνεξαρτήτων επαγγελματιών. Στίς Κάτω Χώρες ὅμως, λόγω τῶν ἐκεῖ ειδικών συνθηκών, δέν εἶναι δυνατή ἡ ἐγκατάσταση πρός άσκηση τοῦ επαγγέλματος τοῦ γενικοῦ Ιατρού, παρά μόνον ἄν ὁ ενδιαφερόμενος Ιατρός είναι εγγεγραμμένος στό μητρώο εγκεκριμένων γενικῶν Ιατρών, καί συνεπώς ἀναγνωρίζονται οἱ υπηρεσίες του ἀπό τόν φορέα τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, καθώς καί ἀπό τους Ιδιωτικούς ὀργανισμούς ἀσφαλίσεως υγείας. Μία ἁπλή εξομοίωση μεταξύ τῶν τίτλων ιατρικῆς πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας 75/362 δέν θά ἀνταπεκρίνετο, ὅπως τονίζει ὀρθώς ἡ Ἐπιτροπή, στους σκοπούς πού επιδιώκονται μέ τίς διατάξεις περί τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν προσώπων, ἐφ' ὅσον μέ αυτόν τόν τρόπο θά ἐπετυγχάνετο ἁπλώς καί μόνον μία θεωρητική ἀναγνώριση τῶν διπλωμάτων, χωρίς ἀξιόλογη πρακτική ἀξία.
Συμφώνως πρός τά ἀνωτέρω, τό άρθρο 2 της οδηγίας 75/362, στό όποιο ἀναφέρεται ὅτι κάθε Κράτος μέλος ἀναγνωρίζει στους τίτλους ιατρικῆς πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 3 αυτής τῆς ὁδηγίας «τά ἴδια ἀποτελέσματα, ὅσον άφορᾶ την πρόσβαση στίς ἀνεξάρτητες δραστηριότητες ιατρού καί τήν ἄσκηση τους, ὅπως τά διπλώματα, πιστοποιητικά καί άλλους τίτλους πού χορηγεί τό κράτος αυτό» δύναται νά ἑρμηνευθεῖ, ἀντιθέτως πρός τήν άποψη πού υποστηρίζει ἡ καθ' ἧς στην κυρία δίκη, μόνον κατά τήν έννοια ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν ἐν λόγω διπλωμάτων δύνανται πράγματι νά εγκαθίστανται ὡς «ιατροί», ὑπό τήν ἔννοια αυτής τῆς ὁδηγίας, σέ κάθε Κράτος μέλος χωρίς συμπληρωματικές προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως.
4.
Τελικώς, υπέρ τῆς ὀρθότητος αὐτης της ερμηνείας συνηγορεί επίσης, γιά νά παραθέσουμε ένα τελευταίο ἐπιχείρημα, τό άρθρο 21 τῆς ὁδηγίας, κατά τό όποιο τά Κράτη μέλη, τά όποια ἀπαιτούν ἀπό τους δικούς τους υπηκόους τήν πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ἀσκήσεως, προκειμένου νά τους επιτραπεί νά ἀσκούν τίς δραστηριότητες τους ὡς ἰατροί συμβεβλημένοι μέ ασφαλιστικά ταμεία, δύνανται να επιβάλλουν γιά μία περίοδο πέντε ετών ἀπό της κοινοποιήσεως τῆς ὁδηγίας τήν ἴδια υποχρέωση στους υπηκόους τῶν άλλων Κρατών μελών, ἡ δέ διάρκεια τῆς προπαρασκευαστικής ἀσκήσεως δέν δύναται νά υπερβαίνει τους έξι μῆνες. Ἀν καί δέν προκύπτει ἀμέσως ἀπό τό κείμενο αὐτης τῆς διατάξεως, ὅτι ἐθεσπίσθη στά μέτρα της υφισταμένης νομικῆς καταστάσεως, στην Ὀμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ὅπως θεωρεί ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι δυνατόν νά συναχθεί ἀπό αυτή ὅτι μετά τήν παρέλευση τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν πέντε ετών ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς ὁδηγίας δέν θά ἀπαιτεῖται κατά κανένα τρόπο ἡ πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ἀσκήσεως, κατά τήν διάρκεια δέ αυτού τοῦ χρονικοῦ διαστήματος δύναται νά ἀπαιτείται ἁπλώς καί μόνον προπαρασκευαστική άσκηση 6 μηνών.
5.
Πρέπει ἐπί πλέον νά ἀναφερθεί ὅτι αυτή ἡ ερμηνεία τῆς ὁδηγίας συμφωνεί καί μέ τήν υφισταμένη στίς Κάτω Χώρες νομοθετική καί διοικητική πρακτική, ὅσον άφορᾶ τήν έγγραφη μή Ὀλλανδών ιατρών, κατόχων διπλώματος πού έχει ἀποκτηθεί σέ ένα άλλο Κράτος μέλος. Ἔτσι, μέχρι τώρα, έχουν εγγραφεί στό ἐν λόγω μητρώο, μετά ἀπό αἴτηση τους καί άνευ ἑτερου Βέλγοι υπήκοοι, μέ βελγικό δίπλωμα διδάκτορος ιατρικῆς, χειρουργικῆς καί μαιευτικής, τό όποιο τους επιτρέπει νά ἀσκοῦν στό Βέλγιο τό επάγγελμα τοῦ ἰατροῦ γενικῆς ιατρικῆς, ἀφοῦ, συμφώνως πρός τό άρθρο 2 τοῦ ὀλλανδικού νόμου περί ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ επαγγέλματος, έχουν λάβει τήν άδεια νά ἀσκούν τό ἰατρικό επάγγελμα στίς Κάτω Χώρες.
Είναι περαιτέρω ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ ἀπόφαση 4-1980 τοῦ CHG, στήν ὁποία προεβλέπετο ὅτι ὅλοι οἱ κάτοχοι ἀλλοδαπών διπλωμάτων Ιατρικής, προκειμένου νά εγγράφοῦν στό ἐν λόγω μητρώο, έπρεπε νά πληρούν τίς ίδιες προϋποθέσεις πού προβλέπονται γιά τους κατόχους ὀλλανδικού διπλώματος ἰατρικῆς, δέν ενεκρίθη ἀπό τά ἁρμόδια ὀλλανδικά υπουργεῖα λόγω τοῦ ὅτι δέν συνῆδε μέ τίς ὁδηγίες 75/362 καί 75/363, καί επομένως δέν ἐτέθη σέ ἰσχύ.
Ἀν ὅμως δέν ἀπαιτείται συμπληρωματική εκπαίδευση ἀπό έναν μή Ὀλλανδό υπήκοο, κάτοχο διπλώματος πού ἀπέκτησε σ' ένα άλλο Κράτος μέλος καί ἀναφέρεται στό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας 75/362, τό ἴδιο πρέπει να ἰσχύει, ὁπως εἴδαμε, έχοντας ὑπ' ὄψη τίς σκέψεις πού εξεφράσθησαν στίς ἀποφάσεις Knoors (υπόθεση 115/78) καί Auer (υπόθεση 136/78), καί γιά τόν Ὀλλανδό υπήκοο, πού έχει ἀποκτήσει σέ ένα άλλο Κράτος μέλος δίπλωμα, ὑπό την έννοια τοῦ ἀναφερθέντος ἄρθρου 3.
6.
Ἀπό τά πραγματικά καί νομικά περιστατικά τῆς παρούσης υποθέσεως προκύπτει ὅτι δέν υπάρχει ὁ κίνδυνος πού ἀναφέρεται στην ἀπόφαση Knoors (υπόθεση 115/78), ὅτι δηλαδή μερικοί ἀπό τους υπηκόους ενός Κράτους μέλους κατά κατάχρηση τῶν διευκολύνσεων πού έχουν θεσπισθεί βάσει τῆς συνθήκης, θά ἠδύναντο νά ἀποφύγουν τήν εφαρμογή σ' αυτούς τῶν διατάξεων περί ασκήσεως επαγγέλματος. Ἕνας τέτοιος κίνδυνος καταχρήσεως ἀποκλείεται ἀπό τήν ὁδηγία 75/363, πού συντονίζει τά τῆς ἐπαγγελματικής εκπαιδεύσεως τῶν ιατρῶν καθορίζοντας, μεταξύ άλλων, ένα ἐλάχιστο χρονικό διάστημα σπουδών. Στην προκειμένη περίπτωση προστίθεται τό ὅτι ὁ χρόνος εκπαιδεύσεως στίς Κάτω Χώρες μέχρι τήν περάτωση τῶν πανεπιστημιακών σπουδών τοῦ δόκτορος ιατρικής ἀντιστοιχεί στόν ελάχιστο χρόνο φοιτήσεως τῶν έξι ετῶν, πού προβλέπεται στην ὁδηγία 75/363, ἐνῶ στό Βέλγιο τό ἀντίστοιχο δίπλωμα χορηγείται μόλις μετά ἀπό σπουδές επτά ετών. Οἱ φοιτητές μάλιστα, πού λόγω τοῦ υφισταμένου στίς Κάτω Χώρες «numerus clausus» κατευθύνονται σέ βελγικά πανεπιστήμια, αποδέχονται μακρύτερης διαρκείας φοίτηση.
III — Συμπεραίνοντας, προτείνω συνεπῶς, νά δοθεί ἡ έξης ἀπάντηση στό υποβληθέν ερώτημα:
Ἀπό τό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας 75/362 τοῦ Συμβουλίου τῆς 16ης Ίουνίου 1975, προκύπτει ὅτι ένας Ὀλλανδός υπήκοος, πού έχει ἀποκτήσει στό Βέλγιο τό ἀναφερόμενο στό άρθρο 3 τῆς ὁδηγίας αὐτῆς «wettelijk diploma van doctor in de genees-, heel- en verloskunde» (κρατικό δίπλωμα δόκτορος γενικῆς ιατρικής, χειρουργικῆς καί μαιευτικής), μετά τήν άδεια ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος του στίς Κάτω Χῶρες, έχει τό δικαίωμα νά εγγραφει στό μητρώο εγκεκριμένων γενικών ιατρών, πού τηρείται ἀπό τήν Koninklijke Nederlandsche Maatschappij tot Bevordering der Geneeskunst (Βασιλική Ὀλλανδική Ἕνωση γιά την προαγωγή της ιατρικής) χωρίς νά έχει περατώσει προηγουμένως τήν ἄσκηση, πού προβλέπεται στίς Κάτω Χώρες γιά τους «Huisarts».
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy