ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ παρούσα υπόθεση έχει ὡς ἀντικείμενο αἴτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο ἀπό τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας μέ διάταξη τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1980. 'Αφορα μία ποσότητα κεραμικῶν κηροπηγίων σέ σχήμα μικρής ἐνδεδυμένης κόρης, τά όποια εισήγαγε ἀπό τήν Ταϊβάν, τόν Αύγουστο τοῦ 1978, ἡ ἑτερρόρυθμη ἐταιρία Gebrüder Glunz (ἀποκαλούμενη ἐφ᾽ ἑξῆς «Glunz»), προσφεύγουσα ενώπιον τοῦ Finanzgericht, καί τα όποια περιγράφονται στά τιμολόγια ὡς «άγγελοι».
Τά εμπορεύματα ἐδηλώθησαν στό τελωνείο ὡς χριστουγεννιάτικοι άγγελοι ἀπό πορσελάνη μέ κηρία, εμπίπτοντες στην κλάση 97.05 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (ἐφ᾽ ἑξῆς «ΚΔ»), τό όποιο καλύπτει, μεταξύ άλλων, τά «εἴδη δι᾽ ἐορτάς Χριστουγέννων». Τό Hauptzollamt τοῦ Ἀμβούργου-Waltershof (ἐφ᾽ ἑξῆς: «Hauptzollamt») τά υπήγαγε προσωρινώς στην κλάση αυτή, άλλά, τήν 26η Σεπτεμβρίου 1978, τά υπήγαγε ὁριστικώς στην διάκριση 69.13 Β, ἡ ὁποία καλύπτει, μεταξύ άλλων, ἀγαλματίδια καί άλλα ἀντικείμενα διακοσμήσεως ἀπό πορσελάνη.
Ἡ Glunz υπέβαλε ένσταση κατά τῆς κατατάξεως αυτής καί, μετά τήν ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως τῆς ἀπό τό Hauptzollamt τήν 3η Σεπτεμβρίου 1979, ἤσκησε προσφυγή κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ Hauptzollamt. Ὁ κύριος λόγος τῆς προσφυγής τῆς ήταν ὅτι ἡ κατάταξη τῶν εμπορευμάτων ήταν εσφαλμένη. Τό Finanzgericht κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι τά κηροπήγια δέν είχαν τά ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ ἀγγέλου καί, συνεπώς, δέν ἠδύναντο νά θεωρηθούν ὡς εἴδη γιά τίς ἑορτές τῶν Χριστουγέννων. 'Ως πρός τήν εκτίμηση αυτή, δέν τίθεται ζήτημα στην παρούσα διαδικασία.
Ὁ δεύτερος λόγος πού ἐπεκαλέσθη ἡ Glunz ενώπιον τοῦ Finanzgericht ήταν ὅτι ἡ υποχρέωση τῆς πρός καταβολή δασμοῦ δέν ἠδύ-νατο νά εἶναι επαχθέστερη στην Γερμανία ἀπό ὅ,τι στά άλλα Κράτη μέλη καί ὅτι, γιά τόν λόγο αυτό, ὁ δασμός έπρεπε νά υπολογισθεί μέ ἀναφορά στό Κράτος μέλος μέ τό ἀσθενέστερο νόμισμα. Ή εξήγηση γιά τήν προβολή αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ έγκειται στόν τρόπο μέ τόν όποιο ὁ ἰσχύων τότε κανονισμός 2500/77 τῆς 7ης Νοεμβρίου 1977 (OJ L 289/1 τῆς 14ης Νοεμβρίου 1977) εξέφραζε τόν ἐπιβλητέο δασμό ἐπί τῶν εμπορευμάτων πού εμπίπτουν στην διάκριση 69.13 Β, δηλαδή: «11 %, μέ ελάχιστο όριο εἰσπράξεως 70 λογιστικές μονάδες ἀνά 100 χιλιόγραμμα μικτοῦ βάρους».
'Υπολογιζόμενος βάσει τοῦ 11 % τῆς ἀξίας τῶν εμπορευμάτων, ὁ δασμός ἀνήρχετο σέ 18386,19 γερμανικά μάρκα (DM) μόνο. Τό κατώτατο ὅριο δασμοῦ τῶν 70 λογιστικών μονάδων ἀνά 100 χιλιόγραμμα μικτού βάρους έπρεπε νά υπολογισθεί σύμφωνα μέ τόν κανόνα C.3 τοῦ τίτλου Ι τοῦ παραρτήματος τοῦ κανονισμοῦ 2500/77 περί κοινοῦ δασμολογίου. Ό κανόνας αυτός έχει ὡς ἐξῆς: «Ἡ ἀξία τῆς λογιστικής μονάδος (ΛΜ) βάσει τῆς ὁποίας εκφράζονται ὁρισμένοι ειδικοί δασμοί ἡ προσδιορίζονται ὁρισμένες κλάσεις ἡ διακρίσεις ἀνέρχεται σέ 0,88867088 γραμμάρια καθαροῦ χρυσοῦ. Ἡ τιμή μετατροπής τῆς λογιστικής μονάδος σέ ἀγγλικές λίρες, βελγικά φράγκα, γαλλικά φράγκα, γερμανικά μάρκα, δανικές κορώνες, ιρλανδικές λίρες, ιταλικές λιρέτες, φράγκα Λουξεμβούργου ἡ ὀλλανδικά φιορίνια εἶναι ἡ ἰσοτιμία πού έχει δηλωθεί γιά τά νομίσματα αυτά στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καί ἔχει ἀναγνωρισθεί ἀπό αυτό».
Κατά τό Finanzgericht, ἡ Ισοτιμία πού εἶχε ἀναγνωρίσει τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο γιά τό ἀνωτέρω ποσό καθαροῦ χρυσοῦ ήταν 3,66 DM. Συνεπῶς, 70 λογιστικές μονάδες ἀντεπροσώπευαν 256,2 DM. καί, δεδομένου ὅτι τό μικτό βάρος των εισαγομένων ἐμπορευμάτων έφθανε τά 28120,8 χιλιόγραμμα, ὁ δασμός πού προέκυπτε ἀνήρχετο σέ 72045,49 DM. Σύμφωνα μέ τό ΚΔ, έπρεπε νά καταβληθεί ἀπό τήν Glunz δασμός τοῦ ὕψους αὐτοῦ. Ή ἀντίρρηση τῆς Glunz ἐστηρίζετο στό γεγονός ὅτι, ἄν τά εμπορεύματα είχαν εἰσαχθεῖ στην 'Ιταλία, ὁ δασμός θά ήταν χαμηλότερος, συγκεκριμένα δέ, κατά τό Finanzgericht, ἴσος πρός μόνο 29342,30 DM.
Τό Finanzgericht έκρινε ὅτι τόση διαφορά στόν ἐπιβλητέο δασμό ἐπί τῶν ἰδίων εμπορευμάτων ήταν ἀσυμβίβαστη πρός τήν βασική ἀρχή τοῦ ΚΔ καί ἀποτελούσε διάκριση. Βάσει τῶν προτάσεων τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Warner στην ὑπόθεση 135/79, Gedelfi Großeinkauf GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas (ECR 1980, σ. 1713), τό Finanzgericht έκλινε πρός τήν άποψη ὅτι τό Hauptzollamt δέν δύναται νά εισπράττει δασμό ἀνώτερο ἀπό ἐκεῖνον πού θά ἐπεβάλλετο ἄν τά εμπορεύματα εἶχαν εἰσαχθεῖ στό Κράτος μέλος τό νόμισμα τοῦ ὁποίου υπέστη τήν μεγαλύτερη υποτίμηση ἀπό τῆς εἰσαγωγῆς τῆς λογιστικῆς μονάδος στό ΚΔ. Ὑπό τίς συνθῆκες αυτές, ἀπεφάσισε νά ὑποβάλει στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο ἐρώτημα: «Ό γενικός κανόνας C.3 τοῦ τίτλου Ι τοῦ πρώτου μέρους τοῦ παραρτήματος τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2500/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 7ης Νοεμβρίου 1977, εἶναι άκυρος κατά τήν εφαρμογή του στην δασμολογική διάκριση 69.13 Β τοῦ κοινού δασμολογίου κατά τό μέτρο κατά τό όποιο, σέ περίπτωση εἰσαγωγῆς τοῦ εμπορεύματος σέ Κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα, θά συνεπήγετο μεγαλύτερη δασμολογική επιβάρυνση ἀπό ὅ,τι στην περίπτωση εἰσαγωγῆς στό Κράτος μέλος τοῦ ὁποίου τό νόμισμα έχει υποστεί τήν μεγαλύτερη υποτίμηση ἐν σχέσει πρός τήν Ισοτιμία πού ἐδηλώθη στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ἡ οἱ προαναφερθείσες διατάξεις πρέπει νά ἑρμηνεύονται ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι δασμοί δέν δύνανται νά υπερβαίνουν τό ποσό πού θά εἰσεπράττετο σέ περίπτωση εἰσαγωγῆς στό Κράτος μέλος μέ τό ἀσθενέστερο νόμισμα;»
Οἱ περισσότεροι δασμοί ἐπί τῶν εμπορευμάτων πού καλύπτονται ἀπό τό ΚΔ είναι δασμοί ad valorem καί εκφράζονται, συνεπώς, ὡς ποσοστό τῆς ἀξίας τῶν εμπορευμάτων. Στόν κανονισμό 2500/77 υπήρχαν μόνο 115 διακρίσεις τοῦ ΚΔ γιά τίς όποιες ὁ δασμός καθωρίζετο βάσει άλλης Ιδιότητος τῶν εμπορευμάτων, ἐν προκειμένω τοῦ βάρους, καί ἐξεφράζετο σέ λογιστικές μονάδες. Δέν φαίνεται νά ἀμφισβητείται ὅτι μέ τόν τρόπο αυτόν ἐπεδιώκετο νά εξασφαλισθεί μέσω τοῦ ΚΔ ένα ὁμοιόμορφο κατώτατο επίπεδο προστασίας γιά ὁρισμένους ευαίσθητους βιομηχανικούς τομείς τῆς Κοινότητος. 'Ο κανόνας C.3, ὁ όποιος ὁρίζει τήν μέθοδο μετατροπής σέ εθνικά νομίσματα τῶν δασμών πού εκφράζονται σέ λογιστικές μονάδες, εἰσήχθη γιά πρώτη φορά μέ τόν ἀρχικό κανονισμό περί θεσπίσεως τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, δηλαδή τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 950/68 τῆς 28ης 'Ιουνίου 1968 (OJ L 172/1 της 22ας Ἰουλίου 1968) καί, τήν εποχή εκείνη, επέτυχε τόν ἀνωτέρω σκοπό. Τό σύστημα στό όποιο ἐβασίζετο κατέστη ἀπηρχαιωμένο ὅταν ἐγκατελείφθησαν οἱ σταθερές Ισοτιμίες καί επετράπη ἡ διακύμανση τῶν τιμών συναλλάγματος στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1970. Τοῦτο είχε ὡς ἀναπόφευκτο αποτέλεσμα ὅτι κατέστη ἀδύνατο νά διατηρηθεί ένα ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας. Φαίνεται ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ κανόνος C.3 προκαλοῦσε σημαντικά προβλήματα ἀπό τό 1974, ἀλλά μόνο μέ τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 2779/78 τῆς 23ης Νοεμβρίου 1978 (OJ L 333/5 τῆς 30ῆς Νοεμβρίου 1978) ἡ λογιστική μονάδα, πού ὁρίζεται στόν κανόνα αυτόν, ἀντικατεστάθη, μέ ισχύ ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1979, ἀπό τήν ευρωπαϊκή νομισματική μονάδα (ἐφ᾽ ἑξῆς «ΕΝΜ») ὅσον ἀφορᾶ τό ΚΔ. Ό κανόνας C.3 ἐτροποποιήθη, προκειμένου νά ληφθεί ὑπ᾽ όψη ὁ κανονισμός 2779/78, στό ΚΔ τοῦ 1979, πού ἀποτελεί παράρτημα τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 2800/78 τῆς 27ης Νοεμβρίου 1978 (OJ L 335/1 τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1978), ὁ ὁποῖος άρχισε επίσης νά ισχύει τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979.
Οἱ νομισματικές διακυμάνσεις κατά τά έτη πού ἐμεσολάβησαν δέν φαίνεται νά προεκά-λεσαν σοβαρά προβλήματα γιά τους έμπορους,. κυρίως διότι, χωρίς ἀμφιβολία, οἱ τελευταίοι μετεκύλιαν τό βάρος των εισαγωγικών δασμῶν στον καταναλωτή κατά τόν καθορισμό τῶν τιμῶν τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ δυσχέρεια φαίνεται νά προέκυψε επειδή ἡ Glunz καθώ-ρισε τήν τιμή τῶν εμπορευμάτων θεωρώντας ὡς δεδομένο ὅτι ὁ ἐπιβλητέος δασμός ήταν ὁ ὁριζόμενος γιά εἴδη γιά τίς εορτές τῶν Χριστουγέννων, πού ἐμπίπτουν στην κλάση 97.05 (10 %). Ή κατάταξη ὅμως τῶν ἐμπορευματων ἀπό τίς γερμανικές τελωνειακές ἀρχές, τήν ὁποία ἐπε-κύρωσε τό Finanzgericht, ὁδηγεί σέ επιβολή δασμοϋ κατά τι χαμηλότερου ̙πό τό 42 ο/ο τῆς ἀξίας τῶν εμπορευμάτων· ἄν τά εμπορεύματα είχαν εἰσαχθεῖ μέσω 'Ιταλίας, ὁ καταβλητέος δασμός γιά τήν διάκριση 69.13 Β θά ήταν λίγο περισσότερος ἀπό τό 17 % λόγω τῆς υποτιμήσεως τῆς λιρέτας.
Αυτή ἡ διαφορά στό επίπεδο τοῦ δασμού, τό όποιο ἔπρεπε κατά τήν πρόθεση τοῦ νομοθέτου νά εἶναι ὁμοιόμορφο, καταδεικνύει ενεργώς τίς δυσχέρειες πού προέκυψαν ἀπό τήν συνέχιση τῆς εφαρμογής τοΰ κανόνος C.3 χωρίς τροποποίηση. 'Ενα άλλο παράδειγμα τῶν δυσχερειών αὐτών ἀποτελεί ἡ υπόθεση Gedelfi, οπού ή έλλειψη ὁμοιομορφίας θά κατέληγε στην επιβολή εισαγωγικού δασμοῦ ἐπί τῶν ἰδίων εμπορευμάτων σέ ὁρισμένα μόνο Κράτη μέλη, ἐνῶ σέ άλλα ὄχι. Φυσικό επακόλουθο τῆς καταστάσεως αυτής εἶναι ἡ πρόκληση εκτροπών τοῦ εμπορίου καί στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἀφοῦ οἱ έμποροι ενθαρρύνονται νά εισάγουν εμπορεύματα μέσω Κρατών μελών τό νόμισμα τῶν ὁποίων μετατρέπεται μέ τήν ευνοϊκότερη γι' αὐτούς τιμή συναλλάγματος. Τοῦτο προφανώς ἀντίκειται πρός τίς βασικές ἀρχές τοῦ ΚΔ, πρέπει, ὅμως, νά παρατηρηθεί ὅτι καί ή τροποποιημένη μορφή τοῦ κανόνος C.3 πού ἰσχύει τώρα δέν εξαλείφει εντελώς τήν άνιση μεταχείριση πού προκύπτει ἀπό τίς διακυμάνσεις τῶν τιμών συναλλάγματος.
Ό πληρεξούσιος τῆς Glunz ἐστήριξε τά επιχειρήματά του υπέρ τῆς ἀκυρότητος τοῦ κανόνος C.3, ὅπως διατυπώνεται στον κανονισμό 2500/77, στίς προτάσεις τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως Warner στην υπόθεση Gedelfi, οἱ οποίες, κατά τόν ἐν λόγω πληρεξούσιο, έγιναν κατά βάση δεκτές ἀπό τό Δικαστήριο. Μολονότι τό Δικαστήριο ἀπέδωσε στά περιστατικά τῆς υποθέσεως τίς ίδιες συνέπειες μέ εκείνες πού προέκυπταν ἀπό τήν συλλογιστική τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως, δέν υιοθέτησε, κατά τήν γνώμη μου, τήν συλλογιστική αυτή, άλλά κατέληξε στό 'ίδιο ἀποτέλεσμα μέσω άλλης ὁδοῦ. Ἡ γνώμη τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως Warner ὅτι ὁ κανόνας ἦταν άκυρος ἐστηρί-ζετο, νομίζω, κατά πρώτον, στην άποψη οτι ό κανονισμός δέν ἀποτελοῦσε μέτρο κωδικοποιήσεως τοῦ ΚΔ άλλά νέα έκδοση του μέ διάφορες τροποποιήσεις. Δεδομένου ὅτι, κατά τήν άποψη του, τό κύρος τοῦ κανόνος έπρεπε νά ἐξετασθεί στό πλαίσιο τῆς οἰκο-νομικῆς καταστάσεως τῆς εποχής ἐκείνης, τό Συμβούλιο ἐνήργησε, κατά τήν γνώμη του, κατά παράβαση τῆς συνθήκης μέ τήν θέσπιση διατάξεως ἡ ὁποία, ἐφαρμόζοντας ξεπερασμένες, σταθερές τιμές συναλλάγματος, εἶχε ὡς συνέπεια, ἐπί τῶν Ιδίων εμπορευμάτων, νά επιβάλλεται εἰσαγωγικός δασμός σέ ένα Κράτος μέλος, ἐνῶ σέ άλλα ὄχι. Τό συμπέρασμα του δύναται νά θεωρηθεί ὅτι έχει εφαρμογή mutatis mutandis στίς περιστάσεις τῆς παρούσης υποθέσεως, ὅπου πρόκειται γιά διαφορά στό επίπεδο των εἰσαγωγικῶν δασμῶν καί ὄχι, ὅπως στην υπόθεση Gedelfi, γιά την δασμολογική κατάταξη τῶν εμπορευμάτων. Ό γενικός εἰσαγγελεύς Warner ἀπέκρουσε τά επιχειρήματα τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπής, κατά τά όποια ὁ κανόνας C.3 ἠδύ-νατο νά τροποποιηθεῖ πρίν ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979.
Στην ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔθεσε τό ζήτημα ἄν ὀρθώς ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner εἶχε θεωρήσει τόν κανονισμό 2500/77 ὡς μέτρο διαφορετικό ἀπό μία ἁπλή κωδικοποίηση. Υπεστήριξε ὅτι, ὅπως καί ὅλοι οἱ άλλοι κανονισμοί περί νέας εκδόσεως τοῦ ΚΔ, ὁ κανονισμός αυτός ήταν μία αυτόματη ἐπαναθέσπιση ισχυουσῶν διατάξεων. Δέν συμφωνώ μέ τόν Ισχυρισμό αὐτόν. Όλοι οἱ κανονισμοί περί νέας εκδόσεως τοῦ ΚΔ περιγράφονται ὡς «τροποποιήσεις» τοῦ κανονισμοί) 950/68. Είναι γεγονός ὅτι οἱ περισσότερες τροποποιήσεις ἀνάγονται σέ μεταβολές τῶν δασμών ἡ τῶν δασμολογικών κλάσεων, υπάρχουν, ὅμως, χωρία πού ἀπαντούν μονίμως στά προοίμια τῶν κανονισμών καί ἀπό τά όποια προκύπτει ὅτι ἡ ετησία ἐπανέκδοση τοῦ ΚΔ γίνεται μέ σκοπό νά περιληφθοῦν σ᾽ αυτή τροποποιήσεις πού εξασφαλίζουν τήν ὁμοιόμορφη εφαρμογή του καί τόν εκσυγχρονίζουν ως σύνολο. Συνεπώς, εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, σφάλμα νά θεωρούνται οἱ ἐκδόσεις αυτές ὡς ἁπλες κωδικοποιήσεις προϋφιστα-μένων διατάξεων μέ μερικές τροποποιήσεις ελάσσονος σημασίας. Συμφωνώ μέ τόν γενικό εἰσαγγελέα Warner ὅτι γιά τήν εξέταση τοῦ κύρους τοῦ κανόνος C.3, ὅπως διατυπώνεται στόν κανονισμό 2500/77, κρίσιμος χρόνος εἶναι ὁ χρόνος τῆς εκδόσεως τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ κατά τό έτος 1977 καί ὄχι κατά τό έτος 1968.
Ἡ γνώμη του ὅτι ὁ κανόνας C.3 ἀντέβαινε στην συνθήκη ἐστηρίζετο στίς υποθέσεις 37 καί 38/73 Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders κατά Indiamex (ECR 1973, σ. 1609), στίς όποιες τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ή τελωνειακή ένωση ἀποβλέπει στην εξίσωση τῶν δασμολογικών επιβαρύνσεων πού επιβάλλονται στἀ σύνορα τῆς Κοινότητος. Ή διάταξη πού ἐθεσπίσθη τό 1977 σαφώς δέν ἐπετύγχανε ούτε ἠδύνατο νά επιτύχει τόν σκοπό αυτόν. Μολονότι αυτός δέν εἶναι ὁ μόνος σκοπός τοῦ ΚΔ (ἀφοῦ στους σκοπούς του περιλαμβάνεται κατ' ἀνάγκη καί μία προστατευτική λειτουργία έμφυτη σέ κάθε δασμολογικό σύστημα), ἀποτελεί, πάντως, ἀναμφιβόλως έναν ἀπό τους σκοπούς του, καί δέν ἀμφισβητείται ὅτι, ἐξ αιτίας τῶν διακυμάνσεων τῶν τιμών συναλλάγματος, ὁ κανόνας παρήγαγε ἀποτελέσματα πού ἀντέβαιναν στον σκοπό αυτόν καί ήταν, ἑπομένως, ἀσυμβίβαστα πρός τήν συνθήκη.
Ό εκπρόσωπος τοῦ Συμβουλίου υπεστήριξε ὅτι, ἀφοῦ ἡ ἀληθινή αἰτία τῆς καταστάσεως αυτής ἐκφεύγει τοῦ έλεγχου τῆς Κοινότητος, τό σφάλμα δέν δύναται νά ἀναζητηθεί σ' αὐτόν τοῦτο τόν κανόνα.
' Όταν οἱ ἐπικρατοῦσες οἰκονομικές συνθήκες εἶναι τέτοιες, ώστε νά θέτουν σέ κίνδυνο τήν πραγματοποίηση τῶν στόχων τῆς συνθήκης, πιστεύω ὅτι εἶναι καθήκον τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς καταστάσεως (βλ. πχ. τήν ἀνάλογη κατάσταση στην υπόθεση 9/73 Schüter κατά Hauptzollamt Lörrach (ECR 1973, σ. 1135, στην σ. 1161). Ἐξ άλλου, ὅμως, ὀφείλουν νά πράττουν μόνο ὅ,τι εἶναι εφικτό καί ἐνδέχεται νά ἀρκεῖ ἡ θέσπιση νομοθετικής διατάξεως πού εἶναι κατά εύλογη κρίση ή πλέον λειτουργική ὑπό τις δεδομένες συνθήκες, έστω καί ἄν δέν επιλύει εντελώς τό πρόβλημα. Ἐν τούτοις, ἄν τό Συμβούλιο παρέλειψε νά θεσπίσει την κατά εύλογη κρίση πλέον λειτουργική ἀπό τίς πιθανές λύσεις, δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἐνήργησε «γιά την πραγματοποίηση τῶν σκοπῶν τῆς συνθήκης», ὅπως ἀπαιτεί τό άρθρο 145.
Ἐπί πλέον, ἄν ἡ λύση πού υἱοθέτησε παράγει άνισα ἀποτελέσματα στά διάφορα Κράτη μέλη ἡ παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, στην ὁποία ἀνεφέρθη ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Capotorti στην υπόθεση 114/76 Bela-Mühle κατά Crows Farm (ECR 1977, σ. 1211, στην σ. 1232), παραβιάζει ἐπίσης τίς ἀρχές τοῦ δικαίου στίς όποιες βασίζεται ἡ συνθήκη.
Στην παρούσα υπόθεση δέν φαίνεται νά ἀμφισβητείται ὅτι ἡ ΕΛΜ (ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα) ήταν κατά εύλογη κρίση μία λύση περισσότερο λειτουργική ἀπό τόν ἀτροποποίητο κανόνα C.3. Τόσο τό Συμβούλιο ὅσο καί ἡ Ἐπιτροπή φαίνεται νά δέχονται ὅτι τό βασικό ζήτημα έγκειται στό ἄν ἡ ἐπανέκδοση του προδίδει μία ἀδικαιολόγητη παράλειψη θεραπείας της καταστάσεως πού είχε δημιουργηθεί λόγω της διακυμάνσεως τῶν τιμών συναλλάγματος.
Ή ἱστορία τῆς ΕΛΜ φαίνεται νά 'έχει ως ἑξῆς: Ή μονάδα αυτή εἰσήχθη γιά πρώτη φορά τό 1975 γιά τήν ἔκφραση τῶν ποσῶν των ενισχύσεων πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 42 τῆς συμβάσεως Λομέ, καθώς καί γιά τήν λογιστική τῆς Ευρωπαϊκής Τραπέζης 'Επενδύσεων καί γιά τήν ΕΚΑΧ. Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1977 καθιερώθη ἡ χρήση της καί στόν κοινοτικό προϋπολογισμό (βλέπε OJ L 356/1 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1977). Τήν 6η 'Οκτωβρίου 1976, ἡ 'Επιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο πρόταση περί καθιερώσεως της ΕΛΜ σέ ὅλες τίς πράξεις τῶν κοινοτικών ὀργάνων, περιλαμβανομένου καί τοῦ ΚΔ, ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 (βλ. OJ C 271/5 τῆς 17ης Νοεμβρίου 1976). Ή πρωτοβουλία αυτή ελήφθη ὑπό τό φῶς τῆς συμφωνίας πού εἶχε επιτευχθεί στό Kingston κατά τό έτος εκείνο καί μέ τήν ὁποία επετράπη ἡ διακύμανση τῶν τιμών συναλλάγματος καί ἐτροποποιήθη τό κατασταστικό τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Κατά τήν Ἐπιτροπή, ἡ πρωτοβουλία αυτή δέν ελήφθη ενωρίτερα διότι, μέχρι τότε, ἡ διεθνής νομισματική κατάσταση ἀπέκλειε τήν υιοθέτηση μακροπροθέσμου λύσεως ικανής νά παράσχει μία σταθερή καί λειτουργική ἀξία ἀναφορᾶς γιά τά νομίσματα τῶν Κρατών μελών.
Στίς προτάσεις του, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner ἀνέφερε ὅτι στην ἀνωτέρω πρόταση δέν εδόθη συνέχεια. Φαίνεται ὅτι αυτή ή πρόταση γιά καθολική ἀναμόρφωση τῆς ΕΛΜ παρεπέμφθη πρώτα, τήν 15η 'Οκτωβρίου 1976, ἀπό τό Συμβούλιο στην Οἰκονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή, ἡ ὁποία διετύπωσε τήν γνώμη τῆς τήν 15η Δεκεμβρίου (βλ. OJ C 56/70 τῆς 7ης Μαρτίου 1977). Δεδομένου ὅτι ἡ πρόταση ἐστηρίζετο στά άρθρα 209 καί 235 τῆς συνθήκης, έπρεπε επίσης νά ζητηθεί ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καί τού 'Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τό Κοινοβούλιο διετύπωσε τήν γνώμη του τήν 10η Μαρτίου 1977, προτείνοντας διάφορες τροποποιήσεις (βλ. OJ C 83/33 τῆς 4ης 'Απριλίου 1977), καί, στίς 16 Μαΐου, ή πρόταση υπεβλήθη στό Συμβούλιο τροποποιημένη. Χωρίς ἀμφιβολία, ἄν ἡ πρόταση εἶχε γίνει δεκτή ἀπό τήν ἀρχική τῆς μορφή, θά ήταν δυνατόν νά εκδοθεί ὁ κανονισμός μέ έναρξη τῆς ισχύος του τήν 1η 'Ιανουαρίου 1978, ὅπως εἶχε σκοπό ἡ 'Επιτροπή. Ἀντ᾽ αὐτοῦ, παρήλθε ένα διάστημα ὀκτώ μηνών μέχρι τῆς 23ης 'Ιανουαρίου 1978, ὅταν τό Συμβούλιο διεβίβασε τήν ἀρχική πρόταση, μαζί μέ τό τροποποιημένο σχέδιο, στό 'Ελεγκτικό Συνέδριο, τό ὁποῖο διετύπωσε τήν γνώμη του τήν 15η 'Ιουνίου 1978 (βλ. OJ C 139/23 τῆς 5ης 'Ιουνίου 1979). Καμμία περαιτέρω ἐνέργεια δέν φαίνεται νά έγινε ὡς πρός τήν πρόταση αυτή. Ἀντ' αὐτοθ, τήν 6η Νοεμβρίου 1978, ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε νέα πρόταση, περί εφαρμογής τῆς ΕΛΜ σέ ὃλες τίς πράξεις πού άφοροῦν τελωνειακά θέματα (βλ. OJ C 279/4 τῆς 23ης Νοεμβρίου 1978). Ή πρόταση αύτη έγινε δεκτή ἀπό τό Συμβούλιο τήν 23η Νοεμβρίου μέ τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοί) 2779/78.
Καμμία εξήγηση δέν εδόθη ὡς πρός τόν λόγο γιά τόν όποιο τά πράγματα ἀκολούθησαν αυτή τήν πορεία. Είναι δύσκολο νά εννοηθεῖ γιατί ἡ Επιτροπή υπέβαλε πρόταση γιά τήν χωριστή εισαγωγή τῆς ΕΛΜ στό τελωνειακό δίκαιο μόλις τό 1978, ένῶ, τό 1976, εἶχε προτείνει τήν ὁλοκληρωτική ἀντικατάσταση τῆς λογιστικής μονάδος άπό τήν ΕΛΜ. Έν πάση περιπτώσει, εἶναι -σαφές ὅτι δέν ύπηρχε κανένα κώλυμα γιά τήν τροποποίηση τοῦ κανόνος C.3 το 1977, δεδομένου ὅτι γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ΕΛΜ στό τελωνειακό δίκαιο δέν ήταν ἀνάγκη νά προηγηθεί ἡ ευρύτερη ἀναμόρφωση τήν ὁποία έμελετοῦσε ἡ 'Επιτροπή. Ή ΕΛΜ εἰσήχθη πράγματι χωριστά στό τελωνειακό δίκαιο. 'Εξ άλλου, επειδή επρόκειτο γιά τελωνειακό ζήτημα, δέν ήταν ἀνάγκη νά ζητηθεί ἡ γνώμη τοῦ 'Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μέ τά δεδομένα αὐτά, έχω τήν γνώμη ὅτι ἡ ἐπανάληψη τοῦ κανόνος C.3 στόν κανονισμό 2500/77 συνιστούσε ἀδικαιολόγητη παράλειψη τῶν κοινοτικών ὀργάνων νά υἱοθετήσουν τήν κατά εύλογη κρίση πλέον λειτουργική ἀπό τίς δυνατές λύσεις γιά τήν πραγματοποίηση των σκοπών τῆς συνθήκης καί είδικότερα το ΚΔ. Κατά τήν γνώμη μου, επομένως, πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανόνας αὐτός εἶναι άκυρος.
Τό Finanzgericht έρωτα άν, σέ περίπτωση πού ὁ κανόνας C3 δέν εἶναι εντελώς άκυρος, πρέπει νά ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε ὁ έπιβλητέος δασμός νά ανέρχεται μέχρι τοῦ ποσοθ στό όποιο θά ἀνήρχετο άν τά εμπορεύματα είχαν εισαχθεί στό Κράτος μέλος μέ τό ἀσθενέστερο νόμισμα.'Εν ὄψει τῆς διατυπώσεως τοῦ κανόνος, μία τέτοια ἑρμηνεία του είναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀδύνατη. Μία τέτοια μέθοδος υπολογισμού θά ήταν έκ διαμέτρου αντίθετη προς τήν προβλεπομένη ἀπό τόν κανόνα, καθώς καί πρός τήν ἔννοια τῆς λογιστικής μονάδος.
Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς υπεστήριξε ὃτι, ἄν τό Δικαστήριο κρίνει ὅτι ô κανονισμός εἶναι άκυρος, θά πρέπει νά περιορίσει κατά κάποιον τρόπο τήν ἀπόφαση του, ορίζοντας πχ. ὅτι ἡ ἀκυρότης έχει ἀποτελέσματα μόνο ἀπό τῆς εκδόσεως της αποφάσεως του ἡ ὅτι τά αποτελέσματά της περιορίζονται μόνο στην Glunz ἡ σέ ὁποιονδήποτε άλλο είσαγωγέα πού τυχόν έχει ήδη υποβάλει αίτηση παροχής έννόμου προστασίας, εκκρεμούσα ἀκόμη κατά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. 'Ως λόγος γιά τόν περιορισμό αυτόν προβάλλεται τό γεγονός ὅτι ὁ ἀριθμός των πιθανών ἀξιώσεων περί ἀποδόσεως άχρεω-στήτως καταβληθέντων δασμών είναι ἀνυπολόγιστος καί ὅτι τά ποσά πού τυχόν ὀφείλονται εἶναι δύσκολο νά υπολογισθούν έν ὂψει τῶν διακυμάνσεων τῶν εθνικών νομισμάτων, τῶν διαφορών μεταξύ τών εθνικών νομοθεσιών ὡς πρός τέτοιες ἀξιώσεις καί τῆς ανάγκης νά εξασφαλισθεί ὃτι οί δασμοί πού κατεβλήθησαν πέραν τοῦ ὀφειλομένου δέν μετεκυλίσθησαν στόν καταναλωτή. Στίς ἀποφάσεις τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1980 στίς υποθέσεις 4/79, Providence agricole de la Champagne κατά ONIC, 109/79, Maïseries de Beauce κατά ONIC, καί 145/79, Roquette κατά Γαλλίας, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ἡ άκυρότης τῶν κρινόμενων διατάξεων δέν επηρέαζε τίς πληρωμές πού εἶχαν γίνει πρίν ἀπό τήν έκδοση τῆς αποφάσεως.
Οί περιστάσεις στίς υποθέσεις εκείνες ήταν κάπως διαφορετικές άλλά, κατά τήν γνώμη μου, οἱ 'ίδιες ἀρχές έχουν εφαρμογή καί στην παρούσα υπόθεση.
Γιά τους λόγους αυτούς, προτείνω νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανόνας C.3 τοῦ κανονισμοῦ 2500/77 εἶναι άκυρος, χωρίς ὅμως ἡ ἀναγνώριση αύτη νά ἐπηρεάσει τίς πληρωμές πού έγιναν πρίν ἀπό την έκδοση τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy