ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα προδικαστική υπόθεση ἔχει ὡς ἀντικείμενο την ερμηνεία μιας διατάξεως τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 269/73 τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 31ης Ίανουαρίου 1973 — περί τῶν λεπτομερειῶν εφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῶν εξισωτικῶν ποσών «προσχωρήσεως» — ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 1466/73 τῆς 30ης Μαΐου 1973. Ὅπως εἶναι γνωστό, τά εξισωτικά ποσά τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἐθεσπίσθησαν ἐπό τήν πράξη περί τῶν ὅρων προσχωρήσεως στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες τοῦ Βασιλείου τῆς Δανίας, τῆς Δημοκρατίας τῆς Ίρλανδίας καί τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου. Τά άρθρα 51 καί 52 τῆς ἐν λόγω πράξεως επέτρεπαν στίς ἀρχές τῆς Κοινότητος νά καθορίζουν τίς τιμές τῶν γεωργικών προϊόντων γιά τά νέα Κράτη μέλη, κατά τήν διάρκεια τῆς μεταβατικής περιόδου, σέ επίπεδα χαμηλότερα ἀπό τά επίπεδα τῶν κοινών τιμών. Τό άρθρο 55 παράγραφος 1 τῆς πράξεως, προέβλεπε τήν εξίσωση τῶν διαφορών αυτών μέσω ἑνός συστήματος εξισωτικών ποσών, τά όποῖα, στίς συναλλαγές τῶν νέων Κρατών μελών μεταξύ τους καί μέ τήν Κοινότητα ὑπό τήν ἀρχική τῆς σύνθεση, θά εἰσεπράττοντο ἀπό τό κράτος εισαγωγής ή θά ἐχορηγοῦντο ἀπό τό κράτος εξαγωγής.
Τά ἐν λόγω ποσά εμειώθησαν κατόπιν προοδευτικώς, κατά τήν διάρκεια τῆς πε-νταετοῦς μεταβατικής περιόδου, ἀκολουθώντας τόν ρυθμό τῆς ετησίας προσεγγίσεως μεταξύ τῶν γεωργικών τιμών πού καθορίζοντο γιά τά νέα Κράτη μέλη καί τῶν κοινών τιμών πού προσδιορίζοντο κατά τήν έναρξη κάθε γεωργικής περιόδου.
Τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 229/73 τῆς 31ης Ίανουαρίου 1973 τοῦ Συμβουλίου, περί τῆς θεσπίσεως τῶν γενικών κανόνων τοῦ καθεστώτος τῶν εξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως» στόν τομέα τῶν σιτηρών, ἀνέφερε μεταξύ άλλων ὅτι σκοπός τους ήταν νά καταστεί δυνατή ἡ ὑπό Ικανοποιητικές συνθήκες διακίνηση τῶν προϊόντων μεταξύ δύο Κρατών μελών πού έχουν διαφορετικά ἐπίπεδα τιμών. Πρός τοῦτο, ὁ κανονισμός προέβλεπε ὅτι ὁ εξαγωγεύς σιτηρών ἀπό ένα Κράτος μέλος στό όποιο οἱ τιμές ήταν υψηλότερες ἐδικαιοῦτο νά εισπράξει ένα εξισωτικό ποσό, ἐνῶ ὁ εἰσαγωγεύς ἀπό ένα Κράτος μέλος μέ χαμηλότερο επίπεδο τιμών ὑπεχρεοῦτο νά καταβάλει ένα εξισωτικό ποσό. Όπως εἶχα τήν ευκαιρία νά παρατηρήσω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 6/78, Union Française de Céréales (Raccolta 1978, σ. 1686), ή ὁποία ἀφοροῦσε εξαγωγές ἀπό τά ἀρχικά Κράτη μέλη πρός τά νέα Κράτη μέλη (στά όποια οἱ τιμές τῶν σιτηρών ήταν χαμηλότερες), ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος τῶν ἐξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως» ήταν κατ' οὐσίαν ὅμοια μέ τήν λειτουργία τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή πρός τρίτες χώρες. Καί στίς δύο περιπτώσεις, πράγματι, ἐπεδιώκετο νά υπερνικηθεί, μέ τήν χορήγηση μιᾶς ενισχύσεως στους εξαγωγείς, τό εμπόδιο πού συνιστᾶ γιά τίς συναλλαγές τό υψηλότερο επίπεδο τῶν τιμών στόν κοινοτικό χώρο σέ σύγκριση πρός τίς τρίτες χώρες ἡ στόν χώρο τῆς Κοινότητος ὑπό τήν ἀρχική τῆς σύνθεση σέ σύγκριση πρός τά νέα Κράτη μέλη. Τήν ἴδια λειτουργία ἐξεπλήρωναν βεβαίως τά εξισωτικά ποσά πού κατεβάλλοντο στους εξαγωγείς κατά τίς συναλλαγές μεταξύ δύο νέων Κρατών μελῶν, βάσει τοῦ γεγονότος ὅτι τό ἕνα ἀπό αυτά (ή χώρα ἐξαγωγῆς) εἶχε υψηλότερο επίπεδο τιμῶν ἀπό την χώρα εισαγωγῆς.
Ὅσον άφορᾶ τό ὕψος τῶν εξισωτικών ποσών, εκείνα πού ἐφηρμόζοντο στίς συναλλαγές μεταξύ τῆς Κοινότητος ὑπό την ἀρχική τῆς σύνθεση καί ἑνός ἀπό τά νέα Κράτη μέλη ήταν ἴσα πρός τήν διαφορά μεταξύ τῶν τιμών πού είχαν καθορισθεί ἀπό τά ἁρμόδια κοινοτικά ὄργανα γιά τό οἰκεῖο νέο Κράτος μέλος καί τῶν κοινών τιμών (άρθρο 55 παράγραφος 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως καί άρθρο 1 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού 229/73 τοῦ Συμβουλίου). Στίς συναλλαγές μεταξύ τῶν νέων Κρατών μελών, ὅμως, τά εξισωτικά ποσά ήταν ἴσα προς τήν διαφορά μεταξύ τῶν ποσών πού είχαν εφαρμογή στίς συναλλαγές μεταξύ καθενός ἀπό τά νέα Κράτη μέλη καί της Κοινότητος ὑπό τήν ἀρχική τῆς σύνθεση (άρθρο 55 παράγραφος 3 τῆς πράξεως προσχωρήσεως καί άρθρο 3 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού 229/73).
Ἐνα σημείο πού δέν πρέπει νά λησμονείται στό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως, εἶναι ὅτι τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοί) 229/73 επέτρεπε τήν καθιέρωση ενός συστήματος προκαθορισμού τοῦ εξισωτικού ποσοῦ, ἀνάλογο πρός τό προβλεπόμενο στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν εισφορών κατά τήν εισαγωγή καί τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή στίς συναλλαγές μέ τίς τρίτες χώρες. Ἕνα τέτοιο σύστημα εισήγαγε ὁ κανονισμός 3280/73 τῆς Ἐπιτροπής της 4ης Δεκεμβρίου 1973, ὁ όποιος ὥριζε, μεταξύ άλλων, ὅτι τό εξισωτικό ποσό ὑπελογίζετο βάσει τοῦ συντελεστοῦ πού ἴσχυε κατά τήν ήμερα υποβολῆς τῆς αιτήσεως γιά τήν έκδοση τοῦ πιστοποιητικοῦ προκαθορισμοί). Ή διάρκεια ισχύος τοῦ πιστοποιητικοῦ αὐτοῦ ήταν περιωρισμένη ἀφ' έτερου, πιστοποιητικό εκδοθέν σέ ἕνα ἀπό τά ἀρχικά Κράτη μέλη ἠδύνατο νά χρησιμοποιηθεί καί σέ ένα άλλο ἀπό τά κράτη αυτά. Γιά τά σιτηρά, προεβλέπετο ἡ υποχρεωτική σύσταση εγγυήσεως τριών λογιστικών μονάδων ἀνά τόννο, ἐλευθερουμένης μετά τήν προσαγωγή ἀποδείξεως περί τῆς εκπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων πού προέβλεπε τό άρθρο 8 τοῦ κανονισμοί) 3280/73 καί, σέ περίπτωση εξαγωγής, τῆς προσθέτου ἀποδείξεως ὅτι τό προϊόν εγκατέλειψε τό έδαφος τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο ἐξεπληρώθησαν οἱ διατυπώσεις αὐτές.
'Υπογραμμίζω, τέλος, ὅτι, βάσει τοῦ άρθρου 5 τοῦ κανονισμοί) τῆς Ἐπιτροπῆς 269/73, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 1466/73, προϋπόθεση τῆς καταβολῆς τοῦ εξισωτικού ποσού στον εξαγωγέα ήταν καί πάλι ἡ ἀπόδειξη ὅτι τό προϊόν εγκατέλειψε τό γεωγραφικό έδαφος τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο έχουν εκπληρωθεί οἱ τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγῆς. Τό γεγονός αυτό έπρεπε νά ἀποδειχθεί μέ τήν προσκόμιση τοῦ λεγομένου έντυπου έλέγχου Τ 5, τό όποιο έπρεπε νά έχει θεωρηθεί ἀπό τίς ἀρχές τοῦ κράτους προορισμοῦ καί νά φέρει, μεταξύ άλλων, τήν ἀκόλουθη δήλωση τοῦ εξαγωγέως: «Προοριζόμενο για διάθεση στην κατανάλωση». Όπως θά δοῦμε, ὅμως, οἱ διάφορες γλωσσικές ἀποδόσεις τῆς διατάξεως αυτής δέν συμφωνοῦν, ἀπό αυτή δέ ἀκριβώς τήν ἀνομοιότητα προέκυψαν οἱ ἀμφιβολίες τοῦ δικαστοῦ τῆς ουσίας.
2.
Ἔρχομαι τώρα σέ μία σύντομη σύνοψη τῶν πραγματικών περιστατικών. Βάσει πιστοποιητικοῦ πού εξεδόθη τήν 29η Ίουλίου 1975 ἀπό τίς δανικές ἀρχές καί ἴσχυε μέχρι τῆς 26ης Σεπτεμβρίου τοῦ ιδίου έτους, ή εταιρία Töpfer τοῦ Ἀμβούργου — πού επιδίδεται στό διεθνές εμπόριο σιτηρών — ἐπέτυχε τόν προκαθορισμό ενός ἐξισωτικοῦ ποσοῦ «προσχωρήσεως» γιά τήν εξαγωγή 5000 τόννων σίτου, ἀπό τήν Δανία στό Ήνωμένο Βασίλειο, μέ συντελεστή 24,05 ΛΜ ἀνά τόννο (υπέρ τῆς εξαγωγέως εταιρίας), κατέθεσε δέ πρός τοῦτο την προβλεπομένη εγγύηση. Τήν 27η Αυγούστου τοῦ Ιδίου ἔτους, ἡ εταιρία Töpfer επέτυχε ἐξ άλλου τόν προκαθορισμό ἀπό τίς βελγικές ἀρχές ενός εξισωτικοί) ποσοῦ «προσχωρήσεως» γιά τήν εισαγωγή σίτου, προερχομένου ἀπό τήν Δανία καί τό Ήνωμένο Βασίλειο, σέ ἕνα Κράτος μέλος τῆς Κοινότητος ὑπό τήν αρχική τῆς σύνθεση. Τό ποσό αυτό ἀνήρχετο σέ 2 ΛΜ ἀνά τόννο (εἰς βάρος τῆς εἰσαγωγέως ἑταιρίας). Καί σ' αυτή τήν περίπτωση κατετέθη επίσης ἐγγύηση.
Τήν 4η Σεπτεμβρίου 1975, ἡ Töpfer συνήψε μέ τήν ἑταιρία Bremer Rolandmühle τῆς Βρέμης σύμβαση πωλήσεως 1800 τόννων δανικοῦ σίτου. Τήν 15η Σεπτεμβρίου, ή Töpfer ἐπώλησε 1800 τόννους δανικού σίτου, πρός 63 στερλίνες ἀνά τόννο, στην ἀγγλική εταιρία Dalgety Franklin Ltd τοῦ Norwich, άλλά τήν ἑπομένη (16 Σεπτεμβρίου) ἀγόρασε ἐκ νέου ἀπό τήν ἑταιρία αυτή τό ἴδιο εμπόρευμα πρός 66,35 στερλίνες ἀνά τόννο. Ἐν τω μεταξύ, μέ τηλετύπημα τῆς 15ης καί τῆς 19ης Σεπτεμβρίου, ή Töpfer ἐναύλωσε ἀπό ένα άγγλο εφοπλιστή τρία πλοία γιά τή μεταφορά τῆς ἀνωτέρω ποσότητος σίτου ἀπό τήν Δανία καί έδωσε τίς έξῆς ὁδηγίες: «For destination Lowestoft» — «discharging and reloading into the same vessel» — «final destination: Bremen». Οἱ ἐν λόγω 1800 τόννοι δανικοῦ σίτου μετεφέρθησαν έτσι στό Lowestoft, στό Ήνωμένο Βασίλειο, ὅπου ἀπετέθησαν, τουλάχιστον ἐν μέρει, σέ σιταποθήκες τῆς εταιρίας Lowestoft Storage Shipping Co μέ έξοδα τῆς ἀνωτέρω ἑταιρίας Dalgety Franklin. Ἀμέσως μετά τήν ὁλοκλήρωση των διατυπώσεων εισαγωγής, ὁ σίτος ἐφορτώθη ἐκ νέου στά ἴδια πλοῖα καί ἐπανεξήχθη πρός Βρέμη.
Προσκομίζοντας τό πιστοποιητικό προκαθορισμοῦ τῆς 29ης Ἰουλίου, ἡ ἑταιρία Töpfer εισέπραξε στην Δανία εξισωτικό ποσό ἀνερχόμενο σέ 287500 δανικές κορῶνες (ἀντίστοιχο πρός 20,62 λογιστικές μονάδες ἀνά τόννο) καί επέτυχε τήν ελευθέρωση τῆς καταβληθείσης ἐγγυήσεως. Ἐν συνεχεία, καί μετά τήν εκπλήρωση τῶν διατυπώσεων εισαγωγής στην Γερμανία, ή Töpfer κατέβαλε τό εξισωτικό ποσό τῶν 2 λογιστικών μονάδων ἀνά τόννο, βάσει τοῦ πιστοποιητικοῦ πού τῆς εἶχε χορηγηθεί τήν 27η Αυγούστου στό Βέλγιο. Ἀλλά στό έντυπο πού ἀποκαλείται «έντυπο έλεγχου Τ 5», τό όποιο έφερε τήν προσήκουσα θεώρηση τῶν βρετανικῶν άρχῶν καί ἐπε-δείχθη στίς δανικές ἀρχές, ἡ Töpfer εἶχε δηλώσει ὅτι τό εμπόρευμα προωρίζετο γιά διάθεση στην κατανάλωση στην Μεγάλη Βρετανία. Ὑπό τό φῶς τῶν περιστατικών πού περιεγράφησαν, ἡ δήλωση αύτη ἀπεδείχθη παραπλανητική, καί γιά τόν λόγο αὐτό ὁ ἀρμόδιος γιά τήν δίωξη εγκλημάτων οικονομικής φύσεως δανός εἰσαγγελεύς, μέ πράξη τῆς 14ης Νοεμβρίου 1979, διετύπωσε κατά τῶν υπευθύνων τῆς εταιρίας Töpfer τήν κατηγορία ὅτι παρέβησαν τόν νόμο 595, τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί τῆς εφαρμογής τῶν κανονισμών τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος περί κοινής ὀργανώσεως τῶν ἀγορών τῶν γεωργικών προϊόντων, ἐζήτησε δέ νά υποχρεωθούν οἱ κατηγορούμενοι νά ἀποδώσουν τά εξισωτικά ποσά πού εἶχαν εισπράξει χωρίς νόμιμη αἰτία.
Κατά τήν διάρκεια τῆς ποινικής δίκης, οἱ κατηγορούμενοι παρεδέχθησαν ὅτι, ήδη πρό τῆς εξαγωγής τοῦ ἐμπορεύματος ἀπό τήν Δανία, εἶχε μελετηθεί ἡ τελική παράδοση του σέ πελάτη τῆς ἐταιρίας Töpfer στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία, εἰς εκτέλεση τῆς προαναφερθείσης συμβάσεως τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1975. Ὑπεστήριξαν, ὅμως, ὅτι ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου δέν υπήρχε κώλυμα γιά τήν ἐπανεξαγωγή τοῦ εμπορεύματος στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, μετά τήν θέση του σέ ελεύθερη κυκλοφορία στην Μεγάλη Βρετανία. Τό Byret τῆς Κοπεγχάγης, μέ διάταξη τῆς 17ης Όκτωβρίου 1980, έκρινε ὅτι ήταν ἀνάγκη νά διαγνωσθεί ἡ ἀκριβής έννοια τοῦ ἄρθρου 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 269/73 τῆς Ἐπιτροπής, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 1466/73, ἐν ὄψει τῶν διάφορων πού υφίστανται μεταξύ τῶν διαφόρων γλωσσικῶν ἀποδόσεων, καί ἐν ὄψει τῶν παρατηρήσεων τοῦ εισαγγελέως, κατά τόν όποιο ἡ ἐν λόγω διάταξη ἐφηρμόζετο κατά διάφορο τρόπο στά διάφορα Κράτη μέλη. Πρός τούτο, βάσει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀνωτέρω δικαστήριο ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἐκδώσει προδικαστική ἀπόφαση ἐπί τοῦ ἀκολούθου ἐρωτήματος:
«Δικαιούται ένα Κράτος μέλος (Α), τό ὁποῖο εξέδωσε ἔνα πιστοποιητικό προκαθορισμοῦ ἑνός ἐξισωτικού ποσοῦ προσχωρήσεως γιά τήν ἐξαγωγή σίτου πρός ένα άλλο Κράτος μέλος (Β), νά ἀρνηθεί τήν καταβολή τοῦ ποσού στόν δικαιοῦχο του κατ'εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς (ΕΟΚ) 269/73, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 1466/73, ὅταν ἀπό τεχνικής τελωνειακῆς ἀπόψεως ὁ σίτος ἐτέθη σέ ελεύθερη κυκλοφορία στό κράτος Β, ὁ δέ δικαιοῦχος προσκομίζει τό εκδοθέν στό κράτος Β ἔντυπο ἐλέγχου κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπής (ΕΟΚ) 2315/69, τό όποιο, μεταξύ άλλων, φέρει τήν ένδειξη «Bestemt til afsaetning til forbrug» (προοριζόμενο γιά διάθεση στην κατανάλωση) ἡ «Für den freien Verkehr bestimmt», (προοριζόμενο νά τεθεί σέ ἐλεύθερη κυκλοφορία), πλην ὅμως ὁ σίτος ετέθη σέ ελεύθερη κυκλοφορία στό κράτος Β ἀποκλειστικώς καί μόνο γιά νά ἐπανεξαχθεῖ αμέσως μετά πρός ένα τρίτο Κράτος μέλος (Γ); Θεωρείται ως δεδομένο ἐν προκειμένω ὅτι κατά τήν εξαγωγή ἀπό τό κράτος Β πρός τό κράτος Γ ἐτηρήθησαν οἱ διατάξεις περί εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως.»
3.
Στον πυρήνα τοῦ προβλήματος πού ετέθη ἀπό τό παραπέμπον δικαστήριο ευρίσκεται, συνεπῶς, τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 269/73 τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό άρθρο 1 (καί ὄχι ἀπό τό άρθρο 2, πού ἀναφέρεται ἐκ παραδρομῆς στην Διάταξη περί παραπομπής ) τοῦ κανονισμοῦ 1466/73 τῆς Ἐπιτροπῆς. Όπως ήδη ἀνέφερα, τό άρθρο αυτό προσδιορίζει τήν ἀπόδειξη πού πρέπει νά προσαγάγει ὁ ενδιαφερόμενος προκειμένου νά τοῦ καταβληθεί τό εξισωτικό ποσό «προσχωρήσεως» ἄν αυτός δέν εἶναι σέ θέση νά τήν προσαγάγει, ἡ καταβολή δέν δύναται νά διενεργηθεί. Γιά τόν λόγο αυτό, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, προσδιορίζοντας τό μέσο ἀποδείξεως ἀπό τό όποιο εξαρτάται ή καταβολή, ἡ διάταξη αυτή τάσσει πραγματικές καί ειδικές προϋποθέσεις γιά τήν ύπαρξη τοῦ δικαιώματος πρός είσπραξη τοῦ εξισωτικού ποσοῦ (πρόσθετες προϋποθέσεις τάσσονται σέ άλλα άρθρα τοῦ ίδιου κανονισμού πχ. στό άρθρο 7).
Ἡ παράγραφος 2 προβλέπει ἀπόδειξη μέ ευρύτερο ἀντικείμενο ἀπό ὅ,τι ἡ πρώτη παράγραφος, ὅταν τό εξισωτικό ποσό προσαρμόζεται πρός τό ποσό τῶν δασμών ή εἶναι υψηλότερο ἀπό τήν χαμηλότερη επιστροφή κατά τήν εξαγωγή πού έχει ἐφαρμογή στό οικείο προϊόν τήν ἡμερα της εξαγωγῆς ἡ τέλος ὅταν εφαρμόζεται σέ προϊόν γιά τό όποιο δέν έχει προσδιορισθεί καμμία επιστροφή. Ειδικότερα, τό τελευταίο εδάφιο ὁρίζει ποιο έγγραφο πρέπει νά προσκομισθεί γιά ν' ἀποδειχθεί ὅτι, στό Κράτος μέλος τοῦ προορισμού, ἐτηρήθησαν οἱ διατυπώσεις εισαγωγής καί εἰσεπράχθησαν οἱ δασμοί καί οἱ επιβαρύνσεις ισοδυνάμου ἀποτελέσματος. Μετά τήν τροποποίηση του ἀπό τόν κανονισμό 1466/73 της Ἐπιτροπής, τό τελευταίο αυτό εδάφιο ὁρίζει: «Ἡ ἀπόδειξη πού προβλέπεται, στό προηγούμενο ἐδάφιο παρέχεται διά της προσκομίσεως τοῦ έντυπου έλέγχου πού προβλέπεται στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2315/69». Ἐξ άλλου, τό άρθρο 1 τοῦ ίδιου κανονισμοῦ 1466/73 καθορίζει ποιοί χώροι τοῦ έντυπου ἐλεγχου πρέπει νά συμπληρωθοῦν καί μέ ποιες «ειδικές ενδείξεις», ειδικότερα δέ (ὑπό στοιχείο β) ὁρίζει:«τό τετραγωνίδιο 104, μέ διαγραφή τῶν μή ἀναγκαίων ενδείξεων καί προσθήκη μιᾶς ἀπό τίς ἀκόλουθες ενδείξεις: Destiné à être mis à la consommation; Bestemt til afsætning til forbrug; Für den freien Verkehr bestimmt; intended for entry for home use; Destinato ad essere immesso in consumo; Bestemd om in het vrije verkeer te worden gebracht». Τέλος, τό ἀνωτέρω άρθρο 1 προβλέπει ὅτι ή αρμοδία τελωνειακή αρχή τοῦ Κράτους μέλους προορισμοί) συμπληρώνει τό τετραγωνίδιο «έλεγχος χρήσεως καί/ἤ προορισμοῦ» μέ τήν ένδειξη τοῦ ποσοῦ των δασμῶν πού πράγματι εἰσεπράχθησαν κατά τόν χρόνο τῆς εἰσαγωγῆς.
Ή ἀμφιβολία πού ὡδήγησε τό Byret τῆς Κοπεγχάγης νά υποβάλει τό ερώτημά του στό Δικαστήριο ἀνάγεται ειδικῶς στην ένδειξη πού πρέπει νά προστεθεί στό τετραγωνίδιο 104 τοῦ έντυπου έλεγχου. Πράγματι, ἡ ένδειξη στην γαλλική γλώσσα «destiné à être mis à la consommation», μέ τήν ὁποία εἶναι ἀκριβώς Ισοδύναμες οἱ ἀντίστοιχες εκφράσεις στην ἀγγλική, τήν δανική καί τήν Ιταλική, σημαίνει ὅτι, κατά τήν δήλωση τοῦ εξαγωγέως, τό εμπόρευμα προορίζεται γιά διάθεση στό εμπόριο στην χώρα εισαγωγής. Δηλαδή γιά θέση στην ἀγορά τῆς χώρας αυτής κατά τρόπο ώστε νά εἶναι προσιτό στους ἐγχώριους καταναλωτές. Ἀντιθέτως, ἡ ένδειξη στην γερμανική γλώσσα «Für den freien Verkehr bestimmt», μέ τήν οποία ἀντιστοιχεί τό ὀλλανδικό κείμενο, ἑρμηνεύθη ἀπό τους κατηγορουμένους στην δανική ποινική δίκη ὡς ισοδύναμη πρός τήν έκφραση «προοριζόμενο νά τεθεί σέ ελεύθερη κυκλοφορία», δηλαδή, κατ' οὑσίαν, προοριζόμενο γιά εκτελωνισμό στην χώρα εισαγωγής. Είναι φανερές οἱ συνέπειες κάθε μιᾶς ἀπό τίς δύο αυτές διαφορετικές διατυπώσεις ἄν ερμηνευθούν ὁπως εἶπα: ἡ πρώτη εμποδίζει τόν ἐξαγωγέα νά ἀξιώσει τήν καταβολή τοῦ εξισωτικού ποσοῦ στην περίπτωση πού τό ἐμπόρευμα προορίζεται για διάθεση στην κατανάλωση σέ ἀγορά άλλη ἀπό τήν ἀγορά τῆς πρώτης χώρας εκτελωνισμού ή δεύτερη, ἀντιθέτως, επιτρέπει τήν καταβολή, μέ μόνη προϋπόθεση ὅτι τό ἐμπόρευμα έχει ἐκτελωνισθεί στην πρώτη χώρα προς τήν ὁποία ἐξήχθη.
4.
Οἱ κατηγορούμενοι στην κυρία δίκη ἐτόνισαν, στην υπεράσπιση τους, τήν ἀνάγκη νά ερμηνευθεί ἡ ἀμφισβητούμενη διάταξη κατά τρόπο ενιαίο καί βάσει ἀντικειμενικών κριτηρίων. Ή ἀνάγκη εἶναι ἀναμφισβήτητη οδηγεί όμως σέ ἀποτέλεσμα ἀντίθετο ἀπό εκείνο πού προσδοκοῦν οἱ ενδιαφερόμενοι ιδιώτες.
Τό πρώτο επιχείρημα κατά τῆς ἀπόψεως τους συνάγεται ἀπό μία περισσότερο προσεκτική εξέταση τοῦ γερμανικού κειμένου (καί τοῦ ἀντιστοίχου ὀλλανδικού κειμένου) τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 2. Ή ἀπαίτηση τό προϊόν νά προορίζεται νά τεθεί σέ ελεύθερη κυκλοφορία («Für den freien Verkehr bestimmt») στό κράτος εισαγωγής στό όποιο ἀναφέρεται ὁ προκαθορισμός τοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ δέν ικανοποιείται ipso facto μέ τήν διεκπεραίωση τῶν διατυπώσεων τοῦ εκτελωνισμού (στην γερμανική «Abfertigung»), οἱ όποιες ἀποτελοῦν μόνο μία ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν διάθεση τοῦ προϊόντος στην ἀγορά τοῦ οἰκείου κράτους. Ἄν δέν πληρούται μία περαιτέρω προϋπόθεση — ἡ προσφορά στό ἐμπόριο, ή προσφορά στους πιθανούς ἀγοραστές τοῦ κράτους προορισμού ἡ ἡ ύπαρξη ἑνός ἀγοραστού στόν όποιο παραδίδεται τό εμπόρευμα — δέν πραγματοποιείται αὐτή καθεαυτή ἡ ιδέα τῆς συναλλαγῆς. Στό σημείο αυτό πρέπει νά ὐπομνησθεῖ ὅτι στην προκειμένη περίπτωση τήν πώληση τοῦ ἐμπορεύματος πρός τήν αγγλική επιχείρηση Dalgety Frankling Ltd. (πού ἐπραγματοποιήθη τήν 15η Σεπτεμβρίου 1975) επακολούθησε τήν επομένη ημέρα ἡ ἐκ νέου ἀγορά του ἀπό τήν ἑταιρία Töpfer μέ τόν τρόπο αυτό, ὅταν τό εμπόρευμα έφθασε στον ἀγγλικό λιμένα τοῦ Lowestoft άνῆκε στην εξαγωγέα ἑταιρία.
Ἀπό γενικής ἀπόψεως, ἐν τούτοις, πρέπει νά υπογραμμισθεί ὅτι τό γερμανικό καί τό ὁλλανδικό κείμενο εἶναι δυνατό νά ἑρμηνευθούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε νά μή διαφέρουν ἀπό τά κείμενα στίς άλλες κοινοτικές γλώσσες. Τό κοινό στοιχείο εἶναι ή ἀγορά τοῦ κράτους εισαγωγῆς: κατά την γνώμη μου, ἡ ἰδέα τοῦ προορισμοῦ γιά τήν ἐγχώρια ἀγορά ενυπάρχει σέ όλες τίς γλωσσικές ἀποδόσεις καί, συνεπώς, τό νά ἑρμηνεύεται ἡ φράση «Für den freien Verkehr bestimmt» ὑπό τήν στενή καί τυπική έννοια τῆς θέσεως σέ ελεύθερη κυκλοφορία (δηλαδή τοῦ εκτελωνισμού) ισοδυναμεί μέ παρανόηση τοῦ γερμανικοί) κειμένου. Ἀφ' έτερου, εἶναι προφανές ὅτι, ὅταν δύο ερμηνείες γιά ένα κείμενο σέ μία δεδομένη γλώσσα, πρέπει νά προτιμᾶται εκείνη πού προσεγγίζει περισσότερο τά παράλληλα κείμενα σέ άλλες γλώσσες. Ἀς σημειωθεί, στην ἀλληλουχία αυτή, ὅτι ἡ ήδη μνημονευθείσα ανάγκη γιά ενιαία ερμηνεία καθίσταται ἀκόμα πιό προφανής ἀπό τό γεγονός ὅτι σέ ὅλες τίς γλωσσικές ἀποδόσεις τοῦ κανονισμοῦ 1466/73 τό ὑπό εξέταση άρθρο παραθέτει τίς ἐνδείξεις σχετικά μέ τόν προορισμό τοῦ προϊόντος σέ ὅλες τίς γλώσσες τῆς Κοινότητος. Τό γεγονός αυτό θά έπρεπε νά καταστήσει περισσότερο προσεκτικούς τους ενδιαφερομένους, οἱ όποιοι ἐν τούτοις υποστηρίζουν ὅτι ἔθεσαν ὡς βάση τῆς συμπεριφοράς τους μόνο τό γερμανικό κείμενο, ερμηνεύοντας το κατά τρόπο σύμφωνο πρός τά συμφέροντα τους.
Ὑπέρ τῆς δυνατότητος νά νοηθούν τά ἀποκλίνοντα κείμενα κατά τρόπο ἑνιαῖο σηνηγορεῖ καί ένα άλλο επιχείρημα. Ό δικαιολογητικός λόγος τῆς ὑπό συζήτηση διατάξεως διατυπώνεται στην τετάρτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού 269/73 («λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅτι, ὅταν τό εξισωτικό ποσό πού χορηγείται ἀπό τό Κράτος μέλος εξαγωγής εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τήν επιστροφή κατά τήν ἐξαγωγή πρός τρίτες χώρες ἤ διορθώνεται βάσει τοῦ ποσοῦ τῶν δασμών πού εισπράττονται στό Κράτος μέλος εισαγωγής, εἶναι ἀναγκαίο, γιά νά ἀποτραποῦν οι καταχρήσεις καί γιά νά χορηγείται ἀνάλογο εξισωτικό ποσό, νά ἀπαιτείται ἀπόδειξη τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος στήν κατανάλωση τοῦ Κράτους μέλους τοῦ προορισμού»). Ἐν τούτοις, στό δανικό κείμενο τοῦ κανονισμοῦ 269/73, ή διατύπωση τῆς τελευταίας φράσεως τῆς αιτιολογικής αυτής σκέψεως χρησιμοποιεί τήν έννοια τῆς διαθέσεως στό ἐλεύθερο ἐμπόριο τοῦ Κράτους μέλους τοῦ προορισμού' ἐνῶ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 1146/73, στό δανικό πάντα κείμενο, κάνει λόγο — ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως — γιά διάθεση στην κατανάλωση. Ή συνύπαρξη τῶν δύο ἐκφράσεων στό πλαίσιο τῆς ἴδιας γλωσσικής ἀποδόσεως ἀποκαλύπτει σαφώς ὅτι ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἀπέδιδε σ' αὐτές τήν ἴδια σημασία. Στην προκειμένη περίπτωση, οἱ ενδιαφερόμενοι έπρεπε νά λάβουν ὑπ' ὄψη τους τό γεγονός αυτό, δεδομένου ὅτι ἡ αἴτησή τους περί προκαθορισμοῦ τοῦ ἐξισωτικοί) ποσοῦ εἶχε ἀπευθυνθεί πρός τίς δανικές ἀρχές.
5.
Πέρα, ὅμως, τῶν γραμματικών ἐπιχειρημάτων πού εξέθεσα ὡς τώρα, υπάρχει, καί έχει ἀποφασιστική σημασία, ένα συστηματικό επιχείρημα. Όλόκληρη ἡ κοινοτική ρύθμιση περί ἐξισωτικῶν ποσών «προσχωρήσεως» ἐβασίσθη στό γεγονός οτι, ἐπί μία ὡρισμένη χρονική περίοδο, ὑφίσταντο ἀνισότητες στά επίπεδα τιμών τῶν γεωργικών προϊόντων στίς σχέσεις μεταξύ τοῦ συνόλου τῶν ἀρχικών Κρατών μελών καί κάθε νέου Κράτους μέλους, καθώς καί στίς σχέσεις τῶν νέων Κρατών μελών μεταξύ τους. Σκοπός τῆς ρυθμίσεως αυτής ήταν, ὅπως εἴδαμε, νά καταστεί δυνατή ή ελεύθερη διακίνηση τῶν γεωργικών προϊόντων ἐντός τῆς Κοινότητος μέσω τῆς ἐξισώσεως αυτών τῶν διαφορών στά επίπεδα τῶν τιμών. Τό σύστημα συνεπήγετο, ἑπομένως, την σύγκριση, κάθε φορά, δύο ἀγορών (τοῦ κράτους ἐξαγωγῆς καί τοῦ κράτους προορισμοί)), βάσει δέ τῆς συγκρίσεως αυτής προσδιωρίζετο τό ὕψος τοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ. 'Υπό τίς συνθήκες αὐτές, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ένα προϊόν, γιά τό όποιο χορηγείται ένα ὁρισμένο εξισωτικό ποσό λόγω τοῦ χαμηλοτερου επιπέδου των τιμών σέ ένα άλλο Κράτος μέλος, επιτρέπεται νά ἀποσταλεί στό κράτος αὐτό μέ μοναδικό σκοπό την εκπλήρωση τῶν διατυπώσεων ἐκτελωνισμοῦ καί, ἀμέσως μετά, νά μεταφερθεί ἐκ νέου από τόν ἴδιο εξαγωγέα σέ ἕνα τρίτο Κράτος μέλος, χωρίς ποτέ νά διατεθεῖ στην ἀγορά τοῦ πρώτου κράτους προορισμοί). Ἐνα τέτοιο ενδεχόμενο (τό όποῖο, στην προκειμένη περίπτωση, έγινε πραγματικότης) έρχεται σέ κατάδηλη ἀντίθεση μέ την «ratio» των μέτρων πού ἐλήφθησαν, ὑπό μορφή εξισωτικών ποσῶν, πρός ενίσχυση τῶν εξαγωγέων, δεδομένου ὅτι προϋπόθεση των μέτρων αυτών εἶναι ἡ διάθεση τῶν προϊόντων στην ἀγορά τοῦ κράτους προορισμοῦ καί ἡ δυσκολία ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν εγχωρίων παραγωγών — οἱ όποιοι εὐνοοῦνται ἀπό τίς χαμηλές τιμές — χωρίς κοινοτική ὑποστήριξη.
Ἁπλουστεύοντας τόν συλλογισμό αυτό, δύναται νά λεχθεί ὅτι τά εξισωτικά ποσά ἀποτελοῦν ένα διορθωτικό παράγοντα στίς συναλλαγές μεταξύ δύο Κρατών μελών, στά όποια οἱ τιμές τῆς αγοράς εὑρίσκονται σέ διαφορετικά επίπεδα. Ἀν, ὅμως, ένα κράτος επιλέγεται ἀπό τόν εξαγωγέα ὡς σταθμός διαμετακομίσεως καί σύντομης παραμονής τῶν εμπορευμάτων, ἀποτελεί κατάχρηση τῆς γλώσσας νά θεωρείται τό κράτος αυτό ὡς κράτος «προορισμοῦ», δεδομένου ὅτι εἶναι άσχετο πρός τήν συγκεκριμένη συναλλαγή, ἡ ὁποία στην πραγματικότητα διενεργείται μεταξύ τοῦ κράτους ἀναχωρήσεως καί τοῦ κράτους τοῦ τελικοῦ προορισμοῦ.
6.
Τέλος, δέν πρέπει νά λησμονείται ὁ πραγματικός σκοπός τῆς ἑρμηνευομένης διατάξεως. Παρέθεσα ήδη τό κείμενο τῆς τετάρτης αιτιολογικής σκέψεως τοῦ κανονισμοῦ 269/73, ὅπου μνημονεύονται οἱ σκοποί «νά ἀποτραποῦν οἱ καταχρήσεις» καί «νά χορηγείται ἀνάλογο εξισωτικό ποσό». Ή ἀπόδειξη τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος πρός κατανάλωση στό κράτος προορισμοῦ, ἐν όψει αὐτών ἀκριβώς τῶν σκοπών επιτάσσεται. Ἀλλά σέ μία περίπτωση ὅπως ἡ επίδικη υπάρχει προφανής κατάχρηση: γιά μία ποσότητα δανικοῦ σίτου μέ προορισμό τήν Γερμανία (ὅπως ἀποδεικνύουν τόσο ἡ σύμβαση τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1975 μεταξύ τῶν ἐπιχειρήσεων Töpfer καί Bremer Rolandmühle, ὅσο καί οἱ ὁδηγίες πού εδόθησαν στους κυβερνήτες τῶν πλοίων πού ἐχρησιμοποιήθησαν γιά τήν μεταφορά), ὁ ἐξαγωγεύς ἐκανόνισε μία σύντομη παραμονή τοῦ εμπορεύματος στην Ἀγγλία μέ μοναδικό σκοπό τήν είσπραξη τοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ. Μέ γενικούς ὅρούς, δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ἀποτελεί καταστρατήγηση μία καθαρώς κερδοσκοπική ενέργεια τοῦ εξαγωγέως, κατά τήν ὁποία ἡ θέση τῶν εμπορευμάτων στό ελεύθερο εμπόριο τοῦ Κράτους μέλους ὅπου παραμένει ἐπί σύντομο χρόνο τό εμπόρευμα περιορίζεται στίς διατυπώσεις ἐκτελωνισμοῦ. Ἀς προστεθεί ὅτι εἶναι ἀπολύτως δυσανάλογο, ὡς υπερβολικό, ένα εξισωτικό ποσό πού ὑπολογίζεται βάσει τῆς διαθέσεως προϊόντος στην ἀγορά ενός Κράτους μέλους (ἐν προκειμένω, τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου) ὅταν τό ποσό αυτό καταβάλλεται σέ πρόσωπο πού ἐξάγει πράγματι τό προϊόν σέ ένα άλλο Κράτος μέλος (ἐν προκειμένω, στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία).
Ὁ συνήγορος τῶν ενδιαφερομένων ιδιωτών ἀντέταξε ὅτι οἱ μεταγενέστερες διελεύσεις συνόρων ἀπό τό εξαγόμενο προϊόν εἶναι άσχετες πρός τήν ἐμπορική πράξη γιά τήν ὁποία χορηγείται τό εξισωτικό ποσό καί ὅτι δέν πρέπει νά ἀποδίδεται σημασία στην γνώση, ἐκ μέρους τοῦ εξαγωγέως, τοῦ γεγονότος ὅτι τά εμπορεύματα προορίζονται γιά ἐπανεξαγωγή πρός ένα άλλο Κράτος μέλος υπεστήριξε, επίσης, ὅτι οἱ προθέσεις τοῦ ἐξαγωγέως ἡ τά υποκειμενικά κίνητρά του δέν δύνανται νά έχουν ἐπιρροή στην εφαρμογή τοῦ συστήματος. Οι Ισχυρισμοί αυτοί στεροῦνται προφανώς ερείσματος σέ μία περίπτωση, ὅπως ἡ παρούσα, κατά τήν ὁποία ὁ ἴδιος εξαγωγεύς, στό πλαίσιο μιας κατ' οὐσίαν ἑνιαίας εμπορικής πράξεως, μετέφερε τά εμπορικής πράξεως, μετέφερε τά εμπορεύματα σέ ἕνα Κράτος μέλος ἀποκλειστικώς καί μόνο πρός ἐκτελωνισμό, ἐνω είχε ήδη συνάψει σύμβαση πωλήσεως τους πρός επιχείρηση άλλου Κράτους μέλους καί εἶχε κανονίσει τήν περαιτέρω μεταφορά τους στό τελευταίο αυτό κράτος. 'Υποστηρίζω ὅμως ὅτι ἀκόμα καί ἄν ὁ κερδοσκοπικός ελιγμός εἶχε σχεδιασθεί κατά διαφορετικό τρόπο — ἄν, πχ., ἐμεσολαβούσε ένας ἀγοραστής στην χώρα τοῦ πρώτου περιορισμοί), ενεργῶν γιά λογαριασμό τοῦ εξαγωγέως, ἡ κοινοτική ρύθμιση περί εξισωτικών ποσών θά ἐπέτρεπε τήν διαπίστωση τῆς υπάρξεως ἡ μή καταχρηστικής ἀσκήσεως ἐκ μέρους τοῦ εξαγωγέως. Πράγματι, ἐνῶ εἶναι ἀληθινό ὅτι ἡ διάθεση τοῦ προϊόντος στην ἀγορά τοῦ κράτους προορισμού δέν δύνανται νά ἀποκλείσει μεταγενέστερες συναλλαγές, ἀκόμη καί στίς ἀγορές ἄλλων κρατών, εἶναι επίσης ἀληθινό ὅτι ὁ εξαγωγεύς πού λαμβάνει εξισωτικά ποσά πρέπει νά παραμείνει πράγματι άσχετος πρός τίς μεταγενέστερες διακινήσεις πρός άλλα Κράτη μέλη τῶν εμπορευμάτων πού εξήγαγε. Ή ἁπλή γνώση του τῶν διακινήσεων αυτών δέν έχει βεβαίως σημασία, άλλα ἡ πρόθεση του νά ἀντλήσει κέρδη ἀπό τίς τεχνικές ἀτέλειες τοῦ συστήματος τῶν ενισχύσεων, ὅταν ή πρόθεση αυτή πραγματώνεται, παραβιάζει αναμφιβόλως τήν γενική ἀρχή τῆς καλής πίστεως καί συνιστά ἀπαγορευομένη κατάχρηση.
Ἄς μοῦ επιτραπεί, τέλος, νά παρατηρήσω, ἐπί τοῦ θέματος τῶν τεχνικών ἀτελειών τοῦ συστήματος, ὅτι εἶναι δύσκολο νά εξηγηθεί πώς εἶναι δυνατό νά υπάρχει μία τόσο αισθητή διαφορά μεταξύ τοῦ ἐξισωτικού ποσοῦ πού ἐπέτυχε νά λάβει ὁ ἐξαγωγεύς μέσω τῆς σύντομης διατηρήσεως τοῦ δανικοῦ σίτου στην Μεγάλη Βρετανία, πρίν τό μεταφέρει στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία, καί τοῦ ἐξισωτικοῦ ποσοῦ πού θά ελάμβανε ἄν ἀπέστελλε κατ' ευθείαν τό ἴδιο εμπόρευμα ἀπό τήν Δανία στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία. Τίθεται τό ερώτημα ἄν τεχνικές ἀτέλειες τοῦ είδους αὐτοῦ είναι πράγματι ἀναπόφευκτες! Ἐκείνο πού είναι βέβαιο εἶναι ὅτι μία μεγαλύτερη επιμέλεια κατά τήν σύνταξη τοῦ κανονισμοῦ 1466/73 καί κατά τόν συντονισμό τῶν κειμένων στίς διάφορες γλώσσες θά απέτρεπε τουλάχιστον μία άλλη ατέλεια (νομοτεχνικής φύσεως), απλουστεύοντας μέ τόν τρόπο αυτό τό έργο τῶν ερμηνευτών.
7.
Βάσει τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, προτείνω νά ἀπαντήσει τό Δικαστήριο στό προδικαστικό ἐρώτημα πού τοῦ υπέβαλε τό Byret τῆς Κοπεγχάγης μέ διάταξη τῆς 17ης Όκτωβρίου 1980 ὅτι τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 269/73 τῆς Ἐπιτροπής, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) 1466/73, πρέπει νά ερμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι ὁ εξαγωγεύς ὁ όποιος ἀποστέλλει σέ ένα νέο Κράτος μέλος γεωργικά προϊόντα προερχόμενα ἀπό ένα άλλο Κράτος μέλος στό όποιο οἱ τιμές εἶναι υψηλότερες δέν δύναται νά ἐξιώσει τήν καταβολή ἐξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως» ἄν τόν εκτελωνισμό τοῦ εμπορεύματος δέν ἀκολουθήσει ἡ πραγματική διάθεση του στην ἀγορά τοῦ κράτους εισαγωγής ἀλλά, ἀπεναντίας, τό εμπόρευμα ἐπανεξαχθεῖ ἀμέσως μετά τόν εκτελωνισμό πρός ένα τρίτο Κράτος μέλος ἀπό τόν ἴδιο ἐπιχειρηματία.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy