ΠΡΌΤΑΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΌΥ ΕΊΣΑΓΓΕΛΕύΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 13 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Οι υποθέσεις, στίς όποιες αναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις, έχουν την προέλευση τους σέ ἀγωγές ἀποζημιώσεως πού ἤσκησαν κατά τοῦ Συμβουλίου καί της 'Επιτροπής δυνάμει τοῦ ἄρθρου 178 της συνθήκης ΕΟΚ ὁρισμένες ιταλικές επιχειρήσεις, παραγωγοί ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου ἡ θραυσμάτων ὀρύζης πού προορίζονται γιά τήν ζυθοποιία, (στίς όποιες προσετέθη μιά εταιρία παραγωγής ζύθου καί πού ἐνεργεί ὑπό τήν ιδιότητα ἐκδοχέως τοῦ δικαιώματος ἐπιστροφής λόγω παραγωγής, τοῦ ὁποίου δικαιούχος εἶναι ἡ ἐπιχείρηση-προμηθευτής τοῦ ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου καί τῶν θραυσμάτων ὀρύζης). Οἱ ενάγουσες προβάλλουν τήν ζημία, τήν ὁποία υπέστησαν λόγω καταργήσεως τῶν επιστροφών λόγω παραγωγής πού ἀφοροῦν τά δύο ἀναφερόμενα αγροτικά προϊόντα κατά τήν περίοδο μεταξύ Αὐγούστου-Σεπτεμ-βρίου 1975 καί 19ης 'Οκτωβρίου 1977. Σχετικῶς, πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι ή κατάργηση ἀπεφασίσθη μέ τους κανονισμούς 665 καί 668 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 4ης Μαρτίου 1975 — ἀπό 1ης Αυγούστου 1975 γιά τόν ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο καί ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1975 γιά τά θραύσματα ὀρύζης — καί ὅτι τό Δικαστήριο, μέ ἀπόφαση πού εξέδωσε τήν 19η 'Οκτωβρίου 1977 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 124/76 καί 20/77, Moulins et Huileries de Pont-à-Mousson καί Société coopérative Providence Agricole de la Champagne, έκρινε ὅτι τό μέτρο καταργήσεως τό περιεχόμενο στον κανονισμό 665/75 ήταν ἀσυμβίβαστο πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος, ἀφήνοντας στά κοινοτικά όργανα τήν ευθύνη νά εξαλείψουν τήν ἐν λόγω εἰσάγουσα διακρίσεις κατάσταση. Κατόπιν αὐτοῦ, τό Συμβούλιο μέ τους κανονισμούς 1125, 1126 καί 1127, τῆς 22ας Μαίου 1978, επανέφερε τίς ἐν λόγω επιστροφές, άλλα μόνο ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Καί οἱ προσφεύγουσες ζητούν τήν ἀποκατάσταση τῆς ζημίας ἀναφερόμενες στην περίοδο πού περιλαμβάνεται μεταξύ ῆῶς ημερομηνίας καταργήσεως τῶν επιστροφών (ή, σέ τρεις περιπτώσεις, ἀπό μιά μεταγενέστερη ἡμερομηνία) καί τῆς ημερομηνίας επαναφορᾶς τῆς κοινοτικής ενισχύσεως.
Τά εναγόμενα όργανα ἀντέταξαν, κατ' ἀρχήν, ὅτι οἱ ἀγωγές εἶναι ἀπαράδεκτες ὡς εκπρόθεσμες. Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά εξετάσει ξεχωριστά τήν ἔνσταση αυτή, οἱ σημερινές μας προτάσεις περιορίζονται στό παραδεκτό τῶν ἀγωγών.
2.
Ή 'Επιτροπή καί τό Συμβούλιο, πρός υποστήριξη τῆς θέσεως τους, ἐπικαλούνται τό άρθρο 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου, πού συνάπτεται σέ παράρτημα στην συνθήκη ΕΟΚ. Στην πρώτη του περίοδο, τό άρθρο αυτό ορίζει: «Ἀξιώσεις κατά τῆς Κοινότητος στό πεδίο τῆς ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη ἀπό τῆς επελεύσεως τοῦ ζημιογόνου γεγονότος». Πρόκειται συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, νά καθορισθεί ποιό εἶναι τό γεγονός, στό όποιο έχουν τήν προέλευση τους οἱ αιτήσεις τῶν ἐναγουσῶν επιχειρήσεων ή ἀκριβέστερα τό γενεσιουργό γεγονός τῆς ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης τῆς Κοινότητος, τό όποιο επιτρέπει στους διαδίκους πού υπέστησαν ζημία νά ἀσκήσουν τήν προβλεπομένη ἀπό τό άρθρο 178 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀγωγή. Σύμφωνα μέ τά εναγόμενα ὄργανα, τό γεγονός αυτό ταυτίζεται μέ την δημοσίευση τῶν δύο κανονισμών, πού κατήργησαν τίς επιστροφές λόγω παραγωγής, τίς σχετικές μέ τόν ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο καί τά θραύσματα ὀρύζης. Ή ἡμερομηνία ἐνάρξεως τῆς προθεσμίας παραγραφής εἶναι, συνεπώς, ἡ 20ή Μαρτίου 1975· καί επειδή φαίνεται ὅτι ολες οἱ αγωγές ἠσκήθησαν μετά τήν 20ή Μαρτίου 1980, έχουν παραγραφεί. 'Αντιθέτως, κατά τίς ενάγουσες δεδομένου ὅτι ἡ ἐξωσυμβα-τική ευθύνη προϋποθέτει τήν ύπαρξη ζημίας, θά πρέπει νά ληφθεί ὡς ημερομηνία a quo τό χρονικό σημείο κατά τό όποιο ἐπι-συνέβη ἡ ζημία, δηλαδή ἡ ημερομηνία κατά τήν ὁποία οἱ επιστροφές δέν κατεβλήθησαν στίς ἐπιχειρήσεις-παραγωγούς ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου ἡ θραυσμάτων ὀρύζης.
3.
Παρατηρῶ, πρώτον, ὅτι κατά τήν γνώμη μου, δέν δύναται νά εξαχθεί ἀπό τό κείμενο τοῦ ἀναφερθέντος ἄρθρου 43 οιοδήποτε ἐπιχείρημα υπέρ τῆς ἀπόψεως τῶν εναγομένων ὀργάνων. Τά εναγόμενα όργανα προσεπάθησαν νά προσδώσουν Ιδιαίτερη σημασία στό γεγονός ὅτι ὁ ἐν λόγω κανόνας ἀναφέρεται στό ζημιογόνο γεγονός καί ὅχι στην περιουσιακή ζημία πού υφίσταται ὁ ζημιωθείς τό ἀναφερόμενο ἀπό τό άρθρο 43 γεγονός είναι, συνεπώς, τό ζημιογόνο γεγονός.
Πάντως, ἄν εφαρμοσθεί αυστηρή ερμηνεία, ή διάταξη ἀναφέρεται στό γεγονός ἐπί τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως (αυτό εἶναι ἰδίως προφανές στό ιταλικό κείμενο) ἀφήνοντας 'έτσι ανοικτό τό ζήτημα ἄν εἶναι απαραίτητο ἡ μή νά έχει ήδη προκληθεί ἡ ζημία, γιά τήν άσκηση της ἀγωγής. Τό 'ίδιο πρόβλημα τίθεται, ἐξ άλλου, ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεί ὅτι τό άρθρο αυτό, ἀνεξαρτήτως τῆς διατυπώσεως του, εννοεί τό γενεσιουργό τῆς ευθύνης γεγονός: εἶναι, πράγματι, ἀναμφίβολο ὅτι ή υποχρέωση ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας προϋποθέτει, έκτός τῆς παρανόμου συμπεριφοράς, καί ζημιογόνο ἀποτέλεσμα ἐπί τοῦ ζημιωθέντος, πρέπει ὅμως, νά πραγματοποιηθεί ἡ ζημία ἤ ἀρκεῖ ὅτι τό παράνομο γεγονός συνοδεύεται ἀπό τήν πρόβλεψη τής ζημίας;
4.
Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου δέν ἠκολούθησε σταθερή γραμμή. Σἐ ἀπόσπασμα τῆς ἀποφάσεως του τής 14ης Δεκεμβρίου 1962 ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν υποθέσεων 46 καί 47/59, Meroni (Recueil 1962, σ. 784, ιδίως σ. 803), τό Δικαστήριο εδέχθη τήν άποψη ὅτι ή προθεσμία παραγραφής πού ορίζεται άπό τό άρθρο 40 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΚΑΧ δέν δύναται νά ἀρχίσει νά τρέχει ἄν δέν ὑφίσταται ζημία βεβαία καί εκκαθαρισμένη καί τό ἐν λόγω άρθρο ἀντιστοιχεί ἀκριβώς στό άρθρο 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοό 'Οργανισμού τού Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ. 'Αλλά ἡ ἀπόφαση τῆς 2ας 'Ιουνίου 1976 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 56 καί 60/74, Kampffmeyer (Recueil 1976, σ. 711) εδέχθη ὅτι «τό άρθρο 215 τῆς συνθήκης δέν εμποδίζει τήν προσφυγή στό Δικαστήριο γιά τήν διαπίστωση τῆς ευθύνης τῆς Κοινότητος ἐπί επικείμενης καί δυναμένης νά προβλεφθεί μέ ἀρκετή βεβαιότητα ζημίας, ἀκόμη καί ἄν ἡ ζημία δέν δύναται νά προσδιορισθεί μέ ἀκρίβεια» (σκέψη ἀριθ. 6). Στίς ἀναφερόμενες υποθέσεις, ὁρισμένες γερμανικές ἀλευροβιομηχανίες είχαν ζητήσει, μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν τόν 'Ιούλιο 1974, νά ἀναγνωρισθεί ἡ ευθύνη τῆς Κοινότητος γιά τήν ζημία πού επρόκειτο νά ὑποστοὑν κατά τήν περίοδο εμπορίας σιτηρών 1974-1975 — δηλαδή γιά μέλλουσα ζημία — κατόπιν τῆς ρυθμίσεως τῶν τιμών καί επιδοτήσεων, σχετικών μέ τόν σκληρό σίτο, πού περιελαμβάνετο σέ μιά ὁμάδα κανονισμών, οἱ όποιοι ἐδημοσιεύθησαν μεταξύ Μαίου καί 'Ιουνίου 1974. Τά ἐναγόμενα ὄργανα ἀντέταξαν ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν επιτρέπει τήν άσκηση ἀγωγῆς αποζημιώσεως παρά μόνο γιά πράγματι επελθούσα ζημία. Τό Δικαστήριο ἀπέρριψε τήν ένσταση αυτή καί έκρινε ὅτι «οἱ ενάγουσες ἐνομιμοποιοῦντο, ἀπό τῆς δημοσιεύσεως τῆς επιδίκου κοινοτικής ρυθμίσεως καί πρό τῆς εφαρμογής της, νά προσφύγουν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ζητήματος ἄν καί σέ ποιό μέτρο ἡ ρύθμιση αύτη ήταν ικανή νά τους θέσει σέ μειονεκτική θέση ἐν σχέσει μέ τους γάλλους ανταγωνιστές τους καί, σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ἄν ἡ ρύθμιση αύτη ήταν, ἀπό τό γεγονός αυτό, ἀντίθετη προς τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως» (σκέψη ἀριθ. 8). Τέλος, ἡ ἀπόφαση τῆς 2ας Μαρτίου 1977, ἡ ὁποία εξεδόθη ἐπί τῆς ὑποθέσεως 44/76, Milch-, Fett- und Eier-Kontor (Recueil 1977, σ. 393) ἐπεβεβαίωσε ὅτι δύναται νά διαπιστωθεί ἡ ἐξωσυμβα-τική ευθύνη τῆς Κοινότητος ἀκόμη καί γιά μέλλουσα ζημία ὑπό τόν ὅρο νά εἶναι «επικείμένη καί νά δύναται νά προβλεφθεί μέ αρκετή βεβαιότητα, ἀκόμη καί ἄν ἡ ζημία δέν δύναται νά προσδιορισθεί μέ ἀκρίβεια».
Τά εναγόμενα όργανα βασίζονται ἐπί των ἀποφάσεων Milch-, Fett- und Eier-Kontor γιά νά συμπεράνουν ὅτι οἱ ενάγουσες επιχειρήσεις εἶχαν τήν δυνατότητα νά ενεργήσουν δικαστικῶς ἀπό τῆς δημοσιεύσεως των κανονισμών πού κατήργησαν τίς ἀναφερόμενες στόν ἀποφλοιωμένο αραβόσιτο καί τά θραύσματα ὀρύζης επιστροφές. Κατά συνέπεια, γιά νά καθορισθεί ἡ ημερομηνία a quo τῆς προθεσμίας παραγραφής των ἀγωγῶν ἀποζημιώσεως γιά τίς όποιες πρόκειται, πρέπει νά γίνεται ἀναφορά στό χρονικό αυτό σημείο. Μιά ἀπό τίς ἀντιρρήσεις πού διετύπωσαν οἱ ενάγουσες ἐπί τοῦ θέματος, συνίσταται στην άρνηση ὅτι ή δυνατότης νά ζητηθεί ἡ επανόρθωση της μελλούσης ζημίας ἐπιδρα ἐπί τῆς ενάρξεως τῆς προθεσμίας παραγραφής τοῦ ἀναφερομένου ἄρθρου 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου (ΕΟΚ). Κατά τήν άποψη αύτη, ἡ ἀπόφαση Kampffmeyer, πού ἀναφέρεται ἀνωτέρω, παρ' ὅλον ὅτι ἀναγνωρίζει στους ενδιαφερομένους τήν δυνατότητα νά ενεργήσουν δικαστικώς ἀπό τῆς δημοσιεύσεως τοῦ μέτρου πού προξενεί ζημία, δέν τους υποχρεώνει νά ἀσκήσουν ἀμέσως τήν ἀγωγή, ἐπί ποινή παρελεύσεως τῆς ἀποσβεστικής προθεσμίας. 'Αλλά δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι οιοσδήποτε χρόνος παραγραφής τῶν ἀγωγών ἀρχίζει νά υπολογίζεται ἀπό τήν ημερομηνία, κατά τήν ὁποία ἡ ἀγωγή δύναται νά ἀσκηθεί: ἡ συνέπεια αύτη συνάγεται ἀπό τήν 'ίδια τήν έννοια τῆς ἀποσβεστικής προθεσμίας. Μόνο ἄν ἡ αίτηση ἀποκαταστάσεως μελλούσης ζημίας εθεωρείτο ὡς μέσο δικαστικής προστασίας διάφορο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως λόγω επελθούσης ήδη ζημίας (παραδείγματος χάριν ὡς μορφή προληπτικής προστασίας ἐν σχέσει προς τόν ἀπλό κίνδυνο επελεύσεως ζημίας) θά ήταν δυνατό νά προβλεφθοῦν δύο διαφορετικοί χρόνοι παραγραφής, ἀντιστοίχως, γιά τήν μία καί τήν άλλη ἀγωγή άλλά πρόκειται γιά υπόθεση ξένη πρός τό κοινοτικό δίκαιο, τό όποιο προβλέπει έναν μόνο τύπο ἀγωγής στον τομέα τῆς ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης, πού ἀποβλέπει στην διαπίστωση τῆς ευθύνης καί στην ἀποζημίωση τοῦ ζημιωθέντος. Γιά τόν λόγο αὐτό θεωρώ ὅτι, κατά τό μέτρο πού ἡ βασιζόμενη ἐπί τῶν άρθρων 215 καί 178 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀγωγή θεωρείται ὡς δυναμένη νά ἀσκηθεί ἀκόμη καί γιά μέλλουσα ζημία, τό χρονικό σημείο ἀπό τό όποιο ἡ δυνατότης ἐνεργείας δύναται νά ἀσκηθεί ἀντιπροσωπεύει τήν ημερομηνία a quo τῆς παραγραφής γιά οιαδήποτε ἀγωγή πού ἀποσκοπεί στην διαπίστωση τῆς κοινοτικής ευθύνης βάσει τοῦ ιδίου ζημιογόνου γεγονότος.
5.
Τό ουσιαστικό σημείο πού πρέπει νά διευκρινισθεί, προκειμένου νά λυθεί τό ἀμφισβητούμενο ζήτημα, άφορᾶ τήν εξακρίβωση τῆς παρανόμου πράξεως, γιά τήν ὁποία οἱ ενάγουσες θεωροῦν τήν Κοινότητα υπεύθυνη. Πρόκειται πράγματι, γιά μόνη τήν θέσπιση τῶν μέτρων πού καταργοῦν τίς επιστροφές λόγω παραγωγής ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου καί θραυσμάτων ὁρύζης, δηλαδή τῆς θεσπίσεως τους εξεταζόμενης ἀνεξαρτήτως τῆς θέσεως τους σέ ισχύ; Ή ἀπάντηση δέν δύναται παρά νά είναι ἀρνητική: ἄν γιά οιονδήποτε λόγο, τά μέτρα αυτά δέν ἐτίθεντο σέ ἰσχύ, ἡ παράνομη πράξη δέν θá συνετελεῖτο.
Ή διαπίστωση αύτη — πού ισχύει, κατά την γνώμη μου, σέ ὅλες τίς περιπτώσεις ὅπου ἡ ἐξωσυμβατική ευθύνη προκύπτει ἀπό νομοθετικό μέτρο — ἐπιβάλλεται ἀκόμη περισσότερο ἐν προκειμένω. Στην ἀναφερομένη ἀπόφαση τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977, Moulins et Huileries de Pont-à-Mousson καί Société coopérative Providence Agricole de la Champagne, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι «ή έννομη κατάσταση πού ἐδη-μιουργήθη ἀπό τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού 665/75 ... εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός την ἀρχή τῆς ἰσότητος» καί ὅτι «εναπόκειται στα ἀρμόδια ὅργανα τῆς Κοινότητος νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα πρός άρση τοῦ ἀσυμβιβάστου αὐτοῦ» (σκέψη ἀριθ. 28) Περαιτέρω, στην ιδία ἀπόφαση παρατηρείται ὅτι «υφίστανται πολλές δυνατότητες πρός ἀποκατάσταση τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν δύο επιδίκων προϊόντων ...». Στην πραγματικότητα, συνεπώς, τό παράνομο γεγονός, γιά τό όποιο ευθύνεται ή ΕΟΚ εἶναι ἡ εἰσάγονοα διακρίσεις κατάσταση πού ἐδημιουργήθη λόγω τῶν μέτρων καταργήσεως τῶν επιστροφών. Ή κατάσταση αυτή υφίσταται ἀπό τῆς εφαρμογής τῶν μέτρων αυτών. Θά ἠδύνατο νά μή εἶχε δημιουργηθεί ποτέ ἄν, στό χρονικό διάστημα μερικών μηνών πού ἐμεσολάβησε, μεταξύ τῆς θεσπίσεως τῶν μέτρων καί τῆς θέσεως τους σέ ἰσχύ, οἱ κοινοτικές ἀρχές ἀπεφάσιζαν επίσης τήν κατάργηση τῶν επιστροφών γιά τό άμυλο, τοῦ παρομοίου προϊόντος πού ετύγχανε διαφορετικής μεταχειρίσεως. Μιά ἀπό τίς δυνατότητες ἀποκαταστάσεως τῆς ἴσης μεταχειρίσεως μεταξύ τῶν δύο συγκρινομενων προϊόντων (ἀμύλου καί ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου πού χρησιμοποιούνται γιά τήν παραγωγή ζύθου) ήταν πράγματι ἡ κατάργηση τοῦ συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων καί γιά τά δύο αυτά προϊόντα. Δἐν χρειάζεται κάν νά λεχθεί ὅτι ένας άλλος τρόπος γιά νά ἀποφευχθεί ἡ δημιουργία διακρίσεως, θά συνίστατο στην ἀνάκληση τῶν μέτρων καταργήσεως, πρίν εφαρμοσθούν ἀλλά ή υπόθεση αύτη ήταν ὀλιγότερο ἀληθοφανής καί εἶναι γνωστό ὅτι κατέστη ἀναγκαία ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου γιά νά πεισθούν οἱ κοινοτικές ἀρχές νά ἀποφασίσουν τήν επαναφορά τῶν καταργηθεισῶν επιστροφών.
'Από τίς σκέψεις αυτές συνάγεται ὅτι οἱ προσφεύγουσες επιχειρήσεις δέν ἠδύναντο νά ενεργήσουν, μεταξύ τῆς 20ής Μαρτίου 1975 καί τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τῶν διατάξεων περί καταργήσεως τῶν επιστροφών, ούτε καί ἄν ἀκόμη ἐχρησιμοποιοῦσαν τήν δυνατότητα νά ζητήσουν τήν ἀποκατάσταση μελλουσών ζημιών, γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι ή παράνομη κατάσταση δέν εἶχε ἀκόμη δημιουργηθεί.
6.
Δύναται νά γίνουν καί άλλες επωφελείς σκέψεις, ξεκινώντας ἀπό τήν φύση τής παρανόμου πράξεως, ὅπως νομίζω ὅτι τήν έχω προσδιορίσει. Μιά κατάσταση πού εισάγει διακρίσεις δέν εἶναι μία στιγμιαία παράνομη πράξη, άλλά διαρκής παράνομη πράξη πού παρατείνεται χρονικώς καί δημιουργεί βαθμηδόν ὅλο καί περισσότερο σημαντικά ζημιογόνα ἀποτελέσματα. 'Αλλά ἄν γίνει δεκτή ἡ άποψη μου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ παράνομη κατάσταση ἐν προκειμένω ἐδημιουργήθη τήν στιγμή τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τῶν κανονισμών 665 καί 668 τοῦ 1975, τό ἀποτέλεσμα — ὅσον άφορᾶ τήν ημερομηνία ἀπό τήν ὁποία ἀρχίζει νά υπολογίζεται ὁ χρόνος παραγραφής — εἶναι τό 'ίδιο μέ αυτό στό όποιο καταλήγουν οἱ ενάγουσες, βασιζόμενες στό γεγονός ὅτι ἡ ζημία άρχισε νά επέρχεται ἀπό τήν στιγμή πού οἱ επιστροφές ἠδύ-ναντο νά ἀπαιτηθούν, σύμφωνα μέ τό καταργηθέν ἀπό τά μέτρα αυτά σύστημα. 'Αλλά καί ἄν ἀκόμη γίνει δεκτή ἡ άποψη ὅτι ἡ πρώτη εκδήλωση τῆς παρανόμου καταστάσεως συμπίπτει μέ τήν ημερομηνία θεσπίσεως τῶν ἀναφερομένων κανονισμῶν, αυτό δέν μεταβάλλει τό γεγονός ὅτι ἡ κατάσταση εξακολουθοῦσε νά εἶναι παράνομη ἕως τήν 19η 'Οκτωβρίου 1977, ἡμερομηνία ἀπό τήν ὁποία οἱ επιστροφές κατέστησαν ἐκ νέου ἀπαιτητές. Ή παραγραφή, συνεπώς, τῆς αγωγής ἀποζημιώσεως συνετελέσθη προοδευτικά, ὁπως σέ ὅλες τίς περιπτώσεις διαρκοῦς παρανόμου πράξεως' καί πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι ἡ δυνατότης προβολής αιτήματος ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας, πού ενδεχομένως προεκλήθη ἀπό τήν εἰσά-γουσα διακρίσεις κατάσταση κατά τήν πλέον τῶν πέντε ετών περίοδο πού προηγείται τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀγωγής, έχει παραγραφεί.
Πρέπει, ἐν συνεχεία, νά προβληθεί τό γεγονός ὅτι, ἄν ἐν προκειμένω εννοείται μιά διαρκής παράνομη πράξη πού συνετε-λέσθη ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ἐθε-σπίσθησαν τά καταργοῦντα τίς επιστροφές μέτρα, πρέπει νά ἀποκλεισθεί ὅτι οἱ ζημιωθέντες εἶχαν τήν δυνατότητα νά ενεργήσουν πρός ἀποκατάσταση τῆς μελλούσης ζημίας, κατά τήν περίοδο πού περιλαμβάνεται μεταξύ Μαρτίου 1975 καί τῆς ημερομηνίας θέσεως σέ ἰσχύ τῶν μέτρων αυτών. Πράγματι, είδαμε ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀναφερομένη ἀπόφαση Kampffmeyer, ή μέλλουσα ζημία πρέπει νά «δύναται νά προβλεφθεί μέ ἀρκετή βεβαιότητα», κατά τόν χρόνο ἀσκήσεως τῆς ἀγωγής άλλά δέν ὑπήρχε ἀρκετή βεβαιότης, ἐφ' ὅσον τά κοινοτικά όργανα ήσαν σέ θέση νά ἀποφύγουν εντελῶς τίς ζημιογόνες συνέπειες τῶν θεσπισθέντων μέτρων, λαμβάνοντας ένα ἀπό τά δύο μέτρα πού ἀνέφερα προηγουμένως (κατάργηση τῶν επιστροφών καί γιά τό ἄμυλο, ἡ έγκαιρη κατάργηση τῶν μέτρων αυτών).
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τόν προβλεπτό χαρακτήρα τῆς ζημίας, πρέπει ἀκόμη νά εξετασθεί ἕνα άλλο γεγονός. Τό δικαίωμα εισπράξεως τῶν επιδίκων επιστροφών λόγω παραγωγής ἐξηρτᾶτο, ὁπως εἴδαμε, τόσο γιά τόν ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο ὅσο καί γιά τά θραύσματα ὀρύζης, ἀπό τόν ὅρο τῆς χρησιμοποιήσεως τους, καί τοῦ μέν καί τῶν δέ, γιά τήν παραγωγή ζύθου. Αυτό σημαίνει ὅτι ὁ κίνδυνος επελεύσεως ζημίας ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν κατεβλήθησαν οἱ επιστροφές ἐπηρεάζετο ἀπό τήν επιλογή τῶν παραγωγών επιχειρήσεων καί τήν συμπεριφορά τῶν ἀγοραστών, ὅσον άφορᾶ ἀντιστοίχως τόν προορισμό καί τήν χρήση τοῦ ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου καί τῶν θραυσμάτων ὀρύζης. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές εἶναι δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι ὅλες οἱ δυνάμενες νά ενδιαφερθοῦν επιχειρήσεις, κατά τόν χρόνο καταργήσεως τῶν επιστροφών γιά τά δύο ἀναφερόμενα προϊόντα, ήσαν σέ θέση νά προβλέψουν μέ ἀρκετή βεβαιότητα ὅτι θά ὑποστοῦν ζημία (έκτος ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως λόγω μελλούσης ζημίας δύναται νά ἀσκηθεί ἀπό οιονδήποτε πού περιλαμβάνεται σέ κατηγορία πού δύναται νά ζημιωθεί στό σύνολό τῆς ἀπό ένα κοινοτικό μέτρο!).
7.
Πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ παράνομη πράξη έχει ἐν προκειμένω στιγμιαίο χαρακτήρα καί ὄχι διαρκή, ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπῆς, εξέφρασε, κατά τήν συνεδρίαση, τήν γνώμη ὅτι ἡ ζημία συνίσταται στην ἀπώλεια αξίας τῶν επιχειρήσεων, ἡ ὁποία ἐπι-συνέβη ἀμέσως μετά τήν δημοσίευση τῶν καταργούντων τίς επιστροφές μέτρων. Πάντως, δέν θεωρώ ὅτι εἶναι δυνατή ἡ ἀναδρομή στην φύση τῆς παρανόμου πράξεως ξεκινώντας ἀπό τήν υποτιθέμενη φύση τῆς ζημίας πού υπέστησαν οἱ επιχειρήσεις: ή λογική σειρά εἶναι ἡ ἀντίθετη. Τό γεγονός ὅτι ἡ επίδικη παράνομη πράξη ἐμφανίζεται ὡς κατάσταση εἰσάγουσα διακρίσεις, πού ἐδημιουργήθη ὅταν ἐδημοσιεύθησαν τά καταργηθέντα μέτρα, επιτρέπει θεωρητικώς νά υπολογίζεται μεταξύ τῶν ζημιογόνων συνεπειών, ἀντιληπτών ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἡ ἀπώλεια ἀξίας τῶν επιχειρήσεων (ή ὁποία εκφράζεται στόν υπολογισμό τῆς επιπτώσεως τοῦ προβλεπομένου διαφυγόντος κέρδους ἐπί τῆς περιουσίας τῆς ἐπιχειρήσεως). 'Αλλά ἡ συζήτηση διεξάγεται ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ ὁρισμένων ἀγωγῶν καί δέν πρέπει νά λησμονείται, πρώτον ὅτι οἱ ἀγωγές αυτές ἠσκήθησαν ἀφοῦ τό διαφυγόν κέρδος λόγω τῆς καταργήσεως τῶν επιστροφών κατέστη πραγματικότης, καί δεύτερον, ὅτι ἡ ζημία, τῆς ὁποίας οἱ προσφεύγοντες ζητούν τήν ἀποκατάσταση εἶναι εκείνη πού προεκλήθη ἀπό τήν κατάργηση τῶν επιστροφών γιά τόν ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο καί τά θραύσματα ὀρύζης καί ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ επιστροφές αυτές δέν ἀπεκατεστάθησαν εντός ὁρισμένου χρονικού διαστήματος, τό όποιο παρῆλθε ἤδη. Συνεπώς, δέν θεωρώ καθόλου πειστική τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς καί είμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ παράνομη πράξη de quo συνίσταται στην εἰσάγουσα διακρίσεις κατάσταση, ἡ ὁποία παρετάθη ἀπό τῆς ἡμερομηνίας εφαρμογής τῶν καταργη-θέντων μέτρων μέχρι τῆς 19ης 'Οκτωβρίου 1977, μέ τά ζημιογόνα ἀποτελέσματα πού ἐδημιουργήθησαν προοδευτικά ἐν συνεχεία τῆς μή καταβολής τῶν επιστροφών.
8.
Πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως αυτής, σημειώνω τόν παράλογο χαρακτήρα τῶν συνεπειών, στίς όποιες καταλήγει ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως. 'Η ενάγουσα επιχείρηση στην υπόθεση 257/80 (ή ἐταιρία Mangimi Niccolai) δέν άρχισε νά παράγει ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο προορισμένο γιά ζυθοποιία παρά μόνο τόν Μάρτιο 1976: δηλαδή σέ εποχή μεταγενέστερη τόσο τῆς θεσπίσεως ὅσο καί τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τῶν μέτρων πού κατήργησαν τίς επιστροφές γιά τήν κατηγορία αυτή προϊόντων. Πάντως, τά εναγόμενα όργανα θεωρούν ὅτι, ἀκόμη καί στην περίπτωση αυτή, ἡ παραγραφή άρχισε νά υπολογίζεται ἀπό τῆς ἡμερομηνίας δημοσιεύσεως τῶν κανονισμών 665 καί 668 τοῦ 1975. Αυτό ισοδυναμεί προς τόν ισχυρισμό ὅτι ἡ περίοδος πού περιλαμβάνεται μεταξύ Μαρτίου 1975 καί Μαρτίου 1976, κατά τήν ὁποία προφανώς ἡ επιχείρηση δέν εἶχε κανένα δικαίωμα νά ἀξιώσει ἀποζημίωση λόγω διακρίσεως έναντι τῶν παραγωγών ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου προορισμένου γιά τήν ζυθοποιία πρέπει επίσης νά περιληφθεί στόν χρόνο παραγραφής τῶν πέντε ετών, ὡς νά ὑπῆρξε πλήρης ἀδράνεια τοῦ δικαιούχου (έκτος ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ ἐν λόγω επιχείρηση ἠδύνατο νά ενεργήσει δικαστικώς πρός ἀποκατάσταση τῆς ζημίας πρίν ἀκόμη ἀρχίσει τήν παραγωγή τοῦ προϊόντος πού εἶναι ἀντικείμενο διακρίσεως). Γιά νά ἀνταπεξέλθει στην δυσκολία αυτή, τό Συμβούλιο ἐπεκαλέσθη τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1979, ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 241, 242, 245 'έως 250/78, DGV Deutsche Getreideverwertung und Rheinische Kraftfutterwerke GmbH καί λοιποί (Recueil 1979, σ. 3017) στην σκέψη 19 τό Δικαστήριο λαμβάνει ὑπ᾿ οψη τήν περίπτωση επιχειρήσεως, ή οποία ἐδημιουργήθη καί άρχισε τήν παραγωγή ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου τόν Φεβρουάριο 1976, δηλαδή μερικούς μήνες μετά τήν θέσπιση τῶν μέτρων πού κατήργησαν τίς επιστροφές γιά τόν ἀποφλοιωμένο ἀραβόσιτο. Τό Δικαστήριο έκρινε τότε, ὅτι ἡ ζημία πού υπέστη ἡ ἐπιχείρηση δέν ἠδύνατο νά ἀποκατασταθεί, καί φαίνεται ὅτι τό Συμβούλιο προτείνει τήν 'ίδια λύση ἐν προκειμένω. 'Αλλά στην ἀναφερομένη ἀπόφαση, τό Δικαστήριο δέν επελήφθη τοῦ προβλήματος τῆς ημερομηνίας ἀπό τήν όποια ἀρχίζει νά τρέχει ή προθεσμία ἀσκήσεως τῆς ἀγωγῆς ἀποζημιώσεως — πού ἀποτελεί τό εξεταζόμενο ζήτημα κατά τό στάδιο αυτό — άλλά τοῦ κατά πολύ διαφορετικοί) ζητήματος ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τῆς υπάρξεως κοινοτικής ευθύνης. Ή ἀναφορά, συνεπώς, στό νομολογιακό αυτό προηγούμενο δέν μας φαίνεται επωφελής.
9.
'Ας ἐξετασθούν ἐπί τοῦ παρόντος τά περιστατικά τῶν διαφόρων ὑποθέσεων πού μας ἀπασχολοῦν γιά νά καθορισθεί ἄν, καί ενδεχομένως μέσα σέ ποιά ὅρια, οἱ διάφορες ἀγωγές ἠσκήθησαν εμπροθέσμως καί εἶναι, συνεπώς, παραδεκτές. Παρατηρώ ὅτι, προς τόν σκοπό αυτό, πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη οἱ ημερομηνίες υποβολής στην 'Επιτροπή τῶν αιτήσεων ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πράγματι τό ἀναφερόμενο άρθρο 43 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου (ΕΟΚ), ἀφοῦ καθώρισε τόν χρόνο πενταετοῦς παραγραφής, γιά τήν ὁποία έγινε λόγος, ὁρίζει ὅτι ἡ παραγραφή διακόπτεται εἴτε δια τῆς προσφυγής πού υποβάλλεται στό Δικαστήριο εἴτε διά τῆς προηγουμένης αιτήσεως πού ὁ ζημιωθείς ἀπευθύνει στό ἀρμόδιο όργανο τῆς Κοινότητος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ή προσφυγή πρέπει νά κατατεθεί εντός τῆς προθεσμίας δύο μηνών πού προβλέπεται στό άρθρο 173 ...». Ἀφ' ἑτερου, ἄν ἡ διάταξη αυτή ἑρμηνευθεί κατά γράμμα, μόνο οἱ αιτήσεις ἀποζημιώσεως, πού βασίζονται στό άρθρο 215 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προσηκόντως υποβαλλόμενες στίς κοινοτικές ἀρχές δύνανται νά έχουν ὡς ἀποτέλεσμα τήν διακοπή τῆς παραγραφής. Πράγματι, δέν θεωρῶ βάσιμη τήν υποστηριζομενη ἀπό τους συνηγόρους τῶν ἐναγουσῶν άποψη, κατά τήν οποία οἱ αιτήσεις πού υπέβαλαν στίς εθνικές ἀρχές έχουν, καί αυτές, ὡς ἀποτέλεσμα τήν διακοπή τῆς παραγραφής, επειδή οἱ ἀρχές αὐτές ήσαν υποχρεωμένες νά τίς διαβιβάσουν (ή πράγματι τίς διεβί-βασαν) στίς κοινοτικές ἀρχές. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ διαβίβαση ἀπό τίς εθνικές ἀρχές τῶν αιτήσεων ἀποζημιώσεως, πού κατά λάθος υπεβλήθησαν σέ αυτές, πρός τίς κοινοτικές δέν έχει, προφανώς, παρά μόνο πληροφοριακό χαρακτήρα (μή ὑποχρεωτικό) στό πλαίσιο τῆς συνεργασίας ἐπί διοικητικού επιπέδου, πού έδημιουργήθη μεταξύ εθνικών καί κοινοτικών άρχῶν. Αυτό, επομένως, εἶναι εντελώς διαφορετικό ἀπό τίς διατάξεις πού διέπουν τήν παραγραφή.
Ἀφοῦ αυτό τό ζήτημα έχει διευκρινισθεί, υπενθυμίζω ὅτι οἱ αιτήσεις ἀποζημιώσεως υπεβλήθησαν, γιά τήν παραγωγή ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου τήν 18η Αυγούστου 1980 ἀπό τήν ἑταιρία Wührer (ἕνάγουσα στην υπόθεση 256/80), τήν 15η Μαρτίου 1980 ἀπό τήν ἑταιρία Mangimi Niccolai (ενάγουσα στην υπόθεση 257/80), τήν 27η Μαρτίου 1980 ἀπό τήν εταιρία De Franceschi, τοῦ Pordenone, (ἐνάγουσα στην υπόθεση 256/80), τήν 15η 'Απριλίου 1980 ἀπό τήν ἑταιρία De Franceschi, τοῦ Monfalcone, (ενάγουσα στην υπόθεση 51/81) καί γιά τήν παραγωγή θραυσμάτων ὀρύζης τήν 8η Αὐγούστου 1980 ἀπό τήν ἑταιρία Riseria Modenese (πού ἤσκησε τήν ἀγωγή στην υπόθεση 267/80) καί τήν 2α Σεπτεμβρίου 1980 ἀπό τήν επιχείρηση Riserie Angelo e Giacomo Roncaia (ενάγουσα στην υπόθεση 5/81). Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ εἰσάγουσα διακρίσεις κατάσταση (γενεσιουργό τῆς ευθύνης γεγονός) ἐδημιουργήθη τήν 1η Αυγούστου 1975 στην περίπτωση τῶν παραγωγών ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου καί τήν 1η Σεπτεμβρίου 1975, στην περίπτωση τῶν παραγωγών θραυσμάτων ὀρύζης, προκύπτει ὅτι οἱ ἑταιρίες Mangimi Niccolai, De Franceschi τοῦ Pordenone, Riseria Modenese καί De Franceschi τοῦ Monfalcone υπέβαλαν τίς αιτήσεις τους — καί τίς παρεπόμενες αγωγές τους — πρό τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου της πενταετούς παραγραφής. Ή διαπίστωση αυτή καθιστά ἀνώφελη τήν χωριστή εξέταση τῆς θέσεως τῆς ἑταιρίας Mangimi Niccolai, ἡ ὁποία, ὁπως εἴδαμε, δέν άρχισε τήν παραγωγή ἀποφλοιωμένου ἀραβοσίτου προοριζομένου γιά τήν ζυθοποιία παρά μόνο τήν 16η Μαρτίου 1976. Γιά τίς δύο άλλες επιχειρήσεις (Birra Wührer καί Riserie Roncaia) θα πρέπει νά εφαρμοσθεί τό κριτήριο πού ισχύει γιά τίς παράνομες πράξεις διαρκοῦς χαρακτῆρος, κατά τό όποιο ἡ αίτηση ἀποζημιώσεως καί οἱ παρεπόμενες ἀγωγές παραγράφονται μόνο γιά τήν ζημία πού υπέστησαν κατά τήν πλέον τῶν πέντε ετών περίοδο πού προηγείται τῆς ὑποβολής τῶν διαφόρων αιτήσεων.
10.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω στό Δικαστήριο:
α)
νά κρίνει παραδεκτές τίς ἀγωγές πού ἤσκησαν κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου τῶν υπουργών τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, ἡ ἐταιρία Mangimi Niccolai SpA, ἡ εταιρία De Franceschi Marino & Figli, SpA, μέ έδρα το Pordenone, ἡ ἐταιρία Riseria Modenese, Sri, καί ἡ εταιρία De Franceschi, SpA, μέ ἕδρα τό Monfalcone
β)
νά κρίνει παραδεκτή, μόνο γιά τήν ζημία πού επῆλθε μετά τήν 18η Αυγούστου 1975, τήν ἀγωγή πού ἤσκησε κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου των υπουργών ἡ ἐταιρία Birra Wührer, SpA
γ)
νά κρίνει παραδεκτή, μόνο γιά τήν ζημία πού επήλθε μετά τήν 2α Σεπτεμβρίου 1975, τήν ἀγωγή πού ἤσκησε κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου τῶν υπουργών ἡ επιχείρηση Riserie Angelo καί Giacomo Roncaia.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy