ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 29Η 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικασνές,
Ἡ υπόθεση ἐπί τῆς ὁποίας διατυπώνω σήμερα τίς προτάσεις μου έχει ως ἀντικείμενο τό σύστημα ποσοστώσεων της παράγωγης χάλυβος πού καθωρίσθη μέ την ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς 2794/80 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010, σ. 50) καί πού μας εἶναι ἤδη γνωστό ὡς πρός τά κύρια σημεία του ἀπό τίς υποθέσεις 275/80 καί 24/81 — 'Επιχείρηση Krupp Stahl AG κατά 'Επιτροπής (προτάσεις τῆς 25ης 'Ιουνίου 1982).
Τό σύστημα αυτό ἐφηρμόσθη στην προσφεύγουσα, μία επιχείρηση παραγωγης ἀκατέργαστου χάλυβος καί ελαφρῶν μορφο-σιδήρων, μέ ἀτομική ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπῆς, ληφθείσα τήν 1η Νοεμβρίου 1980, μέ τήν ὁποία ἀνεκοινώθησαν οἱ ἐφαρμα-στέες κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 παραγωγές ἀναφορᾶς καί ποσοστώσεις παραγωγης γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί γιά τά προϊόντα τῆς ὁμάδος ΙV κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80.
Ἔναντι τῆς προσφευγούσης ἐφηρμόσθη επίσης τό άρθρο 13 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, πού έχει ὡς έξης:
«Ή 'Επιτροπή επαληθεύει τήν ἀκρίβεια των δηλώσεων καί πληροφοριών πού παρέχονται ἀπό τίς ἐπιχειρήσεις. Οἱ επιχειρήσεις υποχρεοῦνται νά επιτρέπουν τίς επαληθεύσεις αυτές, χωρίς νά εἶναι ἀναγκαία μία ἀτομική ἀπόφαση...»
Ή προσφεύγουσα εἰδοποιήθη σχετικῶς μέ ἐπιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 3ης Νοεμβρίου 1980, ἡ ὁποία ἀνέφερε ὅτι οἱ ἔλεγχοι θά διενεργοῦντο ἀπό υπαλλήλους μιᾶς ἑταιρίας διαχειρίσεως επιχειρήσεων, βοηθούμενους ἀπό μηχανικούς. 'Αρχικώς, ή προσφεύγουσα ἠρνήθη νά επιτρέψει τους έλεγχους αυτού, επικαλούμενη τό άρθρο 1 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, τό όποιο ὁρίζει:
«Ή διαχείριση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων εξασφαλίζεται ἀπό τήν 'Επιτροπή. Ή τελευταία δύναται νά βοηθείται ἀπό ἀνεξάρτητους ὀργανισμούς ἡ ἀπό εμπειρογνώμονες. Πρέπει νά υπάρχει εγγύηση περί εξασφαλίσεως τοῦ ἐπαγγελματικού μυστικοῦ τῶν επιχειρήσεων.»
Ή προσφεύγουσα ἔκρινε ὅτι τό επαγγελματικό ἀπόρρητο ἀπειλεῖτο διότι στόν έλεγχο επρόκειτο νά συμμετάσχουν καί υπάλληλοι μιᾶς ἀνταγωνιστικῆς επιχειρήσεως. Κατά τήν γνώμη της, ὁ έλεγχος πρέπει νά διενεργείται μόνο ἀπό ελεγκτές τῆς Ἐπιτροπῆς ή ἀπό ἀνεξαρτήτους εμπειρογνώμονες. 'Εν τούτοις, ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1980 ἡ ἐπιχείρηση τῆς προσφευγούσης ἐλέγχεται, ὅπως φαίνεται, χωρίς ἡ Ἐπιτροπή νά έχει τροποποιήσει τήν μέθοδό τῆς — συμμετοχή τεχνικών εμπειρογνωμόνων ἀπό άλλες επιχειρήσεις. Σύμφωνα μέ τίς διαβεβαιώσεις της κατά τήν προφορική διαδικασία, τοῦτο προφανώς δέν έχει δημιουργήσει ἰδιαίτερα προβλήματα.
Τήν 24η Νοεμβρίου 1980, ἡ προσφεύγουσα ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὡς ἀνεφάρμοστη καί νά ἀκυρώσει τήν ἀνακοίνωση πού τῆς ἀπηύθυνε ἡ 'Επιτροπή τήν 1η Νοεμβρίου 1980, γιά τόν λόγο ὅτι τό σύστημα ποσοστώσεων πού ἐθε-σπίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή καί ἡ εφαρμογή του εἶναι ἐπικριτέα ἀπό διάφορες ἀπόψεις.
Ὡς πρός τά αἰτήματα αυτά ἡ άποψή μου έχει ὡς ἀκολούθως:
Ι — 'Επί τοῦ παραδεκτοῦ
Τό παραδεκτό τῆς προσφυγῆς καθ' ἑαυτῆς δέν ἠμφισβητήθη, καί δικαιολογημένως, ὅπως υπεστήριξα ήδη στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς προαναφερθείσης ὑποθέσεως Krupp.
Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει, ἐν τούτοις, ὅτι δύο λόγοι πού αφορούν τήν γενική ἀπόφαση, πάντως ὅμως ὄχι τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση, δέν εἶναι παραδεκτοί. Πρόκειται πρώτον γιά τήν αιτίαση ὅτι ἡ 'Επιτροπή προσέλαβε γιά τήν επαλήθευση τῆς ἀκριβείας τῶν δηλώσεων καί τῶν πληροφοριῶν τῆς προσφευγούσης καί εμπειρογνώμονες πού ήταν στην υπηρεσία ἀνταγωνιστικῶν ἐπιχειρήσεων. Πρόκειται, ἀφ' έτερου, γιά τήν αιτίαση πού ἀνάγεται στό άρθρο 7 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, σύμφωνα μέ τό όποιο, κατά τήν παράδοση προϊόντων πού τίθενται ὑπό τό σύστημα ποσοστώσεων, οἱ επιχειρήσεις δέν δύνανται, ὅσον άφορᾶ τίς παραδόσεις εντός τῆς κοινῆς ἀγοράς, νά υπερβούν γιά κάθε ὁμάδα προϊόντων τήν σχέση μεταξύ τῶν κοινοτικών παραδόσεων καί τοῦ συνόλου τῶν παραδόσεων κατά τό δωδεκάμηνο ἀπό τόν 'Ιούλιο τοῦ 1977 μέχρι τόν 'Ιούνιο τοῦ 1980, κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου ἐσημειώθη ἡ μεγαλύτερη παραγωγή τῶν τεσσάρων ὁμάδων προϊόντων ελάσεως. Ή 'Επιτροπή παρετήρησε σχετικώς ὅτι — επειδή ἡ συνθήκη ΕΚΑΧ ἐπιτρέπει τήν προσβολή γενικών ἀποφάσεων ἀπό τίς επιχειρήσεις μόνο ὑπό αυστηρές προϋποθέσεις, δηλαδή ὅταν ἀποδεικνύεται επαρκώς κατάχρηση εξουσίας πού διεπράχθη κατά τῆς προσφευγούσης, ἡ γενική ἀπόφαση δέν δύναται νά περιληφθεί στόν δικαστικό έλεγχο ὅταν προσβάλλεται μία ἀτομική ἀπό-φαση (έκτος ἄν πρόκειται γιά αἰτιάσεις πού ἀφοροῦν τήν γενική ἀπόφαση στό σύνολο της, ὅπως ἡ αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας) παρά μόνο ἄν ἀποδεικνύεται ὅτι ή προσβαλλομένη ἀτομική ἀπόφαση συνιστά περίπτωση ἐφαρμογής τῆς διατάξεως τῆς γενικής ἀποφάσεως πού αποτελεί τό αντικείμενο αιτιάσεως, ἄν, συνεπώς, ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση συνιστά τήν βάση τῆς ἀτομικής ἀποφάσεως. Τοῦτο ὅμως δἐν δύναται νά λεχθεί ούτε ὡς πρός τό άρθρο 7 παράγραφος 2 οὔτε ὡς πρός τίς λεπτομέρειες διενεργείας τοῦ έλεγχου πού εφαρμόζει ἡ 'Επιτροπή.
Συμμερίζομαι τήν άποψη αυτή.
1.
Είναι προδήλως ὀρθή ὅσον άφορα τίς λεπτομέρειες διενεργείας τοῦ έλεγχου, τίς όποιες ψέγει ἡ προσφεύγουσα, ἡ ὁποία στην πραγματικότητα δέν επιδιώκει μέ τόν τρόπο αυτό τήν διαπίστωση τοῦ ἀνεφαρμόστου ὁρισμένων διατάξεων τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80. Πράγματι, ἡ προσφεύγουσα δέν ἀμφισβητεί τήν νομιμότητα τοῦ άρθρου 13, τό όποιο προβλέπει ὅτι ἡ 'Επιτροπή επαληθεύει τήν ἀκρίβεια τών δηλώσεων καί πληροφοριών, ούτε υποστηρίζει ὅτι εἶναι έπικριτέο τό άρθρο 1 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως, τό ὁποῖο προβλέπει τήν παροχή βοηθείας ἀπό ἀνεξαρτήτους ὀργανισμούς ἡ εμπειρογνώμονες καθώς καί τήν διασφάλιση τοῦ επαγγελματικού ἀπορρήτου. Ή αιτίαση τῆς ἀνάγεται μάλλον στό ὅτι ἡ 'Επιτροπή κακώς εφήρμοσε τήν τελευταία αυτή διάταξη, διότι ἀνέθεσε τόν ἔλεγχο σέ μή ἀνεξαρτήτους εμπειρογνώμονες.
Ἐν προκειμένω, ὅπως καί στην ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1983 στην ὑπόθεση 18/62 — Emilia Barge, χήρα Vittorio Leone, κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής (Slg. 1963, σ. 561), πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτες οἱ αιτιάσεις πού ἀνάγονται μόνο στον τρόπο εφαρμογής μιᾶς ἀποφάσεως. Εἶναι, ἐξ άλλου, σαφές ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀτομική ἀπόφαση, δηλαδή ἡ ἀνακοίνωση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής τής προσφευγούσης, δέν έχει σχέση μέ τίς ἀνωτέρω διατάξεις καί μέ τους ἐλεγχους πού διεξήγαγε ἡ 'Επιτροπή. Τό επιχείρημα αυτό είναι ἀποφασιστικό, ἐνῶ ἀντιθέτως ή παρατήρηση τῆς προσφευγούσης, κατά τήν ὁποία οἱ έλεγχοι έχουν χαρακτήρα «μέσου» ἐν σχέσει πρός τίς ποσοστώσεις παραγωγης καί ὅτι συνιστούν βοηθητικό στοιχείο τοῦ συστήματος, δέν ἀρκεῖ γιά νά περιληφθούν στην δίκη. Πράγματι, ἄν ἀνεγνωρίζοντο ὡς παράνομες οἱ λεπτομέρειες διενεργείας τοῦ έλεγχου, τοῦτο δέν θά ἐσήμαινε κατά κανένα τρόπο ὅτι θά πρέπει νά τροποποιηθεί ἡ επίδικη ἀπόφαση περί ἀνακοινώσεως τῶν ποσοστώσεων παραγωγής τῆς προσφευγούσης.
Δέν εἶναι ἐξ άλλου ἀκριβές ὅτι ἄν ἀπορριφθεί ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης δέν είναι πλέον δυνατός ὁ δικαστικός έλεγχος των λεπτομερειῶν διενεργείας τοῦ έλεγχου, διότι — ὁπως ελέχθη κατά την προφορική διαδικασία — τό άρθρο 13 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 προβλέπει έλεγχους χωρίς προηγούμενες ἀτομικές ἀποφάσεις, γιά επιτακτικούς λόγους διοικητικής τεχνικῆς, ἀναγομένους στόν μεγάλο ἀριθμό τῶν διαδικασιών έλεγχου. Πράγματι, ἡ άρνηση τῶν επιχειρήσεων νά επιτρέψουν τήν διενέργεια έλεγχων δύναται, σύμφωνα μέ τό άρθρο 13 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, νά συνεπάγεται τήν επιβολή προστίμων, σέ περίπτωση δέ προσφυγής κατά τῆς επιβολής αυτής, δύνανται νά υποβληθούν στό Δικαστήριο ὅλα τά σχετικά μέ τους έλεγχους ζητήματα.
2.
Ὡς πρός τήν δυνατότητα νά υποβληθεί σέ δικαστικό έλεγχο, στό πλαίσιο μιας δίκης ὅπως ἡ παρούσα, ἡ ρύθμιση περί παραδόσεων πού περιέχεται στό άρθρο 7 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, παραπέμπω στίς προτάσεις μου στίς υποθέσεις Krupp. Σ' αυτές εἶχα υποστηρίξει ὅτι ή ένσταση ελλείψεως νομιμότητος μιᾶς ἰδιαίτερης διατάξεως μιας γενικής ἀποφάσεως είναι παραδεκτή μόνο ἄν ἡ ευθέως προσβαλλομένη πράξη συνιστά περίπτωση εφαρμογής τῆς ἀμφισβητούμενης διατάξεως καί ὅτι τοῦτο δέν εἶναι δυνατό νά λεχθεί γιά τήν σχέση μεταξύ τοῦ καθορισμού των ποσοστώσεων παραγωγής καί τῆς γενικής διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 2, περί διατηρήσεως ὁρισμένης σχέσεως μεταξύ τῶν παραδόσεων εντός τῆς Κοινότητος καί τῶν παραδόσεων έκτὁς τῆς Κοινότητος.
Οὔτε δύναται νά συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα ἀπό τήν παρατήρηση τῆς προσφευγούσης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ ποσοστώσεις παραδόσεως καί οἱ ποσοστώσεις παραγωγής συνιστούν δύο εκφάνσεις μιᾶς ἑνιαίας καί ἀδιαιρέτου ρυθμίσεως, ή ἀπό τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1963 στην υπόθεση 18/62.
Πράγματι, τό σημαντικό στοιχείο είναι πρωτίστως ὅτι, κατά τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση, γιά τό παραδεκτό τῆς ἐνστάσεως ἐλλείψεως νομιμότητος μιᾶς γενικής ἀποφάσεως ἀπαιτείται κατ' ἀρχήν ἡ προσβαλλομένη ἀτομική ἀπόφαση νά στηρίζεται στην γενική απόφαση, νά συνιστά συνεπώς περίπτωση εφαρμογής τῆς τελευταίας. Περαιτέρω, μολονότι στην υπόθεση εκείνη — πού ἀφορούσε γενικές ἀποφάσεις περί ἐξισώσεως στον τομέα τῶν παλαιοσιδήρων — ή κριτική κατά άλλων διατάξεων τῆς γενικής ἀποφάσεως έγινε παραδεκτή μέ τήν αιτιολογία ὅτι οἱ διατάξεις αυτές ήταν δυνατό νά παρακωλύσουν τήν λειτουργία τοῦ συστήματος ἐξισώσεως, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι επρόκειτο τότε γιά διατάξεις πού εισήγαγαν εξαιρέσεις στην εξίσωση τῶν τιμών καί στην υποχρέωση συνεισφοράς καί ὅτι ἡ διαπίστωση τοῦ παρανόμου χαρακτῆρος τους είχε πράγματι επιπτώσεις ἐπί τοῦ ποσοῦ τῆς εξισωτικής συνεισφοράς πού εἶχε προσδιορισθεί γιά τήν προσφεύγουσα στην υπόθεση εκείνη. Στην παρούσα υπόθεση, ὅμως, δέν συντρέχει ἀσφαλώς τέτοια περίπτωση, έστω καί ἄν εἶναι ἀναντίρρητο ὅτι ὁ περιορισμός πού επιβάλλει τό άρθρο 7 παράγραφος 2 στίς παραδόσεις εντός τῆς κοινής ἀγοράς συνδέεται ἀδιασπάστως μέ τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων παραγωγής.
3.
Εἶμαι, συνεπώς, τῆς γνώμης ὅτι, κατά τήν περαιτέρω ἐξέταση τῆς υποθέσεως, δύνανται νά μή ληφθούν πλέον ὑπ' ὅψη οἱ ἀνωτέρω ἐξετασθεῖσες αἰτιάσεις.
II — 'Επί τῆς ουσίας
1. 'Ανεπίτρεπτη ἀναδρομικότης τῆς ἀποφάσεως 2794/80
Ἡ προσφεύγουσα ψέγει, κατά πρώτο λόγο, τό ὅτι δυνάμει τῆς αποφάσεως 2794/80, ή ὁποία, σύμφωνα με τό άρθρο τῆς 15, ἐτέθη σέ Ισχύ την ἡμερα τῆς δημοσιεύσεώς της στην 'Επίσημη Ἐφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, δηλαδή τήν 31η 'Οκτωβρίου 1980, έπρεπε νά ληφθούν ὑπ᾿ ὄψη ή παραγωγή καί οἱ πωλήσεις πού ἐπραγματο-ποιήθησαν ἀπό τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1980. Κατά τήν γνώμη της, ἡ ἀναδρομικότης αυτή παραβιάζει μία γενική ἀρχή τοῦ δικαίου, πού ισχύει σέ όλους τους τομείς τοῦ δικαίου, καί ἐκφράζεται, ἐπί παραδείγματι, στό άρθρο 12 τοῦ ἰταλικοῦ ἀστικοῦ κωδικός. Ή ρύθμιση αυτή ἀντιστρατεύεται επίσης στίς ἀπαιτήσεις τῆς προστασίας τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης. Μολονότι, ἐν προκειμένω, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ήδη ἀπό τῆς 11ης 'Οκτωβρίου 1980 ἡ 'Επιτροπή ἀνεκοίνωσε ἐπισήμως τήν πρόθεση τῆς νά θεσπίσει ἕνα σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής, δέν κατέστησε ἐν τούτοις σαφές τότε ὅτι τό σύστημα αυτό θά είχε εφαρμογή καί ἐπί τῶν παραδόσεων. 'Εξ άλλου, τό σχέδιο τοῦ κειμένου πού κατηρ-τίσθη γιά τόν σκοπό αυτό ἐτροποποιήθη ἐπανειλημμένως κατά τήν διάρκεια τοῦ 'Οκτωβρίου 1980, ἰδίως διότι — ὁπως διε-δόθη ἀπό τόν τύπο — είχαν προκύψει διαφωνίες εντός τοῦ Συμβουλίου, οἱ όποιες ἀκριβώς ἀφορούσαν μεταξύ άλλων καί τόν χρόνο εφαρμογής. Οἱ ενδιαφερόμενοι οικονομικοί κύκλοι είχαν συνεπώς ένα λόγο νά υποθέσουν ὅτι ἡ 'Επιτροπή θά ἐγκατέλειπε τό σχέδιο καί θά εξέταζε άλλες λύσεις, ὅπως, π.χ., ἑκουσίους περιορισμούς τῆς παραγωγής, άλλά, ἐν πάση περιπτώσει, μέ εφαρμογή ἀπό μεταγενέστερο χρονικό σημείο. 'Αν τώρα επιδοκιμασθεί ἡ συμπερίληψη τοῦ 'Οκτωβρίου στον χρόνο ισχύος τοῦ συστήματος, τοῦτο ἀναμφισβητήτως θά συνεπήγετο μειονεκτήματα γιά τίς ἐπιχειρήσεις πού παρήγαγαν καί ὤφειλαν νά προβούν σέ παραδόσεις κατά τήν περίοδο ἐκείνη. Πράγματι, γιά τίς πράξεις αὐτές δέν είχαν ἀκόμη παραχθεί τά εὐεργετικά ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος, τῶν ποσοστώσεων, ὑπό τή μορφή αυξήσεων τῶν τιμών ἀφ᾿ ἑτέρου, δεδομένου ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραγωγής εμειώθησαν λόγω τοῦ ὅτι ελήφθη ὑπ᾿ ὄψη ἡ παραγωγή τοῦ μηνός 'Οκτωβρίου, δέν κατέστη δυνατή μεταγενεστέρως παρά μόνο μία περιορισμένη ἀντιστάθμιση μέσω αυξήσεων τῶν τιμών γιά τήν υπόλοιπη παραγωγή τοῦ έτους 1980.
Ὡς πρός τά επιχειρήματα αυτά πρέπει κατά πρώτο νά διαπιστωθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ἀναδρομι-κότης δέν ἀποκλείεται κατά τρόπο ἀπόλυτο. Υπενθυμίζω μόνο δύο ἀποφάσεις πού ἀφοροῦν τήν νομισματική εξίσωση (υποθέσεις 7/76 — ἀπόφαση τῆς 7ης 'Ιουλίου 1976 — ἐπιχείρηση IRCA (Industria Romana Carni e Affini SpA) κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Slg. 1976, σ. 1213' καί 98/78 — ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιανουαρίου 1979 — επιχείρηση Α. Racke κατά Hauptzollamt Mainz Slg. 1979 σ. 69), στίς ὁποίες ή εφαρμογή τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών σέ πράξεις καί συναλλαγές προγενέστερες τῆς δημοσιεύσεως τῶν σχετικών κανονισμών εκρίθη νόμιμη, μέ τήν αἰτιο-λογία ὅτι ήταν ἀναπόφευκτη ἐν όψει τοῦ συστήματος τῆς νομισματικής ἀξιώσεως, τῶν σκοπών πού ἐπεδίωκε τό σύστημα αυτό καί τῆς ἀνάγκης νά διασφαλισθεί ή πλήρης ἀποτελεσματικότης τῆς ρυθμίσεως. 'Εκείνο, ὅμως, πού εκρίθη οὐσιώδες ήταν τό κατά πόσον ελήφθη προσηκόντως ὑπ᾿ ὄψη ή θεμιτή εμπιστοσύνη τῶν ενδιαφερομένων κύκλων καί, συνεπώς, τό ἄν μία τέτοια ρύθμιση ήταν προβλεπτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ 'Επιτροπή κατέδειξε σαφώς ὅτι ἡ μή συμπερίληψη τοῦ 'Οκτωβρίου θά εἶχε σοβαρές επιπτώσεις στην ἀποτελεσματικότητα τοῦ συστήματος, διότι οἱ επιχειρήσεις — βάσει μέσου ποσο-στοῦ ἀξιοποιήσεως 50 % — ἠδύναντο νά διπλασιάσουν τήν παραγωγή τους κατά τόν μήνα 'Οκτώβριο. 'Επί πλέον, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ επιχειρήσεις εἰδο-ποιήθησαν εγκαίρως γιά τήν θέσπιση τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, πρῶτα μέ τήν ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆ 11ης 'Οκτωβρίου 1980 (Abl. C 264, σ. 2), ἡ ὁποία έκανε λόγο γιά τήν συμπερίληψη τοῦ 'Οκτωβρίου στό σύστημα τῶν ποσοστώσεων, καί κατόπιν μέ τήν ἀπόφαση 2613/80, πού ἐδημοσιεύθη τήν 11η 'Οκτωβρίου 1980 (Abl. L 268, σ. 25), καί ἡ ὁποία προέβλεπε υποχρέωση τῶν επιχειρήσεων νά παράσχουν πληροφορίες γιά τήν παραγωγή τοῦ Ὀκτωβρίου.
Ούτε δημιουργείται ἡ εντύπωση ὅτι μεταγενέστερα γεγονότα κατέστησαν αυτές τίς ενδείξεις χωρίς ἀντικείμενο. 'Εν πάση δέ περιπτώσει, ἡ 'Επιτροπή διεβεβαίωσε, καί ή προσφεύγουσα δέν ἠδυνήθη νά αντικρούσει, ὅτι οἱ μεταγενέστερες συζητήσεις περιεστράφησαν σέ άλλα σημεία τοῦ καθεστώτος καί ὅτι ποτέ δέν ἀντεμετω-πίσθη τό ενδεχόμενο νά μή περιληφθεί ὁ 'Οκτώβριος τοῦ 1980.
Κατά τά λοιπά, δύναται επίσης νά υποστηριχθεί ἡ άποψη ὅτι δέν πρόκειται ἐδω γιά γνησια περίπτωση ἀναδρομικότητος, ἀλλά γιά κατάσταση ἀνάλογη πρός εκείνη τῆς υποθέσεως 44/56 (Hessische Knappschaft κατά Singer et Fils, ἀπόφαση τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1965, Slg. 1965, σ. 1267), στην ὁποία τό Δικαστήριο ἔκρινε επιτρεπτό νά καθορίζονται ἀπό μία ρύθμιση οἱ έννομες συνέπειες παρελθόντων γεγονότων καί εδέχθη ὅτι, ἀπό τῆς ημερομηνίας ενάρξεως τῆς Ισχύος μιᾶς διατάξεως, δύνανται νά ἀπορρέουν δικαιώματα καί υποχρεώσεις ἀκόμη καί ἀπό πραγματικά περιστατικά προγενέστερα τῆς ημερομηνίας αὐτῆς. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, τό σύστημα ποσοστώσεων πού ίσχυσε ἐπί τρεις μῆνες καί ἐδημο-σιεύθη στό τέλος τοῦ 'Οκτωβρίου 1980 ἀφορούσε ἐν μέρει παρελθόντα γεγονότα καί συνέδεε πρός αυτά τήν εκτίμηση της νομιμότητος μεταγενέστερης συμπερι-φορᾶς. Ἦταν ὅμως εντελῶς ἀπίθανο — λόγω ἀκριβῶς τῆς προαναφερθείσης ἀνακοινώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς — νά εἶχε γίνει υπέρβαση τῶν ποσοστώσεων ήδη μέ τήν παραγωγή τοῦ 'Οκτωβρίου, κατά τρόπον ώστε κατά τήν έναρξη τῆς Ισχύος τῆς ρυθμίσεως νά μή ήταν πλέον εφικτή ἡ διόρθωση καί, επομένως, ἡ ἀποφυγή κυρώσεων γιά παρελθούσες πράξεις. δύναται μᾶλλον νά θεωρηθεί ὡς δεδομένο ὅτι οἱ επιχειρήσεις ήταν ἀκόμη σέ θέση νά προσαρμόσουν τήν παραγωγή τους κατά τήν διάρκεια τοῦ Νοεμβρίου καί τοῦ Δεκεμβρίου 1980 καί νά ἀποφύγουν έτσι τίς κυρώσεις.'Αν, ἐξ άλλου, ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ προσφεύγουσα διέκοψε τήν παραγωγή τῆς μόνο ἀπό 15ης Δεκεμβρίου 1980, δέν συντρέχει κανένας λόγος, κατά τήν γνώμη μου, νά ἀναγνωρισθεί τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων ὡς ἀνεφάρμοστο κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 λόγω παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς μή ἀναδρομικότητος.
2. Επί τῆς παραδάσεως τον ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ
Τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει ὅτι, πρίν καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής, ἡ 'Επιτροπή διαβουλεύεται μέ τήν Συμβουλευτική 'Επιτροπή καί ὅτι καθορίζει τίς ποσοστώσεις ἐπί ευλόγου βάσεως, βάσει μελετών πού γίνονται ἀπό τήν 'Επιτροπή σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων. 'Επί τοῦ τελευταίου αυτού σημείου, ή προσφεύγουσα ἀναγνωρίζει μέν ὅτι, κατά τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1980, ἐπραγματο-ποιήθησαν τρεῖς συνεδριάσεις εκπροσώπων τῆς Ἐπιτροπῆς καί ἑνώσεων ἰταλικῶν επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος υποστηρίζει, ὅμως, ὅτι δέν επρόκειτο γιά γνήσιες διαβουλεύσεις ὑπό τήν έννοια τῆς πραγματικής συνεργασίας, ὁπως ἀπαιτεί τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, τό θέμα υπεβλήθη ήδη στό Συμβούλιο λίγες ήμερες μετά τήν πρώτη συνεδρίαση τῆς 4ης 'Οκτωβρίου 1980. Οἱ ἑνώσεις επιχειρήσεων δέν εἶχαν, συνεπώς, τήν ευκαιρία νά υποβάλουν αντιπροτάσεις, άλλᾶ ἀπεναντίας ευρέθησαν πρό ἑνός «Diktat» τῆς Ἐπιτροπής, ιδίως ὅσον άφορᾶ τόν υπολογισμό των ποσοστώσεων παραγωγής. Ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι ἀναμφισβήτητο, κατά την προσφεύγουσα, ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν εδέχθη καμμία ἀπό τίς ιταλικές προτάσεις ὅσον άφορᾶ ιδίως τά μέτρα προστασίας έναντι των εισαγωγών, τους έλεγχους πού πρέπει νά ἀσκούνται, τίς παρεμβάσεις τοῦ κράτους στόν ἀνταγωνισμό ἡ τήν λήψη ὑπ᾽ ὄψη τῆς παραγωγικής ικανότητος κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων παραγωγής. Ή προσφεύγουσα υποστηρίζει, ἐξ άλλου, ὅτι, ἐν ὄψει τοῦ μεγέθους της, έπρεπε νά έχει συμμετάσχει στίς ἀνωτέρω μελέτες' τό γεγονός ὅτι τούτο δέν συνέβη συνιστᾶ ἐπίσης σοβαρό σφάλμα πού συνεπάγεται τό ἀνεφάρμοστο τῆς ρυθμίσεως.
Κατά τήν γνώμη μου, ούτε ἐπί τοῦ σημείου αὐτού δέν δύναται να γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης.
'Ορθώς ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί κατά πρώτον ὅτι, ἀφοῦ τό άρθρο 58 προβλέπει μόνο διαδούλευση μέ τίς ἐπιχειρήσεις καί ὄχι εκτενέστερα δικαιώματα συμμετοχής των επιχειρήσεων στίς συζητήσεις, ἡ 'Επιτροπή δέν ήταν υποχρεωμένη νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τίς γνῶμες τους. Είναι, ἐξ άλλου, σαφές ὅτι, καί μετά τήν υποβολή τοῦ ζητήματος στό Συμβούλιο καί μέχρι τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως (τήν 31η 'Οκτωβρίου 1980), οἱ ἐπιχειρήσεις εἶχαν ἀκόμη τόν χρόνο καί τήν δυνατότητα νά διατυπώσουν τίς ἀπόψεις τους, δεδομένου, μάλιστα, ὅτι στην πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς πρός τό Συμβούλιο, ἀνεφέρετο ρητώς σέ διάφορα σημεία (σ. 10, 12, 13, 14) ὅτι οἱ μελέτες πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 58 παράγραφος 2 δέν εἶ χαν ἀκόμη λήξει. Δέν δύναται, ἐξ άλλου, νά υποστηριχθεί ὅτι ή 'Επιτροπή δέν έλαβε ὑπ᾽ ὄψη καμμία ἀπό τίς παρατηρήσεις τῶν επιχειρήσεων ὡς πρός τόν τρόπο ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος των ποσοστώσεων, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν παραβολή τοῦ κειμένου πού ὑπεβλήθη ἀρχικώς στό Συμβούλιο μέ τό κείμενο τῆς ἀποφάσεως, ἰδίως ὅσον άφορα τόν συντελεστή τῆς προβλεπομένης μειώσεως.
Ἐν τούτοις, ὅσον άφορᾶ, ἰδίως, τήν διαβούλευση μέ τήν προσφεύγουσα, εἶναι κατά πρώτο λόγο σημαντικό τό γεγονός ὅτι ένας εκπρόσωπος τῆς επιχειρήσεως συμμετέσχε στην συνεδρίαση τῆς 17ης 'Οκτωβρίου 1980, στην ὁποία είχε τήν δυνατότητα νά ἐκφράσει τήν άποψη του. Ἀφ᾽ ἑτερου, ἐν ὄψει τοῦ επείγοντος χαρακτῆρος τοῦ μέτρου, ἡ 'Επιτροπή δέν ἠδύνατο νά ζητήσει κατ' ιδίαν τίς γνώμες 350 περίπου ἐπιχειρήσεων. Ἔπρεπε μᾶλλον νά ἀρκεσθεί στίς γνώμες τῶν ἑνώσεων καί νά δώσει τήν δυνατότητα νέ ἐκφράσουν τήν άποψη τους οἱ ἐπιχειρήσεις πού τό ζητούσαν.
Κατά συνέπεια, δέν δύναται ἀσφαλώς νά διαπιστωθεί παράβαση ουσιώδους τύπου κατά τήν λήψη τῆς ἀποφάσεως 2794/80.
3. 'Ανεπαρκής προστασία κατά τῶν εισαγωγών
Ἡ προσφεύγουσα παρετήρησε επίσης — καί μέ αυτό έρχομαι σέ ένα άλλο λόγο τῆς προσφυγής — ὅτι στό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ γίνεται ρητώς λόγος γιά τήν ἀνάγκη νά συνοδεύεται τό σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής, στον βαθμό πού εἶναι ἀναγκαῖο, ἀπό τά μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 74. Κατά τό τελευταίο αυτό άρθρο, προϋπόθεση τῆς θεσπίσεως μέτρων έναντι τρίτων χωρών είναι, μεταξύ άλλων, ὅτι ένα ἀπό τά προϊόντα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 81 εἰσάγεται στό έδαφος ενός ἡ περισσοτέρων Κρατών μελών σέ ποσότητες σχετικώς αυξημένες καί ὑπό ὅρούς τέτοιους, ώστε οἱ εισαγωγές αὐτές νά επιφέρουν σοβαρή ζημία στην παραγωγή, εντός τῆς κοινής ἀγορᾶς, ὁμοίων ἡ ευθέως ἀνταγωνιστικών προϊόντων. Μολονότι ἡ προϋπόθεση αυτή ἐπληροῦτο — παρετηρεῖτο πράγματι αἄξηση τῶν εισαγωγών προϊόντων ελάσεως καί ἡμιπροϊόντων, καί μάλιστα σέ χαμηλότερες τιμές, διότι οἱ παραγωγοί τρίτων χωρῶν είχαν χαμηλότερα έξοδα παράγωγης ή, ὅπως π.χ. στην 'Ισπανία, ελάμβαναν ἐπιδοτήσεις — ἡ 'Επιτροπή παρέλειψε νά λάβει ἀποτελεσματικά μέτρα ὅπως ὁ καθορισμός ποσοστώσεων εἰσαγωγῆς ἡ ελαχίστων τιμών. Κατά τήν προσφεύγουσα, τοῦτο συνιστἀ παράβαση τοῦ ἄρθρου 58, ἀπό τό όποιο συνάγεται — λόγω τῆς ρητής παραπομπής στό άρθρο 74 — ἡ ἀνάγκη παραλλήλου ρυθμίσεως ὡς πρός τίς εισαγωγές. Τοῦτο παρέχει επίσης έρεισμα γιά τήν αἰτίαση περί παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος, διότι, λόγω τοῦ ἐλλιποῦς χαρακτῆρος τους, τά μέτρα πού ελήφθησαν έναντι τῶν κοινοτικών επιχειρήσεων δέν ἐνδείκνυντο γιά τήν επίτευξη τοῦ επιδιωκομένου μέ αυτά σκοποῦ — αύξηση τῶν τιμών στην κοινή ἀγορά μέσω τῆς μειώσεως τῆς προσφορᾶς —, μολονότι ἀπαιτούσαν Ουσίες ἐκ μέρους τῶν επιχειρήσεων τῆς Κοινότητος.
Ὡς πρός τόν λόγο αυτό, δύναται νά τεθεί τό ζήτημα, πού θέτει καί ἡ 'Επιτροπή, ἄν ή έλλειψη νομιμότητος ἑνός συγκεκριμένου μέτρου δύναται πράγματι νά θεμελιωθεί στην έλλειψη ενός μέτρου άλλου είδους ή μήπως τό κατάλληλο ένδικο βοήθημα γιά τήν περίπτωση αυτή εἶναι ἡ προσφυγή λόγω παραλείψεως. Δέν εἶναι, ὅμως, ἀναγκαίο νά επιλυθεί τώρα αυτό τό πρόβλημα, διότι, κατά τήν γνώμη μου, στην προκειμένη περίπτωση ἀρκούν άλλοι συλλογισμοί.
Κατά πρώτο — ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἕκφαση «στόν βαθμό πού εἶναι ἀναγκαίο» — τό άρθρο 58 δέν προβλέπει ἐπιτακτικῶς σύνδεσμο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων παραγωγής μέ τά μέτρα τοῦ άρθρου 74. Ή διατύπωση πού επελέγη θέτει μᾶλλον τήν έμφαση στην ἀναγκαιότητα μιᾶς «ἐκτιμήσεως τῆς καταστάσεως πού ἀπορρέει ἀπό οικονομικά γεγονότα ἤ περιστά-σεις» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Ή δύσκολη ἀπόφαση πολιτικής φύσεως πού καθίσταται ἀναγκαία πρέπει νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη ὄχι μόνο τόν σκοπό πού τάσσει τό άρθρο 3 στοιχείο στ τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ — προαγωγή τῆς ἀναπτύξεως τῶν διεθνών συναλλαγών — καί τίς υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος ἐκ τῆς συμφωνίας GATT άλλά καί τά ἀποτελέσματα μέτρων, λαμβανομένων δυνάμει τοῦ άρθρου 74, ὡς πρός τίς κοινοτικές εξαγωγές ἐν γένει, καί ειδικότερα τίς εξαγωγές χάλυβος, τά όποῖα, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, θά ήταν δυνατό νά καταλήξουν σέ περαιτέρω μείωση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής. Τούτο προκύπτει σαφώς ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 18ης Μαρτίου 1980, ώς πρός τίς ελάχιστες τιμές τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 154, 205, 206, 226 έως 228, 263 καί 264/78, 39, 31, 83 καί 85/79 — SPA Ferriera Valsabbia καί λοιποί κατά 'Επιτροπής — Sig. 1980, σ. 907). Στην σκέψη 110 (Sig. 1980, σ. 1015) ἀναφέρεται σχετικώς:
«Πρέπει, επίσης, νά παρατηρηθεί ὅτι, κατά τίς διαπραγματεύσεις τῆς μέ τρίτες χώρες ή 'Επιτροπή ἀντιμετωπίζει ὄχι ἀσήμαντες δυσκολίες λόγω τοῦ ὅτι οἱ εξαγωγές χάλυβος τῆς ΕΚΑΧ υπερβαίνουν τίς εἰσαγωγές της γιά τόν λόγο αυτό, ἡ Ἐπιτροπή πρέπει νά εξασφαλίζει τήν συνέχιση τῶν κοινοτικών εξαγωγών καί νά προσπαθεί ταυτοχρόνως νά περιορίζει τίς εἰσαγωγές στήν Κοινότητα. ἄν ελάμβανε χωρίς διαπραγματεύσεις περιοριστικές ἀποφάσεις έναντι τρίτων χωρών, υπήρχε κίνδυνος νά προκαλέσει μέτρα ἀνταποδόσεως επιζήμια γιά τό κοινό συμφέρον.»
Ὑπό τέτοιες συνθήκες — ὅπως συνάγεται ἀπό τό άρθρο 33 παράγραφος 1 — προϋπόθεση τοῦ δικαστικοῦ έλεγχου εἶναι νά προσάπτεται στην 'Επιτροπή ὅτι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ἡ ὅτι ἀγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τίς διατάξεις τῆς συνθήκης. Δύναται ὅμως δικαίως νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ή προσφεύγουσα διετύπωσε στην προκειμένη περίπτωση τέτοια αἰτίαση κατά επαρκή τρόπο, θεμελιώνοντάς την ἐπί συγκεκριμένων ἐνδείξεων. Τούτο ἐπιτρέπει νά παραμερισθεί χωρίς περαιτέρω εξέταση ή επιχειρηματολογία πού άφορᾶ τό άρθρο 74.
Πέραν αὐτοῦ, δύναται ὅμως νά υπογραμμισθεί ὅτι ἡ Κοινότης δέν ἔμεινε ἀδρανής έναντι τρίτων χωρῶν ἐν σχέσει πρός τήν θέσπιση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων. Υπενθυμίζω τά μνημονευθέντα ἀπό τήν Ἐπιτροπή μέτρα, πού ἀποσκοπούν στην διασφάλιση ἑνός ὁρισμένου επιπέδου τῶν τιμών εισαγωγής καί ἀπό τά όποια δύνανται νά ἀπορρέουν διαδικασίες ἀντιντά-μπιγκ καί ἡ επιβολή εισφορών κατά τήν εισαγωγή. Υπενθυμίζω, επίσης, διάφορες ἀποφάσεις καί συστάσεις περί επιτηρήσεως τών εισαγωγών, οἱ όποιες επιβάλλουν τήν υποχρέωση στους μέν εἰσαγωγεῖς νά παρουσιάζουν ὁρισμένα σημαντικά στοιχεία, στά δέ Κράτη μέλη νά διενεργούν έλέγχους καί νά ενημερώνουν τήν 'Επιτροπή. Υπενθυμίζω, τέλος, τήν ἀπαγόρευση προσαρμογής τῶν τιμών πρός τίς τιμές εἰσαγωγής καί ιδίως τίς συμφωνίες ὡς πρός τό μέγεθος καί τίς τιμές τῶν εἰσαγωγῶν, πού συνήφθησαν μέ πολλές χώρες καί οἱ ὁποίες — μόνο τό σημείο αυτό έχει σημασία ἐν προκειμένω — 'ίσχυαν μέχρι τό τέλος τοῦ 1980.
Ὅπως ἐβεβαίωσε ἡ 'Επιτροπή, τά μέτρα αυτά ἐλειτούργησαν προφανώς κατά τρόπο Ικανοποιητικό, καί, συνεπώς, εἶναι δύσκολο νά λεχθεί ὅτι ἡ έλλειψη ευρύτερων μέτρων συνιστᾶ κατάχρηση εξουσίας ή έκδηλη ἀγνόηση διατάξεων τῆς συνθήκης. 'Αναφέρομαι, ἐν προκειμένω, σέ ὅσα ἐδήλωσε ἡ 'Επιτροπή ἐν σχέσει ιδίως πρός τήν μείωση τῶν εἰσαγωγῶν κατά τήν διάρκεια ήδη τοῦ 1980 καί στίς ἀρχές τοῦ 1981, ἰδίως ἀπό τήν 'Ισπανία. 'Επί πλέον, παραπέμπω στους πίνακες πού προσεκόμισε ή 'Επιτροπή καί οἱ όποιοι ἀπεικονίζουν τήν ἐξέλιξη τῆς καταστάσεως τῶν τιμών στην Κοινότητα κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980.
4. Παράβαση τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρί-σεων καί ἄλλες αιτιάσεις
'Ερχομαι τώρα σέ μία τελευταία ὁμάδα αἰτιάσεων οἱ ὁποῖες — ἄν δέν ἀπατῶμαι — διετυπώθησαν γιά πρώτη φορά στην ἀπάντηση. Θά ήταν δυνατό, συνεπώς, νά παραμερισθούν ὡς εκπροθέσμως υποβληθείσες ἐν τούτοις, θέλω νά προβώ σέ μία έστω καί σύντομη εξέταση τους.
α)
Ή προσφεύγουσα ἰσχυρίσθη — καί στό σημείο αυτό έχει προφανώς κατά νοῦ κυρίως τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων — ὅτι τά κοινοτικά όργανα ἠνέχθησαν κρατικές επιδοτήσεις πρός τίς ἐπιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος ὑπό διάφορες μορφές καί κατά παράβαση τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ άρθρου 4 στοιχείο β τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά τόν τρόπο αυτό διετηρήθησαν τεχνητῶς ἐν ζωή μεγάλες επιχειρήσεις καί κατέστη δυνατός ένας ἀθέμιτος ἀνταγωνισμός. Ἐν τούτοις, κατά τήν θέσπιση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, ἡ 'Επιτροπή δέν έλαβε ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι οἱ εὐνοη-θεῖσες κατά τόν τρόπο αυτό επιχειρήσεις ήταν σέ θέση νά ἀνταπεξέλθουν στά προβλήματα κόστους πού έθεταν οἱ περιορισμοί τῆς παράγωγης καλύτερα ἀπό τίς επιχειρήσεις πού εἶχαν πραγματοποιήσει μέ δικά τους μέσα σημαντικές επενδύσεις γιά τήν μετατροπή καί τόν ἐκσυγχρονισμό τῶν εγκαταστάσεων τους. Σέ διάφορες χώρες, ἐξ άλλου, ἡ 'Επιτροπή επέτρεψε τήν κατασκευή νέων εγκαταστάσεων ἐνῶ δέν έλαβε ὑπ᾽ ὄψη ὅτι, ἀπό πολλές ἀπόψεις, οἱ ἰταλικές επιχειρήσεις βαρύνονται μέ υψηλά έξοδα παραγωγής καί ἰδίως μέ υψηλό κόστος ενεργείας λόγω τοῦ εξηλεκτρισμού τῶν κλιβάνων.
Κατά τῶν επιχειρημάτων αυτών — καί στό μέτρο πού δέν πρόκειται γιά εντελώς ἀορίστους καί ἀστηρίκτους ἰσχυρισμούς — δύναται νά ἀντιταχθεί ευλόγως ὅτι ἡ νομι-μότης τῶν μέτρων πού θεσπίζονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί λόγω τῆς μη θεσπίσεως διατάξεων σέ ἕνα άλλο τομέα, οἱ όποιες δέν έχουν άμεση καί ουσιώδη σχέση μέ τό καθεστώς τῶν ποσοστώσεων. Εἶναι, ἐξ άλλου, γνωστό ὅτι τά κοινοτικά όργανα καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες γιά τήν επίλυση τοῦ προβλήματος τῆς επιδοτήσεως τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, ὁπως ἀποδεικνύει Ιδίως ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου 257/80.
Κατά τῆς αἰτιάσεως τῆς προσφευγούσης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν ελήφθησαν ὑπ᾽ ὄψη, κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων, ἀφ᾽ ἑνός μέν οἱ κρατικές επιδοτήσεις, ἀφ᾽ έτερου δέ ἡ ιδιάζουσα κατάσταση τῆς Ιταλικής βιομηχανίας ὅσον άφορα τά έξοδα, πρέπει νά ἀντιταχθεί ὄχι μόνο ὅτι δέν ήταν δυνατό νά ληφθούν επαρκῶς ὑπ᾽ ὄψη ζητήματα τόσο λεπτά καί πολύπλοκα στό πλαίσιο ενός συστήματος ποσοστώσεων πού έπρεπε νά θεσπισθεί κατά τρόπο σχετικῶς ταχύ, άλλα καί ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν διευκρίνισε καθόλου πώς θά ήταν δυνατό νά γίνει αυτό μέ σύνεση — γιά νά ἀποφευχθεί ἡ αἰτίαση περί δημιουργίας διακρίσεων.
β)
Τέλος, ἡ προσφεύγουσα υπεστήριξε ἀκόμη ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐξετίμησε εσφαλμένως τήν παραγωγική ικανότητα εντός τῆς Κοινότητος, ὁπως προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι, γιά πολλές ἐπιχειρήσεις, παρέστη ἀνάγκη νά ἀναθεωρηθοῦν οἱ ποσοστώσεις παράγωγης πού καθορί-σθησαν δυνάμει τῶν άρθρων 4 καί 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80. 'Επικρίνει, επίσης, τό γεγονός ὅτι προεβλέφθησαν ποσοστώσεις γιά επιχειρήσεις πού είχαν παύσει τήν παραγωγή τους καί στίς όποιες έτσι εδόθη ή δυνατότης νά επιδοθοῦν σέ επικερδές εμπόριο τῶν ποσοστώσεων τους.
'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ, πρέπει νά παρατηρηθεί πρώτον ὅτι ἡ παραγωγική Ικανότης καί ἡ ἐκτίμηση τῆς δέν είχαν καθοριστική σημασία γιά τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων καί ὅτι έπρεπε μάλλον νά τεθεί κατ' ἀρχήν ως βάση ἡ πραγματική παραγωγή κατά τήν διάρκεια μιας περιόδου ἀναφοράς. Τούτο ἐστηρίχθη σέ σοβαρούς λόγους, δεδομένου ὅτι ἡ πραγματική παραγωγή ἀποτελεί ἀντικειμενικό δεδομένο, ἐνῶ — ὁπως κατέδειξε ἡ 'Επιτροπή — ἡ ἀναφορά στίς ικανότητες θά προξενοῦσε προβλήματα ἀπό πολλές ἀπόψεις. 'Εν τούτοις, τό γεγονός ὅτι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις παρέστη ἀνάγκη νά προσαρμοσθούν οἱ παραγωγές ἀναφοράς πού ἐχρησίμευσαν ὡς βάση γία τίς ποσοστώσεις παραγωγής δέν επιτρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι τό μέτρο πού ἐθέσπισε ή 'Επιτροπή ἐστερεῖτο οιασδήποτε λογικῆς σχέσεως πρός τήν πραγματικότητα. Τέτοιες προσαρμογές προεβλέποντο ευθύς ἐξ ἀρχῆς στό σύστημα καί τά καθοριστικά ἀπό τήν άποψη αυτή στοιχεία ήταν κατ' ἀρχήν γνωστά ἀπό τῆς θεσπίσεως τῆς ρυθμίσεως. 'Αλλωστε, δέν ἀπεδείχθη ὅτι τοῦτο προεκά-λεσε σημαντικές δυσχέρειες καί ὅτι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων κατέστη στην πράξη χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἐν πάση δέ περιπτώσει, προέκυψε σημαντική μείωση τῆς παραγωγής, τουλάχιστον ἐν σχέσει προς τίς υπάρχουσες Ικανότητες.
Όσον ἀφορᾶ, τέλος, τόν καθορισμό ποσοστώσεων γιά επιχειρήσεις πού είχαν παύσει τήν παραγωγή τους, ἡ 'Επιτροπή ἐδήλωσε σχετικώς κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση ὅτι ἀρχικώς τοῦτο έγινε διότι, γιά τήν ταχεία εφαρμογή τοῦ συστήματος, ήταν ἀναγκαίο νά προβεί σέ ηλεκτρονική επεξεργασίά τῶν στοιχείων, ή ὁποία περιελάμβανε όλες τίς επιχειρήσεις πού είχαν καταβάλει τήν εισφορά ΕΚΑΧ. Τό σφάλμα αυτό ἀφοροῦσε, ὅμως, ένα πολύ περιορισμένο ποσοστό τοῦ συνόλου τῆς παραγωγής, ἐξ άλλου δέ κατέστη δυνατό νά διορθωθεί ταχέως. 'Από τό γεγονός αυτό καί ἀπό τό ὅτι οἱ ἐν λόγω επιχειρήσεις προέβησαν σέ εκχώρηση τῶν ποσοστώσεων τους, χωρίς, ὅμως, τοῦτο νά μεταβάλει τό σύνολο τῶν ποσοστώσεων — σημείο ἀποφασιστικῆς σημασίας γιά τό σύστημα — δέν δύναται ἀσφαλῶς νά συναχθεί ὅτι ὁλόκληρο τό σύστημα υπέστη σημαντική νόθευση καί ὅτι τούτο επιβάλλει τήν ἀκύρωση τοῦ καθορισμού τῶν ποσοστώσεων πού ισχύουν γιά την προσφεύγουσα.
III —
Προτείνω συνεπῶς — καί χωρίς νά θεωρώ ἀναγκαίο νά γίνει δεκτό τό αἴτημα τῆς προσφευγούσης περί προσαγωγῶς ὁρισμένων έγγραφων — νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή ως ἀβάσιμη καί νά καταδικασθεί ἡ προσφεύγουσα στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy