ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
'Η κυρία υπόθεση, ἡ ὁποία ὡδήγησε στην αἴτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως πού εξετάζω σήμερα, άφορᾶ τό ἄν τό Fishing Nets (North-East Atlantic) Order 1977 τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, ὅπως ἐτροποποίηθη ἀπό τό Fishing Nets (North-East Atlantic) (Variation) Order 1979, συμβιβάζεται πρός τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Καί τά δύο αυτά διατάγματα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τά όποια ἀφορούν τήν διατήρηση τῶν ἁλιευτικῶν ἀποθεμάτων, έχουν ήδη ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο δίκης λόγω παραβάσεως τῶν ἐκ της συνθήκης υποχρεώσεων, κατά τήν ὁποία τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά ἐξετάσει λεπτομερῶς τά ἐν λόγω διατάγματα μαζί μέ τίς σχετικές διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Μέ τήν ἀπόφαση του τῆς4ης 'Οκτωβρίου 1979, στην υπόθεση 141/78, Γαλλική Δημοκρατία κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου 'Ιρλανδίας (Slg. 1979, σ. 2923), ἐκρινε ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο, θέτοντας ἐν ἰσχύι κατά την 1η 'Απριλίου 1977 τό Fishing Nets (North-East Atlantic) Order 1977, χωρίς προηγουμένως νά κοινοποιήσει τίς διατάξεις αυτές στά Κράτη μέλη καί στην Ἐπιτροπή καί παραλείποντας έτσι νά ζητήσει την έγκριση τῆς τελευταίας, παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Μέ την ἀπόφαση του τῆς 5ης Μαΐου 1981, στην υπόθεση 804/79, 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, (Slg. 1981, σ. 1045), έκρινε ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ, θεσπίζοντας κατά την 1η Ἰουλίου 1979, μεταξύ άλλων, τό Fishing Nets (North-East Atlantic) Variation Order 1979, τό όποιο ἐπέφερε αύξηση τοῦ ὑπό τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος τοῦ 1977 προβλεπομένου κατωτάτου μεγέθους διακένων (βρο-χίδων) δικτύων, χωρίς τήν προηγουμένη κατάλληλη διαβούλευση μέ τήν 'Επιτροπή καί παρά τίς ἀντιρρήσεις της.
Στίς 16 'Οκτωβρίου 1979, ὁ Robert Tymen, γάλλος υπήκοος, πλοίαρχος γαλλικού ἁλιευτικοῦ, συνελήφθη ἀπό τό Βασιλικό Ναυτικό νά ἁλιεύει ἀστακούς Νορβηγίας σέ ἀπόσταση περίπου 50 μιλίων νοτιοδυ-τικῶς τῆς ἀκτής τοῦ Pembrokeshire, στην ζώνη ἁλιείας τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, έχων ἐπί τοῦ πλοίου δίκτυα, τῶν ὁποίων τά διάκενα (βροχίδες) εἶχαν διαστάσεις μικρότερες τῶν επιτρεπομένων ἀπό τό άρθρο 5 καί τό παράρτημα Ι τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος τοῦ 1977, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τό διάταγμα τοῦ 1979.
Διωχθείς ποινικώς γιά τόν λόγο αυτό, ὁ Tymen υπεστήριξε ὅτι οἱ βρετανικές διατάξεις ήταν ἀντίθετες πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Τελικῶς τό Crown Court τοῦ Cardiff τοῦ επέβαλε πρόστιμο 250 λιρῶν στερλινών, τόν κατεδίκασε στην καταβολή 100 λιρών στερλινών δικαστικά έξοδα καί διέταξε τήν κατάσχεση τῶν διχτύων, μέ τά όποια εἶχε τελεσθεί τό ἀδίκημα.
Τό Court of Appeal, Criminal Division, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἠσκήθη έφεση, μέ διάταξη τῆς 14ης Νοεμβρίου ἀνέβαλε τήν δίκη καί υπέβαλε στό Δικαστήριο αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἐπί τῶν ἀκολούθων ερωτηματων:
«1.
Ἔχουν τά Κράτη μέλη ἐξουσία νά θεσπίζουν καί νά θέτουν ἐν ἰσχύι μέτρα διατηρήσεως τοῦ ἁλιευτικοῦ πλούτου, επιβάλλοντα κατώτατο ὅριο μεγέθους «ματιών» (βροχίδων) δικτύων για ἀστακούς Νορβηγίας, τοῦ εἴδους πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τοῦ Fishing Nets (North-East Atlantic) (Variation) Order 1979 (SI 1979, no 744), μετά τήν εκπνοή τῆς περιόδου πού προβλέπεται στό άρθρο 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως, δηλαδή μετά τήν 31η Δεκεμβρίου 1978;
2.
"Αν ὄχι, έχουν τά άτομα πού διώκονται ποινικώς δυνάμει ενός τέτοιου μέτρου δικαιώματα καί ποιά, τά όποια τά εθνικά δικαστήρια ὀφείλουν νά προστατεύουν;
3.
"Αν ἡ ἀπάντηση στό ἀνωτέρω ερώτημα 1 εἶναι καταφατική, τότε: (α) οἱ διαδικαστικές ἡ (β) οἱ λοιπές προϋποθέσεις τῶν έξης διατάξεων:
(i)
τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κανονισμοί) 101/76 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1976,
(ii)
τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης τῆς 3ης Νοεμβρίου 1976,
(iii)
τῆς ἀποφάσεως 79/590/EOK, της 25ης 'Ιουνίου 1979,
(iv)
τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ,
έχουν τηρηθεί ἀπό ένα Κράτος μέλος, τό όποιο, πρίν θεσπίσει ένα τέτοιο μέτρο περί προστασίας τοῦ ἀλιευτικοῦ πλούτου, ενήργησε κατά τόν τρόπο πού ενήργησε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν φάκελο τῆς δικογραφίας ὑπό τόν τίτλο «"Εκθεση τῶν Περιστατικών», πού προσαρτάται στην παρούσα;
4.
Τό γεγονός ὅτι στην υπόθεση 141/78 (Γαλλική Δημοκρατία κατά Ἡνωμένου Βασιλείου (1979)) Slg. 2923 τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο, θέτοντας ἐν ἰσχύι τό «Fishing Nets » (North-East Atlantic) Order 1977 (SI 1977, no 440), παρέβη τίς ἐκ της συνθήκης ΕΟΚ υποχρεώσεις του, επηρεάζει τήν ἀπάντηση στό ερώτημα 3 ἀνωτέρω;
5.
"Αν δέν ἐτηρήθη καμμία ἡ ὁποιαδήποτε ἀπό τίς ἀνωτέρω προϋποθέσεις, τά άτομα πού ἐδιώχθησαν ποινικώς δυνάμει ἑνός τέτοιου μέτρου έχουν δικαιώματα καί ποιά, τά όποια τά εθνικά δικαστήρια ὀφείλουν νά προστατεύουν;»
"Οπως ὀρθώς υπογραμμίζουν τόσο τό παραπέμπον δικαστήριο ὅσο καί ὁ ἐκ-καλῶν, ἡ βρετανική καί ἡ γαλλική κυβέρνηση καί ἡ Ἐπιτροπή, πού κατέθεσαν παρατηρήσεις ἐπί τῆς υποθέσεως, ή απάντηση στά ἀνωτέρω ερωτήματα δύναται νά δοθεῖ μόνο ὑπό τό φως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἡ ὁποία εξεδόθη ἐν τω μεταξύ στην υπόθεση 804/79, ὅπού επίσης ἐχρειάσθη νά εξετασθεί τό ερώτημα ἄν καί ὑπό ποῖες προϋποθέσεις τά Κράτη μέλη είχαν εξουσία, μετά τήν εκπνοή της περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως, νά λαμβάνουν μέτρα ὅπως οἱ επίδικες διατάξεις.
I —
1.
"Ετσι, γιά μιά ἀκόμη φορά, ενδείκνυται ἡ ἀναδρομή στά ουσιώδη σημεία της ἀποφάσεως αὐτῆς, τά όποια περιέχονται επίσης στήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 2ας 'Ιουνίου 1981, ἐπί τῆς υποθέσεως 124/80 (Ποινική δίκη κατά Firma J. Van Dam & Zonen, Slg. 1981, σ. 1447). Μέ τήν πρώτη ἀπόφαση τό Δικαστήριο ρητώς εδέχθη, μεταξύ άλλων, σχετικώς μέ τό διάταγμα τοῦ 1979 τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ὅτι «μετά τήν λήξη, κατά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979, τῆς προβλεπομένης ἀπό τό άρθρο 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατικῆς περιόδου, ἡ εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας τῶν θαλασσίων πόρων εντός τοῦ πλαισίου τῆς κοινῆς πολιτικῆς ἁλιείας ἀνήκει πλήρως καί ὁριστικώς στήν Κοινότητα» καί ὅτι «τά Κράτη μέλη δέν δικαιούνται επομένως νά ἀσκούν πλέον δική τους εξουσία στόν τομέα τῶν μέτρων των πόρων εντός τῶν υδάτων τῆς δικαιοδοσίας τους». Ὅπως τό ὑπεγράμμισε περαιτέρω τό Δικαστήριο, τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο, τό όποιο ἀπό τότε είναι ἁρμόδιο νά θεσπίζει κοινοτικά μέτρα, παρέλειψε νά ενεργήσει, σέ καμμία περίπτωση δέν ἠδύνατο νά ἀποδώσει στά Κράτη μέλη τήν εξουσία καί τήν ελευθερία μονομεροῦς ενεργείας στον τομέα αυτό», δεδομένου ὅτι ή μεταβίβαση τῶν σχετικῶν εξουσιών προς τήν Κοινότητα υπήρξε πλήρης καί ὁριστική.
2.
Βάσει τῶν ἀνωτέρω, στό πρώτο ερώτημα προσήκει κατ' ἀρχήν ἀρνητική ἀπάντηση. Ή πραγματική κατάσταση πού ἐδημιουργήθη ἀπό τήν αδράνεια τοῦ Συμβουλίου ωδήγησε πάντως τό Δικαστήριο νά επιτρέψει ἀπόκλιση ἀπό τήν ἀρχή αυτή — πλήρης δέ ἀπάντηση στό πρώτο ἐρώτημα δύναται νά δοθεί μόνο μέσω αὐτῆς της ἀποκλίσεως — δεχθέν ὅτι «... ἡ άποψη ὅμως αὐτή δέν δύναται νά επεκταθεί μέχρις σημείου ώστε νά θέσει τά Κράτη μέλη σέ πλήρη ἀδυναμία τροποποιήσεως τῶν υφισταμένων μέτρων διατηρήσεως, ἀνάλογα μέ τήν ἐξέλιξη τῶν σχετικών βιολογικών καί τεχνικών δεδομένων στόν τομέα αυτό». "Οπως δέχεται, πάντως, ἡ ἀπόφαση, τέτοια τροποποιητικά μέτρα δύνανται να εἶναι περιορισμένης μόνο εκτάσεως εφαρμογῆς καί δέν δύνανται νά συνεπάγονται νέα πολιτική διατηρήσεως ἐκ μέρους των Κρατών μελῶν.
3.
Σχετικώς μέ τίς προϋποθέσεις ὐπό τίς όποιες τά κράτη δύνανται νά λαμβάνουν μονομερώς τέτοια μέτρα διατηρήσεως — αύτη εἶναι ἡ ουσία τοῦ τρίτου ερωτήματος — τό Δικαστήριο εδέχθη τά ἀκόλουθα:
«Δεδομένου ὅτι πρόκειται γιά τομέα ὁ όποιος ἐπεφυλάχθη στίς εξουσίες τῆς Κοινότητος, εντός τοῦ οποίου τά Κράτη μέλη δέν δύνανται, ἐφ' έξῆς, νά ἐνεργούν παρά μόνο ὡς διαχειριστές κοινοῦ συμφέροντος, ἕνα Κράτος μέλος δέν δύναται, ελλείψει ενδεδειγμένης καταλλήλου ἐνεργείας τοῦ Συμβουλίου, νά θέτει ἐν ἰσχύι προσωρινά μέτρα διατηρήσεως, πού ἐνδεχομένως ἀπαιτεῖ ἡ κατάσταση, παρά μόνο στό πλαίσιο συνεργασίας μέ τήν 'Επιτροπή καί λαμβάνοντας δεόντως ὑπ' ὄψη τήν γενική ἀποστολή εποπτείας, τήν ὁποία τό άρθρο 155, ἐν συνδυασμῶ ἐν προκειμένω μέ τήν ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιουνίου 1979 καί τίς παράλληλες ἀποφάσεις, έχει ἀναθέσει στό όργανο αυτό.
Ἐπομένως, ενώπιον μιας καταστάσεως πού ἐχαρακτηρίζετο ἀπό τήν ἀδράνεια τοῦ Συμβουλίου καί ἀπό τήν διατήρηση, κατ' ἀρχήν, τῶν μέτρων διατηρήσεως πού ίσχυαν κατά τήν λήξη τῆς προβλεπομένης ἀπό τό άρθρο 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως περιόδου, ἡ ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιουνίου 1979 καί οἱ παράλληλες ἀποφάσεις, καθώς καί οἱ συμφυείς ἀπαιτήσεις τῆς διασφαλίσεως ἀπό τήν Κοινότητα τοῦ κοινού συμφέροντος καί τῆς ἀκεραιότητος τῶν ἰδίων τῆς εξουσιών, επέβαλαν στά Κράτη μέλη όχι μόνον τήν ὑποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν 'Επιτροπή λεπτομερώς καί νά επιζητούν καλόπιστα τήν ἔγκριση της, άλλά καί τό καθήκον νά μή θεσπίζουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως, παρά τίς ἀντιρρήσεις, επιφυλάξεις ἡ ὅρους πού διατυπώνει ενδεχομένως ἡ 'Επιτροπή».
Τά χωρία αυτά τῆς ἀποφάσεως, καθώς καί άλλα τά όποια υποθέτω ὅτι γνωρίζετε καί επομένως δέν χρειάζεται νά τά ἀναφέρω κατά λέξη, δεικνύουν σαφώς ὅτι τά μέτρα διατηρήσεως, πού λαμβάνουν τά Κράτη μέλη, τότε μόνο εἶναι νόμιμα ὅταν συμφωνούν καί μέ τίς τυπικές καί μέ τίς ουσιαστικές ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοτικού δικαίου, τό όποιο περιλαμβάνει ειδικότερα τίς διατάξεις πού ἀναφέρονται στό τρίτο ερώτημα.
Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι οἱ απαιτήσεις αυτές δέν ἐτηρήθησαν κατά τήν έκδοση τοῦ ἐπιδίκου διατάγματος, έκρινε ἑπομένως ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς ἐκ τῆς συνθήκης υποχρεώσεις του, «διότι, μέ τήν διαδικασία διαβουλεύσεων πού ἀκολούθησε, εμπόδισε τήν 'Επιτροπή νά ἐξετάσει επαρκώς τά προταθέντα μέτρα καί τά έθεσε ἐν ἰσχύι παρά τίς ἀντιρρήσεις τῆς Επιτροπής».
II —
Στό πλαίσιο αυτό, υπάρχουν τελικώς, όπως παρατηρούν ὅλοι οἱ διάδικοι, στην ουσία δύο ὁμάδες τῶν ερωτημάτων προς ἐξέταση, τά όποια δέν ἐξητάσθησαν ρητώς μέ τήν ἐν λόγω ἀπόφαση καί τά όποια στηρίζονται στό ὅτι δέν ἀμφισβητεῖται ὅτι, κατ' ἀρχήν τουλάχιστον, τό διάταγμα πού εξέδωσε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο τήν 1η 'Ιουλίου 1979 ἀντιστοιχούσε πρός τίς προτάσεις πού εἶχε υποβάλει ἡ 'Επιτροπή πρός τό Συμβούλιο κατά τήν 'ίδια περίοδο. Πάντως, ἀντίθετα πρός τά μέτρα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τά προταθέντα ἀπό τήν 'Επιτροπή δέν επρόκειτο νά τεθούν ἐν ἰσχύι πρό τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1979.
Ἔτσι, τό πρώτο ερώτημα πού ἀνακύπτει είναι τό ἄν, ὅπως υποστηρίζει ἡ κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι, μετά τήν ἀνωτέρω ἡμερομηνία, τό εθνικό μέτρο πρέπει νά θεωρηθεί ὡς σιωπηρώς εγκριθέν. "Αν αυτό δέν συμβαίνει, πρέπει νά εξετασθεί περαιτέρω τό ερώτημα ποιες συνέπειες ἀνακύπτουν στό πλαίσιο τοῦ ποινικού δικαίου ὅσον άφορᾶ τά άτομα, στην περίπτωση πού, ὅπως ἐν προκειμένω, τό μη εγκριθέν εθνικό μέτρο είναι κατ' οὐσίαν τό ἴδιο μέ τό προτεινόμενο ἀπό την 'Επιτροπή.
1.
Σχετικά μέ τό πρώτο ερώτημα, κατά την άποψη τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, οἱ ἀντιρρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐστρέφοντο προεχόντως κατά τῆς ημερομηνίας τῆς θέσεως ἐν ἰσχύι τοῦ μέτρου τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί ὄχι κατά τῆς ἐν συνεχεία διατηρήσεως του ἐν ἰσχύι. Ἔτσι, οἱ επιφυλάξεις πού εξέφρασε ἡ 'Επιτροπή ἀφοροῦσαν ἀποκλειστικώς τήν πρόωρη θέση ἐν ἰσχύι τοῦ ἐν λόγω μέτρου ἑπομένως, τό μέτρο ενεκρίθη ὑπό τόν ὅρο ὅτι δέν θά ετίθετο ἐν ἰσχύι πρό τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1979. Πρέπει πάντως νά λεχθεί ὅτι, μετά τήν ημερομηνία αυτή, τό ἐθνικό μέτρο καί ἡ πρόταση τῆς 'Επιτροπής συμπίπτουν, πράγμα πού έχει ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι, ἐφ' ὅσον τό εθνικό μέτρο λαμβάνει ὑπ' ὄψη τό κοινοτικό συμφέρον καί τά εθνικά συμφέροντα, δέν δύναται πλεόν νά θεωρηθεί ὡς ἀντίθετο πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, τό Δικαστήριο εδέχθη σαφώς μέ τήν ἀπόφαση του στην υπόθεση 804/79 ὅτι ἡ κατηγορία τῆς παραβάσεως τῶν ἐκ τῆς συνθήκης υποχρεώσεων ἀφοροῦσε τήν πρόωρη θέση ἐν ἰσχύι τοῦ μέτρου. 'Η πρακτική ἐν τούτοις δείχνει ὅτι ή 'Επιτροπή συχνά εγκρίνει τά εθνικά μέτρα, ἔστω ἐκ τῶν ύστερων. 'Εάν ἡ άποψη αυτή δέν γίνει δεκτή, τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέλειψη νά παράσχει τήν έγκριση της ἀποτελεί, πάντως, κατάχρηση εξουσίας.
Ὅπως παρατηρούν καί οἱ άλλοι διάδικοι, τά επιχειρήματα αυτά δέν εἶναι πειστικά γιά διάφορους λόγους. "Οπως ἀνέφερα ήδη, ή ἀπόφαση στην υπόθεση 804/79 δέχεται σαφώς ὅτι, βάσει τῶν διατάξεων τοῦ κοινοτικού δικαίου, τά Κράτη μέλη έχουν τήν υποχρέωση, μετά τήν εκπνοή τῆς περιόδου πού προβλέπεται στό άρθρο 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως, σέ περίπτωση ἀδρανείας τοῦ Συμβουλίου, νά προβαίνουν σέ λεπτομερείς διαβουλεύσεις μέ τήν Ἐπιτροπή πρίν θεσπίσουν μέτρα διατηρήσεως καί νά ζητοῦν καλόπιστα τήν έγκριση της. 'Επί πλέον, υποχρεούνται νά μή λαμβάνουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως παρά τίς ἀντιρρήσεις, ἐπιφυλάξεις ἡ ὅρους πού διατυπώνει ενδεχομένως ἡ 'Επιτροπή. Τά εθνικά μέτρα πού έχουν θεσπισθεί κατά παράβαση αυτών τῶν θετικών καί ἀρνητικών υποχρεώσεων δέν συμβιβάζονται συνεπώς πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
Βάσει αυτής τῆς καταστάσεως τοῦ δικαίου, τό Δικαστήριο έκρινε επομένως ὅτι οἱ διαβουλεύσεις πού εἶχε διεξαγάγει ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου δέν ήταν Ικανοποιητικές καί δέν ἀνταπεκρίνοντο στίς ἀπαιτήσεις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου. 'Επί πλέον, ἡ Ἐπιτροπή είχε ἐκφράσει τίς επιφυλάξεις τῆς ἀπό τήν ἀρχή τῆς διαδικασίας διαβουλεύσεων, τίς όποιες καί επανέλαβε ρητώς τήν 22α καί 27η 'Ιουνίου, ἀφοῦ έλαβε γνώση τοῦ κειμένου τῶν μέτρων καί ἀφοῦ ἐδήλωσε τήν πρόθεση της νά μήν τά εγκρίνει, πρίν ευρεθεί έδαφος γιά συμφωνία, κατόπιν πλέον εμπεριστατωμένης εξετάσεως.
Σχετικά μέ τό θέμα τῶν στοιχείων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῶν αἰτιάσεων τῆς 'Επιτροπής, τό Δικαστήριο εδέχθη μέ τήν ἀπόφαση του τά ἀκόλουθα:
«οἱ επικρίσεις τῆς Ἐπιτροπῆς στηρίζονται στην σκέψη ὅτι, τέτοιου εἶδους μέτρα δέν δύνανται νά ληφθούν ἀποτελεσματικῶς, παρά γιά τό σύνολο τῆς Κοινότητος καί ὅτι τό Συμβούλιο θά ήταν σέ θέση νά τά θεσπίσει κατά τους ηθελημένους ἀπό την συνθήκη τύπους, ἄν τό ἴοιο τό Ἡνωμένο Βασίλειο δέν εἶχε παραλύσει τήν διαδικασία λήψεως ἀποφάσεων εντός τοῦ ἀνωτέρω ὀργάνου καί ὅτι, μέ τήν μονομερή θέσπιση τῶν ἐν λόγω μέτρων τό 'Ηνωμένο Βασίλειο έσφετερίσθη εξουσίες οἱ όποιες ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979 ἀνήκουν πλήρως στην Κοινότητα.»
Πάντως, ἡ 'Επιτροπή επικουρικῶς μόνο ἐξήτασε τήν ονοία τῶν διαφόρων θεσπισθέντων μέτρων, γιά νά δείξει ὅτι, καίτοι ἀποτελούσαν γνήσια μέτρα διατηρήσεως, ή θέσπιση τους προσέβαλε τήν ἀρχή της ἰσότητος μεταχειρίσεως ὅλων τῶν ἁλιέων της Κοινότητος, εἴτε ὅσον άφορᾶ τόν χρόνο κατά τόν όποιο ετέθησαν ἐν ἰσχύι εἴτε ὅσον άφορᾶ τίς λεπτομέρειες εφαρμογῆς τους. 'Εκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει σαφώς ὅτι οἱ ἀντιρρήσεις πού διετύπωσε ή 'Επιτροπή δέν ἀφοροῦσαν ἀποκλειστικώς τήν ημερομηνία τῆς θέσεως ἐν ἰσχύι των μέτρων τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου. Πάντως, αυτό ἔχει περαιτέρω ὡς συνέπεια ὅτι, αν καί τό περιεχόμενο τῶν μέτρων τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου συμφωνούσε μέ τά μέτρα διατηρήσεως πού εἶχε προτείνει ή Ἐπιτροπή κατά τόν χρόνο τῆς συλλήψεως τοῦ κατηγορουμένου, ἡ βασική ἀντίρρηση πού διετύπωσε τότε ἡ 'Επιτροπή δέν ήρθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου.
Σχετικῶς, δέν πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι οἱ προτάσεις τῆς 'Επιτροπῆς, οἱ όποιες ἀπευθύνονται πρός τό Συμβούλιο καί ὄχι πρός τά Κράτη μέλη, ἀποτελοῦν τήν έναρξη μιᾶς ειδικής κοινοτικῆς διαδικασίας καί, ἑπομένως, δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ἁπλώς ὅτι ἀποτελούν έγκριση μονομερούς ενεργείας τῶν Κρατῶν μελών σέ ἕνα τομέα ὅπου ὑπερισχύουν οἱ εξουσίες τῆς Κοινότητος.
Εἰδικότερον, πρέπει νά τονισθεί, χάριν τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου τό γεγονός ὅτι, ὅταν ἡ 'Επιτροπή διατυπώσει ρητές ἀντιρρήσεις, επιφυλάξεις ἡ ὅρους σχετικά μέ τήν θέσπιση μέτρου ἀπό ένα Κράτος μέλος, οἱ ἀντιρρήσεις, επιφυλάξεις ἡ ὅροι αυτοί, τότε μόνο δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι ήρθησαν, όταν ἡ Ἐπιτροπή ἐν συνεχεία δηλώνει σαφώς ὅτι δέν επιθυμεί πλέον νά ἐπιμείνει ἐπ' αυτών. Μέχρις στιγμῆς δέν υπάρχει καμμία ένδειξη ὅτι αυτό συνέβη ἐν προκειμένω. Όλως ἀντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή ἐδήλωσε σχετικώς μέ τήν ἀπό 3ης Αυγούστου 1977 ἀνακοίνωση περί τῆς δημοσιεύσεως εθνικών μέτρων διατηρήσεως στόν τομέα τῆς ἀλιείας (Abl. C 133, σ. 2 τῆς 4ης 'Ιουνίου 1980), ὅτι διετήρη τήν ἄρχική της ἀποδοκιμασία τοῦ μέτρου αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι, ναί μέν συνεφώνησε στον χαρακτηρισμό τῆς θαλασσίας πέρκας ὡς προστατευομένου είδους, «χωρίς ὅμως νά εγκρίνει τό ἴδιο τό διάταγμα». "Αν ἡ 'Επιτροπή ἐπιθυμοῦσε νά θεωρηθεί ὅτι οἱ ἀντιρρήσεις τῆς εἶχαν ἀρθεῖ μετά τήν 1η Σεπτεμβρίου 1979, πρέπει νά υποτεθεί ὅτι θά τό εἶχε δηλώσει κατά τήν διάρκεια της δίκης κατά τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἐπί παραβάσει υποχρεώσεως ἐκ τῆς συνθήκης, ή οποία ἐτερματίσθη μόλις τόν Μάιο 1981.
Ὅπως ὀρθώς παρετήρησε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, μέ τίς προτάσεις μου τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1981 ἐπί τῆς ἀνωτέρω υποθέσεως, διευκρίνισα ὅτι ένα εθνικό μέτρο δύναται νά εγκριθεί, ἀκόμη καί σιωπηρώς. Πάντως, τέτοια σιωπηρή έγκριση δέν δύναται βεβαίως νά υπάρξει στην περίπτωση πού ἡ 'Επιτροπή έχει διατυπώσει τίς επιφυλάξεις τῆς ἀπό την ἔναρξη ήδη τῆς διαδικασίας διαβουλεύσεως καί ἔχει επιμείνει στίς ἀντιρρήσεις της. Τό ἐπ᾽αὐτοῦ επιχείρημα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ὅτι σέ άλλες περιπτώσεις ἡ 'Επιτροπή ενέκρινε ἐκ τῶν υστέρων μέτρα πού είχαν ήδη τεθεί ἐν ἰσχύι ἀπό τά Κράτη μέλη, εἶναι αλυσιτελές, δεδομένου ὅτι σ᾽αὐτές τίς ἄλλες περιπτώσεις δέν ἀπεκλείετο ἡ δυνατότης εγκρίσεως τοῦ μέτρου. Ἐν πάση περιπτώσει, ὅπως τό Δικαστήριο ἐτόνισε μέ τήν ἀπόφαση του στην υπόθεση 804/79, οἱ περιπτώσεις αυτές δέν δύνανται νά συγκριθοῦν μέ τά ἀμφισβητούμενα μέτρα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, κατά τῶν ὁποίων ή Ἐπιτροπή διετύπωσε τίς επιφυλάξεις της ἀπό τήν ἀρχή ήδη τῆς διαδικασίας διαβουλεύσεως καί επανέλαβε ρητώς τίς κατ' αυτών ἀντιρρήσεις της.
Τέλος, υπάρχει ἀκόμη μία σκέψη βασιζόμενη στην νομική πολιτική, ἡ ὁποία ἀντιμάχεται τήν άποψη ὅτι τό μέτρο κατά τοῦ ὁποίου διατυπώνονται ἀντιρρήσεις δικαιολογείται ἐκ τῶν υστέρων, επειδή συμπίπτει μέ τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπής: ἄν γίνει δεκτή μια τέτοια δικαιολόγηση, ἐνῶ δέν έχουν διεξαχθεί νέες διαβουλεύσεις μέ τήν 'Επιτροπή, αὐτό θά έχει ὡς συνέπεια ὅτι, ὁσάκις μία πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς δέν γίνεται δεκτή στό Συμβούλιο, τά Κράτη μέλη θά δύνανται νά θεσπίζουν ἀντίστοιχα εθνικά μέτρα, έτσι ώστε νά μήν είναι πάντα δυνατή ἡ εξασφάλιση τῆς προστασίας τοῦ κοινού συμφέροντος, παραδείγματος χάριν στην περίπτωση πού μεταβάλλονται τά σχετικά βιολογικά καί τεχνολογικά δεδομένα.
'Από τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι, ἀπό πλευρᾶς κοινοτικοί) δικαίου, τότε μόνο δέν θά ἠδύναντο νά διατυπωθοῦν ἀντιρρήσεις κατά τῶν ἀμφισβητουμένων μέτρων, ἄν τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, πρό τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1979, τηρώντας ὅλους τους διαδικαστικούς τύπους, εἶχε υποβάλει ἐκ νέου τό μέτρο στην 'Επιτροπή, ώστε νά δυνηθεί αυτή νά τό εξετάσει διεξοδικώς. Δεδομένου ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέν ενήργησε κατά αυτό τόν τρόπο, ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται νά κατηγορηθεί γιά κατάχρηση εξουσίας, επειδή δέν ενέκρινε ἐκ των υστέρων τό μέτρο.
2.
Ἐν ὄψει τοῦ συμπεράσματος αὐτοῦ, θεωρώ ἑπομένως ἀναγκαίο νά εξετάσω περαιτέρω τά ζητήματα πού περιέχονται στά ερωτήματα 2 καί 5, μέχρι ποίου δηλαδή σημείου τά άτομα δύνανται νά ζητήσουν προστασία κατά τῆς εφαρμογής μέτρων πού εἶναι ἀσυμβίβαστα πρός τό κοινοτικό δίκαιο.
Ἐπ᾽ αὐτοῦ, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, επικουρικώς, ὅτι στην περίπτωση ὅπού εθνικές διατάξεις συμφωνούν μέ τίς προτάσεις τῆς 'Επιτροπής, καίτοι συντρέχει παράβαση τυπικής διατάξεως τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, δέν πρέπει κατ' ἀνάγκη νά θεωρείται ὅτι αυτές δέν εφαρμόζονται. Δεδομένου ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ κοινοτικοί) δικαίου περί μέτρων διατηρήσεως ἀπευθύνονται πράγματι ἀποκλειστικώς στά Κράτη μέλη, δέν έχουν άμεσο ἀποτέλεσμα κατά τήν έννοια τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, οπότε τά άτομα δέν δύνανται νά ἀντλοῦν δικαιώματα ἀπό τήν μή τήρηση τῶν διατάξεων αυτῶν. Τέλος, εἶναι πρός τό συμφέρον τῆς Κοινότητος τό νά μή δύνανται τά άτομα νά επικαλούνται διατάξεις αὐτοῦ τοῦ είδους, στην περίπτωση πού τό Κράτος μέλος ἁπλώς παρέβη τίς περί συνεργασίας μέ τήν 'Επιτροπή διατάξεις.
Τό επιχείρημα αυτό, τό όποιο σαφώς συνδέεται μέ τό ερώτημα ἄν τά άτομα έχουν δικαιώματα πού τά δικαστήρια ὀφείλουν νά προστατεύουν, δέν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη πάντως τό γεγονός, ὅπως ὀρθώς παρε-τήρησαν, ἰδίως ἡ γαλλική κυβέρνηση καί ή 'Επιτροπή, ὅτι ἡ προκειμένη υπόθεση δέν άφορᾶ τό ερώτημα ἄν τό κοινοτικό δίκαιο έχει άμεσο ἀποτέλεσμα ὑπό τήν έννοια ὅτι τά άτομα δύνανται νά τό επικαλούνται ἐνώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων, άλλά άφορᾶ μόνο τό πρόβλημα τῆς ἀπ' εὐθείας ἐφαρμογῆς τον εντός τῶν νομικών συστημάτων τῶν Κρατῶν μελών.
Δεδομένου ότι υπάρχει παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ θέματος τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπ' ευθείας ἐφαρμογῆς μιᾶς κοινοτικῆς διατάξεως στην περίπτωση πού μιά νομική διάταξη ἑνός Κράτους μέλους δέν συμβιβάζεται πρός αύτη, μοῦ ἀρκεῖ, ἀντί νά παραθέσω πολυάριθμες ἀποφάσεις, νά παραπέμψω στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 106/77 — Amministrazione delle Finanze dello Stato κατά Simmenthal (Slg. 1978, σ. 629), στην ὁποία τό Δικαστήριο συνόψισε την ουσία τῆς εφαρμογής αυτής ὡς ἑξῆς (loc. cit., σ. 643, in fine):
«ή ἀπ' ευθείας εφαρμογή ... σημαίνει ὅτι οἱ κανόνες τοῦ κοινοτικού δικαίου πρέπει νά εφαρμόζονται πλήρως καί ὁμοιομόρφως, σέ ὅλα τά Κράτη μέλη ἀπό τῆς ημερομηνίας ενάρξεως τῆς ισχύος τους καί ἐφ' ὅσον χρόνο παραμένουν ἐν ἰσχύι.
Οἱ διατάξεις αυτές ἀποτελούν ἑπομένως άμεση πηγή δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων, γιά ὅλους εκείνους τους ὁποίους ἀφοροῦν, εἴτε εἶναι Κράτη μέλη εἴτε άτομα, καί συνδέονται μέ ἔννομες σχέσεις δυνάμει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου.»
Περαιτέρω, πρέπει νά υπογραμμισθεί σχετικῶς ἡ αρχή τῆς ὑπεροχής τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ὅπως γίνεται ἐν συνεχεία δεκτό στην ἀνωτέρω απόφαση (loc. cit., σ. 643):
«... ἡ σχέση μεταξύ διατάξεων τῆς συνθήκης καί ἀπ' ευθείας εφαρμοστέων μέτρων τῶν ὀργάνων, ἀφ' ενός, καί τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου τῶν Κρατών μελών, ἀφ' έτερου, εἶναι τέτοια ὥστε, ὄχι μόνο μέ τήν θέση ἐν ἰσχύι τῶν διατάξεων καί τῶν μέτρων αυτών καθίστανται αυτομάτως μή εφαρμοστέες ἡ ἀντίθετες διατάξεις τοῦ Ισχύοντος εθνικού δικαίου, άλλά — ἐφ' ὅσον ἀποτελούν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς έννομου τάξεως κάθε Κράτους μέλους, τῆς ὁποίας καί υπερισχύουν — ἀποκλείουν επίσης τήν έγκυρη θέσπιση νέων εθνικών νομοθετικών μέτρων, κατά τό μέτρο πού τά μέτρα αυτά δέν συμβιβάζονται πρός τίς κοινοτικές διατάξεις.
Πράγματι, ἄν ἀνεγνωρίζετο ὅτι ἐθνικά νομοθετικά μέτρα, τά όποια παραβιάζουν τό πεδίο εντός τοῦ ὁποίου ἡ Κοινότης ἀσκεί τήν νομοθετική τῆς εξουσία ἡ τά όποια εἶναι άλλως πως ἀσυμβίβαστα προς τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου, έχουν έννομο ἀποτέλεσμα, τούτο θά ἀντιστοιχούσε μέ άρνηση τῆς ἀποτελεσματικότητος τῶν υποχρεώσεων, πού τά Κράτη μέλη έχουν ἀναλάβει ἀμετακλήτως καί άνευ αιρέσεων δυνάμει τῆς συνθήκης καί θά ἐτίθεντο έτσι σέ κίνδυνο αυτά ταύτα τά θεμέλια τῆς Κοινότητος.»
Σύμφωνα μέ τίς σκέψεις αυτές καί βάσει τοῦ πνεύματος καί τῆς ουσίας τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό Δικαστήριο ἀντιστοίχως ἐτόνισε:
«... τά εθνικά δικαστήρια ὀφείλουν, στίς ὑποθέσεις πού εμπίπτουν στην δικαιοδοσία τους, νά εφαρμόζουν τό κοινοτικό δίκαιο στό σύνολο του καί νά προστατεύουν τά δικαιώματα πού παρέχει στά άτομα, υποχρεούμενα ἑπομένως νά ἀγνοοῦν τίς διατάξεις ἐθνικοῦ δικαίου πού ἀντιβαίνουν στό δίκαιο αυτό, εἴτε εἶναι προγενέστερες εἴτε μεταγενέστερες τοῦ κοινοτικοῦ κανόνος.»
Αυτό Ισχύει κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση πού τό Δικαστήριο έχει νομολογήσει ὅτι υπήρξε παράβαση διατάξεως τῆς συνθήκης (βλ. σχετικώς τήν ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1972 στην υπόθεση 48/71, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, (Slg. 1972, σ. 527).
Ἐπ' αὐτοῦ, εἶναι άσχετο, στό πλαίσιο ποινικής δίκης, ἀντίθετα μέ τήν άποψη τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τό ἄν ἡ οἰκεία διάτάξη κοινοτικού δικαίου δύναται νά παρέχει δικαιώματα στά άτομα. Ἀντιθέτως ἀρκεί, γιά την ἀπ' ευθείας εφαρμογή καί την προτεραιότητα εφαρμογῆς, ὅπως ἡ επιταγή ἡ ἡ ἀπαγόρευση τοῦ κοινοτικοί) δικαίου εἶναι αρκούντως σαφής, πράγμα πού δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί, ὅσον άφορᾶ τά μέτρα διατηρήσεως, τά θεσπιζόμενα πρός εκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως συνεργασίας πού ἔχουν ἀναλάβει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τά Κράτη μέλη, ὅπως δέχεται ή ἀπόφαση στην υπόθεση 804/79.
Πάντως, ἡ κατ' αὐτό τόν τρόπο περιγραφομενη ἀποτελεσματικότης τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου θά ἐπλήττετο, ἄν τά Κράτη μέλη ἠδύναντο νά επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις βάσει εθνικής διατάξεως πού 'έχει κριθεί ἀντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο καί 'έχει ἑπομένως καταστεί μή εφαρμοστέα. Ἑπο-μένως, ὅπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο στην υπόθεση 88/77 (ἀπόφαση τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1978, υπουργός ἁλιείας κατά C. Α. Schonenberg κἄ. (Slg. 1978, σ. 473), ή ποινική καταδίκη δυνάμει ἐθνικοῦ μέτρου, τό όποιο έχει κριθεί ἀντίθετο πρός τό κοινοτικό δίκαιο, εἶναι καί αυτή ἀσυμβίβαστη πρός τό δίκαιο αυτό. Τό γεγονός ὅτι υπήρχε πρόταση τῆς 'Επιτροπής, ὅμοια, κατ' οὐσίαν μέ τήν εθνική διάταξη, εἶναι άνευ σημασίας, δεδομένου ὅτι, ὅπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1973, στην υπόθεση 34/73, Rili Variola SPA κατά Amministrazione Italiana delle Rinanze, (Slg. 1973, σ. 981), ἰδίως ὅσον άφορᾶ τήν δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δικαιοδοσία του, εἶναι παράνομες οἱ διαδικασίες «στίς ὁποῖες, ὁ κοινοτικός χαρακτήρ ἑνός κανόνος δικαίου ἀποκρύπτεται ἀπό τους υπαγόμενους σ' αυτόν».
III —
Ἐν ὄψει τοῦ συμπεράσματος αὐτοῦ, παρέλκει ἡ εξέταση τοῦ τετάρτου ερωτήματος. Προτείνω, ἑπομένως, νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στά ερωτήματα:
1.
Μετά τήν εκπνοή τῆς μεταβατικής προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 102 τῆς Πράξεως Προσχωρήσεως, τά Κράτη μέλη δέν έχουν πλέον εξουσία μονομεροῦς θεσπίσεως μέτρων διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικῶν αποθεμάτων εντός τῶν ὑπό τήν κυριαρχία τους υδάτων. Σέ περίπτωση πάντως αδρανείας τοῦ Συμβουλίου, τά Κράτη μέλη δύνανται νά ενεργούν ὡς διαχειριστές τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ὑπό τήν επιφύλαξη τῆς τηρήσεως τῶν τυπικῶν καί οὐσιαστικών διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. 'Επομένως, ἡ θέσπιση τέτοιων μέτρων εἶναι, ἰδίως, δυνατή μόνο κατόπιν καταλλήλου διαβουλεύσεως μέ τήν 'Επιτροπή καί ἐφ' ὅσον τό ὄργανο αυτό δέν διατυπώσει ἀντιρρήσεις, επιφυλάξεις ἡ ὅρούς.
2.
'Η ποινική καταδίκη ἡ ἡ επιβολή άλλου εξαναγκαστικοῦ μέτρου δυνάμει διατάξεως ἐθνικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἔχει κριθεί ἀντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο, είναι καί αύτη ἀσυμβίβαστη πρός τό δίκαιο αυτό.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy