ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 25 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό φθινόπωρο τοῦ 1980 ἡ Ἐπιτροπή διε-πίστωσε ὅτι κατά την διάρκεια τοῦ τρίτου τριμήνου τοῦ ιδίου έτους ἡ ζήτηση χάλυβος παρουσίασε ἀπότομη πτώση, ὅτι τό ποσοστό χρησιμοποιήσεως τοῦ δυναμικοῦ των χαλυβουργικών επιχειρήσεων τῆς Κοινότητος εἶχε σημαντικῶς μειωθεί καί ὅτι οἱ τιμές τοῦ χάλυβος εντός τῆς Κοινότητος εἶχαν πέσει σημαντικά ἐνῶ τό κόστος παραγωγής κατά τήν ιδία περίοδο εἶχε ἀνέλθει. Κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ή ευρωπαϊκή χαλυβουργία εὑρίσκετο σέ κατάσταση «έκδηλου κρίσεως». Ἐπειδή ἐπείσθη ὅτι τά έμμεσα μέτρα πού προβλέπει τό άρθρο 57 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ δέν ήταν επαρκή καί ὅτι μᾶλλον παρίστατο ἀνάγκη ἀμεσου καί υποχρεωτικής παρεμβάσεως στην παραγωγή μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς Ισορροπίας μεταξύ τῆς προσφορᾶς καί τῆς ζητήσεως, ἡ 'Επιτροπή ἀπεφάσισε νά εφαρμόσει τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί νά θεσπίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής πράγμα πού έκανε μέ τήν ἀπόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980 ή ὁποία ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη Ἐφημερίδα τῆς αυτής ημέρας (L 291, σ. 1) καί ή όποια δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15 ἐτέθη σέ ἰσχύ τήν ἰδία ήμερα.
Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, καθορίσθησαν — ἀρχής γενομένης ἀπό τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980, καί σύμφωνα μέ τό άρθρο 15, γιά περίοδο ἡ ὁποία ἔληγε στίς 30 Ἰουνίου 1981 — τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα, καθώς καί γιά τέσσερεις ὁμάδες προϊόντων ελάσεως, τά όποια ἀπαριθμούνται στό άρθρο 2 τῆς ὡς άνω ἀποφάσεως. Αυτό πού ἀποκαλείται συνήθως «παραγωγές ἀναφορᾶς» διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ἀπό τήν άποψη αύτη. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 1 τῆς ἀποφάσεως, οι παραγωγές ἀναφοράς υπολογίζονται κατ' ἀρχήν κατά τρόπο ώστε γιά κάθε μήνα τοῦ ἐν λόγω τριμήνου νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ὁ ἀντίστοιχος μήνας τῆς μεταξύ 'Ιουλίου 1977 καί 'Ιουνίου 1980 περιόδου, κατά τόν όποιο τό ὕψος τῆς παραγωγής τῶν τεσσάρων ὁμάδων προϊόντων ελάσεως ήταν τό μεγαλύτερο. Οἱ τρεις μήνες πού ἐπιλέγονται κατ' αυτόν τόν τρόπο καί οἱ όποιοι δέν εἶναι ἀναγκαστικά συνεχόμενοι, ἀποτελούν τήν περίοδο ἀναφοράς. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως, οἱ παραγωγές ἀναφοράς, γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί γιά τήν κάθε μία ἀπό τίς τέσσερεις ὁμάδες τῶν προϊόντων ἐλάσεως, εἶναι 'ίσες μέ τίς ἀντίστοιχες παραγωγές κατά τήν περίοδο ἀναφοράς. 'Εκτός αὐτοῦ, οἱ παράγραφοι 3 ἕως 5 τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως προβλέπουν διάφορες δυνατότητες ἀναπροσαρμογής τῆς παραγωγής ἀναφορᾶς. Θά επανέλθουμε ἀργότερα στίς τελευταίες αυτές διατάξεις μέ τήν ἀφορμή ενός άλλου ζητήματος καί κατά τό μέρος πού οἱ τελευταίες δύνανται νά ενδιαφέρουν τήν παροῦσα διαδικασία.
Βάσει τῶν παραγωγῶν ἀναφοράς, πραγματοποιοῦνται διάφορες ποσοστιαίες μειώσεις. Οἱ μειώσεις αυτές, καθορίζονται στό άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς ἀποφάσεως, γιά τό τρίτο τρίμηνο τοῦ 1980 καί γιά τίς τέσσερεις ὁμάδες προϊόντων ελάσεως. Γιά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1981 οἱ μειώσεις αυτές ἀναφέρονται στην ἀπόφαση 3381/80 τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980 (ABl L 355 τῆς 30ής Δεκεμβρίου 1980, σ. 37). Γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα ἡ μείωση πρέπει νά καθορίζεται ἀτομικώς γιά κάθε επιχείρηση, διότι οἱ τέσσερεις ομάδες προϊόντων ελάσεως ἀντιπροσωπεύουν διαφορετικά ποσοστά τοῦ συνόλου τῆς παραγωγής κάθε επιχειρήσεως. Τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, περιλαμβάνει τίς ἀναγκαίες γιά τόν σκοπό αὐτό διατάξεις.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 παράγραφος 1 τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως «οἱ επιχειρήσεις ὀφείλουν νά τηρήσουν τίς ποσοστώσεις τῆς παραγωγής πού τους ἀνακοινώνει ἡ Ἐπιτροπή». 'Η δεύτερη παράγραφος τῆς ίδιας διατάξεως ὁρίζει ἀκόμη ὅτι:
«Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν παράδοση των προϊόντων πού υπόκεινται στό σύστημα ποσοστώσεων, οἱ επιχειρήσεις δέν πρέπει νά υπερβαίνουν κατά ὁμάδα προϊόντων, γιά τίς ἐντός τῆς κοινής ἀγοράς παραδόσεις, τήν σχέση μεταξύ τῶν κοινοτικών παραδόσεων καί τῶν συνολικών παραδόσεων πού ἐπραγματοποιήθησαν κατά τήν διάρκεια τῶν δώδεκα μηνών τῆς περιόδου μεταξύ 'Ιουλίου 1977 καί 'Ιουνίου 1980 κατά τους ὁποίους τό ὕψος τῆς παραγωγής τῶν τεσσάρων ομάδων προϊόντων ελάσεως ήταν τό μεγαλύτερο.»
Τό άρθρο 9 τῆς ἀποφάσεως, προβλέπει ἐπιβολή προστίμου στίς επιχειρήσεις «οἱ ὁποῖες υπερβαίνουν τήν ποσόστωση παραγωγης τους ἡ τό μέρος τῆς ἐν λόγω ποσοστώσεως τό όποῖο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7, παράγραφος 2 καί 3, δύναται νά παραδοθεί ἐντός τῆς κοινής ἀγοράς».
Τέλος τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως προβλέπει τά ἀκόλουθα:
«'Εάν οἱ περιορισμοί τῆς παραγωγής καί τῆς παραδόσεως πού ἐπιβάλλει ἡ παροῦσα ἀπόφαση καί τά μέτρα εφαρμογής τῆς συνεπάγονται γιά μία επιχείρηση εξαιρετικές δυσκολίες, ἡ επιχείρηση αυτή δύναται νά προσφύγει στην Ἐπιτροπή υποβάλλοντας τά ἀναγκαία δικαιολογητικά.
Ή Ἑπιτροπή έρευνᾶ τήν περίπτωση τό συντομότερο δυνατό ὑπό τό φῶς τῶν ἐπιδιωκωμένων ὑπό τῆς παρούσης ἀποφάσεως σκοπών.
Ἐάν παραστεί ἀνάγκη ἡ Ἐπιτροπή ἀναπροσαρμόζει τίς διατάξεις τῆς παρούσης ἀποφάσεως.»
Ἡ προσφεύγουσα στην παρούσα δίκη, ή ὁποία παράγει καί μεταποιεί χάλυβα, έλαβε, γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 μία ἀνακοίνωση κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως — διά της ὁποίας τῆς ἐγνωρίζοντο οἱ παραγωγές ἀναφορᾶς καί οἱ ποσοστώσεις παραγωγής γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί τά προϊόντα ἐλάσεως — μέ ἡμερομηνία 1η Νοεμβρίου 1980. Ή ἐν λόγω ἀπόφαση ἀνέφερε μεταξύ άλλων ὅτι οἱ παραγωγές ἀναφοράς έχουν ἀναπροσαρμοσθεί «σύμφωνα μέ τό άρθρο 4», καθώς καί ὅτι θά ἐπιβληθούν χρηματικές ποινές σέ περίπτωση μή τηρήσεως των κανόνων τῆς ἀποφάσεως 2794/80, παρεσχέθησαν δέ προφορικῶς διευκρινίσεις πρός τήν προσφεύγουσα σχετικώς μέ την ἀνακοίνωση αυτή. Μέ τήν ευκαιρία αυτή τῆς παρεσχέθη ἡ διευκρίνιση ὅτι ἡ ἀναπροσαρμογή τῶν παραγωγών ἀναφορᾶς ἐπραγματοποιήθη σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 5 τῆς αποφάσεως 2794/80, λαμβανομένης δηλαδή ὑπ' ὄψη τῆς λήψεως μέτρων ἀναδιαρθρώσεως, τά όποια είχαν ὡς ἀποτέλεσμα νά μειώσουν τήν συνολική παραγωγή τῶν τεσσάρων ὁμάδων προϊόντων ελάσεως κατά τήν διάρκεια τοῦ τετάρτου τριμήνου 1980 σέ σύγκριση μέ τήν παραγωγή πού ἐπραγματοποιήθη κατά τήν διάρκεια τοῦ τετάρτου τριμήνου τοῦ 1974, ἐνῶ ταυτόχρονα επέτρεψαν τήν πραγματοποίηση κατά τήν διάρκεια τῆς χρήσεως τοῦ 1979 κέρδους τό όποιο ἀνεγράφη στην ετησία έκθεση περί τῶν πεπραγμένων τῆς χρήσεως. Αυτό ἐπανελήφθη επίσης μέ επιστολή τῆς 'Επιτροπῆς της 1ης Δεκεμβρίου 1980 στην ὁποία ὑπεγραμμίζετο επίσης — ὁπως εἶχε συμβεί καί κατά τήν διάρκεια συνομιλίας, ἡ οποία έγινε στίς 19 Νοεμβρίου 1980 — ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀνακοίνωση εἶχε τόν χαρακτῆρα δεσμευτικῆς ἀποφάσεως.
Ἡ προσφεύγουσα, διαφωνούσα μέ τό κείμενο τῆς ἀνακοινώσεως, ἀπέστειλε στίς 3 Δεκεμβρίου 1980 επιστολή πρός τήν 'Επιτροπή, μέ τήν ὁποία ἐζήτη ἀπό τήν τελευταία νά αυξήσει επίσης τήν παραγωγή ἀναφορᾶς γιά τά προϊόντα τῆς ὁμάδος Ι καθώς καί γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα συμφώνως πρός τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη ὅτι μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980, κατόπιν ἑνός προγράμματος επενδύσεων δεόντως δηλωθέντος, ἐπί τοῦ οποίου ἡ 'Επιτροπή δέν εξέφρασε ἀρνητική γνώμη — έθεσε σέ λειτουργία στό ἐλασματουργεῖο τῆς φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως μία τρίτη κάμινο προθερμάνσεως, πράγμα τό ὁποῖο ηὔξησε τό σύνολο τῶν δυνατοτήτων τῆς παραγωγης τῶν τεσσάρων ὁμάδων προϊόντων κατά ποσοστό πού υπερβαίνει πλέον τοῦ 15 % τό σύνολο τῶν δυνατοτήτων παραγωγης πού υπήρχαν κατά τό 1979.
Πρίν ἀκόμη ληφθεί ἀπόφαση ἐπί τῆς αἰτήσεως αὐτής, ἡ αἰτοῦσα προσέφυγε στό Δικαστήριο στίς 11 Δεκεμβρίου 1980 καί έτσι ἐγεννήθη ἡ υπόθεση 275/80. Μέ τό δικόγραφο τῆς προσφυγής τῆς ζητεῖ τήν ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Ἐπιτροπής τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980 κατά τό μέρος πού ὁρίζει ποσοστώσεις παραγωγής γιά τους ρόλους καί τά φύλλα θερμής ελάσεως ἐπί ειδικών ἐλάστρων (άρθρο 2 τῆς ἀποφάσεως Ι) καθώς καί γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα.
Μέ επιστολή τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980 ή 'Επιτροπή ἐπληροφόρησε τήν προσφεύγουσα ὅτι κατά τήν διάρκεια τοῦ τετάρτου τριμήνου τοῦ 1980 δέν ὑφίσταντο οἱ ἀπαιτούμενες γιά μία αύξηση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής προϋποθέσεις σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 4 δεδομένου ὅτι σύμφωνα μέ τά στοιχεία τά όποια παρέσχε ή ιδία ἡ προσφεύγουσα στό ερωτηματολόγιο 2/61, ἡ αύξηση τῶν δυνατοτήτων της κατά τήν διάρκεια τοῦ 1980 δέν ήταν παρά τῆς τάξεως τοῦ 9,35%. Ταυτοχρόνως, ή 'Επιτροπή ἐδήλωνε ὅτι εὑρίσκετο ἀκόμη ὑπό ἐξέταση γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 τό ἐάν ήταν δυνατή ἡ ἐφαρμογή τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 — καί ερχόμαστε έτσι στά περιστατικά τής υποθέσεως 24/81 —, ἡ προσφεύγουσα έλαβε μία ἀνακοίνωση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 σχετική μέ τίς παραγωγές ἀναφορᾶς καί τίς ποσοστώσεις παραγωγής γιά τά προϊόντα ελάσεως, καθώς καί γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα — ἀναπροσαρμοσμένες σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 — μετά ἀπό εφαρμογή τοῦ ποσοστοῦ μειώσεως τῆς ἀποφάσεως 3381/80 τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980. Σχετικώς μέ τήν ἀνακοίνωση αυτή εἶχε επίσης παρασχεθεί προφορικώς ἡ διευκρίνιση ὅτι είχαν ἐφαρμοσθεί μόνο οἱ κανόνες αναπροσαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 5.
Ἡ προσφεύγουσα ἤσκησε στίς 9 Φεβρουαρίου 1981 προσφυγή κατά τῆς ἀνακοινώσεως αυτής τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 διά τῆς ὁποίας ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά τήν ἀκυρώσει κατά τό μέρος πού καθορίζει ποσοστώσεις παραγωγής γιά τους ρόλους καί τά ἐλασματοποιηθέντα ἐν θερμῶ φύλλα σέ σειρές ειδικών ἐλάστρων. Τήν ἴδια ήμέρα τῆς καταθέσεως τοῦ δικογράφου τῆς προσφυγής ἡ 'Επιτροπή ἀπηύθυνε πρός τήν προσφεύγουσα επιστολή μέ τήν ὁποία τῆς ἐγνώριζε τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης στην ὁποία εἶχε ἀνακοινώσει ὅτι θά προβεί μέ τήν ἐπιστολή τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980, σχετικώς μέ τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981. Ή επιστολή αυτή ἀναγνωρίζει ὅτι πληρούνται οἱ προϋποθέσεις εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 4, σχετικώς μέ τά προϊόντα τῆς ὁμάδος Ι, δεδομένου ὅτι διά τῆς λειτουργίας εγκαταστάσεων μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980 καί τῶν νέων δυνατοτήτων παραγωγής πού προέκυψαν ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, γιά τά προϊόντα τῆς ομάδος Ι, ηὔξησε κατά τό 1981 τό σύνολο τῶν δυνατοτήτων παραγωγής τῶν τεσσάρων ὁμάδων προϊόντων κατά ποσοστό τό όποιο υπερβαίνει κατά 16,98 % τίς δυνατότητες παραγωγής τοῦ έτους 1979. 'Επειδή τό ἀποτέλεσμα αὐτό εἶναι ευνοϊκότερο ἀπό εκείνο τό ὁποίο ἀνεφέρετο εἰς τήν επιστολή τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 καί τό όποιο στηρίζεται στό άρθρο 4 παράγραφος 5, πρέπει νά υποκατασταθεῖ στό τελευταίο αὐτό. Κατά συνέπεια, καθωρίσθησαν νέες παραγωγές ἀναφοράς καί νέες ποσοστώσεις τῆς παραγωγής γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 γιά τά προϊόντα τῆς ὁμάδος Ι καί γιά τόν ακατέργαστο χάλυβα. Κατά τά λοιπά τά περιεχόμενα στην ἀνακοίνωση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 ἀποτελέσματα παρέμειναν ως εἶχαν.
Αυτό ὁδήγησε τήν προσφεύγουσα νά ζητήσει μέ πρόσθετο δικόγραφο στίς 10 Μαρτίου 1981 τήν ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 ὅπως αυτή ἐτροποποιήθη μέ τήν ἀνακοίνωση τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1981 κατά τό μέρος πού ὁρίζει ποσοστώσεις τῆς παραγωγής γιά τους ρόλους καί τά ἐλασματοποιηθέντα ἐν θερμῶ φύλλα σέ σειρές ειδικών ἐλάστρων καθώς καί γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα.
'Επί τῶν αἰτημάτων αὐτών, τά όποια κατά τήν γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νά ἀπορριφθούν ὡς ἀβάσιμα, ἡ γνώμη μου εἶναι ή έξῆς:
I — Ζητήματα παραδεκτού
1.
Στην πρώτη τῆς προσφυγή, ἡ προσφεύγουσα ἀναπτύσσει διά μακρών τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού. Καί τούτο διότι ὅταν ἐξεδώθη ἡ προσβαλλομένη απόφαση δέν ἐτηρήθησαν ἀπό πολλές ἀπόψεις οἱ διατάξεις τῆς ἀποφάσεως 22/60 τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 1960 (ABl. 61 τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1960, σ. 1248) περί τοῦ τύπου τῶν ἀποφάσεων, συστάσεων καί γνωμών — θά επανέλθουμε στό θέμα αυτό μέ περισσότερες λεπτομέρειες ἐν συνεχεία — καί ὅτι μετά τήν ἐν λόγω ἀπόφαση εἶχε γίνει γνωστό μέ ἀνακοίνωση, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στό Amtsblatt 61 τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1960 (σ. 1250) ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται, σέ περίπτωση πού δέν 'έχει χρησιμοποιηθεί ὁ προβλεπόμενος ἀπό τήν ἀπόφαση 22/60 τύπος, νά συνάγουν τό συμπέρασμα ὅτι δέν πρόκειται γιά πράξεις νομικώς δεσμευτικές.
Ή ιδία ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ωστόσο ὅτι αυτό δέν 'έχει ἀποφασιστική σημασία. 'Αναφέρεται σχετικώς στην υπάρχουσα νομολογία, ὅπως εἶχε διαπλασθεῖ πρίν ἀπό τήν έκδοση τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως, καθώς καί μετά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως αυτής, καί μάλιστα σχετικά καί μέ τήν συνθήκη ΕΟΚ. Σύμφωνα μέ τήν νομολογία αύτη, είναι σαφές, ὅτι κανένα νυπικό κριτήριο δέν εἶναι ἀποφασιστικό γιά τόν καθορισμό τῆς εννοίας τῆς ἀποφάσεως ὡς πράξεως δηλαδή κατά τῆς ὁποίας δύναται νά ἀσκηθεῖ προσφυγή. Αυτό πού έχει σημασία εἶναι περισσότερο τό περιεχόμενο τῆς πράξεως καί ιδίως τό ἐάν ἀποβλέπει νά παράγει έννομα ἀποτελέσματα σέ μιά συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτό ἀναμφισβήτητα συμβαίνει μέ τίς ἀνακοινώσεις γιά τίς όποιες πρόκειται στην παρούσα ὑπόθεση. Πράγματι τό άρθρο 7 παράγραφος 1 της ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, ἀναφέρεται στην υποχρέωση «τηρήσεως τῶν ποσοστώσεων παράγωγης ... τίς όποιες ἀνακοινώνει ἡ 'Επιτροπή». Εἶναι λοιπόν σαφές ὅτι οἱ ἐν λόγω ἀνακοινώσεις, τό περιεχόμενο τῶν οποίων μόνο ἡ 'Επιτροπή δύναται νά καθορίσει, τουλάχιστον ἐφ' ὅσον πρόκειται γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 4, παράγραφοι 3 καί 4, συγκεκριμενοποιούν μία διάταξη ἡ ὁποία περιέχεται στην γενική ἀπόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ. 'Επίσης τό άρθρο 9 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ μέ τίς διατάξεις περί προστίμου πού περιέχει, δέν δύναται νά συμπληρωθεί παρά μέ τίς προβλεπόμενες στό άρθρο 3 ἀνακοινώσεις.
Ή 'Επιτροπή δέν ἀντικρούει τήν άποψη αυτή τῆς προσφευγούσης. 'Ηδη μέ τήν επιστολή πού τῆς απηύθυνε τήν 1η Δεκεμβρίου 1980, ἐδήλωσε ρητῶς ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις πού ἀπευθύνονται στίς ἐπιχειρήσεις εἶναι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς γενικής ἀποφάσεως, ἀποφάσεις δεσμευτικές. Τήν άποψη αυτή επιβεβαίωσε καί κατά τήν δίκη συμφωνώντας μέ τήν άποψη τῆς προσφευγούσης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά άρθρα 7 καί 9 τῆς γενικής ἀποφάσεως εἶναι ἀτελείς νομικοί κανόνες οἱ όποιοι πρέπει νά συμπληρωθοῦν μέ τίς ἀνακοινώσεις της 'Επιτροπῆς καί υπογραμμίζοντας ὅτι οἱ συγκεκριμένες υποχρεώσεις πού επιβάλλονται στίς επιχειρήσεις, στηρίζονται στήν γενική ἀπόφαση σέ συνδυασμό μέ τίς ἀνακοινώσεις περί ποσοστώσεων τῆς παραγωγης πού ἀπευθύνονται στίς ἐν λόγω επιχειρήσεις.
Δέν δύναμαι παρά νά συμφωνήσω μέ τήν άποψη αυτή καί νά καταλήξω στό συμπέρασμα ὅτι δέν υπάρχει λόγος νά ἀμφισβητείται τό παραδεκτό τῶν προσφυγῶν μέ τό λόγο ὅτι οἱ προσβαλλόμενες πράξεις δέν συνιστοῦν ἀποφάσεις.
2.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τό παραδεκτό ὁρισμένων μέσων ἐπιθέσεως — ἡ διαμάχη εἶναι, ὡς γνωστόν, γιά τά ἀφορῶντα τήν νομιμότητα της γενικῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ — θά ἐπανέλθουμε ἀργότερα.
II — 'Επί τῆς ουσίας
Στό πλαίσιο τῆς ἐρεύνης τοῦ βασιμου τῶν προσφυγών θά εξετάσω κατ' ἀρχάς τόν κοινό καί στίς δύο προσφυγές λόγο της παραβάσεως οὐσιωδών τύπων. Θά ἀσχοληθώ κατόπιν ιδιαιτέρως μέ τήν ἀνακοίνωση τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980 (υπόθεση 275/80) ἡ ὁποία κατ' οὐσίαν ἀναφέρεται στήν ἐρμηνεία τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, της ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Κατόπιν θά ἀναλύσω τήν ἀνακοίνωση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τήν ἐπιστολή πού εστάλη στην προσφεύγουσα στίς 9 Φεβρουαρίου 1981, καί ή ὁποία ἀναφέρεται στό πρόβλημα της σωρευτικῆς ἡ εναλλακτικῆς εφαρμογῆς τῶν περί αυξήσεως κανόνων τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφοι 4 καί 5 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Τέλος, πρέπει νά ἐξετασθούν ἀκόμη δύο ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητος κατά τῆς γενικῆς ἀποφάσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ή μία ἀναφέρεται στό άρθρο 4 παράγραφος 4 καί ἡ άλλη στό άρθρο 7 παράγραφος 2 της ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ.
1. 'Επί τῆς παραβάσεως ουσιωδών τύπων
α)
'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ πρέπει νά ἀναλυθεί κατ' ἀρχάς τό επιχείρημα πού συνάγεται ἀπό τήν μή τήρηση τῶν προϋποθέσεων πού καθορίζει ἡ ἀπόφαση 22/60, επιχείρημα γιά τό όποιο έχει ἤδη γίνει λόγος μέ ἀφορμή τήν έρευνα τοῦ παραδεκτοῦ τῶν προσφυγών.
αα)
Ή προσφεύγουσα υπογραμμίζει ὅτι δυνάμει τῆς ἀποφάσεως 22/60 κάθε ἀπόφαση πρέπει νά ἀναφέρεται ὡς τέτοια στον τίτλο της, νά φέρει την ημερομηνία κατά την ὁποία τήν ἐξέδωσε ἡ 'Ανωτάτη 'Αρχή (σήμερα ἡ Επιτροπή) καθώς καί τήν υπογραφή ενός μέλους τῆς Ἐπιτροπής άνωθεν τῆς ὁποίας πρέπει νά ὑπάρχει ἡ ένδειξη: «ἐκ μέρους τῆς 'Ανωτάτης 'Αρχής (σήμερα: ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής») (άρθρο 1). 'Ακόμη, οἱ ἀποφάσεις συντάσσονται κατά άρθρα (άρθρο 3) καί πρέπει νά κοινοποιοῦνται εἴτε διά συστημένης ταχυδρομικής επιστολής μέ ἀπόδειξη παραλαβής, εἴτε διά παραδόσεως έναντι ἀποδείξεως σέ πρόσωπο εξουσιοδοτημένο νά τίς παραλαμβάνει (άρθρο 4). 'Ολες αυτές οἱ προϋποθέσεις δέν ἐτηρήθησαν στην περίπτωση τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Ἐπιτροπής. Ή προσφεύγουσα επικρίνει ιδίως τό γεγονός ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις δέν περιέχουν καμμία μνεία σχετική μέ τήν υπογραφή τοῦ πρωτοτύπου καί θεωρεί ὅτι ὁ καταρτισμός τους στό Κέντρων Υπολογισμών επιτρέπει τήν υπόνοια ελλείψεως υπογραφής. 'Υπογραμμίζει, ἐξ άλλου, ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις έχουν ὑπογραφεί «ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής» ἀπό ένα μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς πράγμα τό όποιον ἀποτελεῖ ένδειξη — μαζί μέ τήν ἔλλειψη κάθε ἀναφοράς σέ μιά ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής — ὅτι δέν πρόκειται γιά ἀπόφαση ή ὁποία ελήφθη συλλογικῶς, άλλά ἁπλώς γιά ἀπόφαση ἡ ὁποία ελήφθη ἀπό ένα μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτημένο πρός τόν σκοπό αυτό.
Ή 'Επιτροπή άπαντᾶ στίς επικρίσεις αυτές, ἀναπτύσσοντας κυρίως τήν άποψη ὅτι οἱ διατάξεις τῆς ἀποφάσεως 22/60 δέν συνιστοῦν οὐσιώδεις τύπους, ἐνῶ, ἡ — προφανώς ἀστήριχτη — άποψη, τήν ὁποία διατύπωσε έναντι τῆς προσφευγούσης καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἀπόφαση 22/60 δέν εφαρμόζεται πλέον στήν πράξη μετά τήν συγχώνευση τῆς 'Ανωτάτης 'Αρχής μέ τίς 'Επιτροπές Εὐρατόμ καί ΕΟΚ, δέν ἐπανελήφθη πλέον κατά τήν δίκη.
ββ)
Θεωρῶ — καί ἄς μοῦ ἐπιτραπεί νά τό πω ἀμέσως — ὅτι τά ἐπιχειρήματα πού στηρίζονται στην ἀπόφαση 22/60 δέν δύναται νά συντελέσουν στό νά τελεσφορήσουν οἱ προσφυγές.
Κατά τήν γνώμη μου δέν χωρεί ἀμφιβολία, οτι δέν πρόκειται γιά ουσιώδεις τύπους κατά τήν έννοια του' ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθ' ὅσον αναφέρεται στην ἀπόφαση 22/60 ὅτι μία ἀπόφαση πρέπει ρητῶς νά ὁρίζεται ὡς τέτοια στόν τίτλο της, νά εἶναι συντεταγμένη κατά άρθρα καί νά έχει κοινοποιηθεί μέ συστημένη ταχυδρομική ἀποστολή μέ ἀπόδειξη παραλαβής. 'Οταν ἀπό τό περιεχόμενο μιας πράξεως συνάγεται ὅτι αύτη εἶναι ἀπόφαση, θά ήταν άλογο νά ἀκυρωθεί επειδή δέν ἀναγράφεται ρητώς στον τίτλο τῆς ὅτι εἶναι ἀπόφαση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν διάταξη πού ἀναφέρεται στην κατά άρθρα σύνταξη ἡ ὁποία έχει προβλεφθεί πρός εξασφάλιση τῆς σαφήνειας καί τῆς εύκολης κατανοήσεως, χωρίς ὅμως ἡ μή τήρηση τῆς νά έχει ὁποιαδήποτε ἐπιρροή ἐπί τῆς υπάρξεως τῆς πράξεως. Όσον ἀφορᾶ τόν κανόνα πού ἀναφέρεται στην κοινοποίηση μέ ταχυδρομική ἀποστολή μέ ἀπόδειξη παραλαβής εἶναι φανερό ὅτι πρόκειται γιά στοιχείο μεταγενέστερο τῆς εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Δέν δύναται ἑπομένως νά ἐπηρεάσει τό περιεχόμενο αυτής. Θά ἠδύνατο κατά κάποιον τρόπο νά ἀποκτήσει σημασία προκειμένου νά εξακριβωθεί ἐάν ἐτηρήθησαν οἱ προθεσμίες προσφυγής. Στό σημείο αυτό ὅμως δέν υπάρχει κανένα πρόβλημα στήν προκειμένη περίπτωση δεδομένου ὅτι εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις περιήλθαν εις χείρας τῆς προσφευγούσης.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ επίσης τό γεγονός ὅτι δέν ἀναφέρεται στίς ἀνακοινώσεις ἡ ἡμερομηνία εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ἀπό τήν 'Επιτροπή, δέν δύναται ἐξ αὐτοῦ νά συναχθεί, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τῆς 'Επιτροπής, ὅτι ἡ ἀπόφαση εξεδόθη μόνο ἀπό τό πρός τοῦτο εξουσιοδοτημένο μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὄχι ἀπό ὅλη τήν 'Επιτροπή. Στην πραγματικότητα, ὑπάρχει χωρίς ἀμφιβολία ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, κατά την έννοια τοῦ ἄρθρου 27 παράγραφος 1 τοῦ προσωρινοί) ἐσωτερικοῦ κανονισμού, ήτοι ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἐξουσιοοοτεῖται ἕνα ἀπό τά μέλη τῆς «νά λαμβάνει μέτρα διαχειρήσεως καί διοικήσεως». Πράγματι, αυτή ἡ εξασφάλιση — ή ὁποία δέν ἀμφισβητείται — έπρεπε νά Θεωρείται ἀρκετή, ὅπως επίσης δέν χωρεί ἀμφιβολία ὅτι ἡ εξουσιοδότηση καλύπτεται ἀπό τό άρθρο 27 τοῦ προσωρινοῦ ἐσωτερικοῦ κανονισμοί), επειδή πρόκειται, ὅσον άφορᾶ τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων παραγωγής, γιά μία καθαρῶς λογιστική εφαρμογή τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ ή ὁποία περιλαμβάνει ὅλα τά ἀναγκαῖα προς τόν σκοπό αυτό κριτήρια καί δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο διακριτικῆς εξουσίας. Τό γεγονός ὅτι δέν υπάρχει στίς ἀνακοινώσεις καμμία ἀναφορά στον τρόπο καταρτισμοῦ τῆς ἀποφάσεως ἀπό τήν 'Επιτροπή, δέν δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά θεωρηθεί ὡς παράβαση ουσιώδους τύπου.
Τό ἴδιο, τέλος, ισχύει καί σχετικά μέ τήν επίκριση πού ἀναφέρεται στην υπογραφή των ἀνακοινώσεων. Ή προσφεύγουσα ἁπλῶς ὑπέθεσε ὅτι δέν υπάρχει manu propria υπογραφή τῶν πρωτοτύπων. Τό γεγονός ὡστόσο ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις δέν περιέχουν καμμία ἀναφορά σχετικά μέ τήν υπογραφή τῶν πρωτοτύπων καθώς καί τό ὅτι δέν έχουν υπογραφεί «ἀπό τήν Ἐπιτροπή» ἀλλά «ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπιτροπής» δέν δύναται νά θεωρηθεί επίσης ὡς τυπικό ελάττωμα τό όποιο δύναται νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀκύρωση τῶν προσβαλλόμενων πράξεων.
β)
Ή προσφεύγουσα επικρίνει επίσης — πράγμα πού ἀποτελεί ένα δεύτερο θέμα πού πρέπει νά ἐξετασθεί στό πλαίσιο τοῦ πρώτου λόγου, — τό ὅτι οἱ ἀνακοινώσεις πού έλαβε δέν εἶναι ἐπαρκώς αιτιολογημένες. Δέν πληρούν δηλαδή έναν ὅρο ὁ ὁποῖος επιβάλλεται ὄχι μόνο ἀπό τήν ἀπόφαση 22/60 άλλά ἀκόμα καί ἀπό τό άρθρο 15 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί τοῦ ὁποίου τήν σημασία έχει πλειστάκις υπογραμμίσει τό Δικαστήριο στην νομολογία του.
Δέν γίνεται έτσι γνωστός ὁ τρόπος κατά τόν όποιον έγινε ἡ ἀναπροσαρμογή τῶν παραγωγών ἀναφοράς σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Δέν ἀναφέρονται οἱ διατάξεις οἱ όποιες ἐφηρμόσθησαν στην προκειμένη περίπτωση. Καμμία επίσης εξήγηση δέν ἐσυνό-δευε τό ἀποτέλεσμα τοῦ υπολογισμοῦ — ὑπό τήν μορφή, παραδείγματος χάριν, μιᾶς ενδείξεως σχετικής μέ τήν παραγωγή ἀναφοράς ἡ μέ τά στατιστικά δεδομένα καί τόν υπολογισμό τους ὅπως έγινε, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 (μέσος ὅρός χρησιμοποιήσεως). Οἱ προφορικές ἐξηγήσεις πού εδόθησαν ἀργότερα ἀπό τήν 'Επιτροπή δέν δύνανται βεβαίως νά θεωρηθοῦν στην προκειμένη περίπτωση ὡς επαρκείς, δεδομένου ὅτι θά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νά συντομεύσουν τίς προθεσμίες προσφυγής έκτός βεβαίως ἀπό τό ὅτι — σύμφωνα μέ τήν νομολογία — ἡ αἰτιολόγηση μιας ἀποφάσεως έχει σκοπό ὄχι μόνο νά πληροφορήσει τους ἀποδέκτες τῆς ἀποφάσεως αυτής, άλλά επίσης νά επιτρέψει στό Δικαστήριο νά ἀσκήσει τόν δικαστικό του έλεγχο.
Ή Ἐπιτροπή ἀντίθετα υπογραμμίζει ὅτι ὀρθή ἀξιολόγηση δέν δύναται νά γίνει παρά μόνο ἐάν ληφθεί ύπ' ὄψη τό σύνολο τοῦ συστήματος εντός τοῦ ὁποίου εντάσσονται οἱ ἀνακοινώσεις οἱ όποιες ἐξε-δόθησαν σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. 01 ἀνακοινώσεις πράγματι, προορίζονται νά συμπληρώσουν ἀπλώς τήν γενική ἀπόφαση, ἡ ὁποία περιέχει ἀπό μόνη τῆς ὅλα τά ἀναγκαία στοιχεῖα σύμφωνα μέ τά όποῖα πρέπει νά γίνουν οἱ υπολογισμοί. Δέν εἶναι επομένως ἀναγκαίο νά πληρούν οἱ ἀνακοινώσεις τίς ίδιες προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληρούν οἱ πλήρεις καί ἀνεξάρτητες ἀποφάσεις. Δέν δύναται λοιπόν νά ἀντιταχθεί τίποτε κατά τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ 'Επιτροπή γιά νά καταρτίσει τίς ἀνακοινώσεις, ἐπρογραμμά-τισε έναν υπολογιστή τά ἀποτελέσματα τοῦ ὁποίου — ὅπως τό ἀποδεικνύουν τά ὅσα ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρει στά δικόγραφα τῶν προσφυγών τῆς — δύνανται πράγματι νά ελεγχθοῦν ἀπό τους ἀποδέκτες τῶν ἐν λόγω ἀνακοινώσεων.
Νομίζω ὅτι καί στό σημείο αυτό πρέπει νά συμφωνήσομε μέ την άποψη τῆς 'Επιτροπῆς.
Ἀφ' ἑνός μεν, οἱ ἀνακοινώσεις πού έγιναν σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ συνδέονται στενῶς μέ την ἐν λόγω ἀπόφαση. Δέν χρειάζεται επομένως, νά επαναλάβουν ὅλα τά κριτήρια τά όποια περιέχονται στην γενική ἀπόφαση. Ἐξ άλλου, ἡ υποχρέωση αιτιολογήσεως έχει σημαντικά ἀμβλυνθεί ἀπό τήν νομολογία. 'Αναφέρομαι ἐν προκειμένω κυρίως στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 16/65 της 1ης Δεκεμβρίου 1965 (Firma C. Schwarze κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Slg. 1965, σ. 1152 ἑπ.) τήν ὁποία ἐπεκαλέσθη ἡ ἰδία ἡ προσφεύγουσα. Σύμφωνα μέ τήν νομολογιακή άποψη πού εκτίθεται στην ἐν λόγω ἀπόφαση, οι προϋποθέσεις αιτιολογήσεως πρέπει νά εἶναι ἀνάλογες μέ τις πραγματικές δυνατότητες, τίς τεχνικές συνθήκες καί τόν διαθέσιμο χρόνο εντός τοῦ ὁποίου πρέπει νά εκδοθεί ἡ ἀπόφαση. 'Εξ άλλου, δέν ἀπαιτείται νά ἀνακοινωθούν ὅλα τά σχετικά στοιχεία. 'Εκείνο πού έχει σημασία εἶναι νά ἀνακοινωθοῦν τά στοιχεία πού είναι ἀναγκαία γιά νά διαφωτίσουν σχετικῶς έναν ενδιαφερόμενο, ἐν προκειμένω ειδικό.
Δύναται επομένως νά γίνει δεκτό, ὅτι ή προσφεύγουσα ήταν σέ θέση νά ἀναγνωρίσει χωρίς δυσκολία ποιοί ἀπό τους κανόνες ἀναπροσαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 της ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ είχαν εφαρμοσθεί στην δική τῆς περίπτωση. Αυτό ἐξ άλλου, ἀνεφέρθη ρητῶς — σέ ὅ,τι άφορᾶ τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 — στην επιστολή τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1981. Τό γεγονός ωστόσο, ὅτι ἡ ἀνακοίνωση πού ἀναφέρεται στό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980, δέν ἀνέφερε τήν σχετική παράγραφο τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς παράβαση ουσιώδους τύπου. Πρέπει επίσης νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ μή ἀναφορά τῶν βασικών προσδιοριστικών στοιχείων της παραγωγής ἀναφοράς τῆς προσφευ- γούσης δέν ἔχει ἐν προκειμένω σημασία επειδή οἱ ἐν λόγω ἀριθμοί προέρχονται στην πραγματικότητα ἀπό τήν 'ίδια τήν προσφεύγουσα. 'Οσον άφορᾶ ἐξ άλλου τους μεμονωμένους υπολογισμούς, δύναται νά 'έχει σημασία τό ὅτι προαναφέρονται στην γενική ἀπόφαση. Ἑπομένως, δέν χρειάζονται καθόλου, συμπληρωματικές διευκρινίσεις στίς ἀνακοινώσεις. Όσον άφορᾶ ενδεχόμενα σκοτεινά σημεία, υπήρχε ή δυνατότης νά ἀναφερθοῦν στά πλαίσια τῆς δίκης. Όσον άφορᾶ τέλος, τά στατιστικά στοιχεία πού επικρίνει ἡ προσφεύγουσα καί τά όποια λαμβάνονται ὑπ' ὄψη στην προκειμένη περίπτωση μόνο σέ σχέση μέ τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, ἀρκεί ὄχι μόνο ἡ διαπίστωση ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπαιτείται ἡ επανάληψη ὅλων τῶν στοιχείων τοῦ ὑπολογισμοῦ σέ μία ἀπόφαση, άλλά καί ἡ υπόθεση ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἠδύνατο νά λάβει γνώση χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες.
Συμπερασματικῶς δύναται επομένως νά λεχθεί, ὅτι ὅσον άφορᾶ τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, τό όποιο ἀπαιτεί, τήν ταχεία κοινοποίηση τῶν ἀνακοινώσεων σέ έναν μεγάλο ἀριθμό επιχειρήσεων, δέν δύναται κατ' ἀρχάς νά υπάρξει ἀντίρρηση γιά τήν χρησιμοποίηση ὑπολογιστοῦ, ἡ δέ αιτιολόγηση τῶν διαφόρων ἀνακοινώσεων πού συντάσσονται κατά αυτόν τόν τρόπο — ἐφ' ὅσον οἱ ἀνακοινώσεις αυτές θεωροῦνται σέ συνάρτηση μέ τήν γενική ἀπόφαση καί μέ ενδεχόμενες συμπληρωματικές προφορικές εξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπῆς — πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επαρκής τόσο γιά τήν προστασία τῶν συμφερόντων τῶν ἀποδεκτών ὅσο καί γιά τήν άσκηση τοῦ δικαστικοῦ ἐλεγχου.
2. 'Ως πρός τήν ἀνακοίνωση ειδικότερα, τῶν ποσοστώσεων παραγωγης πού εφαρμόζονται γιά τό τέταρτο τρίμηνο τον 1980
Ἀνέφερα ήδη στην ἀρχή τῶν προτάσεων μου, ὅτι οἱ παραγωγές ἀναφορᾶς τῆς προσφευγούσης, ὅπως αυτές υπολογίζονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφοι 1 καί 2, της ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, δηλαδή οἱ κανονικές παραγωγές ἀναφοράς, εἶχαν ἀναπροσαρμοσθεί (δηλαδή αυξηθεί) ἀπό την 'Επιτροπή σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 5, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη των μέτρων ἀναδιαρθρώσεως πού έλαβε ή προσφεύγουσα μετά τό 1974. Ή προσφεύγουσα υποστηρίζει ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε νά προβεί σέ ἀναπροσαρμογή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 4, σχετικά μέ τήν λειτουργία τῶν νέων εγκαταστάσεων μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980. 'Εάν ἡ ερμηνεία τῆς διατάξεως αυτής ἦτο ὀρθή, θά έπρεπε πράγματι νά γίνει δεκτό ὅτι στην περίπτωση τῆς προσφευγούσης ἐπληροῦντο οἱ προϋποθέσεις αυτές. Θά υπήρχε έτσι μεγαλυτέρα αύξηση, καί μάλιστα — πράγμα πού ή προσφεύγουσα τό κρίνει ενδεδειγμένο — ταυτόχρονη εφαρμογή τῶν δύο κανόνων περί αυξήσεως, 'έτσι ώστε οἱ παραγωγές ἀναφοράς τῆς προσφευγούσης νά ἀνήρχοντο πολύ πέραν τοῦ ὁρίου πού έκρινε επιβεβλημένο ἡ 'Επιτροπή.
α)
Στό πλαίσιο αυτό, πρέπει πρώτα νά γίνει γνωστό ὅτι ἡ προσφεύγουσα έθεσε σέ λειτουργία μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980 μία συμπληρωματική κάμινο προθερμάνσεως, ή ὁποία κατάστησε δυνατή μία ἐντατικότερη χρησιμοποίηση τοῦ ἐλασματουργείου της φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως. Δήλωση περί τῆς επενδύσεως αυτής έγινε εγκαίρως στίς ἀρχές τοῦ έτους 1979. Παρά τήν ύπαρξη πλεοναζόντων δυνατοτήτων στον τομέα αυτό, ἡ 'Επιτροπή δέν έδωσε σχετικώς ἀρνητική γνώμη, δέν διεπίστωσε, δηλαδή, ὅτι ἡ ἐν λόγω επέκταση ήταν ἀντίθετη πρός τους γενικούς σκοπούς «χάλυψ». Αυτό ὀφείλεται προφανώς στό γεγονός ὅτι μέ τήν ενέργεια αυτή, επετεύχθη ένας ουσιαστικός εκσυγχρονισμός, καθώς καί αύξηση τῆς παραγωγής εἰδικῶν χαλύβων. Δέν εἶναι σαφές ἐάν μέ τήν ευκαιρία αὐτή ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ ταυτόχρονη παύση τῆς λειτουργίας μιας παλαιάς καμίνου προθερμάνσεως, γεγονός πού ὡς τόσο δέν έχει σημασία στά πλαίσια τῆς παρούσης δίκης. 'Υπενθυμίζω μόνο τίς δηλώσεις τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τίς όποιες ἡ προσφεύγουσα εἶχε ἀναλάβει σχετική υποχρέωση, ή δέ 'Επιτροπή περίμενε πώς ἡ προσφεύγουσα θά προέβαινε στην εκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως αυτής έστω καί ἄν δέν εἶχε προβλεφθεί σχετική ρητή δέσμευση ἡ νομική υποχρέωση εἰς βάρος της. Ή προσφεύγουσα παρέσχε πληροφορίες σχετικά μέ τήν επένδυση αυτή, στίς ἀρχές τοῦ έτους 1980 μέσω τοῦ έντυπου 2-61, ἀντίγραφο τοῦ ὁποίου προσεκομίσθη στό πλαίσιο τῆς υποθέσεως 24/81. Σύμφωνα μέ τά στοιχεία αυτά — οἱ αιτηθείσες πληροφορίες ἀφορούσαν τήν υψηλότερη δυνατή παραγωγή κατά τήν διάρκεια τοῦ τρέχοντος ἡμερολογιακού έτους λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν προβλεπομένων συνθηκών λειτουργίας — εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ὄγκος παραγωγής τῆς προσφευγούσης ηὐξήθη τό 1980 κατά 9,35 ο/ο σέ σύγκριση μέ τό 1979, λόγω τῆς θέσεως σέ λειτουργία τῶν νέων εγκαταστάσεων. Βάσει τῶν στοιχείων αυτών, ἡ 'Επιτροπή ἐθεώρησε ὅτι δέν πληρούνται οἱ προϋποθέσεις εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, λόγω ιδίως τοῦ γεγονότος ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιά αύξηση τοῦ ὄγκου τῆς παραγωγής κατά 15 % τουλάχιστον.
β)
Ή προσφεύγουσα θεωρεί ἀντιθέτως ὅτι παρανόμως ἡ 'Επιτροπή εξομοιώνει τήν έννοια «δυνατότης παραγωγής», κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 μέ εκείνη τῆς μεγαλύτερης δυνατής παραγωγής, ἡ ὁποία υπήρχε στό ερωτηματολόγιο. Κατά τήν άποψη τῆς δέν πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση ἡ διαφορά μεταξύ τῆς μεγαλύτερης δυνατής παραγωγής μιας επιχειρήσεως κατά τήν διάρκεια δύο ἡμερολογιακών ετών. Πρέπει ἀντίθετα νά εκτιμηθεί ή ικανότης τῶν ιδίων τῶν εγκαταστάσεων. 'Ως ικανότης παραγωγής πρέπει νά ὁρισθεί, κατά τήν έννοια πού έχει στην καθημερινή γλώσσα καί στην οικονομική τῶν επιχειρήσεων, ἡ μεγαλύτερη ποσότης πού δύναται νά παράγει μία επιχείρηση ἄν υποτεθεί ὅτι ή δυνατότης παραγωγής τῆς μένει ἀμετάβλητη κατά την διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφορᾶς πού εἶναι κατά κανόνα ένα έτος. Πρέπει ἐξ άλλου νά ληφθεί ὡς βάση μία ικανότης παραγωγής ἀφηρημένη καί όχι νά ληφθούν ὑπ' ὄψη τά συγκεκριμένα ειδικά χαρακτηριστικά τῆς δομής τῆς παραγωγής καθώς καί οἱ πιθανές συνθήκες χρησιμοποιήσεως τῶν εγκαταστάσεων μιᾶς επιχειρήσεως — ὅπως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τό γεγονός ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἐλασματοποίησε μία ὁρισμένη ποσότητα ράβδων εἰδικών χαλύβων ἐπί φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως, πράγμα τό ὁποιο απαιτεί περισσότερο χρόνο ἀπό ὅτι ἡ παραγωγή ἀκατέργαστου χάλυβα. Ἐάν ἐγίνετο αυτό θά διεπιστοῦτο μία αύξηση τῆς παραγωγής τῆς προσφευγούσης κατά τό 1980, αύξηση ἡ ὁποία — σέ σχέση μέ τό έτος 1979 — θά υπερέβαινε τό 18,70%.
Ή προσφεύγουσα ἐπεκαλέσθη ἰδίως τά ἑξῆς επιχειρήματα γιά νά στηρίξει την άποψή της:
—
τό ἄρθρο 4 παράγραφος 4, δέν ἀναφέρει ρητῶς ημερολογιακά ἔτη προκειμένου γιά νέες δυνατότητες παραγωγής ἐάν δέ, ὑπε-νοεῖτο ἡ «μεγαλύτερα δυνατή παραγωγή» κατά την έννοια τοῦ ἐρωτηματολογίου 2-61, ἡ σαφής αὐτή έννοια θά είχε χρησιμοποιηθεί ρητώς στην ἀπόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ
—
ἀπό τήν άποψη πού υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή συνάγεται — διότι οἱ ἀναφερόμενοι στό 1981 ἀριθμοί, ἦταν ἁπλῶς προβλέψεις
—
ὅτι τά ἀποφασιστικά κριτήρια γιά τά δύο πρώτα τρίμηνα τοῦ 1981 δέν ὐδύναντο νά ἐκτιμηθοῦν μετά βεβαιότητος παρά μόνο στό τέλος τῆς χρήσεως δηλαδή πολύ ἀργότερα ἀπό τήν λήξη τῆς ἰσχύος τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων. 'Επί πλέον, ἐάν ληφθοῦν ὡς βάση χρονικές περίοδοι, σύμφωνα μέ τό σύστημα τοῦ κανονισμοί), πρέπει προφανώς νά ἐπιλεγοῦν τρίμηνα καί ὄχι ἡμερολογιακά έτη
—
ή άποψη τέλος τῆς προσφευγούσης δύναται νά ενισχυθεί ἐάν ληφθοῦν ὑπ' ὄψη οἱ σκοποί τῆς νομοθετικής ρυθμίσεως, καθώς καί ἡ ἀνάγκη νά υπάρξει μία κατά τό δυνατόν εύλογη καί σφαιρική ερμηνεία. Τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων ἀποσκοπεῖ σέ μείωση τῶν δυνατοτήτων παραγωγῆς. Δέν υπάρχει βέβαια ἀμφιβολία ὅτι ἡ ερμηνεία πού υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή εἶναι ἀντίθετη πρός τόν σκοπό αυτό, δεδομένου ὅτι ἀναγκάζει τίς επιχειρήσεις, οἱ ὁποῖες ἐπιθυμούν νά επωφεληθούν ἀπό τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, νά ἀναβάλουν τήν προβλεπόμενη μείωση τῆς παραγωγῆς, καί έτσι ευνοεί τίς επιχειρήσεις οἱ όποιες ἀρνοονται νά πραγματοποιήσουν αύτη τήν μείωση. 'Ωστόσο, ἐάν ληφθεί ὑπ' ὄψη, ὅτι δέν εκδίδεται ἀρνητική γνώμη κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, παρά μόνο ἐάν ἡ λειτουργία νέων εγκαταστάσεων συνοδεύεται ἀπό μείωση τῆς δυνα-τότητος παραγωγής, πρέπει νά διαπιστωθεί ὅτι ἡ διάταξη αυτή ποτέ δέν θά εφαρμοσθεί σέ περίπτωση αυξήσεως τῶν παραγωγών ἀναφοράς, πράγμα τό όποιο πρέπει νά θεωρηθεί τό 'ίδιο παράλογο ὅσο καί τό συμπέρασμα, στό όποιο ὁδηγεῖ ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὅτι γιά νά ἀπολαύσει τοῦ ευεργετήματος τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4, μία νέα εγκατάσταση, θά πρέπει νά εἶναι τόσο μεγαλύτερη, ὅσο ἀργότερα ἤρχισε ἡ λειτουργία της. Δύναται τέλος νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ άποψη τής 'Επιτροπής δημιουργεί διάκριση ὑπό τήν έννοια ὅτι στην περίπτωση παραγωγών ἀναφορᾶς πού έχουν υπολογισθεί ἀποκλειστικώς σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 1 καί 2 δέν θά υπάρχει μείωση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής σέ περίπτωση θέσεως έκτός λειτουργίας ὁρισμένων παραγωγικών μονάδων.
γ)
Ή 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι τά επιχειρήματα αυτά δέν εἶναι πειστικά. 'Εχω τήν ἐντύπωση ὅτι καί στην περίπτωση αυτή, τά καλύτερα επιχειρήματα ευρίσκονται άπό τήν πλευρά τῆς 'Επιτροπής.
αα)
'Ετσι ἐν ὄψει τῶν σκοπών τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4, δέν ενδείκνυται — πράγμα πού ἐξ άλλου καί ἡ προσφεύγουσα δέν φαίνεται νά τό υποστηρίζει μέ επιμονή — νά ληφθεί ὡς βάση μιά ἀφηρημένη έννοια δυνατότητος παραγωγής, στην περίπτωση τῆς δηλαδή — χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἡ πραγματική δομή τῆς παραγωγής τῆς καί ὁ σχεδιασμός τῆς παραγωγής τῆς — νά θεωρηθεί ὅτι δέν παρήγαγε παρά μόνο ἀκατέργαστο χάλυβα παρ' ὅλο ὅτι έχει ἐπεκτείνει τό πρόγραμμα της παραγωγής εἰδικοῦ χάλυβος εἰς βάρος τοῦ ἀκατέργαστου χάλυβος. Αυτό κυρίως ισχύει ἀναφορικά μέ τόν σκοπό τῆς ρυθμίσεως, πού εἶναι ἡ μείωση τῆς παραγωγής καί ἡ επίτευξη ισορροπίας μεταξύ τῆς προσφορᾶς καί τῆς ζητήσεως. Ό κοινοτικός νομοθέτης έλαβε 'έτσι ὑπ' ὄψη του τά ἀποτελέσματα ἐπί τῆς ἀγοράς καί, επομένως, τά μόνα κριτήρια πού δύνανται νά θεωρηθούν εύλογα εἶναι ἐκείνα τά όποια σχετίζονται με τήν αγορά, δηλαδή εκείνα πού σχετίζονται μέ τίς πραγματικές συνθήκες τῆς παραγωγής.
ββ)
Πρέπει ἐξ άλλου νά γίνει δεκτό ὅτι ή αὔξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής 'έχει ὀρθῶς υπολογισθεί μέσω τῆς συγκρίσεως τῆς μεγαλυτέρας δυνατής παραγωγής κατά τό έτος 1979 μέ εκείνη τοῦ 1980, έστω καί ἄν αυτό δέν εμφαίνεται στό κείμενο τῆς διατάξεως μέ τήν σαφήνεια πού θά ήταν ἀπολύτως δυνατό νά ὅχει. Σχετικῶς, δύνανται νά παρατεθούν πολλά ἐπιχειρήματα.
—
Πρέπει κατ' ἀρχάς νά ὑπομνησθεῖ ή βασική ἰδέα τῆς ρυθμίσεως, πού εἶναι ὁ περιορισμός τῆς παραγωγής. Ἡ επίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἀπαιτεί — καί δύνανται σχετικώς νά ἀναφερθούν οἱ λεπτομέρειες τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 (ἀναγκαιότης μιας ελαχίστης αυξήσεως τῆς δυνατότητος παραγωγής έλλειψη ἀρνητικής γνώμης τῆς Ἐπιτροπής, δηλαδή νά μήν εἶναι ἀσυμβίβαστο τό σχέδιο μέ τους γενικούς σκοπούς στόν τομέα «χάλυψ») — νά μή λαμβάνονται ἐν πάση περιπτώσει ὑπ' ὄψη οἱ νέες δυνατότητες παραγωγής. Αυτό ἀπαιτεί περαιτέρω μία συνετή χαλιναγώγηση τῶν δυνατοτήτων αὐτών, ἐνῶ ταυτόχρονα πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ἀνάγκη νά εξουδετερωθεί προσωρινώς ἡ αύξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής. Εἶναι ὁπωσδήποτε ἀσυμβίβαστο μέ τίς ἀπαιτήσεις αυτές τό νά ἀντιμετωπισθεί ἡ προσφεύγουσα σάν νά εἶχε θέσει σέ λειτουργία τήν νέα της εγκατάσταση ὄχι ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980, ἀλλα ήδη καθ' ὄλη τήν διάρκεια τοῦ έτους 1980.
—
Ή ἰδία ἡ προσφεύγουσα ἀναγνωρίζει προφανώς ὅτι ἡ καθοριστική ποσότης ἀναφοράς εἶναι ἡ παραγωγή τοῦ έτους 1979 καί ειδικότερα ἡ πραγματική παραγωγή πού έχει δηλωθεί γιά τό έτος αυτό. Συνεπώς, επειδή μόνο ὅμοια μεγέθη δύνανται νά συγκριθούν, εἶναι αυτονόητο ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση ἡ ἰδία έννοια τόσο γιά τό έτος 1980, ὅσο καί γιά τό έτος 1981 καί ἑπομένως νά εξακριβωθεί ἡ πραγματική αύξηση τῆς παραγωγής — πού εἶναι ἡ μόνη πού προσφέρεται πρός τόν σκοπό τῆς ἐξο-μαλύνσεως τῆς ἀγοράς — ἡ ὁποία είναι συνάρτηση πολλών συγκεκριμένων παραγόντων, ὅπως εἶναι ἡ ἱκανότης τῶν ήδη λειτουργουσών εγκαταστάσεων, ἡ ἀγορά πρώτων ὑλών, ἡ ἱκανότης τῶν εγκαταστάσεων πού ετέθησαν μεταγενεστέρως σέ λειτουργία κλπ. Είναι σαφές ὅτι τό μόνο πού έχει σημασία ἐδῶ, εἶναι οἱ ετήσιες περίοδοι, ὄχι μόνο διότι στό άρθρο 4 παράγραφος 4 γίνεται λόγος μόνο γιά έτη, άλλά επίσης καί διότι μόνο μιά τέτοια χρονική περίοδος εἶναι επαρκώς ἀντιπροσωπευτική
—
λόγω τοῦ ὅτι ἀντισταθμίζονται οἱ εποχιακές διακυμάνσεις — ἡ δέ Ἐπιτροπή δέν διαθέτει καθόλου τά ἀναγκαία γιά κάθε τρίμηνο δεδομένα.
—
Τέλος καί κυρίως, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι υπέρ τῆς ἀπόψεως τῆς Ἐπιτροπῆς συνηγορούν καί λόγοι πολιτικοί) χαρακτῆρος. Τήν άνοιξη τοῦ 1980, οἱ επιχειρήσεις ὤφειλαν ὁπωσδήποτε νά ἀπαντήσουν στίς ερωτήσεις τῆς Ἐπιτροπής, στόν τομέα τῶν επενδύσεων, μέσω τοῦ ερωτηματολογίου 2-61 γιά τό όποιο έχει ήδη γίνει λόγος, καί τούτο γιά τά έτη 1979, 1980 καί 1981. 'Εκρίθη λοιπόν φυσικό νά προσδοθεί ἀποφασιστικός χαρακτήρας στά κατάλληλα γιά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων κριτήρια καί έτσι νά ἀποφευχθούν — τουλάχιστον κατά κανόνα — ἀτέρμονες συζητήσεις μέ τίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
γγ)
Ἐξ άλλου, θεωρώ επίσης σαφές ὅτι δέν εὐσταθοῦν οἱ ἀντιρρήσεις πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα σχετικά μέ τά προβλήματα τῆς παύσεως τῆς λειτουργίας ἐγκαταστάσεων.
Ἐάν θεωρεί ὅτι τό ἄρθρο 4 παράγραφος 4 της ἀποφάσεως 2794/80, δέν εφαρμόζεται εις την πράξη διότι μιά αύξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής πρέπει προφανῶς πάντοτε νά ἀντισταθμίζεται ἀπό την παύση της λειτουργίας άλλων εγκαταστάσεων, ή προσφεύγουσα θά 'έχει ὁπωσδήποτε κατανοήσει εσφαλμένως τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής. 'Ελέχθη κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ὅτι δέν ἀντιμετωπίζετο μιά τέτοια ὑπεραπλούστευση. Πρέπει μάλλον νά ερευνηθεί ἐάν μία νέα ἐγκατάσταση δικαιολογείται ἐν ὄψει τῶν γενικῶν σκοπών στόν τομέα «χάλυψ», γιά λόγους δηλαδή εκσυγχρονισμού καί ἀναδιαρθρώσεως, ἡ δέ πρακτική ἔχει δείξει σχετικώς ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις, ἰδίως σέ περιπτώσεις εργοστασίων πού παράγουν μόνο ἕνα εἶδος, τό άρθρο 4 παράγραφος 4 εἶχε ἤδη εφαρμοσθεί κατά τήν διάρκεια τοῦ τετάρτου τριμήνου τοῦ 1980.
Ἐάν ἐξ άλλου ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι ή ἑρμηνεία τῆς Ἐπιτροπῆς θά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀναβολή τῆς μειώσεως τῶν δυνατοτήτων παραγωγής γιά νά ἀποφευχθεί τό μειονέκτημα πού προκύπτει ἀπό τήν παύση τῆς λειτουργίας εγκαταστάσεων σέ περίπτωση ἐφαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, τῆς διαφεύγει ὅτι οἱ επιχειρήσεις δέν διαθέτουν ακριβώς μία τέτοια ευχέρεια ενεργείας στά πλαίσια τοῦ συστήματος τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4. 'Εάν, γιά νά μή δώσει ἀρνητική γνώμη, ἡ 'Επιτροπή ζητεί τήν παύση τῆς λειτουργίας ὁρισμένων εγκαταστάσεων, ἡ ἀναγκαία συνέπεια θά εἶναι — καί δικαίως — μείωση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής. Ἐάν ωστόσο ή 'Επιτροπή θεωρεί, ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαία ή παύση τῆς λειτουργίας, τότε καί οἱ επιχειρήσεις κατά κανόνα θά ἀρνηθούν νά τό πράξουν.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν σύγκριση μέ τίς επιχειρήσεις, ἐπί τῶν ὁποίων εφαρμόζεται μία κανονική παραγωγή ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία δηλαδή δέν συνεπάγεται μείωση σέ περίπτωση παύσεως τῆς λειτουργίας εγκαταστάσεων, στην περίπτωση αυτή ἀποκλείεται κάθε συνιστώσα διάκριση μεταχείρηση, ήδη ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι οἱ δυνατότητες παραγωγής δέν διαδραματίζουν κανέναν ἀπολύτως ρόλο καί κατά συνέπεια οὔτε καί ή μεταβολή τους.
δ)
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν ἀνακοίνωση τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980, καί τήν μή εφαρμογή τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4, τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, δυνάμεθα συνεπώς νά θεωρήσουμε ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὀρθώς ερμήνευσε τήν ἐν λόγω διάταξη, δέν δύναται δέ νά τῆς ἀποδοθεί ἡ μομφή ὅτι ὤφειλε νά εφαρμόσει τό άρθρο 4 παράγραφος 4, διότι σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού παρέσχε ή προσφεύγουσα μέ τό ερωτηματολόγιο 2-61, ή κατά τό 1980 αύξηση τῆς παραγωγής σέ σύγκριση μέ τό 1979 ήταν μόνο 9,35 %. Έτσι συνάγεται επίσης ὅτι κατά τήν ἐξέταση τῆς ἀνακοινώσεως γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980, τό πρόβλημα τῆς σωρευτικής ἡ εναλλακτικής ἐφαρμογής τῶν παραγράφων 4 καί 5 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανο-νισμοῦ 2794/80 δέν παίζει κανέναν ἀπολύτως ρόλο.
3. 'Επί τῆς ἀνακοινώσεως τῆς σχετικῆς μέ τίς ποσοστώσεις παραγωγής γιά τό πρώτο τρίμηνο τον 1981
Οἱ ποσοστώσεις παραγωγής γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, ἀνεπροσαρμόσθησαν κατ' ἀρχάς — ὅπως εἶπα στην ἀρχή τῶν προτάσεων μου — σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 5, τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Ή προσφεύγουσα ἰσχυρίσθη 'έτσι στό δικόγραφο τῆς προσφυγής της, ὅπως τό εἶχε πράξει στην περίπτωση τῶν ποσοστώσεων τῆς παραγωγής τῶν σχετικών μέ τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980, ὅτι δέν 'έχει εφαρμοσθεί επίσης ἡ παράγραφος 4 τοῦ άρθρου 4. Μετά τήν μεταγενέστερη εφαρμογή ἀπό τήν 'Επιτροπή τῆς παραγράφου αυτής, καί τοῦτο αντί τῆς παραγράφου 5 τῆς ιδίας διατάξεως, ἡ προσφεύγουσα, συμπληρωματικώς πρός τήν προσφυγή της, ἐδήλωσε ὅτι αυτό τό όποιον επέκρινε στό έξῆς ήταν κυρίως ἡ μή εφαρμογή τῆς τελευταίας αυτής διατάξεως. Όπως ἡ προσφεύγουσα ἰσχυρίζετο επίσης ὅτι ἡ αύξηση τῆς παραγωγής τῆς δέν ήταν 16,98% — ὅπως τήν ὑπελόγισε ἡ 'Επιτροπή — άλλά μεγαλυτέρα τοῦ 18,69 %, δέν εἶναι ἀρκετά σαφές ἐάν ἡ προσφεύγουσα προβάλλει επίσης την μή ὀρθή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4. Πάντως κατά την διάρκεια της προφορικῆς διαδικασίας διευκρίνισε ἐπί ερωτήσεως πού τῆς υπεβλήθη σχετικῶς, ὅτι δέν ἀμφισβητούσε πλέον τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4, ὅτι άφορα τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981. 'Επομένως δέν χρειάζεται πλέον νά ἀσχοληθούμε μέ τά προβλήματα πού συνδέονται μέ τό ζήτημα αυτό. 'Αντιθέτως, ἐκεῖνο πού 'έχει σημασία είναι μόνο τό ζήτημα τοῦ ἐάν τό άρθρο 4 παράγραφος 5, έπρεπε νά εφαρμοσθεί ἐπιπροσθέτως, ἐάν δηλαδή πρέπει νά εφαρμοσθούν περισσότεροι τοῦ ενός κανόνες περί αὐξήσεως κατά τρόπο σωρευτικό ή εναλλακτικό.
α)
Σχετικῶς μέ τό θέμα αυτό, οἱ δύο διάδικοι ἐβασίσθησαν κατ' ἀρχάς γιά νά υποστηρίξουν τήν άποψη τους, στό γράμμα τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Δέν εἶναι ὅμως δυνατό κατ' αυτόν τόν τρόπο νά καταλήξουμε σέ ένα ἀναμφισβήτητο καί δεσμευτικό ἀποτέλεσμα.
Πρέπει βεβαίως νά γίνει δεκτό — ὅπως ὑπε-γράμμισε ἡ προσφεύγουσα — ὅτι πουθενά δέν ἀναφέρεται ρητώς στην ἀπόφαση ὅτι μόνο ἕνας κανόνας περί αυξήσεως δύναται νά εφαρμόζεται σέ κάθε περίπτωση. 'Εξ άλλου, ἡ διατύπωση ὁρισμένων φράσεων πού περιέχονται στην αιτιολογία τῆς ἀποφάσεως φαίνεται νά συνηγορεί ὑπέρ της γνώμης τῆς προσφευγούσης — ἐπί παραδείγματι, τό άρθρο 4 παράγραφος 4, της αιτιολογίας, τό όποιο ἀναφέρεται στό άρθρο 4 παράγραφος 4, ἀρχίζει μέ τήν λέξη «ferner» στά γερμανικά, «also» στά ἀγγλικά καί «également» στά γαλλικά, ἀνάλογες δέ λέξεις χρησιμοποιούνται στό ἀγγλικό καί γαλλικό κείμενο τῆς παραγράφου 5. Στην πραγματικότητα, ἡ μέθοδος αυτή δέν ὁδηγεί σέ σίγουρα συμπεράσματα, γιά τόν λόγο ἀκριβώς ὅτι τό ἴδιο τό κείμενο της ἀποφάσεως δέν ὁμιλεί γιά σωρευτική εφαρμογή.
Όταν ὅμως, ἀπό τήν άλλη πλευρά, ἡ 'Επιτροπή υπογραμμίζει τό γεγονός ὅτι στίς παραγράφους 3 έως 5 τοῦ ἄρθρου 4, γίνεται λόγος γιά αύξηση τῶν «παραγωγών ἀναφοράς», δηλαδή τῶν κανονικών παραγωγών ἀναφοράς, οἱ ὁποιες υπολογίζονται σύμφωνα μέ τίς παραγράφους 1 καί 2, καθώς καί ὅταν θεωρεί ὅτι σέ περίπτωση πού γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης θά έπρεπε ἀντιθέτως, νά ἐγένετο λόγος γιά ἀναπροσαρμογή τῶν ηύξημένων παραγωγών ἀναφοράς, φαίνεται, ἐάν ἐμβαθύνει κανείς στό πρόβλημα, ὅτι έτσι δέν δύναται νά κλονισθεί ἀποφασιστικά ή άποψη τῆς προσφευγούσης. Πράγματι, ή προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ έννοια τῶν «παραγωγών ἀναφοράς» ὅπως ἀναφέρεται στά άρθρα 4 καί 5 τῆς ἀποφάσεως, δέν χρησιμοποιείται κατά ὁμοιόμορφο τρόπο — ἐάν στό άρθρο 4 σημαίνει τήν παραγωγή ἡ ὁποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα μέ τίς παραγράφους 1 καί 2 της διατάξεως αὐτῆς, εἶναι δυνατό στό άρθρο 5 νά πρόκειται γιά τίς ήδη ηὐξημένες παραγωγές ἀναφοράς. 'Ακόμη, ἡ προσφεύγουσα δέν υποστηρίζει τήν άποψη ὅτι σέ περίπτωση σωρευτικής εφαρμογής, θά έπρεπε νά γίνει μία δεύτερη αύξηση βάσει τῶν ήδη προσαρμοσμένων παραγωγών ἀναφοράς. 'Αντιθέτως, ὑποστηρίζει ὅτι περισσότερες ἀναπροσαρμογές πρέπει κάθε φορά νά γίνονται ἐπί τῆ βάσει τῆς κανονικῆς παραγωγης ἀναφοράς, πράγμα τό όποιον λογικώς δέν παρουσιάζει πράγματι καμμία δυσκολία.
Ἀπό μιά λοιπόν γραμματική ἀνάλυση της ἀποφάσεως δύναται πάντως νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι δέν ἀποκλείεται σωρευτική εφαρμογή τῶν διαφόρων κανόνων ἀναπροσαρμογής.
β)
Ή 'Επιτροπή ἀναφέρεται επίσης στήν οικονομία τῆς ρυθμίσεως. Εἶναι πρόδηλο ὅτι ἡ παραγωγή ἀναφορᾶς κανονικώς είναι εκείνη ἡ ὁποία υπολογίζεται βάσει τοῦ άρθρου 4 παράγραφοι 1 καί 2 δηλαδή ή πραγματική παραγωγή κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς, ἐνῶ οἱ κανόνες ἀναπροσαρμογῆς τῶν παραγράφων 3 έως 5 καταλήγουν σέ πλασματικές παραγωγές ἀναφοράς. Οἱ τελευταίες αυτές συνιστοῦν έτσι εξαιρετικές περιπτώσεις οἱ όποιες πρέπει νά ἑρμηνευθούν στενῶς. 'Επίσης ή σώρευση δέν δύναται νά θεωρηθεί ἐπιτρεπτή παρά μόνο ὅταν προβλέπεται ρητώς. Σχετικώς, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι οἱ παράγραφοι 3 έως 5 ὁδηγοῦν κατά γενικό κανόνα σέ διαφορετική αὔξηση, πράγμα τό όποιον δέν θά ἦταν λογικό ἐάν ἐπετρέποντο γενικώς οἱ σωρεύσεις.
'Αντιθέτως, ἡ προσφεύγουσα Ισχυρίζεται ὅτι στην πραγματικότητα δέν πρόκειται γιά εξαίρεση ἀπό τόν κανόνα, κατά την ἔννοια πού υποστηρίζει ἡ Ἐπιτροπή, δεδομένου ὅτι οἱ παράγραφοι 3 έως 5 τοῦ ἄρθρου 4, ἀποσκοπούν ἁπλώς νά συμπληρώσουν τίς κανονικές παραγωγές ἀναφοράς καί ὄχι νά τίς ἀντικαταστήσουν. Ἡ 'Επιτροπή ἐξ άλλου δέν δύναται νά ἀποδείξει τήν ύπαρξη ἑνός γενικοῦ κανόνος, δυνάμει τοῦ ὁποίου σέ περίπτωση περισσοτέρων δυνατών εξαιρέσεων, πρέπει κάθε φορά νά εφαρμόζεται μόνον μία.
Δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθούν ἐντελώς ἀβάσιμες οἱ ἀντιρρήσεις αυτές τῆς προσφευγούσης. Είναι πράγματι ἀμφίβολο ἐάν ὁ νομοθέτης προέβλεψε στό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως, ἀφ' ἑνός μέν σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς παραγράφους 1 καί 2, ἀφ' έτερου δέ τίς παραγράφους 3 καί 5, πραγματικές εξαιρέσεις ἀπό τόν κανόνα. 'Ακόμη δέν είναι σαφές γιατί δέν θά ἠδύναντο νά ἐφαρμοστούν ὁρισμένοι συμπληρωματικοί κανόνες ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἀφοροῦν διαφορετικές καταστάσεις οἱ όποιες δέν παρουσιάζουν κανέναν σύνδεσμο μεταξύ τους καί οἱ όποιες δικαιολογούν έτσι επίσης μία διαφορετική εκτίμηση ἀναλόγως τῶν περιστάσεων.
Ἐάν ωστόσο εξετασθεί ἡ οικονομία τῆς ρυθμίσεως, περί τῆς ὁποίας ὁμίλησε ἡ 'Επιτροπή, καί ἐάν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὁ σκοπός τῆς ρυθμίσεως θεωρουθμένης ατό σύνολό της ὁ όποιος εἶναι νά επιτευχθούν πραγματικές παραγωγές, δέν δύναται νά θεωρηθεί εντελώς ἀστήρικτη ἡ θέση τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρέπει νά ληφθεί μέριμνα ώστε νά μήν μείνει χωρίς πρακτική σημασία ἡ εφαρμογή τοῦ ποσοστοῦ μειώσεως, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ὁρισμένες ειδικές καταστάσεις θά έχουν ευνοηθεί ὑπερβολικῶς. Τό γεγονός αυτό επιβάλλει πράγματι τουλάχιστον έναν κάποιο δισταγμό έναντι τῆς πιθανότητας μιᾶς σωρευτικής εφαρμογής. Ή πιθανότης αυτή προϋποθέτει ὅτι προβάλλονται καί ἀναπτύσσονται σχετικώς καί άλλα σημαντικά επιχειρήματα κατά τήν έννοια ὅτι σέ περίπτωση πού δέν πραγματοποιηθεί σωρευτική εφαρμογή, θά ἀνακύψουν καταφανώς ἀδικαιολόγητα ἀποτελέσματα.
γ)
Ή προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι δύναται νά συναχθεί ένα τέτοιο ἀποφασιστικό ἐπιχείρημα ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ διάφοροι κανόνες ἀναπροσαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 ἀναφέρονται σέ σαφώς διαφορετικούς σκοπους καί διαφορετικές καταστάσεις. Οἱ παράγραφοι 3 καί 5 έχουν ως σκοπό νά λάβουν ὑπ' ὄψη προγενέστερα τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980 περιστατικά, ἐνώ ἡ ρύθμιση τῆς παραγράφου 4 έχει ὡς σκοπό νά ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ νέες δυνατότητες παραγωγής, οἱ όποιες ἐδημιουργήθησαν μετά τήν λήξη της περιόδου ἀναφοράς. Τό γεγονός ὅμως ὅτι παρεχωρήθη ένα ευεργέτημα πρός τό σκοπό επιτεύξεως ενός καθορισμένου σκοπού δέν επιτρέπεται νά ἀποκλείει τήν παροχή ενός ευεργετήματος πού έχει προβλεφθεί γιά νά εξυπηρετήσει έναν άλλον σκοπό.
'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή, τουλάχιστον σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς παραγράφους 4 καί 5 τοῦ άρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ θεωρεί ὅτι επιδιώκουν κοινό σκοπό ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ δύο διατάξεις ἀναφέρονται σέ μία κατάσταση ἡ οποία είναι σύμφωνη μέ τους γενικούς στόχους στον τομέα «χάλυψ». Γιά τόν λόγο αυτό, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 5 λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ ἀναδιαρθρώσεις εκείνες, οἱ όποιες συνεπάγονται μείωση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής, ἡ ὁποία καί ἀποτελεί τήν μακροπρόθεσμη επιδίωξη, πράγμα πού προκύπτει σαφώς ἀπό τό γεγονός ὅτι προϋπόθεση τῆς εφαρμογής τῆς εἶναι ἡ πραγματοποίηση κέρδους κατά τήν διάρκεια τοῦ έτους 1979. 'Επίσης, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 4, κατά ὀρθή ερμηνεία της, δέν πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη κάθε αύξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής. 'Αντιθέτως, αυτό τό όποιο έχει σημασία — καί τό όποιο προκύπτει επίσης ἀπό τήν ἀπαιτουμένη έλλειψη ἀρνητικής γνώμης τῆς 'Επιτροπής — εἶναι νά πρόκειται γιά θετικά μέτρα ἀναδιαρθρώσεως ἡ δέ συνολική δυνατότητα παραγωγής νά μή αυξάνει κατ' ἀρχήν, σέ περίπτωση δημιουργίας νέων εγκαταστάσεων, ὅπως τό ἀπαιτεί ἐξ άλλου καί μία ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τοῦ Μαρτίου τοῦ 1981.
Στό σημείο αυτό, επιθυμώ νά ἀκολουθήσω τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής. Πράγματι, δέν εἶναι δυνατόν νά μή γίνει δεκτό ὅτι υπάρχει ἕνας ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ τῶν κανόνων ἀναπροσαρμογής των παραγράφων 4 καί 5 τοῦ ἄρθρου 4, ἔστω καί ἄν δεχθούμε — ἡ 'Επιτροπή τό έχει ήδη υπογραμμίσει μέ ἀφορμή τήν ἀντίρρηση τῆς προσφευγούσης σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό άρθρο 4, παράγραφος 4, δέν πρόκειται στην πράξη νά εφαρμοσθεί ποτέ — ὅτι μιά αύξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής δέν συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τήν παύση τῆς λειτουργίας εγκαταστάσεων, ὅτι δηλαδή δέν ἀπαιτείται πάντοτε ἀρνητική γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ὅταν τά επενδυτικά σχέδια δέν προβλέπουν επίσης καί παύση τῆς λειτουργίας εγκαταστάσεων. Θεωρώ επίσης εντελώς σαφές ὅτι εἶναι σύμφωνο μέ τό πνεῦμα τῆς ρυθμίσεως νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη μία μόνο φορά οἱ διαφορές τῶν δυνατοτήτων παραγωγής σέ σχέση μέ τήν περίοδο ἀναφοράς. Κατά συνέπεια, εἴτε εφαρμόζεται ἡ παράγραφος 5, ἡ ὁποία θέτει μιά επιχείρηση σέ θέση ἀνάλογη μέ εκείνη κατά τήν ὁποία δέν υπάρχει μείωση των δυνατοτήτων τῆς παραγωγής, εἴτε, εφαρμόζεται ἡ παράγραφος 4, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρέπει νά γίνεται κατά κανόνα δεκτό ὅτι νέες δυνατότητες παραγωγής ἀντικαθιστούν παλαιές δυνατότητες οἱ όποιες κατηργήθησαν μετά τό 1974. Σέ περίπτωση ταυτοχρόνου ἐφαρμογής των δύο διατάξεων ἡ επιχείρηση θά ἀντιμετωπίζετο ἀφ' ενός μέν σάν νά μήν εἶχε γίνει μείωση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής, ἀφ' ἑτερου δέ σάν νά εἶχε γίνει μείωση των δυνατοτήτων παραγωγής, πράγμα τό όποιο στην πραγματικότητα δύσκολα συμβιβάζεται. Τέλος καί ιδίως, δέν πρέπει νά παραβλέπεται σχετικῶς ὅτι οἱ παράγραφοι 4 καί 5 ἀναφέρονται σέ διαφορετικές περιόδους αναφοράς, δηλαδή στό έτος 1974 ἡ παράγραφος 5 καί στά έτη 1977 έως 1980 ἡ παράγραφος 4. Πράγμα τό όποῖο ἀναμφιβόλως συνηγορεί κατά τῆς ἀπόψεως — ὅπως ὀρθώς τό υπογραμμίζει ἡ 'Επιτροπή — ἀφ' ἑνός μέν, τοῦ νά ληφθεί ἡ μεγαλύτερη παραγωγή τοῦ έτους 1974 ως βάση σέ περίπτωση αναπροσαρμογής τῆς παραγωγής ἀναφοράς, ἀφ' έτερου δέ νά αυξηθεί αυτή ἀκόμη μία φορά μέσω διορθώσεως στηριζομένης στά έτη 1977 έως 1980.
δ)
Πρέπει ἀκόμα νά εξετασθεί σέ ποιό συμπέρασμα δύνανται νά ὁδηγήσουν οἱ σκέψεις πού διατυπώθηκαν σχετικά μέ τήν τήρηση τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων.
αα)
Ή προσφεύγουσα θεωρεί σχετικώς ὅτι μόνο ἡ δική τῆς άποψη εἶναι σύμφωνη πρός τήν επιταγή τῆς ἰσότητος τῆς μεταχειρίσεως καί ὅτι γιά τό λόγο αυτό πρέπει — πρός τόν σκοπό νά τηρηθούν οἱ γενικές ἀρχές τῆς συνθήκης στίς όποιες περιλαμβάνεται ἐπίσης ἡ ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων — νά προτιμηθεί ἡ ερμηνεία ή ὁποία επιτρέπει τήν σωρευτική εφαρμογή τῶν κανόνων ἀναπροσαρμογής. Μία εναλλακτική μόνο ἐφαρμογή, θά είχε πράγματι ὡς συνέπεια ὅτι διαφορετικές καταστάσεις ἀντιμετωπίζονται σάν 'ίδιες. Εἶναι ἐξ άλλου ἀναμφισβήτητο, ὅτι ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής καταλήγει νά ευνοεί κατά τρόπο ἀδικαιολόγητο τίς επιχειρήσεις, οἱ όποιες δέν προέβησαν σέ ἀναδιαρθρώσεις κατά τό 1974 καί οἱ όποιες έθεσαν κατόπιν σέ λειτουργία νέες εγκαταστάσεις κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει νά εφαρμοσθεί ἡ παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 4 — μέ βάση ένα υψηλό επίπεδο παραγωγής — γεγονός ἀπό τό όποιο θά προέκυπτε παραγωγή ἀναφοράς πολύ μεγαλύτερη ἀπό ὅ,τι μιᾶς επιχειρήσεως ἡ οποία ἐμείωσε τίς δυνατότητες παραγωγής τῆς μετά τό 1974.
Ἡ 'Επιτροπή ἀπήντησε στά επιχειρήματα αυτά ἰσχυριζομένη ὅτι καί ὡς πρός τήν μή διάκριση πρέπει νά προτιμηθεί ἡ δική της ερμηνεία.
ββ)
Σχετικά μέ τά ἀνωτέρω επιχειρήματα πρέπει ιδίως νά υπογραμμισθούν τά ἑξῆς:
—
κατ' ἀρχάς, πρέπει νά λεχθεί ὡς προς τήν προσφεύγουσα ὅτι μόνο βάσει ὁρισμένων θεωρητικών ἀξιων δύναται νά ὁμιλεί γιά ἴση μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, ἤτοι ὅτι ἡ παύση τῆς λειτουργίας ὁρισμένων εγκαταστάσεων σέ μιά ἐπιχείρηση, μετά τό 1974, ἀντιστοιχεί ἀκριβῶς μέ την δυνατότητα παραγωγής ή ὁποία ἐλήφθη ὑπ' ὄψη σύμφωνα μέ τό άρθρο 4, παράγραφος 4, γιά μιά εγκατάσταση ἡ ὁποία ετέθη γιά πρώτη φορά σέ λειτουργία. Αυτό ὅμως δέν συμβαίνει ὁπωσδήποτε, ἰδίως δέ, δέν συμβαίνει στην περίπτωση τῆς προσφευγούσης γιά τήν ὁποία, κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, ή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, είναι πιό ευνοϊκή ὡς πρός τήν αύξηση τῆς παραγωγής ἀναφοράς, ἀπό ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς παραγράφου 5 τοῦ ιδίου άρθρου. Δέν δύναται επομένως νά λεχθεί ὅτι έχει ἀντιμετωπισθεί κατά τόν ἴδιο τρόπο μέ μία επιχείρηση, ἡ ὁποία — ἀφοῦ ἐπραγματο-ποίησε παρόμοια μείωση τῆς παραγωγής μετά τό 1974 — δέν έθεσε σέ λειτουργία καμμία νέα εγκατάσταση. 'Αντιθέτως, ή αύξηση τῶν δυνατοτήτων παραγωγής λαμβάνεται πλήρως ὑπ' ὄψη. Ἐξ ἄλλου, δέν πρέπει ὅλως γενικῶς νά λησμονείται, ὅτι δέν υπάρχει διάκριση ὅταν ἀντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν μία κατά παρέκκλιση μεταχείριση, κατά παρέκκλιση δηλαδή ἀπό τους σκοπούς τῆς ρυθμίσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται
—
σχετικά μέ τό άλλο παράδειγμα πού ἀναφέρει ἡ προσφεύγουσα, καί μέ τό όποιο επιδιώκεται νά ωποδειχθεί ἡ ευνοϊκότερη θέση στην ὁποία θά περιήρχετο, κατά τρόπο ἀδικαιολόγητο, μία επιχείρηση ή ὁποία έθεσε σέ λειτουργία νέες εγκαταστάσεις χωρίς προηγούμενη ἀναδιάρθρωση, είναι σημαντικό ὅτι τό παράδειγμα αυτό — διότι πράγματι ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι ή παραγωγή ἀναφοράς εἶναι ἴδια μέ ἐκείνην τοῦ έτους 1974 καί ὅτι έχει ἐπί πλέον αυξηθεί κατόπιν εφαρμογής τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4 — στηρίζεται στην υπόθεση ὅτι ἡ επιχείρηση αὐτή ἠδυνήθη νά διατηρήσει τό επίπεδο παραγωγής τῆς κατά τήν διάρκεια τῶν προγενεστέρων τοῦ 1974 ετών, παρά τήν κρίση στόν τομέα τοῦ χάλυβος. Ὀρθώς ὑπεγράμμισε ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ 'Επιτροπή ὅτι σέ μιά τέτοια περίπτωση θά έπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι πρόκειται γιά ήδη εκσυγχρονισμένη επιχείρηση, στην περίπτωση δέ αυτή, δέν δύναται νά επικριθεί τό ευνοϊκότερο καθεστώς τῆς επιχειρήσεως αὐτής, άλλά ἀντιθέτως εἶναι δικαιολογημένο διότι πρόκειται ἀκριβώς γιά έναν «πρωτοπόρο» στον τομέα τῆς ἀναδιαρθρώσεως. Κατά τά λοιπά, πρέπει επίσης νά λεχθεί ὅτι ἡ βάση τοῦ συλλογισμού τῆς προσφευγούσης είναι εσφαλμένη, δεδομένου ὅτι εἶναι ἀπλούστατα ἀδιανότητο τό ὅτι ἠδυνήθη μία ἐπιχείρηση, ὑπό φυσιολογικές συνθήκες, νά διατηρήσει τό ὕψος τῆς παραγωγής πού εἶχε κατά τό 1974. Αὐτό δέν ἀνατρέπεται ούτε ἀπό τόν ισχυρισμό τῆς προσφευγούσης ὅτι εύκολα δύνανται νά νοηθούν τέτοιες περιπτώσεις σέ περίπτωση ἐπιδοτήσεων, οἱ όποιες κατέστησαν δυνατή τήν συνέχιση τῆς λειτουργίας ἀπηρχαιωμένων εγκαταστάσεων. Τό επιχείρημα αυτό δέν συνοδεύτηκε ἀπό ἀποδείξεις, ἰδίως δέ, δέν ἀπεδείχθη ὅτι πρόκειται στην περίπτωση αυτή γιά τυπικές περιπτώσεις, οἱ όποιες καί μόνο θά ἠδύναντο νά συγκριθούν
—
ἐξ άλλου, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι δύνανται νά γίνει επίκληση τῶν σκέψεων πού ἀνέπτυξε ἡ 'Επιτροπή ἐπί τοῦ θέματος τῆς μή διακρίσεως κατά τῆς σωρευτικής εφαρμογής τῶν κανόνων ἀναπροσαρμογής. Είναι προφανές ὅτι ἡ έννοια τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4, συνίσταται στην μέριμνα νά τεθούν πρός τόν σκοπό μιᾶς εύλογης χα-λιναγωγήσεως νέων δυνατοτήτων παραγωγής, οἱ ἐπιχειρήσεις μέ νέες εγκαταστάσεις, στην θέση, εις τήν ὁποίαν θά εὑρί-σκοντο, ἐάν οἱ ἐν λόγω εγκαταστάσεις είχαν ήδη τεθεί σέ λειτουργία κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς, ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, έληξε στίς 30 Ιουνίου 1980. Επειδή δέν φαίνεται πράγματι λογικό, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων, νά ἀποδίδεται μεγαλύτερη σημασία στίς εγκαταστάσεις πού ετέθησαν ἀργότερα σέ λειτουργία, ἀπαιτείται νά μήν τίθενται οἱ επιχειρήσεις αυτές σέ ευνοϊκότερη θέση ἀπό άλλες, οἱ όποιες προέβησαν επίσης σέ ἀναδιάρθρωση, ἐδημιούργησαν ὅμως νέες δυνατότητες παραγωγής κατά τρόπον ώστε αυτές νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου αναφοράς. Κάτι τέτοιο θά συνέβαινε ὅμως ἐάν
—
ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τά παραδείγματα πού έδωσε ἡ 'Επιτροπή — ἐγίνετο δεκτή ἡ αντίληψη τῆς προσφευγούσης ἐνῶ ἀντιθέτως ένα τέτοιο ἀποτέλεσμα δύναται νά ἀποφευχθεί μέ την ἐναλλακτική εφαρμογή τῶν κανόνων ἀναπροσαρμογής κατά τήν έννοια πού προτείνει ἡ 'Επιτροπή.
Εἰς μάτην θά ἠδύνατο νά ἀντιταχθεί σχετικῶς — ὅπως επεχείρησε νά τό πράξει ή προσφεύγουσα — τό γεγονός, ὅτι ἡ ἀτυχης διατύπωση τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ καθιστᾶ οπωσδήποτε ἀναπόφευκτες τίς διακρίσεις. Πράγματι, ἐάν μία εγκατάσταση ἐτέθη σέ λειτουργία πρίν ἀπό τήν 1η 'Ιουλίου 1980, δέν ἠδύνατο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, στό πλαίσιο τῆς κανονικής παραγωγής ἀναφορᾶς, παρά μόνο ἐάν ἡ έναρξη τῆς λειτουργίας τῆς ἔγίνε ἀρκετά πρίν ἀπό τήν 1η Ἰουλίου 1980. 'Αντιθέτως, κάθε έναρξη λειτουργίας πού έγινε κατόπιν τῆς ημερομηνίας αυτής, δέν δύναται παρά νά έχει περιορισμένα ἀποτελέσματα, ὅσες δέ ἐπραγματοποιήθησαν ἀπό τίς 30 'Ιουνίου 1980, προτεραία τῆς ἀποφασιστικής ημερομηνίας, δέν έχουν κανένα ἀπολύτως ἀποτέλεσμα. Τό ἀποτέλεσμα αυτό, πού ὁπωσδήποτε δέν ικανοποιεί, δύναται νά ἀποφευχθεί μέ μία λογική εφαρμογή τῆς ρυθμίσεως — ὅπως υπέδειξε ἡ 'Επιτροπή — λαμβάνοντας δηλαδή ως ἡμερομηνία ενάρξεως τῆς λειτουργίας ἐκείνη κατά τήν ὁποία έληγε τό Rodage τῆς ἐγκαταστάσεως καί θέτοντας τόν ὅρο ὅτι ἡ ἐγκατάσταση πρέπει νά έχει ήδη λειτουργήσει ἐπί τρεις μήνες. Ή 'Επιτροπή ἐξ άλλου άφησε νά εννοηθεί ὅτι ήταν ἀπολύτως διετεθειμένη νά διευθετήσει επίσης τά ενδεχομένως ἀπομένοντα προβλήματα μέσω τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ τό όποιο ἀνέφερα στην ἀρχή τῶν προτάσεων μου.
ε)
Στό τέλος ὅλων αυτῶν τῶν σκέψεων, στίς όποιες πρέπει ἀκόμη νά προστεθεί ὁ φόβος, μήπως μία σωρευτική ἐφαρμογή των κανόνων ἀναπροσαρμογής καταλήξει ἐνδεχομένως σέ μία παραγωγή ἀναφοράς μεγαλύτερη ἀπό τίς δυνατότητες παραγωγής μιᾶς επιχειρήσεως, διαπιστώνεται ὅτι υπάρχουν περισσότερα επιχειρήματα υπέρ τῆς εναλλακτικής εφαρμογής ἀντί τῆς σωρευτικής εφαρμογής τῶν κανόνων ἀναπροσαρμογής καί ὅτι πάντως δέν υπάρχει κανένα σημαντικό καί καθοριστικό στοιχείο πού νά συνηγορεί υπέρ τῆς ἀπόψεως τῆς προσφευγούσης. Συνεπῶς, δέν δύναται νά επικριθεί ἡ 'Επιτροπή ὅτι κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων παραγωγής τῆς προσφευγούσης γιά τό πρῶτφ τρίμηνο τοῦ 1981 παρέλειψε νά εφαρμόσει τήν παράγραφο 5 τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως, μαζί μέ τήν παράγραφο 4 τῆς ιδίας διατάξεως.
4. Αἰτιάοεις κατά τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ
Σέ μιά τελευταία παράγραφο πρέπει ἀκόμη νά ἀναφερθοῦμε στην βασική ρύθμιση τήν σχετική μέ τήν θέσπιση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής.
Ἐπί τοῦ θέματος αυτού πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ δύο ἀπόψεων:
—
κατ' ἀρχάς, ἡ προσφεύγουσα ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν συμβιβάζεται ἡ προϋπόθεση πού θέτει τό ἄρθρο 4 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως (έλλειψη ἀρνητικής γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τό σχέδιο επενδύσεων) μέ τήν συνθήκη ΕΚΑΧ. Οἱ ἀμφιβολίες τῆς αὐτές πηγάζουν ἀπό τό γεγονός ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 54 παράγραφος 4 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, οἱ γνώμες αυτές δέν πρέπει νά εἶναι υποχρεωτικές, ἐνῶ στό πλαίσιο τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων παράγουν έννομες συνέπειες'
—
ή προσφεύγουσα θεωρεί ἐπίσης ὅτι ή επιβολή ποσοστώσεων παραδόσεως τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ, εἶναι ἀνεπίτρεπτη υποστηρίζει δέ ὅτι ἡ ρύθμιση αυτή, σέ πολλά σημεία δέν εἶναι σαφής.
Ἡ προσφεύγουσα θεωρεί κατ' ἀρχήν ὅτι παρόμοιες ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητος, εἶναι παραδεκτές κατά τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τῆς γενικής ἀποφάσεως. Δέν έχει σημασία τό ἄν ἡ ἐπικρινομένη διάταξη έχει εφαρμοσθεί στην δική της συγκεκριμένη περίπτωση ὅπως δέν είναι καί ἀναγκαίο νά έχει υποστεί άμεση βλάβη ἀπό την παράβαση αύτη της συνθήκης. Πρέπει πράγματι νά θεωρηθεί ὡς ενδιαφερόμενη κάθε επιχείρηση, ἀπό την στιγμή πού εἶναι βέβαιο ὅτι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων παραβιάζει γενικές ἀρχές καί ἰδίως τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων.
Ἐπί τοῦ θέματος αυτού νομίζω ὅτι πρέπει νά παρατηρηθούν τά έξῆς:
α)
Δέν εἶναι κατ᾽ ἀρχάς βέβαιο ὅτι ή προσφεύγουσα επιμένει στην πρώτη αιτίαση. Μετά τήν διευκρίνηση πού παρέσχε ἡ 'Επιτροπή ὅτι δέν σκοπεύει νά εκδώσει ἀρνητική γνώμη στην περίπτωση της, ἡ προσφεύγουσα μέ τό δικόγραφο τῆς δευτέρας προσφυγής τῆς ἐδήλωσε ὅτι δέν επιθυμεί νά ἀσχοληθεί περισσότερο μέ τό σημείο αυτό. Θά ἠδύνατο πράγματι νά υποτεθεί ἐξ αυτού ὅτι ἡ προσφεύγουσα παρητήθη ἀπό τήν αιτίαση αὐτή.
β)
Όπως γνωρίζετε, ἡ 'Επιτροπή ρητώς ἀμφισβήτησε τό παραδεκτό παρομοίων αιτιάσεων στην παρούσα διαδικασία. Ή 'Επιτροπή υπεστήριξε κατ' ἀρχήν ὅτι είναι βεβαίως επιτρεπτό νά επικρίνεται μία γενική ἀπόφαση ὅταν ἡ επίκριση σκοπεί νά ἀποδείξει τό παράνομο τῆς ἀποφάσεως στό σύνολό τῆς καί κατ' αυτό τόν τρόπο νά κλονίσει τήν βάση ἐπί τῆς ὁποίας έχουν ληφθεί ἀτομικές ἀποφάσεις, πρέπει ωστόσο, ὅταν προσβάλλονται ἁπλῶς ὁρισμένες διατάξεις τῆς γενικής ἀποφάσεως, ή ἀπόφαση αυτή νά έχει συγκεκριμενοποιηθεί μέ μιά ἀτομική ἀπόφαση, ἡ δέ ἀτομική ἀπόφαση νά στηρίζεται στην προσβαλλομένη διάταξη καί νά συνιστᾶ μία περίπτωση εφαρμογής τοῦ γενικοῦ κανόνος.
Ή άποψη αυτή εἶναι κατά τήν γνώμη μου ὀρθή. Τό ἔχω ήδη σαφώς υποστηρίξει στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως 92/78 τῆς 6ης Μαρτίου 1979 (Simmenthal S.p.A. κατά Ἐπιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1979, σσ. 813 ἑπ.), τίς όποιες ἀνέφερε ή προσφεύγουσα κατά τήν παρούσα διαδικασία. Στίς προτάσεις αυτές, υπάρχει ὄχι μόνο ἡ διαπίστωση, τήν ὁποία έκανε καί ή προσφεύγουσα καί ἡ ὁποία άφορᾶ ἕνα πρόβλημα εντελώς διαφορετικής φύσεως, σύμφωνα μέ τήν ὁποία γιά τήν ένσταση ελλείψεως νομιμότητος δέν ἀπαιτείται ή ύπαρξη εἰδικοῦ συμφέροντος, άλλά επίσης καί ἡ γνώμη ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση πρέπει νά ἀποτελεί άμεση ἐφαρμογή τοῦ προσβαλλομενου γενικού κανόνος. Αυτό, ἐξ άλλου, έχει βεβαιωθεί πολλές φορές καί σαφώς ἀπό τήν νομολογία, ἐπί παραδείγματι στην ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 32/65 (κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουλίου 1966, Slg. 1966, σσ. 563 ἑπ.), ἡ ὁποία ἀναφέρεται στίς ἰδίας φύσεως ἀρχές πού διατυπώνονται στό άρθρο 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα μέ τήν νομολογία αυτή, ἀπαιτείται ὁπως ὁ κανονισμός, τοῦ ὁποίου προβάλλεται τό παράνομο, νά έχει εφαρμοσθεί στην περίπτωση πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς προσφυγής. Τό ἀποφασιστικό ζήτημα είναι λοιπόν τό ἄν ἡ διαπίστωση τῆς μή εφαρμογής ἑνός τέτοιου κανονισμοῦ επηρεάζει τήν νομιμότητα τῆς ἀπ᾽ ευθείας προσβαλλομένης πράξεως.
γ)
Ἐάν εφαρμοσθεί ἡ νομολογία αυτή στην προκειμένη υπόθεση τό συμπέρασμα θά εἶναι ὅτι δέν υπάρχει κανείς λόγος νά εξετασθούν οἱ ἀντιρρήσεις πού έχουν προβληθεί σχετικώς μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 2794/80. Ή άρνηση εφαρμογής αυτής τῆς διατάξεως στην συγκεκριμένη περίπτωση τῆς προ-σφευγούσης δέν ὀφείλεται πράγματι στό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν εξέδωσε ἀρνητική γνώμη, ἀλλά στό γεγονός ὅτι δέν συνέτρεχαν οἱ άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής τῆς ἐν λόγω διατάξεως. 'Εάν διαπιστωθεί ὅτι δέν ήταν νόμιμη ἡ προϋπόθεση «ελλείψεως ἀρνητικής γνώμης τῆς Ἐπιτροπής» δέν θά ἐξεδίδετο πράγματι καμμία άλλη ἀπόφαση γιά τήν προσφεύγουσα ἡ θά ἐπήρχετο πάντως μείωση τῶν ποσοστώσεων, διότι στην περίπτωση αύτη τό άρθρο 4 παράγραφος 4, θά έπρεπε νά εφαρμοσθεί σέ άλλες επιχειρήσεις, γιά τίς όποιες υπήρξε ἀρνητική γνώμη, πράγμα τό όποιο ασφαλώς δέν εἶναι ἡ λύση πού προσδοκά ή προσφεύγουσα.
δ)
Οἱ 'ίδιες παρατηρήσεις δύνανται νά γίνουν γιά τίς αιτιάσεις καί τίς παρατηρήσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 7 παράγραφος 2.
Σύμφωνα μέ τήν διάταξη αύτη ὅλες οἱ επιχειρήσεις εἶναι υποχρεωμένες νά περιορίσουν τίς παραδόσεις τους εντός τῆς κοινής ἀγορᾶς κατά ποσοστό ἀνάλογο μέ τήν σχέση μεταξύ τῶν κοινοτικών παραδόσεων τους καί τῶν συνολικών παραδόσεων κατά τήν διάρκεια δώδεκα ὁρισμένων μηνών τῆς περιόδου μεταξύ 'Ιουλίου 1977 καί 'Ιουνίου 1980. Δέν χωρεί ἀσφαλώς ἀμφιβολία, ὅτι υπάρχει Ενας σύνδεσμος μεταξύ τῆς διατάξεως αυτής καί τῆς ἀνακοινώσεως των ποσοστώσεων, δεδομένου ὅτι τό ποσό των παραδόσεων πού επιτρέπονται εντός τῆς Κοινότητος ἀφ' ἑνός, καί πρός τίς τρίτες χώρες ἀφ' έτερου, εἶναι ἴσο μέ τίς ποσοστώσεις παραγωγής, ὁ καθορισμός δηλαδή ποσοστώσεων παραγωγής Ισοδυναμεῖ ταυτοχρόνως μέ καθορισμό ποσοστώσεων παραδόσεως. Αυτό πού έχει πάντως σημασία, εἶναι ὅτι τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων παραδόσεως, ὅπού πρόκειται ὄχι γιά ἕναν ἀπόλυτο ἀριθμό, ὅπως στην περίπτωση τῶν ποσοστώσεων παραγωγής, άλλα γιά μία ἀριθμητική σχέση, ἡ ὁποία είναι διαφορετική γιά κάθε επιχείρηση καί ή ὁποία εἶχε ήδη καθορισθεί κατά τήν στιγμή πού ελήφθη ἡ ἀπόφαση, δέν συνιστᾶ τήν δάση γιά τόν καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής καί ἑπομένως δέν δύναται νά λεχθεί ὅτι ἡ ρύθμιση αυτή των ποσοστώσεων παραδόσεως ἔχει εφαρμοσθεί στις προσβαλλόμενες ἀνακοινώσεις. Συνεπώς, ἡ διαπίστωση τοῦ παρανόμου τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 2, δέν θά συνεπή-γετο ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως περί ποσοστώσεων παραγωγής. Ή ἀναφορά στίς ποσοστώσεις παραγωγής ἡ ὁποία πρέπει νά γίνει ὡς πρός τίς ποσοστώσεις παραδόσεως δέν ἀρκεῖ ἀσφαλώς γιά νά εξετασθεί ἐπίσης καί τό άρθρο 7 παράγραφος 2, στό πλαίσιο μιας διαδικασίας ἡ οποία έχει ὡς ἀντικείμενο τόν έλεγχο τῶν ἀνακοινώσεων πού ἀναφέρονται στίς ποσοστώσεις παραγωγής. Μία τέτοια εξέταση θά ἐπεβάλετο πάντως στην περίπτωση πού έχει επιβληθεί πρόστιμο γιά υπέρβαση τῶν ποσοστώσεων παραδόσεως εντός τῆς Κοινότητος, ἡ σχετική δέ ἀπόφαση έχει προσβληθεί ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
Πρέπει ἐπί πλέον νά βεβαιωθεί — καί μέ τό θέμα αυτό τελειώνω — ὅτι οἱ προσφυγές ἀκυρώσεως ὅπως αυτή γιά τήν ὁποία πρόκειται στην συγκεκριμένη περίπτωση δέν δύνανται ἀσφαλώς νά χρησιμοποιούνται γιά νά διευκρινισθεί ἀορίστως τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 2. 'Ομως αυτό ἀκριβώς φαίνεται ὅτι επιδιώκει ή προσφεύγουσα μέ τό μεγαλύτερο μέρος τῶν επιχειρημάτων τῆς πού ἀναφέρονται στό άρθρο 7 παράγραφος 2.
III —
Δέν δύναμαι επομένως παρά νά προτείνω νά ἀπορριφθοῦν οἱ δύο προσφυγές πού ἤσκησε ἡ επιχείρηση Krupp Stahl AG ὡς ἀβάσιμες καί νά καταδικασθεί ἡ προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy