ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 29Η 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ διαφορά πού θά μᾶς ἀπασχολήσει ἐπί τοῦ παρόντος άφορα ἐπίσης την περίφημη γενική ἀπόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ περί εισαγωγῆς συστήματος ποσοστώσεων τῆς παραγωγης χάλυβος (JO L 291, τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980, σ. 1 καί ἑπ.).
Ή προσφεύγουσα εταιρία πού θίγεται ἀπό τήν ἀπόφαση αυτή εἶναι ἡ SpA Ferriera Padana, επιχείρηση σχετικῶς μικρή, ή ὁποία ἀγοράζει ακατέργαστο χάλυβα γιά τήν παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής τῆς κατηγορίας ΙV, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Μέ ἀνακοίνωση τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980, ἑκοινοποιήθησαν στην Ferriera Padana, οἱ ποσοστώσεις τῆς παραγωγής τῆς γιά τό τέταρτο τρίμηνο 1980. Τήν 10η Νοεμβρίου 1980, ἡ προσφεύγουσα, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 4 τῆς γενικής ἀποφάσεως, ἐζήτησε αύξηση τῶν ποσοστώσεων βάσεως, λαμβανομένης ὑπ᾽ ὄψη τῆς λειτουργίας νέων εγκαταστάσεων. Ή 'Επιτροπή εδέχθη τήν αίτηση αυτή μέ ἀπόφαση τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1980.
Ὅμως, πρό τῆς υποβολῆς τῆς αἰτήσεως αυτής, ἡ Ferriera Padana εἶχε προσφύγει στό Δικαστήριο καί εἶχε ζητήσει:
—
νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980 καθώς καί ἡ γενική ἀπόφαση 2794/80, καθ᾽ ὅσον ἡ τελευταία αυτή ἀπόφαση ἀποτελεί τό έρεισμα της ἀτομικής ἀποφάσεως,
—
νά παραπέμψει τό ζήτημα στην 'Επιτροπή, προκειμένου ἡ τελευταία νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα πρός εκτέλεση τῆς ἀκυρωτικής ἀποφάσεως, καί τέλος,
—
νά διαπιστώσει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή υποχρεούται νά λάβει μέτρα ἱκανά νά διασφαλίσουν τήν εύλογη ἀποκατάσταση τῆς άμεσης ζημίας πού υπέστη ἡ προσφεύγουσα καί νά τῆς επιδικάσει δίκαιη ἀποζημίωση.
Ή προσφεύγουσα επέμεινε στά αιτήματά της καί μετά τήν κοινοποίηση τῆς προαναφερομένης ἀποφάσεως τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1980, λόγω τῶν θεμελιωδών ἀντιρρήσεων πού προβάλλει κατά τῆς εισαγωγής ποσοστώσεων παραγωγής στόν τομέα των ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής.
Θά διατυπώσω τίς προτάσεις μου ἐπί τῆς παρούσης διαφοράς, ἀφού εξετάσω, πρώτον, τίς αιτιάσεις πού ἀφορούν παράβαση τύπου συνθήκης ΕΚΑΧ ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπής.
Ι — Παράβαση ουσιώδους τύπου
Όπως έχω ήδη ἀναφέρει στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως Rumi (258/80), τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει τήν διαβούλευση μέ τήν Συμβουλευτική Ἐπιτροπή, πρό τῆς λήψεως οἱασδήποτε ἀποφάσεως πού βασίζεται ἐπί τῆς διατάξεως αὐτης, καί τήν ὑποχρέωση γιά τήν Ἐπιτροπή νά διεξάγει σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων, πρό τοῦ καθορισμοῦ τῶν ποσοστώσεων.
Ή προσφεύγουσα ἀφ᾽ ενός ἀμφισβητεί, ὅτι ἐπραγματοποιήθη τέτοια διαβούλευση, δεδομένου ὅτι οἱ αιτιολογικές σκέψεις τῆς ἀποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ δέν ἀναφέρουν τήν διαβούλευση μέ τήν Συμβουλευτική 'Επιτροπή. Ἀφ᾽ ἑτερου, θεωρεί ὅτι οἱ μελέτες έχουν γίνει, ὄχι σέ συνεργασία μέ τήν ένωση παραγωγών ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, άλλά μέ τήν συμμετοχή μόνο τῆς ενώσεως παραγωγών ἀκατέργάστου χάλυβος. 'Αναφέρεται σχετικώς στίς σκέψεις πού περιέχονται στην αιτιολογία τῆς ἀποφάσεως ὡς πρός τόν συντελεστή χρησιμοποιήσεως των επιχειρήσεων, ὁ όποιος εἶναι προφανώς εσφαλμένος ὅσον άφορα τίς ράβδους ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικῆς διατομής ἄν ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη ὅτι δέν δύναται νά γίνει καμμία πρόβλεψη στόν τομέα αυτόν, λόγω ἀκριβώς ὁρισμένων ἀστaθμητων παραγόντων. Ἐξ άλλου, ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι οἱ μελέτες, κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 58 παράγραφος 2, ἀνελήφθησαν μερικές μόνον ήμερες πρίν ἀπό τήν επίσημη ἀνακοίνωση τῶν μέτρων, ώστε ἡ προσφεύγουσα δέν ήταν πλέον σέ θέση νά ἀσκήσει οἱαδήποτε επιρροή ἐπ' αυτῶν, λόγω τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσαν στην πραγματικότητα τετελεσμένο γεγονός.
Στά επιχειρήματα αυτά ἡ Ἐπιτροπή άπήντησε υπογραμμίζοντας, πρό παντός, ὅτι ἡ Συμβουλευτική 'Επιτροπή εἶχε στην πραγματικότητα διατυπώσει τήν γνώμη της τήν 16η 'Οκτωβρίου 1980. Τό σημείο αυτό θά πρέπει, κατά τήν Επιτροπή, νά θεωρηθεί αποφασιστικό, ένώ τό γεγονός ὅτι δέν έγινε μνεία στην αἰτιολογία τῆς ἀποφάσεως δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς παράβαση ουσιώδους τύπου καί, συνεπώς, νά ἀποτελέσει λόγο ἀκυρώσεως.
Όσον άφορα τίς μελέτες πού πρέπει νά γίνονται, σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 παράγραφος 2, ἡ Ἐπιτροπή παρετήρησε ὅτι διεξήγε συνεχώς μελέτες ἐπί τῆς καταστάσεως τῆς ἀγοράς καί, ἐπί πλέον, ἀνέλαβε συμπληρωματικές μελέτες ad hoc γιά τίς ἀνάγκες τοῦ συστήματος ποσοστώσεων. Πρός τόν σκοπό αυτό, έγιναν συσκέψεις, ὄχι μόνο μέ τίς ἑνώσεις παραγωγής χάλυβος, ἀλλά καί μέ τήν ένωση τῶν παραγωγών πού αποκαλούνται «Bresciani». Κατ' αυτό τόν τρόπο ἡ 'Επιτροπή ενήργησε, όπως φαίνεται, ὀρθά. Πράγματι, ἀφ' ενός είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ μελέτες διεξήχθησαν εγκαίρως — ὁπως ἐξ άλλου τό έχω ήδη καταδείξει λεπτομερώς στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Rumi. Ἀφ' έτερου, τό γεγονός ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν εἶναι μέλος τῆς προαναφερομένης ενώσεως στερείται σημασίας. Έν πάση περιπτώσει, εἶχε τήν δυνατότητα — ὅπως διεβεβαίωσε ή 'Επιτροπή — νά εκφράσει τήν άποψη της ὑπό τήν ιδιότητα της, ὡς απλής επιχειρήσεως, άλλά δέν έκαμε χρήση τῆς δυνα-τότητος αυτής.
Δέν δύναται, συνεπώς, νά γίνεται λόγος γιά παράβαση οὐσιώδους τύπου — ὅπως Ισχυρίζεται ἡ προσφεύγουσα — κατά τήν διαδικασία λήψεως τῆς ἀποφάσεως 2794/80.
ΙΙ — Παράβαση τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ
Όσον άφορᾶ τήν υποτιθεμένη παράβαση κανόνων οὐσιαστικοῦ δικαίου, τήν ὁποία θά εξετάσω ἐπί τοῦ παρόντος, ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρεται κατά πρώτο λόγο στό άρθρο 58 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά τήν διάταξη αυτή, ή εισαγωγή συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής προϋποθέτει τέτοια μείωση τῆς ζητήσεως ώστε νά δύναται νά γίνει λόγος γιά έκδηλη κρίση καί ἀνεπάρκεια τῶν μέτρων πού προβλέπονται στό άρθρο 57 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Ή προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι, στόν τομέα τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής, οἱ δύο αυτοί ὅροί δέν πληρούνται καί ὅτι, συνεπώς, τό θεσπισθέν στόν τομέα αυτό σύστημα ποσοστώσεων ουδόλως ἐδι-καιολογεΐτο.
1.
Ὡς πρός τό πρῶτο σημείο, ἡ προσφεύγουσα ἀναφέρεται κατ' οὐσίαν σέ ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 'Ιουλίου 1980, στην ὁποία γίνεται λόγος γιά πτώση τῶν παραγγελιών λόγω μειώσεως τῆς ζητήσεως στίς Ἡνωμένες Πολιτείες. 'Αλλά αυτό δέν ἐσήμαινε τίποτε, ἐν πάση περιπτώσει γιά τίς ράβδους ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής, δεδομένου ὅτι ἡ ἀμερικανική ἀγορά δέν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, λόγω τοῦ κόστους μεταφοράς. Ἐξ άλλου, ἡ αίτηση πού υπέβαλε ἡ 'Επιτροπή στό Συμβούλιο, τήν 6η 'Οκτωβρίου 1980, ἐτόνιζε τήν πτώση τοῦ συντελεστοῦ χρησιμοποιήσεως τῶν εγκαταστάσεων στόν τομέα τοῦ ἀκατέργάστου χάλυβος. Καί κατά τήν προσφεύγουσα, δέν συνάγεται ἀπό αυτό ἡ ύπαρξη κρίσεως στόν τομέα τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής, δεδομένου ὅτι ὁ ἀκατέργαστος χάλυβας δύναται επίσης νά μεταποιηθεί σέ άλλα προϊόντα. Ἐξ άλλου, ή αύξηση τῆς παραγωγής ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομῆς, πού κατέστη ἀδύνατη λόγω τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, θά ἠδύνατο νά συμβάλει στον μετριασμό τῆς κρίσεως στήν ἀγορά τοῦ ἀκατέργάστου χάλυβα. 'Επί πλέον, κατά την προσφεύγουσα πάντοτε, ἡ ίδια ἡ 'Επιτροπή ἀνέφερε τό γεγονός ὅτι στόν τομέα των ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομῆς τά προγράμματα παραδόσεως κατά το πρώτο ἑξάμηνο 1980 ἐσημείωσαν αὔξοντα ρυθμό, πράγμα πού ὁδηγεί στην σκέψη ὅτι ἡ παράγωγη ηὐξήθη λόγω μεγαλύτερης ζητήσεως. Σχετικώς, εἶναι χαρακτηριστικό τό γεγονός ὅτι, ἀπό τό 1977, μόνο 50 % τῶν παραγωγῶν σιδήρου ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής συμμετεῖχαν στό πρόγραμμα παραδόσεων, ἐνῶ στους άλλους τομείς ἡ συμμετοχή αύτη ήταν 90 %.
Δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι τά δύο έγγραφα τῆς Ἐπιτροπής, στά όποια ἀναφέρεται ή προσφεύγουσα, δέν ήταν ἀρκετά σαφή ὡς πρός τίς δυσχέρειες στόν τομέα τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής. Πάντως, δέν εἶναι δυνατό νά ἀποσιωπηθεί τό γεγονός ὅτι τό έγγραφο τοῦ 'Ιουλίου 1980 δέν περιορίζεται στό νά ἀναφέρει μόνο τήν κατάσταση τῆς ἀγοράς τῶν 'Ηνωμένων Πολιτειών, άλλα ἀντιθέτως ἀναφέρει ἐπί παραδείγματι καί τό πρόβλημα τῆς ἰρανικῆς ἀγοράς, ὅπως επίσης γίνεται λόγος στό έγγραφο αυτό γιά σοβαρές μεταβολές καί για ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση στόν οικοδομικό τοαέα ἀπό ὅπου πτώση τῆς παραγωγής. Εξ άλλου, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι, στην αίτηση σύμφωνης γνώμης πού ἀπηύθυνε στό Συμβούλιο, η 'Επιτροπή δέν περιωρίσθη νά ἀναφέρει τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί τίς δυσκολίες πού ενεφανίσθησαν στόν τομέα αυτό, άλλά ἀντιθέτως ἐμνημόνευσε καί τό γεγονός ὅτι, σύμφωνα με τίς τελευταίες προβλέψεις ἐπί τῆς παραγωγής στους κυριωτέρους τομείς μεταποιήσεως, θά έπρεπε νά ἀναμένεται μείωση τῆς καταναλώσεως χάλυβος.
Τό ἀποφασιστικό γεγονός, πάντως, είναι ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, κατά τήν διαδικασία, κατέστη προφανές ὅτι δικαίως ἐγί-νετο λόγος γιά κρίση, ὄχι μόνο στην ἀγορά χάλυβος, άλλά επίσης καί συγκεκριμένα στην ἀγορά ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, γιά τήν Οποία δύναται τοῦ λοιπού νά γίνει δεκτό ὅτι ὀφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στό γεγονός ὅτι ἀπό τό 1977 μόνο 50 % τῶν κατασκευαστών ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής συμμετείχαν στά προγράμματα αυτοπεριορισμού τῆς παραγωγής ούτως ώστε ἀπό τότε καμμία πρόοδος δέν ἐσημει-ώθη στό θέμα τῆς ποσοτικής μειώσεως.
Ὅσον άφορα τήν ἀγορά χάλυβος, δέν εἶναι ἀναγκαίο νά επαναλάβω ἐδῶ ὅ,τι εξετέθη λεπτομερώς ἐπ᾽ αὐτοῦ. Ή κατάσταση, ἰδίως στην ἀγορά τῶν ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, ἐπεδεινώθη, λόγω κυρίως τῆς καταστάσεως στόν οικοδομικό τομέα, ἀπό τους πρώτους μήνες τοῦ 1980 ἀπό τόν Μάιο ενεφανίσθη μία κατάσταση πραγματικής κρίσεως, μέ συνεχή πτώση τῶν παραγγελιών καί, ἀντιστοίχως, χαμηλό συντελεστή χρησιμοποιήσεως τῶν ἐγκαταστάσεων παραγωγής. Ή κρίση έγινε ακόμη περισσότερο αἰσθητή λόγω τοῦ ὅτι ή παραγωγή χαλύβων τῆς κατηγορίας ΙV ήταν, ὅπως κατεδείχθη ἀπό τήν Επιτροπή, κατώτερη κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 κατά 12 % περίπου ἐν σχέσει μέ τίς προβλεφθεῖσες ποσοστώσεις καί ὅτι ἡ ιδία ἡ προσφεύγουσα — τῆς ὁποίας ἡ ἱκανότης ετησίας παραγωγής εἶναι 230400 τόνοι — παρήγαγε κατά τους πρώτους δέκα μήνες τοῦ 1980 μόνο 81000 τόνους.
'Αν, επομένως, δικαιολογημένα ἐγίνετο λόγος γιά έκδηλη κρίση στην αγορά τῶν ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής — καθ' ὅσον ἡ κρίση δέν ήταν περιορισμένη, ὅπως υποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα, σέ μερικούς τομείς χαρακτηριζόμενους ἀπό τήν διάρθρωση παραγωγής ἑνός μόνο προϊόντος — ὁρισμένα άλλα επιχειρήματα πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα στό ίδιο αυτό πλαίσιο, δέν επιτρέπουν νά ἀμφισβητηθεί ἡ ύπαρξη τῆς εἰδικῆς προϋποθέσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 58 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης.
Εἶναι, συνεπώς, βέβαιο, ὑπό τό φῶς τῶν παρατηρήσεων πού ήδη έγιναν, ὅτι ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης, κατά τήν ὁποία, σέ περίπτωση κρίσεως στον τομέα τοῦ ἀκατέργάστου χάλυβος, θά ήταν παράλογη ή μείωση επίσης τῆς ζητήσεως τῶν προϊόντων ελάσεως, ὅπως τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής, δέν ευσταθεί. Τό ίδιο ἰσχύει καί γιά τίς παρατηρήσεις τῆς προσφευγούσης ὡς πρός τίς τιμές, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ἡ πτώση τῶν τιμών ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής πού ἡ Ἐπιτροπή ἐχρησιμοποίησε ευρέως ὡς κριτήριο ἀναφορᾶς, εξηγείται κυρίως ἀπό την ένταση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ παραγωγών καί ὅτι, κατά τά λοιπά — ἀνεξαρτήτως τῆς πτώσεως τῶν τιμῶν τοῦ ἀκατέργαστου χάλυβος — ἡ κάμψη αυτή ουδόλως έγινε αισθητή κατά τό 1980. Παρομοίως, στερείται σημασίας ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης ὅτι, σέ περίπτωση ἐμφανίσεως στην ἀγορά φαινομένων τοῦ τύπου αὐτοῦ, ἡ κατάλληλη λύση συνίσταται στην θέσπιση συστήματος κατωτάτων τιμών. Δύναται, σχετικώς, νά γίνει τελικά επιφύλαξη ως πρός τό ἄν — ὅπως Ισχυρίζεται ἡ 'Επιτροπή — ἡ πτώση τῶν τιμών τῶν ράβδων ὁπλισμοί) σκυροδέματος κυκλικῆς διατομής δέν ήταν μεγαλύτερη ἀπό ὅ,τι ὑπελόγισε ἡ προσφεύγουσα, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι τό κόστος παραγωγης τῶν ράβδων σκυροδέματος κυκλικῆς διατομῆς καθορίζεται κατά 40% ἀπό τό κόστος τῆς πρώτης ύλης καί ὅτι δύναται νά υποτεθεί ὅτι, σέ περίπτωση μή ευνοϊκῆς συγκυρίας, ἡ τιμή τοῦ επεξεργασμένου προϊόντος καθορίζει τήν τιμή τῆς πρώτης ὔλης. 'Οπωσδήποτε, εἶναι προφανές ὅτι τό κυριώτερο γεγονός γιά τήν Ἐπιτροπή ήταν ὄχι ἡ πτώση τῶν τιμών, άλλα — ὁπως προβλέπεται στό άρθρο 58 — ἡ έκταση τῆς μειώσεως τῆς ζητήσεως. 'Αντιθέτως, ὅσον άφορᾶ τήν άποψη τῆς προσφευγούσης κατά τήν ὁποία ὁ καθορισμός κατωτάτων τιμών θά ήταν ἡ κατάλληλη λύση σέ τέτοια κατάσταση, θά πρέπει βεβαίως νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή έχει δίκαιο ὅταν υποστηρίζει ὅτι, οἱ παρεμβάσεις στίς τιμές δέν θά ήταν ἀποτελεσματικές παρά μόνο ἄν συνωδεύοντο ἀπό τόν ἑκούσιο περιορισμό τῆς παραγωγής. δεδομένου ὅτι τά ενδιαφερόμενα μέρη δέν ἠδυνήθησαν νά καταλήξουν σέ μία τέτοια συμφωνία κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980, ἡ 'Επιτροπή δικαίως ἐθεώρησε ὅτι τά μέτρα ὡς πρός τίς τιμές ήταν ἀνεπαρκή.
2.
Ή προσφεύγουσα ἀμφισβητεί ὅτι ἡ δευτέρα προϋπόθεση, που προβλέπεται στό άρθρο 58 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, συνέτρεχε ἐν προκειμένω. Πράγματι, θεωρεί ὅτι, πρός ἀντιμετώπιση τῶν δυσχερειών πού ενεφανίσθησαν στην ἀγορά, θά ἀρκοῦσε ἡ προσφυγή σέ έμμεσα μέτρα, ἐπί παραδείγματι, ενέργειες πού έχουν ἐπίπτωση στην κατανάλωση καί οἱ όποιες ἀναλαμβάνονται σέ συνεργασία μέ τίς κυβερνήσεις τῶν Κρατών μελών, παρεμβάσεις στόν τομέα τῶν τιμών ἡ μέτρα εμπορικής πολιτικής.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ παρατηρώ, κατ' ἀρχήν, ὅτι ἡ 'Επιτροπή διαθέτει στόν τομέα αυτό ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ἡ ὁποία συνεπάγεται επιλογή οικονομικής πολιτικής. Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν σκέψη 63 τῆς ἀποφάσεως τῆς 18ης Μαρτίου 1980, πού άφορᾶ κατώτατες τιμές τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 154, 205, 206, 226 έως 228, 263 καί 264/78, καθώς καί 39, 31, 83 καί 85/79 — SpA Ferriera Valsabbia καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς — Recueil 1980, σ. 907, ἰδίως σ. 1005), πού ἀνεφέρθη ἤδη στίς προτάσεις μου στην ὑπόθεση Rumi. Εν ὄψει τοῦ συνόλου τῶν επεξηγήσεων πού εδόθησαν, δέν ἐσχημάτισα πάντως τήν εντύπωση ὅτι ἡ 'Επιτροπή, ἀφοῦ ἐξήτασε τά έμμεσα μέτρα πού ἠδύναντο νά εφαρμοσθούν καί κατέληξε σέ ἀρνητικό ἀποτέλεσμα, προέβη σέ εσφαλμένη εφαρμογή τῆς εξουσίας τῆς εκτιμήσεως.
Τό ίδιο Ισχύει, ἀσφαλώς, ὡς πρός τά μέτρα ἐνθαρρύσεως τῆς ζητήσεως — πού προορίζονται νά στηρίξουν τά προγράμματα κατασκευής κατοικιών — γιά τά όποια ή προσφεύγουσα έκαμε λόγο: πράγματι, στόν τομέα αυτόν ἡ 'Επιτροπή δέν έχει καμμία εξουσία.
Όσον ἀφορᾶ τίς πιθανές παρεμβάσεις στόν τομέα τῶν τιμών, πρέπει ἀναμφιβόλως νά γίνει δεκτό ὅτι, κατά τό 1980, διε-μορφώθησαν νέες συνθήκες, οἱ όποῖες ὑπεχρέωσαν τήν 'Επιτροπή νά ἀποκλίνει ἀπό τήν δήλωση τῆς τοῦ τέλους 1979, κατά τήν οποία, στόν τομέα τῶν ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος κυκλικής διατομής προετίθετο το πολύ νά καθορίσει κατώτατες τιμές. Αυτό ὀφείλεται στό ὅτι οἱ επιχειρήσεις δέν ήταν διατεθειμένες νά δεχθοῦν τά προγράμματα παραδόσεως, μολονότι μία τέτοια ἀποδοχή συνιστοῦσε — ὅπως ελέχθη — τήν προϋπόθεση εφαρμογής τοῦ συστήματος κατωτάτων τιμών.
Ἰδίως, δύναμαι νά ἀναφερθώ σχετικώς στην αίτηση τῆς Ἐπιτροπῆς πρός τό Συμβούλιο, στην ὁποία γίνεται λόγος γιά τήν σέ αυξανόμενο ρυθμό μή τήρηση τῶν εκουσίων προγραμμάτων παραδόσεως καί τῶν κανόνων περί τιμών. Ή ἐν λόγω αίτηση σύμφωνης γνώμης ἀναφέρει επίσης τίς προσπάθειες τῆς Ἐπιτροπῆς, μέχρι τό φθινόπωρο τοῦ 1980, γιά νά ενισχύσει τήν πειθαρχία πού ἀντέταξαν — στόν τομέα αυτό, ὅπως ἐξ άλλου καί στην εισαγωγή ενός ἑκουσίου συστήματος ποσοστώσεων τῆς παραγωγής, οἱ επιχειρήσεις, οἱ όποιες ἀκριβῶς ἠρνοῦντο νά δεχθούν παρόμοια ἔμμεσα μέτρα.
Όσον ἀφορᾶ τά δυνάμενα νά εφαρμοσθούν μέτρα εμπορικής πολιτικής, πρέπει νά γίνει τελικά ἡ διαπίστωση ὅτι, ἀφ' ενός ή προσφεύγουσα δέν κατέδειξε πώς θά ήταν δυνατό, μέ αυτή μόνο τήν βοήθεια, νά ἀντιμετωπισθεί ἡ κρίση. Ἀφ' ἑτερου, ὅσον ἀφορᾶ τά ἀποτελέσματα τῶν μέτρων πού πράγματι ελήφθησαν, παραπέμπω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Rumi. Θά ἠδύνατο ἀκόμη νά προστεθεί ὅτι — ὅσον άφορᾶ ιδίως τίς ράβδους ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής — ἡ Επιτροπή δέν ἐκίνησε καμμία διαδικασία ἀντιντάμπιγκ κατά τό 1980 — σύμφωνα άλλωστε καί μέ τίς διαπιστώσεις τῆς προσφευγούσης — κατά δέ τό 1979 ἐκινύθη μιά μόνο διαδικασία. Αυτό, χωρίς ἀμφιβολία, καταδεικνύει τήν ικανότητα ἀνταγωνισμοί) τοῦ τομέως αὐτοῦ καί ὅτι, ἐπ' αὐτοῦ, δέν ἐπεβάλλετο ἡ λήψη ριζικότερων μέτρων ἐμπορικής πολιτικής.
III — Παράβαση τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 2
'Αναφέρομαι τώρα στον δεύτερο λόγο ουσιαστικού δικαίου πού επικαλείται ή προσφεύγουσα ἀναφέρεται στό άρθρο 58 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τό ὁποῖο ορίζει ὅτι ἡ 'Ανωτάτη 'Αρχή καθορίζει τίς προστώσεις «ἐπί εὐλόγου βάσεως», λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν άρχῶν πού ὁρίζονται στά άρθρα 2, 3 καί 4 τῆς ἐν λόγω συνθήκης.
Ἐπ' αὐτοῦ, ἡ προσφεύγουσα διατυπώνει τίς αιτιάσεις τῆς ὡς έξῆς:
—
Κατά τόν καθορισμό τῆς παραγωγής ἀναφοράς — καθ' ὅσον αυτή εἶναι συνάρτηση τῆς πραγματικής παραγωγής — ἡ 'Επιτροπή δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι, γιά ὁρισμένες επιχειρήσεις, ή παραγωγή ἀναφοράς εἶχε επηρεασθεί ἀπό τήν ἑκουσία μείωση τῶν παραδόσεων καί τήν τήρηση τῶν κατωτάτων τιμών, ούτως ώστε ἡ προσφεύγουσα ευρέθη σέ μειονεκτική θέση ἐν σχέσει μέ άλλες επιχειρήσεις, οἱ όποιες ἐπραγματοποίησαν τίς παραδόσεις τους καί γιά τίς ὁποῖες τό σύστημα τῶν ποσοστώσεων δέν ἐσήμαινε νέα μείωση τῆς παραγωγής τους.
—
Ή προσφεύγουσα επικρίνει επίσης τό γεγονός ὅτι τό σύστημα ποσοστώσεων έλαβε ὑπ' ὄψη τόν μήνα 'Οκτώβριο 1980.
—
Τέλος, πάντα κατά τήν προσφεύγουσα, ή 'Επιτροπή δέν έλαβε ἀρκούντως ὑπ' ὄψη τίς ἀρχές πού συνάγονται ἀπό τά άρθρα 2, 3 καί 4 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, καί κυρίως τήν ἀνάγκη νά εξασφαλισθεί «ή ὀρθολογικότερη κατανομή της, παραγωγής στό υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητος».
'Επί ὅλων αυτών τῶν σημείων, πρέπει κατ' ἐμέ, νά γίνουν οἱ ἀκόλουθες παρατηρήσεις:
1.
Όσον άφορᾶ τό σύστημα κατωτάτων τιμών καί τόν ἑκούσιο περιορισμό παραδόσεων κατά τά προηγούμενα έτη, ἡ 'Επιτροπή διαβεβαιώνει ὅτι — ὡς πρός τό πρώτο σημείο — τό σύστημα αυτό ουδόλως ἀφοροῦσε τήν προσφεύγουσα ἐξ άλλου, ὅπως λεπτομερειακῶς τό κατέδειξε ἡ 'Επιτροπή, ἡ προσφεύγουσα δέν ἐτήρησε τά προγράμματα παραδόσεως κατά τους μήνες πού ἀκριβώς ελήφθησαν ὡς περίοδος ἀναφοράς γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980. Συνεπώς, δύναται νά τεθεῖ τό ερώτημα κατά πόσον ἡ προσφεύγουσα δύναται νά προβάλει παρόμοιο λόγο.
Θά πρέπει, ἐξ άλλου, νά σημειωθεί τόσο, ή έλλειψη προγραμμάτων παραδόσεως κατά τήν διάρκεια μεγάλου μέρους τῆς περιόδου ἀναφοράς, ὅσο καί τά ἀκανθώδη προβλήματα πού θά ἀνέκυπταν ἄν ἡ 'Επιτροπή ἐδέχετο τήν άποψη τῆς προσφευγούσης καί επεδίωκε νά λάβει ὑπ' ὄψη τήν μή τήρηση τῶν εκουσίων περιορισμών παραδόσεως, καθώς καί τήν μή τήρηση τῶν κατωτάτων τιμών. 'Επιπροσθέτως, ἡ εἰσαγωγή ἀρνητικῶν έννόμων συνεπειῶν στό πλαίσιο τοῦ συστήματος ποσοστώσεων θά ήγειρε σοβαρότατες ἀντιρρήσεις ἐν ὄψει τῶν γενικών ἀρχων τοῦ δικαίου, κατά τό μέτρο πού αυτό θά εἶχε θεωρηθεί ὡς ἀναδρομική κύρωση.
2.
Ὡς πρός τό ζήτημα κατά πόσον έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, στό σύστημα τῶν ποσοστώσεων, ὁ 'Οκτώβριος, τοῦ 1980, παραπέμπω κατ' ἀρχήν στίς προτάσεις μου στην ὑπόθεση Rumi.
Είναι προφανές, ὅτι δέν ἡδύνατο νά γίνει ἐπ' αὐτοῦ διάκριση ἀναλόγως τῆς συμπεριφορᾶς τῶν διαφόρων επιχειρήσεων, ὅπως φαίνεται νά υποστηρίζει ἡ προσφεύγουσα ὅταν υπογραμμίζει ὅτι αὐνή, ἐν πάση περιπτώσει, δέν αύξησε τήν παραγωγή της κατά τόν 'Οκτώβριο καί, συνεπώς, θά ήταν άδικο νά υποστεί τίς συνεπείς τῆς συμπεριφοράς άλλων επιχειρήσεων, οἱ ὁποίες αύξησαν τήν παραγωγή τους κατά τόν μήνα αυτό.
Ἐπιπροσθέτως, τό ὅτι ἐλήφθη ὑπ' ὄψη ὁ 'Οκτώβριος 1980, δέν ἀπετέλεσε υπερβολική επιβάρυνση γιά τίς επιχειρήσεις. Είναι πράγματι δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι ἐμπο-δίσθησαν, κατ' αυτό τόν τρόπο, νά εκπληρώσουν τίς παραγγελίες του, ἄν ληφθοῦν ὑπ' ὄψη ὁ σχετικά ἐλαστικός χαρακτήρας τῶν προθεσμιών παραδόσεως καί ἡ δυνα-τότης ἀναλήψεως ἀπό τά ἀποθέματα. Ὁμοίως, ὅπως αυτό ἀποδεικνύεται ἀπό τήν περίπτωση τῆς προσφευγούσης, δέν ἐμπο-δίσθησαν μέ αυτό τόν τρόπο οἱ επιχειρήσεις νά παράγουν Ικανοποιητικές ποσότητες κατά τους μῆνες Νοέμβριο καί Δεκέμβριο 1980, διότι δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι, ὅπως δικαίως τό υπογραμμίζει ή Ἐπιτροπή, οἱ επιχειρήσεις ὁπωσδήποτε μειώνουν τήν παραγωγή τους κατά τους χειμερινούς μήνες.
3.
Ή αἰτίαση, κατά τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή παρεβίασε τίς ἀρχές πού ἀναφέρονται στά άρθρα 2, 3 καί 4, εἶναι τελικά παρά πολύ γενική καί δέν έχει, ἐπί πλέον, ἀποσαφηνισθεί. Ἐξ άλλου, τό Δικαστήριο έκρινε πρό πολλοῦ ὅτι εἶναι ἀδύνατο, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, νά επιδιώκονται συγχρόνως ὅλοι οἱ σκοποί καί ἀρχές τῆς συνθήκης καί θά πρέπει ενδεχομένως νά γίνει ἐπιλογή αὐτοῦ ἡ αυτών τῶν σκοπών στους ὁποίους πρέπει νά δοθεί ὁρισμένη προτεραιότης σέ συνάρτηση μέ τίς οἰκονο-μικές περιστάσεις.
ΙV — Κατάχρηση εξουσίας καί παραβίαση τῆς ἀρχής ἀναλο-γικότητος
'Αναφέρομαι τώρα σέ ἕνα σύνολο λόγων λίγο ἡ πολύ ἑτεροκλήτων, τους ὁποίους ή προσφεύγουσα συνεκέντρωσε ὑπό τόν τίτλο «κατάχρηση εξουσίας καί παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος».
1.
Ή προσφεύγουσα προβάλλει, πρώτο, τήν ἀκαταλληλότητα τῶν ληφθέντων μέτρων πρός εκπλήρωση τῶν επιδιωκομένων σκοπών. Κατ'αυτήν, ὅπως τοῦτο ἐπεβεβαιώθη κατά τίς πρώτες ἑπτά ἑβδομάδες ἀμέσως μετά τήν θέση σέ ἰσχύ τῆς ἀποφάσεως, ἡ κατάσταση παρέμεινε ἀμετάβλητη καί οἱ επιχειρήσεις δέν ἡδυνήθη-σαν νά συμψηφίσουν τό υψηλότερο κόστος παραγωγής λόγω τοῦ συστήματος ποσοστώσεων.
'Ενα πρώτο στοιχείο πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ — τό όποιο συνάγεται ήδη ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1973 ἐπί τῆς υποθέσεως 40/72 (Ι. Schroeder KG κατά Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, Recueil 1973, σ. 125) — εἶναι ὅτι, σέ υπόθεση ὅπως ή προκειμένη, οἱ ἐκ τῶν υστέρων σκέψεις δέν δύνανται νά διαδραματίσουν ἀποφασιστικό ρόλο ὡς πρός τήν νομιμότητα τῆς πράξεως. 'Αντιθέτως, προκειμένου νά εκτιμηθεί ή ἀποτελεσματικότης τῶν ληφθέντων μέτρων, πρέπει νά εξακριβωθεί ἄν ἠδύνατο νά υποτεθεί κατά τήν θέσπιση τους, ὅτι είναι προφανώς ἀκατάλληλα ἐν ὄψει τῶν σκοπών πού επεδίωκαν. Καί αυτό δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω. Ἐξ άλλου, ὅπως παρατηρεί ἡ 'Επιτροπή, τά μέτρα αὐτά είχαν, παρ' ὅλα αυτά, ἐπίπτωση ἐπί των τιμών: πολλές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων καί τῶν παραγωγῶν ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής τῆς περιοχής τῆς Brescia, ἠδυνήθησαν νά υψώσουν τίς τιμές τους κατά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980. Τό γεγονός ὅτι τό επίπεδο αυτό δέν διετηρήθη ἐν συνεχεία οἱ τιμές ἐμειώθησαν πάλι στην ἀρχή τοῦ 1981, πρίν πάντως ἀνέλθουν τόν 'Ιούνιο 1981 στό επίπεδο πού είχαν φθάσει τόν Σεπτέμβριο 1980 — δέν καταδεικνύει παρά μόνο έκταση τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία φυσικά δέν ήταν δυνατό νά υπερνικηθεί ὁριστικά σέ τόσο σύντομο χρόνο.
2.
Δεύτερον, ἡ προσφεύγουσα προσάπτει στην 'Επιτροπή ὅτι ἀπέφυγε νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα κατά τῶν εἰσαγωγῶν ούτως ὥστε λόγω τῆς αυξήσεως τοῦ κόστους παραγωγής εντός τῆς Κοινότητος, οἱ ἐπιχειρηματίες ἠδυνήθησαν νά κάμουν τίς προμήθειες τους σέ τρίτες χῶρες μέ ευνοϊκότερες τιμές.
Όσον άφορᾶ τά μέτρα πού πράγματι ἐλήφθησαν δύναμαι σχετικώς νά ἀναφερθώ στην ἔκθεση τῶν γεγονότων πού περιέχεται στην αἴτηση σύμφωνης γνώμης, τήν ὁποία υπέβαλε ἡ 'Επιτροπή πρός τό Συμβούλιο, ἀλλα καί στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Rumi. Ἄν επίσης ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι οἱ εισαγωγές εμειώθησαν στην πραγματικότητα, εἶναι προφανές, χωρίς νά χρειάζονται κἄν συμπληρωματικές επεξηγήσεις, ὅτι δέν δύναται ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, νά γίνεται λόγος περί παραβάσεως καί ἀκόμη ὀλιγώτερο περί καταφανοῦς παραβάσεως τῆς συνθήκης.
3.
Στην ἀλληλουχία αυτή, ἡ προσφεύγουσα υπεστήριξε ἐξ άλλου ὅτι ἡ Επιτροπή δέν έλαβε ὑπ' ὄψη τίς διαφορές πού υπάρχουν μεταξύ τῶν ἐπιχειρήσεων καθέτου διαρθρώσεως τῆς παραγωγής, μέ πλήρη κύκλο παραγωγής, καί άλλων ἐπιχειρήσεων, οἱ όποιες — ὅπως ἡ προσφεύγουσα — ἀγοράζουν τόν ἀκατέργαστο χάλυβα γιά νά τόν επεξεργασθοῦν. Ἐπί πλέον, ἡ 'Επιτροπή ἀγνόησε τό γεγονός ὅτι οἱ παραγωγοί ἀκατεργάστου χάλυβος, υποχρεωμένοι νά μειώσουν τήν παραγωγή του, δέν ἐπραγματοποίησαν κανένα κέρδος ἀπό τήν ταυτόχρονη μείωση τῆς ζητήσεως πού προήρχετο ἀπό χαλυβουργεία μή καθέτου διαρθρώσεως τῆς παραγωγής.
Κατά τῆς θέσεως αυτής, πρέπει πρώτον νά ὑπομνησθεῖ ὅτι οἱ επιχειρήσεις ελάσεως, ὅπως ἡ επιχείρηση τῆς προσφευγοήσης, ὑπεχρεώθησαν νά μειώσουν τήν παραγωγή τους λόγω τῆς σοβαρής κρίσεως πού ενέσκηψε επίσης στον τομέα αυτό. Δύναται νά υποστηριχθεί — ὅπως ὀρθώς γίνεται ἀπό τήν 'Επιτροπή — τό ενδεχόμενο ἀπαράδεκτο ενός τέτοιου λόγου, λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος, καθ' ὅσον ἡ προσφεύγουσα παραπέμπει στην ζημία πού θά εἶχε προκύψει γιά τούς παραγωγούς ακατεργάστου χάλυβος λόγω τοῦ ὅτι περιελήφθησαν στό σύστημα ποσοστώσεων οἱ ράβδοι ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικῆς διατομής. Ἐπί πλέον, ἄν γίνει δεκτό ὅτι ἡ επιβολή γενικού συστήματος ποσοστώσεων ήταν δικαιολογημένη, πρέπει νά διαπιστωθεί ὅτι δέν εἶναι ευκρινές γιά ποίο λόγο θά ἠδύνατο σοβαρῶς νά γίνει διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων καθέτου διαρθρώσεως τῆς παραγωγής καί επιχειρήσεων ελάσεως. Δεδομένου ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν ἀπεσαφήνισε τήν άποψη τῆς ἐπί τοῦ σημείου αυτού δέν δύναται νά διαπιστωθεί, ἐκ τοῦ λόγου αυτού, τό παράνομο τοῦ συστήματος ποσοστώσεων.
4.
Τέλος, ἡ προσφεύγουσα ἐπικρίνει καί τό γεγονός ὅτι οἱ εξαγωγές πρός τίς τρίτες χώρες δέν ἀπεκλείσθησαν τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, πράγμα πού κατ' αυτήν μεταφράζεται μέ ἀποδυνάμωση τῆς θέσεως τῶν κοινοτικών ἐπιχειρήσεων σέ ἀγορές ιδιαιτέρως ἀμφισβητούμενες. 'Επιπροσθέτως, επικρίνει — μολονότι ἡ αἰτίαση αυτή δέν διατυπώνεται παρά μόνο στην ἀπάντηση τῆς — τό γεγονός ὅτι ἐχορηγήθησαν ποσοστώσεις σέ επιχειρήσεις πού είχαν διακόψει τήν παραγωγή τους, πράγμα πού επέτρεψε σέ ὁρισμένες νά εμπορεύονται τίς ποσοστώσεις αυτές καί τόν προσπορισμό πλεονεκτημάτων στίς επιχειρήσεις πού ἀπέκτησαν τίς ποσοστώσεις αυτές.
Ὡς πρός τήν τελευταία αἰτίαση, θεωρώ ἁπλούστερο νά παραπέμψω στίς παρατηρήσεις μου στην υπόθεση Rumi, ὅπου παρόμοιες σκέψεις διεδραμάτισαν επίσης ὁρισμένο ρόλο. 'Οσον άφορα, αντιθέτως, τήν επίπτωση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων ἐπί τῶν ἐξαγωγικῶν δραστηριοτήτων, ή Επιτροπή, ἀφ' ενός, ἰσχυρίσθη κατά τρόπο πειστικό ὅτι δέν δύναται νά γίνεται λόγος γιά πραγματικό εμπόδιο, δεδομένου ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραγωγής γενικώς υπερέβησαν — καί κατά πολύ — τόν ὄγκο τῶν εξαγωγών ἀφ' ἑτερου, ὑπεγράμμισε επίσης ὅτι ήταν πλήρως διατεθειμένη νά αὐξήσει τίς ποσοστώσεις βάσει τοῦ συστήματος εξαιρέσεων, πού προβλέπεται στό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, στην περίπτωση κατά τήν ὁποία θά διεπίστωνε ὅτι, λόγω τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, ένας παραγωγός ἐμποδίζετο νά αυξήσει τόν ὄγκο τῶν εξαγωγών του πρός τρίτες χώρες.
V — Ἀνυπαρξία έκδηλης κρίσεως καί ἀντικανονική εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἀλληλεγγύης
Τό τελευταίο μέρος τῶν προτάσεων μου θά ἀφιερωθεί σέ μία άλλη ὁμάδα ἰσχυρισμῶν, επίσης ἑτεροκλήτων, πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα.
1.
Ή προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι δέν δύναται νά γίνεται λόγος γιά κρίση, ἐφ' ὅσον μέρος τοῦ τομέως εἶναι εξοπλισμένο μέ πλέον σύγχρονες καί πλέον παραγωγικές εγκαταστάσεις ἀπό τόν υπόλοιπο τομέα, καί ὅτι ὁ συντελεστής χρησιμοποιήσεως τῶν εγκαταστάσεων δέν δύναται, ἐν πάση περιπτώσει, νά ἀποτελέσει ένδειξη υπάρξεως κρίσεως, ἐνῶ διαπιστώνεται, στόν εξεταζόμενο τομέα, παράλογη ἀνάπτυξη πού συνδέεται μέ τίς κρατικές ἐνισχύσεις. 'Εξ άλλου, κατά τήν προσφεύγουσα, ή κρίση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 58 πρέπει ἐκ φύσεως νά εἶναι προσωρινή, ἐνῶ ή Ἐπιτροπή ήδη ἀπό πενταετίας ενεργεί μέ παντοειδή μέτρα στον χαλυβουργικό τομέα γιά νά ἀντιμετωπίσει τίς δυσχέρειες πού ἀνέκυψαν στόν τομέα αυτό.
'Αν ληφθούν ὑπ' ὄψη οἱ σκέψεις πού ἀνε-πτύχθησαν, ὑπό διαφορετικές συνθήκες, ὡς πρός τό άρθρο 58, θεωρώ ὅτι ούτε ὁ Ισχυρισμός αυτός εἶναι ἱκανός νά ἀποδείξει εσφαλμένη εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής.
Στην εκτίμηση τῆς ἐπί τῆς καταστάσεως, ή 'Επιτροπή έθεσε στην πρώτη σειρά τῶν ἀνησυχιών τῆς ὄχι τήν πτώση τῆς ἀποδόσεως τῶν επιχειρήσεων, άλλά τήν μείωση τής ζητήσεως, ἡ οποία ώδήγησε μεγάλο ἀριθμό επιχειρήσεων σέ σημαντική μείωση τῆς παραγωγής. Συγκρινόμενοι μέ τήν εμπεριστατωμένη έκθεση τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς καταστάσεως τῆς ἀγοράς καί τήν εξέλιξη της, οἱ μάλλον ἀόριστοι υπαινιγμοί καί οἱ ἀπλες διαβεβαιώσεις τῆς προσφευγούσης ὡς πρός τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν συγχρόνων επιχειρήσεων παραγωγής καί τήν αυξημένη Ικανότητα παραγωγής πού συνδέεται μέ τίς δημόσιες ενισχύσεις, δέν εἶναι ἱκανοί νά μεταβάλουν τήν ἐκτίμηση μου. Τό ίδιο ἰσχύει, a fortiori, ὡς πρός τίς σκέψεις πού ἀναφέρονται στόν προσωρινό χαρακτήρα τῆς κρίσεως. Πράγματι, μέσα ἀπό τίς ἐπεξηγήσεις τῆς προσφευγούσης δέν διαφαίνεται κανένα ἀποδεικτικό στοιχείο πρός στήριξη μιᾶς τέτοιας εκδοχής. 'Επί πλέον, ἡ άποψη αυτή προφανώς ἀγνοεί ὅτι, στην ἀλληλουχία αυτή, ἡ 'Επιτροπή δέν προσέφυγε, σέ τελευταία ἀνάλυση στό άρθρο 58 παρά μόνο πρό ἑνός σχεδόν έτους καί ὅτι, προηγουμένως, ἀντιμετώπισε τά προβλήματα πού ἀνέκυψαν σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί, κατ' οὐσίαν, χωρίς νά προσφύγει σέ υποχρεωτικά μέτρα συνδεόμενα μέ τήν άσκηση τῆς δημοσίας εξουσίας.
2.
Ὡς πρός τόν άλλο Ισχυρισμό τῆς προσφευγούσης, πού ἀντιτάσσει κατά τῆς ἀποφάσεως μία «ἀντικανονική εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἀλληλεγγύης», δέν βλέπω πώς δύναται νά ὁδηγήσει στην ἀκύρωση τοῦ συστήματος ποσοστώσεων.
Ἀπό τους θεμελιώδεις σκοπούς καί ἀρχές τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, πού τείνουν στην ὀρθολογικότερη κατανομή τῆς παραγωγής στό υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητος, στόν καθορισμό τῶν κατωτάτων τιμῶν, στην διατήρηση καί βελτίωση τοῦ παραγωγικοῦ δυναμικοῦ τῶν επιχειρήσεων, στην κανονική επέκταση καί τόν εκσυγχρονισμό τῆς παραγωγής καθώς καί στην βελτίωση τῆς ποιότητος, ἡ προσφεύγουσα θεωρεί ὅτι είναι ἀπαράδεκτο νά διατηρούνται τεχνητά σέ δραστηριότητα, μέ τήν βοήθεια ἑνός τέτοιου συστήματος ὁπως τό ἐπίδικο, τεράστιες καί πεπαλαιωμένες ἐπιχειρήσεις, πού βαρύνονται μέ μή εὐνοϊκή διάρθρωση κόστους καί ὅτι, πρός τόν σκοπό αυτό, επιβάλλονται στίς σύγχρονες επιχειρήσεις, καί κυρίως στίς μικρές, θυσίες πού βλάπτουν τήν ἀνταγωνιστική τους Ικανότητα. Θά πρέπει επίσης νά θεωρηθεί ὡς διάκριση τό γεγονός ὅτι επιχειρήσεις τοῦ μεγέθους τῆς προσφευγούσης, Ικανές νά ἀντιδρούν κατά τρόπο περισσότερο ἐλαστικό καί πού ἐπιδεικνύουν ἀποτελεσματικότητα σέ δυσχερείς περιόδους, τυγχάνουν τῆς Ιδίας μεταχειρίσεως μέ τους μεγάλους παραγωγούς, στό πλαίσιο ἑνός συστήματος πού ἀποβλέπει στην ἀντιμετώπιση τῆς κρίσεως καί χωρίς καμμία εξέταση τῶν διαρθρωτικών διαφορών.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, δέν δύναμαι παρά νά υπογραμμίσω ὅτι, ἐν ὄψει τῶν σκοπών καί τῶν γενικών ἀρχων τῆς συνθήκης, οἱ ἀρχές αὐτές δέν ἀξιώνουν κατά κατηγορηματικό τρόπο τόν ἐλεύθερο ἀνταγωνισμό τῶν οικονομικών δυνάμεων ούτε τήν ἀποδοχή υπερβολικού ἀνταγωνισμού, κατά τό μέτρο πού άλλα ουσιαστικά συμφέροντα θά ἐτίθεντο σέ κίνδυνο, λόγω τοῦ ελεύθερου καί υπερβολικοῦ αὐτοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Όπως συνάγεται ἀπό τό σημείο 80 τοῦ σκεπτικού τῆς ἀποφάσεως πού εξέδωσε τό Δικαστήριο, στίς 18 Μαρτίου 1980, ἐπί τῶν κατωτάτων τιμών τῶν ράβδων ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικῆς διατομής (Valsabbia), τό κοινοτικό δίκαιο δέχεται ἐπ' αὐτοῦ ἐξαιρέσεις σέ ιδιαίτερες καταστάσεις. Εἶναι άλλωστε δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι οι δυσχέρειες πού διεπιστώθησαν ὀφείλονται ἀποκλειστικώς στόν ἀνταγωνισμό τῶν συγχρόνων επιχειρήσεων, ἡ ὅτι ἡ δράση τῆς Κοινότητος τείνει ιδίως στην προστασία τῶν πεπαλαιωμένων καί μή ἀποδοτικών επιχειρήσεων. Υπάρχει, ἀντιθέτως, ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ δράση αυτή ὁδηγεί στην λύση τῶν προβλημάτων τοῦ συνόλου ἑνός οἰκονομικοῦ τομέως. 'Αλλά, ἄν υποτεθεί ὅτι ή προσφεύγουσα εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἡ κανονική εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς αλληλεγγύης, συνοδευομένη ἀπό μία διάρθρωση χωρίς διακρίσεις τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, θά ἔπρεπε νά ὁδηγήσει στόν ἀποκλεισμό τῶν περιορισμών στην παραγωγή ὡς πρός τίς επιχειρήσεις πού εἶναι συγχρόνως μικρές, σύγχρονες καί ἀνταγωνιστικές, ή προσφεύγουσα εἶναι υποχρεωμένη νά δεχθεί — λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ ὄγκου παραγωγής τῶν μικρών καί μεσαίων επιχειρήσεων, σύμφωνα μέ τους ἀριθμούς πού ἐπεσύναψε ἡ ίδια ἡ προσφεύγουσα, οιαδήποτε κοινοτική δράση θά είχε ἀποδειχθεί άκαμπτη, ἀπ' ὅπού διαιώνιση τῆς κρίσεως! — ὅτι προφανώς είχε μορφώσει ἐσφαλμένη ἀντίληψη περί τῶν εφαρμοστέων μέτρων σέ περίπτωση κρίσεως, ὅπως αυτά προβλέπονται ἀπό τήν συνθήκη. Παρατηρώ, ἐπί πλέον, ὅτι τά μέτρα αυτά ὁπωσδήποτε επέτρεψαν νά ληφθούν ὑπ' ὄψη μέτρα ἀναδιαρθρώσεως, ὁπως αυτά πού συνίσταντο, γιά τήν προσφεύγουσα, στην λειτουργία νέων ἐγκαταστάσεων.
VI —
Τό σύνολο τῶν προηγουμένων σκέψεων επιτρέπει τό συμπέρασμα, χωρίς νά χρειάζεται ἡ διεξαγωγή ἀποδείξεων πού ἐζήτησε ἡ προσφεύγουσα, ὅτι πρέπει νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή της, μέ τήν ὁποία ζητεῖται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀτομικῆς ἀποφάσεως τῆς 1ης Νοεμβρίου 1980 καί τῆς γενικῆς αποφάσεως 2794/80, καθ' ὅσον ή τελευταία αυτή ἀποτελεί τό έρεισμα τῆς ἀτομικής ἀποφάσεως. Είναι προφανές, συνεπώς, ὅτι τό αἴτημα τῆς προσφευγούσης μέ τήν ὁποία ζητείται νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ή 'Επιτροπή υποχρεούται νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα πρός ἀποκατάσταση τῆς ζημίας, πού ισχυρίζεται ὅτι υπέστη, είναι επίσης ἀβάσιμη, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι οἱ ισχυρισμοί καί τά επιχειρήματα τῆς προσφευγούσης δέν επιτρέπουν νά διαγνωσθεί σέ τί συνίσταται ἡ ειδική καί άμεση ζημία της.
VII —
Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τίς προηγούμενες σκέψεις, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀβάσιμη καί νά καταδικάσει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy