ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 3Η ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην παροῦσα υπόθεση τό πρώτο τμῆμα ἀστικών υποθέσεων τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί προδικαστικοῦ ερωτήματος ώς προς την ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοί) 542/69 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969 (OJ 1969, 125) ὅπως ἐτροπο-ποιήθη μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71 τοῦ Συμβουλίου (OJ 1971, 285). Ό κανονισμός 542/69, ὁ όποιος ἀντικατεστάθη ἀπό τόν κανονισμό 222/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1976, (ΕΕ L 107 τῆς 18. 4. 1981, σ. 21), ίσχυε κατά τήν κρίσιμη περίοδο.
Ό κανονισμός αυτός καθιερώνει κοινοτικό καθεστώς διαμετακομίσεως εμπορευμάτων, τό όποιο περιλαμβάνει τήν διαδικασία «εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως» καί εκείνη τῆς «εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως». Ή πρώτη άφορᾶ, μεταξύ των άλλων καί τήν κυκλοφορία εμπορευμάτων πού δέν πληρούν τους ὅρούς των άρθρων 9 καί 10 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 1 παράγραφος 2 περίπτωση α τοῦ κανονισμού 542/69), π.χ. εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών, τά όποια δέν ἐξετελωνίσθησαν ἀκόμη ἀπό τίς ἁρμόδιες τελωνειακές ἀρχές τοῦ Κράτους μέλους εἰσαγωγής. Αύτη εἶναι ἡ κατάσταση πραγμάτων στην παροῦσα υπόθεση.
Γιά τά εμπορεύματα ἐπί τῶν ὁποίων εφαρμόζεται ἡ διαδικασία τῆς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ἀπαιτείται δήλωση ἐπί έντυπου Τ1, ἡ ὁποία συντάσσεται βάσει τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ κανονισμού 542/69. Ή ἐν λόγω δήλωση συμπληρώνεται καί υποβάλλεται εἰς τριπλοῦν στό τελωνείο ὅπού ἀρχίζει ἡ πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως («τελωνείο ἀναχωρήσεως»), τό όποιο καί τήν καταχωρίζει. Τό ἕνα ἀντίτυπο τοῦ έντυπου φυλάσσεται, ἐνῶ τά υπόλοιπα δύο παραδίδονται στό πρόσωπο τό όποιο ἐζήτησε τήν μεταφορά τῶν εμπορευμάτων καί τό ὁποιο ὀφείλει νά μεριμνά ώστε τά δύο αυτά αντίτυπα νά συνοδεύουν τά εμπορεύματα: ἀφοῦ τό τελωνείο στό όποιο πρέπει νά ἐπαναπροσκομισθοῦν τά εμπορεύματα προκειμένου νά περατωθεί ή πράξη τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως («τελωνεῖο προορισμοῦ») λάβει τά ἐν λόγω ἀντίτυπα, ὀφείλει νά καταχωρίσει τίς λεπτομέρειες τῶν έλεγχων, νά κρατήσει ένα ἀντίτυπο καί νά ἀποστείλει τό τρίτο στό τελωνείο ἀναχωρήσεως (βλέπε άρθρα 1, 12, 17, 19 καί 26 τοῦ κανονισμού).
«Γιά νά ἐξασφαλισθεί ἡ είσπραξη τῶν δασμών καί τῶν άλλων επιβαρύνσεων, πού Κράτος μέλος θά ἐδικαιοῦτο νά ἀπαιτήσει γιά τά εμπορεύματα πού διέρχονται ἀπό τό έδαφός του κατά τήν διάρκεια τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως», τό πρόσωπο τό ὁποῖο ἐζήτησε τήν μεταφορά τῶν εμπορευμάτων ὀφείλει κανονικά νά παράσχει εγγύηση. Ή εγγύηση πρέπει — πλην τών εξαιρέσεων πού δέν ενδιαφέρουν τήν παροῦσα υπόθεση — νά προσλαμβάνει ένα ἀπό τους τύπους πού καθορίζονται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ καί νά παρέχεται ἀπό πρόσωπο πού εἶναι εγκατεστημένο στό ἐν λόγω Κράτος μέλος. Ό εγγυητής ὑποχρεοῦται εἰς ὁλόκληρον μέ τόν κυρίως υπόχρεο νά καταβάλλει τους δασμούς καί τίς λοιπές επιβαρύνσεις πού καθίστανται ἀπαιτητοί (άρθρα 27 καί 28).
'Αρχικώς τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμοί) 542/69 εἶχε ὡς έξης:
«Ό εγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεών του έναντι τῶν Κρατών μελών διά τοῦ εδάφους τῶν ὁποίων ἐπραγματοποιήθη ή πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὅταν τό παραστατικό Τ 1 εξοφλείται στό τελωνείο ἀναχωρήσεως.»
Κανείς ὁρισμός τοῦ «εξοφλείται» δέν δίδεται, φαίνεται ὅμως ὅτι γίνεται ἀποδεκτό ὅτι συνίσταται στον έλεγχο ἐκ μέρους ενός υπαλλήλου τοῦ τελωνείου ἀναχωρήσεως τοῦ ἀντιτύπου τοῦ έντυπου Τ1 πού ἀποστέλλει τό τελωνείο προο-ρισμοῦ, στην εξακρίβωση ὅτι τά εμπορεύματα διεβιβάσθησαν σύμφωνα μέ τους σχετικούς ὅρους καθώς καί στην καταχώριση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ σύμφωνα μέ τόν πλέον ενδεδειγμένο τρόπο.
Μέ τόν κανονισμό 1079/71 προσετέθη ή ἀκόλουθη δεύτερη παράγραφος:
«Ὅταν ó εγγυητής, εντός δώδεκα μηνών ἀπό τήν ἡμερομηνία καταχωρίσεως της δηλώσεως Τ 1, δέν έχει ειδοποιηθεί ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως σχετικά μέ τήν μή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, ἀπαλλάσσεται επίσης τῶν υποχρεώσεων του.»
Τό Tribunale διεπίστωσε ὅτι ἡ ἑταιρία «Alimentan Moltani di Ambrogio Paolo Molteni» μετέφερε ἀπό τίς Ιδιωτικές τῆς αποθήκες τελωνείου τρεις παρτίδες κατεψυγμένου βοείου κρέατος τήν 21 Νοεμβρίου 1975, τήν 21 Δεκεμβρίου 1975 καί τήν 2α 'Ιανουαρίου 1976 αντιστοίχως. Γιά κάθε παρτίδα, ὡς προορισμός τῆς ὁποίας ἐδηλώθη ἡ Ἑλβετία, συνεπληρώθη καί κατεχωρίσθη τό σχετικό έντυπο Τ 1, ἐνῶ παρεσχέθη καί εγγύηση άπό τήν Società Italiana Cauzioni-Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni SpA («SIC») μέ τό ἀπό 5 Μαΐου 1970 συμβόλαιο. 'Εν συνεχεία τό τελωνείο τοῦ Μιλάνου (τελωνείο ἀναχωρήσεως) έλαβε ἀπό τό τελωνείο Γενεύης (τελωνείο προορισμοί)) τό τρίτο ἀντίτυπο τοῦ έντυπου Τ 1 σφραγισμένο ἀπό τό τελευταίο, προοριζόμενο νά βεβαιώσει ὅτι τά εμπορεύματα έφθασαν στην Ἑλβετία. Τά ἐν λόγω παραστατικά «ἐξωφλήθησαν» στίς 13 καί 30 Δεκεμβρίου 1975 καί στίς 21 'Ιανουαρίου 1976 ἀντιστοίχως. Μεταγενέστερες ὅμως έρευνες ἀπέδειξαν ὅτι οἱ εἰσαγωγές πού υποτίθεται ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν στην Ελβετία ήταν εἰκονικές καί ὅτι τό κρέας παρέμεινε στην 'Ιταλία. Στίς 20 'Ιανουαρίου 1977 ή SIC εἰδοποιήθη σχετικά ἐνῶ στίς 6 Σεπτεμβρίου 1977 οἱ τελωνειακές ἀρχές τοῦ Μιλάνου ἀπήτησαν τήν πληρωμή τῶν δασμών πλέον τόκων καί εξόδων. Κατόπιν αὐτοῦ ἡ SIC προσέφυγε ἐνώπιον τοῦ Tribunale ἀμφισβητούσα τήν ἀνωτέρω αίτηση πληρωμής καί ισχυριζομένη ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμού 542/69, ή εταιρία ἀπηλλάγη τῶν υποχρεώσεων της, δεδομένου ὅτι ἐμεσολάβησε διάστημα μεγαλύτερο τῶν 12 μηνών ἀπό τήν ημερομηνία εξοφλήσεως τοῦ τελευταίου ἀπό τά 3 έντυπα Τ1 ὥς τήν ημερομηνία τῆς ειδοποιήσεως περί τῆς υποτιθεμένης παρα-ποιήσεως τῶν παραστατικών. Οἱ τελωνειακές ἀρχές ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἡ SIC δέν ἠδύνατο νά επικαλεσθεί τό άρθρο 35 καί ὅτι ἡ εγγύηση παρέμενε έγκυρη.
Τό Tribunale υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«'Αν, λαμβανομένου ὑπ' όψη τοῦ άρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 542/69 τῆς 18ης Μαρτίου 1969, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971, ἡ Amministrazione Finanziaria υπέχει σέ κάθε περίπτωση τήν υποχρέωση νά ειδοποιεί εντός προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 τόν εγγυητή περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ ἀνωτέρω παραστατικοῦ, προκειμένου νά διατηρήσει τό ἐκ τῆς εγγυήσεως δικαίωμα πού τῆς ἀναγνωρίζεται μέ τίς ἐν λόγω διατάξεις;»
ΟΙ Ιταλικές τελωνειακές ἀρχές υποστηρίζουν ὅτι ἀπάτη ἀφορῶσα τήν εξόφληση τοῦ ἐντυπου Τ 1 συνεπάγεται ἀκυρότητα ὅλων των μεταγενεστέρων πράξεων. Τό ερώτημα ἄν ἡ ἀπάτη καθίστα άκυρη τήν εξόφληση καθ' ἐαυτήν ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ εγγυητής δέν δύναται νά επικαλεσθεί τήν πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 35 δέν εἶναι εκείνο πού υπέβαλε τό Tribunale καί φρονώ ὅτι δέν εἶναι σκόπιμο νά γίνει οἱοδήποτε σχόλιο ἐπ' αὐτοῦ. Τό ερώτημα πού ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση εἶναι ἄν ή ἀφορῶσα τήν εξόφληση ἀπάτη δύναται νά ἀποκλείσει τήν δυνατότητα ἐπικλήσεως τῆς δευτέρας παραγράφου τῆς ἐν λόγω διατάξεως.
Οί τελωνειακές ἀρχές υποστηρίζουν ὅτι ἄν ἠλέγχθη τό παραστατικό Τ 1 καί ἄν ἀπό τόν ἔλεγχο αυτό προκύπτει ὅτι οὁ ἀφορῶσες τά εμπορεύματα πράξεις έλαβαν χώρα σύμφωνα μέ τήν δήλωση, δέν υφίσταται καμμία υποχρέωση εἰδοποιήσεως περί μή εξοφλήσεως. Διερωτῶνται πώς είναι δυνατόν νά προβοῦν σέ ειδοποίηση περί μή εξοφλήσεως ἐφ' οσον μετά ἀπό διενέργεια σχετικοῦ ἐλεγχου υπήρξε εξόφληση πού ἀποδεικνύεται ἀπό τό εἰκαζόμενο ὡς έγκυρο παραστατικό. Κατά συνέπεια ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ περίοδος τῶν 12 μηνών δέν ἀρχίζει νά τρέχει, ἐφ' ὅσον ἀπό τόν διενεργηθέντα έλεγχο δέν συνάγεται έλλειψη νομιμότητος. Δέν δύναται νά ἀναμένεται ἀπό τίς τελωνειακές ἀρχές νά διεξάγουν λεπτομερείς έρευνες περί τῆς ἐγκυ-ρότητος τοῦ τρίτου ἀντιτύπου τοῦ παραστατικοί), δεδομένου ὅτι σέ παρόμοια περίπτωση θά προεκαλεῖτο ἀτέρμονη καθυστέρηση. Μόνον σέ περίπτωση πού έχει ἀποκαλυφθεί ἡ ἀπάτη καί παρελείφθη νά εἰδοποιηθεῖ ὁ εγγυητής ἡ ἐφ' ὅσον ουδείς έλεγχος διηνεργήθη, δύναται νά ἀρχίσει νά τρέχει ἡ περίοδος τῶν 12 μηνών.
Φρονώ ὅτι τά ἐν λόγω επιχειρήματα είναι εσφαλμένα. Ή δεύτερη παράγραφος τοῦ άρθρου 35 ἀπαλλάσσει σαφώς τόν εγγυητή ἀπό τήν ἐκ τῆς εγγυήσεως ευθύνη μετά τήν λήξη τῆς 12μηνης περιόδου ἀπό τήν ἡμερομηνία καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 (ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως), ἐκτός ἀν κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου αυτής τό τελωνείο άναχωρήσεως ειδοποιήσει τόν εγγυητή ὅτι τό έντυπο Τ 1 δέν ἐξωφλήθη. Ή σχετική διάταξη ἐθεσπίσθη πρός προστασία τοῦ ἐγγυητοῦ: δέν συνεπάγεται οἱαδήποτε ἐξέταση περί τοῦ ἄν συντρέχει πταίσμα, ἀμέλεια ἡ ἀδράνεια έκ μέρους τοῦ τελωνείου ἀναχωρήσεως. Δέν υφίσταται υποχρέωση εἰδοποιήσεως περί εξοφλήσεως. Τό ερώτημα συνίσταται στό κατά πόσον ὑπήρξε εἰδοποίηση περί μή ἐξοφλήσεως ἐκ μέρους τοῦ τελωνείου ἀναχωρήσεως πρό τῆς λήξεως τῆς περιόδου. 'Αν δέν υπήρξε πράγματι, ὁ ἐγγυητής ουδεμία υπέχει πλέον υποχρέωση πληρωμής. Ή σαφής αυτή διατύπωση μᾶς φαίνεται ὅτι εξυπηρετεί ἁπλώς τόν σκοπό τοῦ τροποποιητικού κανονισμοῦ ὅπως δίδεται στίς αἰτιολογικές του σκέψεις, ήτοι τήν επίτευξη ἀσφαλείας δικαίου επιτρέποντας στους εγγυητές νά έχουν τήν βεβαιότητα ὅτι ἀπαλλάσσονται τῶν υποχρεώσεων τους μετά τήν παρέλευση ὁρισμένης περιόδου, ήτοι 12 μηνών ἀπό τήν ημερομηνία καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως.
Παρόμοιος σκοπός ευνοεί τήν ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων στό πλαίσιο τοῦ συστήματος πού καθιέρωσε ἡ συνθήκη, ἐφ' ὅσον καθιστά εφικτή τήν επέκταση τῆς εγγυήσεως ἡ τῶν ἀντιστοίχων κεφαλαίων καί σέ άλλες πράξεις. Ή περίοδος κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας συντρέχει ευθύνη λήγει ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν ὁ ἐγγυητής εἰδο-ποιήθη ἡ ὄχι γιά τήν εξόφληση: ευθύνη εξακολουθεί νά υφίσταται μόνο ὅταν γίνει ειδοποίηση περί μή ἐξοφλήσεως. Ό ισχυρισμός ὅτι ἀπό τίς ἔρευνες εἶναι πιθανόν νά μή προκύψει ἀπάτη ἡ ὅτι ἐνδέχεται αὐτές νά εἶναι περίπλοκες καί μακροχρόνιες δέν ὁδηγεί στο ἀντίθετο συμπέρασμα. 'Αν υπάρχουν υπόνοιες ὡς πρός τήν νομιμότητα τῆς εξοφλήσεως δύναται νά χωρήσει ἀκύρωση τῆς καί εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως: ἐν πάση περιπτώσει πάντοτε υφίσταται ἡ δυνατότης ἀσκήσεως προσφυγής κατά τοῦ κυρίως υπόχρεου.
Στην παρούσα υπόθεση δέν τίθεται θέμα ἀπατης ἐκ μέρους τῆς SIC. Ἄν ἀπό τά πραγματικά περιστατικά μιᾶς συγκεκριμένης περιπτώσεως δύναται νά συναχθεί ὅτι ὁ εγγυητής ενήργησε δολίως ώστε τό τελωνείο ἀναχωρήσεως νά μή εκδώσει τήν σχετική εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως, ὁδηγούμεθα σέ διάφορες σκέψεις πού πρέπει νά ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη ἐν σχέσει μέ τά ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου τεθέντα περιστατικά.
Είμαι τῆς γνώμης ὅτι, ὑπό τίς παροῦσες προϋποθέσεις προσήκει στό ερώτημα πού έθεσε τό Tribunale στην παροῦσα υπόθεση ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση :
'Ελλείψει ἀπάτης ἐκ μέρους ἐγγυητοῦ, ὁ όποιος επιτυγχάνει νά πείσει τίς τελωνειακές ἀρχές νά μή εκδώσουν εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως ἀποβλέποντας στην διάταξη τῆς δεύτερης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, της 18ης Μαρτίου 1969, ὅπως ἐτροποιήθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971, ὁ ἐν λόγω εγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων πού υπέχει ἐκ τῆς εγγυήσεως μετά τήν λήξη περιόδου δώδεκα μηνῶν ἀπό τήν ἡμερομηνία καταχωρίσεως τοῦ συναφοῦς παραστατικοῦ Τ 1, έκτός ἐάν ὁ εγγυητής ειδοποιηθεί εντός τῆς περιόδου αυτής ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως περί τῆς μή εξοφλήσεως τῶν παραστατικῶν Τ 1.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy