ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 22 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαοτές,
1. Εισαγωγή
Ή προσφυγή τήν ὁποία ἤσκησε ἡ Bakke ἐγείρει τό ἀρκετά σπάνιο πρόβλημα τῶν κριτηρίων τά όποια δύναται ἡ ὀφείλει νά εφαρμόζει τό Συμβούλιο κατά τόν χρόνο λήψεως ἀποφάσεως σχετικής μέ τήν προαγωγή μιᾶς δακτυλογράφου (σταδιοδρομίας C 5/C 4), νορβηγικής ιθαγενείας, στην σταδιοδρομία τῆς γραμματέως στενοδακτυλογράφου (σταδιοδρομία C 3/C 2). Άν καί ή παρούσα περίπτωση εἶναι σχετικά σπάνια αυτή καθ' εαυτή, ὡστόσο, ὁπως θά φανεῖ, έχει ὁρισμένα στοιχεία πού δέν στερούνται ἐνδιαφέροντος σέ σχέση μέ τήν πολιτική τῶν προαγωγῶν πού πρέπει νά ἀκολουθείται σέ ὀρισμένες ἄλλες περιπτώσεις. Ἐπίκεντρο τῆς διαφορᾶς περί της ὀποίας πρόκειται στην συγκεκριμένη περίπτωση ἀποτελεῖ τό ζήτημα σέ ποία γλώσσα καί σύμφωνα μέ ποῖα κριτήρια ταχύτητος πρέπει νά εκτιμηθούν οἱ ικανότητες στενογραφίας τῆς προσφευγούσης.
2. Κυριότερα περιστατικά
Τά περιστατικά καί τά ἐπιχειρήματα τά όποια ἀνέπτυξαν οἱ διάδικοι κατά τήν διάρκεια τῆς εγγράφου διαδικασίας, ἔχουν ἐκτεθεῖ κατά τρόπο πλήρη καί ἔξοχο στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Δύναμαι λοιπόν νά παραπέμψω στην ἐν λόγω έκθεση γιά ὄ,τι άφορᾶ τά σημαντικότερα θέματα. Ώστόσο, κρίνω χρήσιμο νά υπενθυμίσω ὁρισμένα σημαντικά περιστατικά, γιά νά καταστεί καλύτερα κατανοητή ή νομική ἀνάλυση στην ὁποία θά προβῶ. Ἐξ άλλου, ὀρισμένα περιστατικά ἀνεφέρθησαν κατά τήν διάρκεια τῶν προφορικών συζητήσεων κατόπιν ερωτήσεων πού έθεσε ὁ εισηγητής δικαστής καί σεῖς οἱ ἴδιοι καί τά όποια ἀξίζει νά ἀναφερθούν.
Ή Bakke προσελήφθη ὡς ἐπικουρική υπάλληλος τό 1972, ενώ διεξήγοντο διαπραγματεύσεις γιά τήν προσχώρηση, μεταξύ άλλων, τῆς Νορβηγίας, ἐτοποθετήθη δέ στό νορβηγικό τμήμα τῆς κεντρικής ὁμάδος δακτυλογραφήσεων του Συμβουλίου. Όταν ἡ ἐν λόγω χώρα ἀπεφάσισε τελικώς νά μή προσχωρήσει, διωρίσθη έκτακτος υπάλληλος στό ἀγγλικό τμήμα της κεντρικής ὁμάδας δακτυλογραφήσεων. Ή προσφεύγουσα διωρίσθη δόκιμος υπάλληλος ἀπό 1ης Αυγούστου 1973 κατόπιν γενικού διαγωνισμού πού εἶχε διενεργηθεί γιά τήν πρόσληψη δακτυλογράφων ἀγγλικής γλώσσας, ἐμονιμοποιήθη δέ τήν 1η Φεβρουαρίου 1974. Ὅλοι οἱ διαδοχικοί αυτοί διορισμοί έγιναν στόν βαθμό C 4.
Γιά νά δυνηθεί ἡ προσφεύγουσα νά προσληφθεί μέ τήν ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, έπρεπε νά γίνει μία παρέκκλιση ἀπό τό άρθρο 28 στοιχείο α τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή παρέκκλιση αυτή έγινε, γιά χάρη της, ἀπό τό Συμβούλιο.
Όπως προκύπτει ἀπό τήν ανακοίνωση 184/79 πρός τό προσωπικό, τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1979, τά προσόντα γιά τήν προαγωγή στόν βαθμό τῆς γραμματέως στενοδακτυλογράφου δύνανται νά ἀποδειχθούν, σέ ὄ,τι άφορᾶ τήν γνώση τῆς στενογραφίας, ἀπό τήν προσκόμιση πιστοποιητικοῦ συμμετοχής σέ εξετάσεις στενογραφίας σέ γλώσσα επιλογής τῆς υποψηφίου ἡ διά προσκομίσεως διπλώματος ἡ πιστοποιητικού. Καί στίς δύο περιπτώσεις, ὁ υποψήφιος ὀφείλει νά ἀποδείξει ὅτι δύναται νά ἐπιτύχει ταχύτητα 150 συλλαβών ἀνά λεπτό, ἐπί 3 λεπτά. Ή προσφεύγουσα προσεκόμισε πιστοποιητικό μέ τό όποιο ἐβεβαιοῦτο ὅτι ἐγνώριζε στενογραφία στην νορβηγική γλώσσα. Τό πιστοποιητικό αυτό ἐβεβαίωνε ἀκόμα ὅτι ἡ ἐνδιαφερόμενη ἠδύνατο νά στενογραφήσει υπαγορευόμενο κείμενο στην ἀγγλική γλώσσα μέ ταχύτητα 60 λέξεων ἀνά λεπτό (ἐπί 6 τουλάχιστον λεπτά, σύμφωνα μέ τίς διευκρινίσεις πού ἐδόθησαν κατά τήν προφορική διαδικασία).
Ἐνα ἀπό τά κύρια ζητήματα πού τίθενται στην παρούσα διαδικασία εἶναι ἄν ἡ ἀποδεδειγμένη γνώση στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα ἀρκεῖ ἤ ὄχι γιά νά πληρωθούν οἱ προϋποθέσεις προαγωγής όσον άφορᾶ τήν γνώση στενογραφίας. Ώστόσο, πρέπει νά εξετασθεί προκαταρκτικῶς τό ἄν δύναται τό Συμβούλιο νά θέσει, ὡς πρός τήν γνώση στενογραφίας, προϋποθέσεις ἀπαρέγκλιτες. Πρίν ὄμως ἀπό τήν ἐξέταση του ζητήματος αὐτοῦ, καθώς καί τῶν άλλων ζητημάτων πού ἀνακύπτουν στην προκειμένη περίπτωση, θά ἀναφέρω ὀρισμένες ἀκόμα διευκρινίσεις πού παρεσχέθησαν ὡς πρός τά πραγματικά περιστατικά κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως.
Πρῶτον, φαίνεται νά παραμένουν οἱ διαφορές ἀπόψεων ὡς πρός τό ἄν τό νορβηγικό πιστοποιητικό περιείχετο στον φάκελο τῆς ενδιαφερομενης κατά τήν διάρκεια τῶν συνεδριάσεων τοῦ 1978 καί 1979 της συμβουλευτικής επιτροπής προαγωγών. Δεύτερον, τό Συμβούλιο μέ τήν ἀνταπάντηση του, άλλά καί κυρίως κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως, ἀμφισβήτησε ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἀπεδείκνυε μέ τό πιστοποιητικό ὅτι συνεκέντρωνε στην ἀγγλική γλώσσα τίς προϋποθέσεις ταχύτητος (στην στενογραφία) πού ἀπαιτούνται γιά τήν δεύτερη γλώσσα. Πρός τοῦτο, θά έπρεπε νά γράφει 66 λέξεις ἀνά λεπτό ἐπί 3 τουλάχιστον λεπτά. Ή ταχύτης των 60 λέξεων ἀνά λεπτό ἡ οποία ἠδύνατο νά διατηρηθεῖ γιά διάστημα πλέον τῶν 6 λεπτών, ὁπως προκύπτει ἀπό τό νορβηγικό πιστοποιητικό, δέν εἶναι επαρκής γιά νά ἀνταποκριθεί στίς ἀπαιτήσεις πού ἔχουν καθορισθεί γιά τήν δεύτερη γλώσσα.
Νομίζω, πάντως, ὅτι τρεις ἀκόμα διευκρινίσεις, οἱ όποιες παρεσχέθησαν κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως ὡς προς τήν πρακτική πού ἀκολουθείται στην γραμματεία τοῦ Συμβουλίου, εἶναι πιό σημαντικές γιά νά κριθεί ἡ παρούσα διαφορά.
Πρώτον, οἱ διάδικοι τονίζουν τό γεγονός ὅτι ὑποψήφιοι πού δέν έχουν μητρική τους γλώσσα τήν ἀγγλική μόνο κατ' ἐξαίρεση μετέχουν σέ γενικό διαγωνισμό διενεργούμενο γιά δακτυλογράφους τῆς ἐν λόγω γλώσσας. Ἑπομένως, ἀπό τήν άποψη αυτή, ή έναρξη τῆς σταδιοδρομίας τῆς προσφευγούσης ἀπετέλει ἐξαίρεση ἀπό τόν γενικό κανόνα πού έχει υιοθετηθεί γιά τίς προσλήψεις. Αύτη ἡ έναρξη τῆς σταδιοδρομίας ἀπετέλει τήν επιβεβαίωση τῆς βαθείας γνώσεως μιᾶς κοινοτικής γλώσσας πού εἶχε κατά τόν χρόνο τῆς προσλήψεως της, μαζί μέ τήν ἐπαρκή γνώση μιᾶς δευτέρας κοινοτικής γλώσσης πράγμα τό όποιο εἶχε ἀναγνωρισθεί ὁπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελο. Ή διαπίστωση αύτη ενέχει σημασία ἐν σχέσει πρός τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 28 στοιχείο ε τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Δεύτερον, τό Συμβούλιο ἐδέχθη κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως ὄτι ένα σημαντικό μέρος τῶν εργασιῶν στενογραφίας γίνεται σέ γλώσσα διαφορετική ἀπό τήν μητρική γλώσσα καί ιδίως στην γαλλική καί στην ἀγγλική, τῶν ὁποιων ή χρησιμοποίηση επικρατεί στίς γενικές διευθύνσεις γιά τήν ἐργασία αυτή. Ή διαπίστωση αυτή εἶναι σημαντική ἄν ληφθεῖ ὑπ' ὄψη σέ συνδυασμό μέ τήν μικρότερη ταχύτητα πού ἀπαιτείται, σύμφωνα μέ τήν ἀνακοίνωση 114/79 τῆς 29ης Μαΐου 1979, γιά γλώσσα διαφορετική τῆς μητρικής.
Τρίτον, οἱ δύο διάδικοι ἐβεβαίωσαν ὅτι οἱ υπάλληλοι πού ἐκτελοῦν συνήθως εργασίες στενογραφίας στην γαλλική καί ἀγγλική γλώσσα κρίνονται ἐν τούτοις, κατά γενικό κανόνα, πρός προαγωγή βάσει τῆς ταχύτητος μέ τήν ὁποία ἐκτελοῦν τήν εργασία αυτή στην μητρική τους γλώσσα.
Κατά τήν ἐξέταση τῆς ουσίας τῆς ἑποθέσεως θά επανέλθω (ἐφ' ὄσον κριθεί ἀναγκαίο) ἐπί άλλων περιστατικών πού εἶναι ενδεχομένως σημαντικά γιά τήν διαμόρφωση τῆς κρίσεως σας.
3. Ή βάση τῆς προσφυγῆς
Ἐπειδή ἡ συμβουλευτική ἐπιτροπή προαγωγῶν δεν περιέλαβε τό όνομα τῆς προσφευγούσης στόν πίνακα τῶν προακτέων, ή τελευταία με σημείωμα τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1980 ὑπέβαλε πρός τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή αἴτηση επανεξετάσεως του θέματος. Μετά τήν ἀρνητική ἀπάντηση του Συμβουλίου στό ἐν λόγω σημείωμα, τό όποιο τό ἐθεώρησε ὡς αίτηση κατά τήν ἔννοια του ἄρθρου 90 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ προσφεύγουσα υπέβαλε, στίς 29 Μαΐου 1980, ἔνσταση κατά τήν ἔννοια του ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ή οποία έπρωτοκολλήθη στίς 12 Ἰουνίου 1980. Στην ένσταση αύτη δέν ἐδόθη ἀπάντηση. Ή προσφυγή τήν ὁποία, κατόπιν αὑτοῦ, ἤσκησε ἡ προσφεύγουσα ἐνώπιον του Δικαστηρίου στίς 30 Δεκεμβρίου 1980, πρέπει νά κριθεῖ παραδεκτή βάσει τῶν άρθρων 90 καί 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἐξ ἄλλου, τό Συμβούλιο δέν ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής.
4. Άντικείμενο, περίληψη καί υπάρχοντες δεσμοί μεταξύ τῶν προ6ληθέντων ισχυρισμῶν
Μέ τήν προσφυγή ζητείται:
α)
ἡ ἀκύρωση τοῦ σημειώματος του Συμβουλίου, τῆς 27ης Μαρτίου 1980, περί ἀπορρίψεως τῆς ἀπό 15ης Φεβρουαρίου 1980 αιτήσεως τῆς προσφευγούσης, καθώς καί τῆς σιωπηρής ἀποφάσεως του Συμβουλίου περί ἀπορρίψεως της ἐνστάσεως τῆς τῆς 29ης Μαρτίου 1980
β)
νά υποχρεωθεί τό Συμβούλιο σέ επανάληψη τῶν διαδικασιών προαγωγής του έτους 1978 ή, τουλάχιστον, του έτους 1979, πρός τόν βαθμό C 3 σέ ὄ,τι άφορᾶ τήν προσφεύγουσα·
γ)
νά καταδικασθεί τό Συμβούλιο στά δικαστικά έξοδα.
Γιά μία πλήρη σύνοψη τῶν τριών αιτημάτων πού προέβαλε ἡ προσφεύγουσα, παραπέμπω καί πάλι στην ἔξοχη ἔκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Γιά τήν καλή κατανόηση τῆς περαιτέρω ἀναλύσεως μου, νομίζω ὅτι ἀρκεῖ καί μία ἐκ νέου σύντομη περίληψη τῶν ισχυρισμών. Γενική βάση τῆς προσφυγής ἀποτελεί ἡ παραβίαση τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ιδίως τῶν άρθρων 5 παράγραφος 3 καί 45 παράγραφος 1, ἡ υπέρβαση ἐξουσίας καί ἡ παραβίαση τῶν γενικών άρχων του δικαίου πού ἀναφέρονται στην προσφυγή. Οἱ προβληθέντες ισχυρισμοί εἶναι οἱ ἀκόλουθοι.
Μέ τόν πρώτο τῆς ισχυρισμό ἡ προσφεύγουσα ἀμφισβητεί α) ὅτι τό Συμβούλιο δέν ὤφειλε νά λάβει ὑπ' ὄψη του τίς γνώσεις της στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα καί β) ὅτι ὤφειλε νά τήν κρίνει σύμφωνα μέ τίς γνώσεις τῆς στην δεύτερη γλώσσα, τήν ἀγγλική, καί τοῦτο σύμφωνα μέ τους κανόνες πού ισχύουν γιά τήν πρώτη γλώσσα (μητρική γλώσσα). Ό πρώτος αὐτός ισχυρισμός χωρίζεται ἑπομένως πράγματι σέ δύο σκέλη πού ὡρίσθησαν μέ τά στοιχεία α) καί β).
Ὁ δεύτερος ισχυρισμός, προβαλλόμενος ἐπικουρικώς, ἀποτελεί στην πράξη ἀνάπτυξη τοῦ σκέλους α) τοῦ πρώτου ισχυρισμού. Μέ τόν δεύτερο αυτό ισχυρισμό ή προσφεύγουσα ἀμφισβητεί ὅτι τό Συμβούλιο ὤφειλε νά μή λάβει ὑπ' ὄψη του τίς γνώσεις τῆς στενογραφίας στην μητρική της γλώσσα, ἐφ' ὄσον ἡ μητρική αυτή γλώσσα δέν εἶναι επίσημη γλώσσα ή γλώσσα εργασίας τῶν κοινοτικών ὀργάνων. Ό δεύτερος αυτός ισχυρισμός είναι προσφορότερος πρός εξέταση σέ άμεση σχέση μέ τό σκέλος α) του πρώτου ισχυρισμού.
Μέ τόν τρίτο ισχυρισμό, ὁ όποιος προβάλλεται έτι ἐπικουρικότερον, ἀμφισβητείται τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο δέν κρίνει τίς γνώσεις στενογραφίας τῆς προσφευγούσης στην ἀγγλική γλώσσα σύμφωνα μέ τους κανόνες πού ισχύουν γιά τήν δεύτερη γλώσσα, ἀλλά τίς κρίνει σύμφωνα μέ τους κανόνες πού ισχύουν γιά τήν πρώτη γλώσσα (μητρική γλώσσα). Στην πράξη, επομένως, ὁ ισχυρισμός αυτός ἀποτελεί ἀνάπτυξη του σκέλους β) του πρώτου ἰσχυρισμοῦ. Ἐπομένως, δύναται νά εξετασθεί προσφορότερα σέ σχέση μέ τόν ἐν λόγω ισχυρισμό.
Γιά περισσότερη σαφήνεια, προσθέτω ἀκόμα στήν σύνοψη αὐτή τῶν ισχυρισμῶν ὅτι στην περίληψη τοῦ πρώτου καί του τρίτου ισχυρισμού προσέθεσα εντός παρεν-θέσεως «ή μητρική γλώσσα» μετά τίς λέξεις «πρώτη γλώσσα». Ή εξομοίωση αυτή ἀνταποκρίνεται κατ' ἀρχάς στόν σκοπό πού επιδιώκουν οἱ ἐν λόγω ισχυρισμοί. Ἐξ άλλου, ἡ ἐν λόγω εξομοίωση γίνεται προφανῶς ἐπίσης στην ἀνακοίνωση 114/79 πρός τό προσωπικό του Συμβουλίου, τῆς 29ης Μαΐου 1979.
5. Νομική συζήτηση τῶν προβαλλομένων ισχυρισμών
Κατά τήν εξέταση τῆς ουσίας, θά σταθώ κατ' ἀρχάς ἐπ' ὁλίγον, γιά λόγους καθαρής λογικής, σέ ἕνα στοιχείο τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς προσφευγούσης ἐν σχέσει προς τόν δεύτερο ισχυρισμό. Ή προσφεύγουσα ἀμφιβάλλει ἄν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι τό Συμβούλιο θέτει προϋποθέσεις σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς γνώσεις στενογραφίας γιά τήν προαγωγή στην θέση τῆς γραμματέως στε-νοδακτυλογράφου. Στην πράξη, οἱ εργασίες στενογραφίας στό δανικό καί ὀλλανδικό τμήμα εἶναι ἀμελητέες. Στό γερμανικό καί τό ιταλικό τμήμα ἐπίσης ἡ ἐργασία αὐτή ενέχει σχετική μόνο σημασία. Σχετικά μέ τό προκαταρκτικό αυτό ζήτημα, δέν ἐπιθυμώ — τουλάχιστον κατά τήν παρούσα διαδικασία — νά ἀμφισβητήσω τήν ἐξουσία του Συμβουλίου νά ἀπαιτεί γνώση στενογραφίας γιά τήν προαγωγή στην θέση της γραμματέως στενοδακτυλογράφου, γιά λόγους πού ἀνάγονται στό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Δέν παρίσταται ἀναγκαίο νά ἑρευνηθεί ἐν προκειμένω ἄν ἡ προϋπόθεση αυτή — σέ σχέση ἐπί παραδείγματι μέ τήν αρχή τῆς ἀναλογικότητος — δύναται νά θεωρηθεί εύλογη ὡς «conditio sine qua non» γιά τήν προαγωγή σέ περιπτώσεις οπού έχει διαπιστωθεί ὅτι τά καθήκοντα της νέας θέσεως ουδέποτε συνεπάγονται ἐργασία στενογραφίας. Πράγματι, δέν ἔχει ἁμφισβητηθεί ὅτι αυτό δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω. Άντιθέτως, ἔχει διαπιστωθεί ὅτι έχει ζητηθεί πράγματι ἀπό τήν προσφεύγουσα νά εκτελέσει ἐπίσης ἐργασία στενογραφίας στην αγγλική καί γαλλική γλώσσα παράλληλα μέ τά άλλα καθήκοντα τῆς ὡς γραμματέως, τά όποια εἶναι διαφορετικής φύσεως καί τά όποια δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι ενέχουν μεγαλύτερα σημασία.
Κατά τά λοιπά, επιθυμώ νά ἐξετάσω ἐν συνδυασμῶ μεταξύ τους τους τρεις ισχυρισμούς πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα. Πράγματι, ὁ δεύτερος ισχυρισμός τῆς συνιστᾶ, ὅπως ήδη ἐτόνισα, ἀνάπτυξη τοῦ πρώτου σκέλους τοῦ πρώτου ισχυρισμού, ὁ δέ τρίτος ισχυρισμός ἀποτελεί ἀνάπτυξη τοῦ δευτέρου σκέλους τοῦ πρώτου ισχυρισμού. Ὅπως ἐλέχθη, ἡ προσφεύγουσα ἀμφισβητεί κατ' ἀρχάς τήν ἄποψη ὅτι τό Συμβούλιο δέν ὤφειλε νά λάβει ὑπ' ὄψη του τήν γνώση τῆς νορβηγικής γλώσσης πού αυτή είχε. Ἐπικουρικώς, ἀμφισβητεί, σχετικώς, τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο δέν ὤφειλε νά λάβει ὑπ' ὄψη του τίς γνώσεις της στενογραφίας στην μητρική γλώσσα, ἐφ' ὅσον ἡ γλώσσα αυτή δέν εἶναι ἐπίσημη γλώσσα ἡ μία γλώσσα εργασίας τῶν κοινοτικών ὀργάνων. Μέ τόν τρίτο τῆς ισχυρισμό, ὁ όποιος προβάλλεται ἐπικουρικώς σέ σχέση μέ τους δύο πρώτους ισχυρισμούς, ἡ προσφεύγουσα ἀμφισβητεί τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο ὤφειλε στην περίπτωση τῆς νά κρίνει τίς γνώσεις της στενογραφίας στην αγγλική γλώσσα σύμφωνα μέ τους κανόνες πού υπάρχουν γιά τήν πρώτη γλώσσα καί όχι γιά τους κανόνες πού υπάρχουν γιά τήν δεύτερη. Ἐπειδή πράγματι ὁ ισχυρισμός αυτός συμπίπτει μέ τό δεύτερο σκέλος τοῦ πρώτου ἰσχυρισμοῦ (πού έχει ἀναφερθεί στην περίληψη μου μέ τό στοιχείο β), θά ἐξετάσω μόνο τό στοιχείο αυτό μαζί μέ τόν τρίτο ισχυρισμό.
Πρίν ἀπό τήν ἐξέταση τῶν τριών προβαλλομένων ισχυρισμών, θά ήθελα προκαταρκτικοῶς, νά τονίσω ὅτι ἡ εκτίμηση ἀφ' ενός μέν τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν προϋποθέσεων προαγωγής γιά τό σύνολο τοῦ προσωπικού πού ἀνήκει στην ἴδια κατηγορία ἤ βαθμό, ἀφ' έτερου δέ τῶν συμφερόντων τῆς υπηρεσίας, παρουσιάζει ιδιάζουσες δυσκολίες σε μία περίπτωση ὅπως ή προκειμένη. Το ερώτημα πού κυρίως τίθεται ἐν προκειμένω εἶναι τό ποιός πρέπει νά συγκριθεί μέ ποιόν καί ποια προσόντα πρέπει νά συγκριθούν μέ ποιά, ώστε οἱ προϋποθέσεις προαγωγής νά εἶναι οἱ ἴδιες. Ή έννοια τοῦ «συμφέροντος τῆς υπηρεσίας» πρέπει βεβαίως νά ερμηνευθεί στην προκειμένη περίπτωση ὑπό τό φως τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως, μιᾶς διατάξεως δηλαδή ή ὁποια ἀναφέρεται ειδικῶς στίς προαγωγές.
Ή θεμελιώδης σημασία τῆς ἀρχής της ἰσότητος γιά την εξέλιξη τῆς σταδιοδρομίας των υπαλλήλων ἐτονίσθη ἀπό τό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στίς υποθέσεις 15/63, 97/63, 55-76/71, 86, 87 καί 95/71. Ἐτσι, στην υπόθεση 97/63 τό Δικαστήριο ἐτόνισε ὅτι τό ἐνδιαφερόμενο όργανο, «ὅσο ευρεία καί ἄν εἶναι ἡ εξουσία εκτιμήσεως του, οφείλει, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 45 παράγραφος 1 ἐδάφιο 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, νά προβαίνει σέ συγκριτική έρευνα τῶν προσόντων τοῦ κάθε υποψηφίου ἐπί βάσεως ἰσότητος καί λαμβάνοντας ὑπ' όψη παρόμοιες πηγές ἀντλήσεως στοιχείων καί πληροφοριών». Άπό τά επόμενα σημεία τοῦ σκεπτικοῦ της ἐν λόγω ἀποφάσεως συνάγεται ὅτι ή διοίκηση ὀφείλει νά στηρίζει τήν εκτίμηση της ιδίως ἐπί «τῶν προσωπικῶν φακέλων των υποψηφίων στους ὁποίους πρέπει ιδίως νά περιλαμβάνονται οἱ γνώμες τῶν ἱεραρ-χικῶς προϊσταμένων». Ή τελευταία αυτή προϋπόθεση ενέχει επίσης ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, ἡ γνώμη τῶν ἱεραρχικῶς προϊσταμένων τῆς ἐνδιαφερόμενης εἶναι θετικότατη, ὁπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελο, καθώς, καί σέ ὅ,τι άφορᾶ ειδικότερα τίς εργασίες στενογραφίας στην ἀγγλική καί γαλλική γλώσσα.
Ή σημαντικότερη ἀντίρρηση πού προβάλλει τό Συμβούλιο κατά τῆς δυνατότητος νά ληφθοῦν ὑπ' όψη οἱ γνώσεις στενογραφίας τῆς προσφευγούσης στην νορβηγική γλώσσα έχει καθαρά τυπικό χαρακτήρα. Κατά τήν άποψη τοῦ Συμβουλίου, ἕνα τέτοιο κριτήριο εκτιμήσεως ἀντιβαίνει στό άρθρο 28 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό όποιο περιορίζει, μόνο στην πρόσληψη, τήν δυνατότητα παρεκκλίσεως ἀπό τήν προϋπόθεση τῆς ιθαγενείας ενός τῶν Κρατών μελών. Άντίθετα, δέν δύναται νά υπάρχει παρέκκλιση ἀπό τήν προϋπόθεση πού θέτει τό άρθρο 28 στοιχεῖο ε, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ενδιαφερομενη πρέπει νά αποδείξει ὅτι κατέχει βαθεία γνώση μιᾶς τῶν γλωσσών τῶν Κοινοτήτων καί ἐπαρκή γνώση μιᾶς άλλης κοινοτικής γλώσσας.
Νομίζω ὅτι τό επιχείρημα αυτό πού παρε-τέθη κατά λέξη ἀπό τήν ἀγόρευση τοῦ εκπροσώπου τοῦ Συμβουλίου εἶναι αυτό καθ' εαυτό βάσιμο. Άντίθετα, θά ήθελα σαφώς νά τονίσω ὅτι δέν τό θεωρώ κρίσιμο γιά τήν επίλυση τῆς διαφοράς πού μᾶς ἀπασχολεί στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, τό άρθρο 28 ἀναφέρεται αποκλειστικώς, ὁπως προκύπτει σαφώς ἀπό τήν διατύπωση του, στίς προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληροῦνται γιά νά εἶναι δυνατή ή πρόσληψη. Στην προκειμένη περίπτωση δέν ἀμβισβητεῖται ὅτι ἡ προσφεύγουσα συνεκέντρωνε ὅλες τίς προϋποθέσεις κατά τόν χρόνο τῆς προσλήψεως της, ἀποδει-κνύουσα ὅτι έχει βαθεία γνώση τῆς ἀγγλικής γλώσσας καί ἐπαρκή γνώση της γαλλικής. Σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς προϋποθέσεις ἀπό τίς όποιες εξαρτᾶται ἡ προαγωγή, κρίσιμη διάταξη εἶναι ἡ διάταξη τοῦ άρθρου 45 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί ὄχι ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 28.
Ἐπανερχόμεθα έτσι, ἀφ' ενός μέν στό γενικό ζήτημα, τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας, ἀφ' έτερου δέ στην ἀνάγκη ταυτοσήμων προϋποθέσεων εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας γιά υπαλλήλους πού δύνανται, ἀπό τήν άποψη αυτή, νά συγκριθοῦν.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, υπάρχει μία συγκεκρινοποίηση γιά τίς περιπτώσεις τοῦ είδους αὐτῆς πού μᾶς ἀπασχολεί ἐν προκειμένω, ὑπό τήν μορφή της ἀνακοινώσεως 184/79 F πρός τό προσωπικό τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1979. Ή γαλλική μετάφραση τῆς εν λόγω ἀνακοινώσεως έχει επισυναφθεί στό δικόγραφο της προσφυγής στό παράρτημα 9. Σχετικά μέ την εν λόγω ἀνακοίνωση, επιθυμῶ κατ' ἀρχάς νά παρατηρήσω ὅτι τό κείμενό της δεν ἀποκλείει καθόλου ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη ταχύτης στενογραφήσεως δύναται νά κριθεί στην νορβηγική γλώσσα. Όπως ἔχει ήδη παρατηρηθεί, ἡ προγενέστερη ανακοίνωση του Συμβουλίου 114/79 ὁμιλεί ρητώς στό σημείο αυτό περί γνώσεων στενογραφίας στην μητρική γλώσσα. Ἐπίσης, όπως ἔχω ήδη τονίσει, ὁ ἀποκλεισμός των γνώσεων στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα, ὡς καταλλήλου κριτηρίου γιά τήν προαγωγή, δέν δύναται νά συναχθεί ὡς ἀπορρέων σιωπηρώς ἀπό τό ἄρθρο 28 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Προσθέτω ἀκόμα ὅτι δέν υπάρχει στην διάταξη τοῦ ἄρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τίποτα πού νά επιτρέπει τήν εξειδίκευση τῆς προϋποθέσεως πού αναφέρεται στην γνώση στενογραφίας διά τῆς ἀπαιτήσεως ὅτι πρέπει νά ἀποδεικνύεται ἡ γνώση αὐτῆς σέ μία κοινοτική γλώσσα.
Γιά τήν κρίση τῆς διαφοράς πρέπει επομένως νά εξετασθεί ειδικώς ἄν, ενδεχομένως, άλλες σκέψεις στηριζόμενες στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, δύνανται νά ἀποκλείσουν τήν ἀπόδειξη τῆς γνώσεως στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα, χωρίς έτσι νά θίγεται ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος των προϋποθέσεων προαγωγής γιά ὅλους τους δυναμένους νά συγκριθούν υπαλλήλους σέ μία συγκεκριμένη περίπτωση, οἱ όποιοι έχουν στον βαθμό τους τήν ἀπαιτουμένη ἐλαχίστη ἀρχαιότητα.
Τό άρθρο 45 ὁρίζει ὅτι πρός τοῦτο πρέπει νά ἐξετάζονται συγκριτικά τά προσόντα των προακτέων υπαλλήλων, καθώς καί οἱ εκθέσεις τους βαθμολογίας. Δέν ἀμφισβητείται ὅτι οἱ εκθέσεις βαθμολογίας της Bakke δέν αποτελούν ἀπό τήν άποψη αύτη εμπόδιο. Αύτη εἶναι προδήλως μία πολύ καλή γραμματεύς («μία ιδιαιτέρως προικισμένη γραμματεύς, οἱ γνώσεις καί οἱ ικανότητες τῆς ὁποίας εἶναι ἀξιοσημείωτες»). Ή έκθεση βαθμολογίας, ἡ ὁποία περιέχεται στην δικογραφία, επιβεβαιώνει τήν βαθεία γνώση τῆς ἀγγλικής γλώσσης καί τῆς γαλλικής γλώσσης, καθώς καί τήν ικανότητά της νά ἐκτελεί επίσης εργασίες στενογραφίας καί άλλες γραπτές εργασίες στίς γλώσσες αυτές. Έστω καί ἄν είχε εφαρμογή στίς προαγωγές τό άρθρο 28 στοιχεῖο ε δέν θά παρίστατο ἀνάγκη παρεκκλίσεως ἀπό τήν ἐν λόγω προϋπόθεση. Ἐπί πλέον, φαίνεται ὅτι ἡ προσφεύγουσα δύναται νά ἐργασθεί στην δανική, γερμανική καί ιταλική γλώσσα. Προκύπτει, λοιπόν, ὅτι ὡς γραμματεύς στενοδακτυλογράφος διαθέτει, σύμφωνα μέ τήν έκθεση βαθμολογίας πού έχει κατατεθεί, εξαιρετικά προσόντα καί ὅτι ἀκόμα, σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς ἱκανότητες της γιά προφορική καί γραπτή έκφραση, διαθέτει εξαιρετικά προσόντα («outstanding»). Τό Συμβούλιο ἐξ άλλου δέν ἀμφισβητεί τήν θετική αυτή κρίση.
Τό ὅλο ζήτημα συγκεντρώνεται επομένως στην ερμηνεία τῆς εννοίας «προσόντα», πού ἀναφέρεται στό άρθρο 45. Παρά τήν εξαντλητική έρευνα τῆς νομολογίας, πού αναφέρεται στην ἐν λόγω έννοια, δέν βρήκα ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου σχετικές μέ τήν ἐν λόγω έννοια. Όπως ήδη δύναται νά συναχθεί ἀπό τίς παρατηρήσεις τίς όποιες διετύπωσα, δέν θέλω νά θέσω ἐν ἀμφιβόλω τήν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου νά συγκεκριμενοποιεί περισσότερο τήν έννοια τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας στό ἐν λόγω ὄργανο. Νομίζω ωστόσο ὅτι ή άσκηση τῆς ἀρμοδιότητος αυτής πρέπει νά πληροί τήν προϋπόθεση ὅτι τό Συμβούλιο, κατά τήν άσκηση τῆς διακριτικής του ἐξουσίας, τήν ὁποία ἀποδέχομαι, ἡούνατο λογικῶς νά καταλήξει, στην προκειμένη περίπτωση, στό συμπέρασμα ὅτι τά κριτήρια πού εφαρμόζει γιά νά συγκρίνει τά προσόντα εμπνέονται ἀπό τό συμφέρον της ὑπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή θά έπρεπε νά υπάρχει ειδικότερα μία λειτουργική σχέση μεταξύ τῶν προϋποθέσεων πού έχουν τεθεῖ καί τῶν εργασιών πού πρέπει νά ἐκτελεσθούν.
Ἐπειδή τό ζήτημα αυτό δέν χρειάζεται γιά τήν δική μου επιχειρηματολογία, ἀναφέρω ἁπλῶς πρός υπόμνηση τό ζήτημα τό όποιο δέν ἐξητάσθη ρητῶς κατά τήν διαδικασία, δηλαδή τό ἄν τό ἄρθρο 45 παρέχει πράγματι τήν δυνατότητα νά προσδοθεί μία ἐντελώς ἀποφασιστική σημασία, όπως έκανε τό Συμβούλιο στην προκειμένη περίπτωση, σέ συμφέροντα τῆς υπηρεσίας διαφορετικά ἀπό τά προσόντα τά όποια ἀναφέρονται στίς ἐκθέσεις βαθμολογίας καί τά όποια στην περίπτωση μας έχουν ἀποτελέσει ἀντικείμενο θετικής εκτιμήσεως. Στό πλαίσιο ἀκριβώς ενός τέτοιου ζητήματος δύναται νά προσλάβει σημασία ή ἀρχή τῆς ὁποία ἐπεκαλέσθη ἡ προσφεύγουσα.
Όπως ἐτονίσθη προηγουμένως, τό ἴδιο τό Συμβούλιο παρεδέχθη κατά τήν προφορική διαδικασία ὅτι οἱ εργασίες στενογραφίας γίνονται κατά κανόνα, καί μάλιστα κυρίως, εκτός τῆς κεντρικής ὁμάδος δακτυλογραφήσεων στην γαλλική καί ἀγγλική γλώσσα. Γιά νά κριθεί τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν προϋποθέσεων προαγωγής, πρέπει λοιπόν νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ ἐργασία στενογραφίας στην γαλλική καί ἀγγλική γλώσσα ἐκτελείται συχνά ἀπό στενοδακτυλογράφους τῶν ὀποίων ἡ μητρική γλώσσα δέν είναι ούτε ἡ γαλλική ούτε ἡ ἀγγλική. Θά ἠδύνατο νά ἀναφερθούν ἐν προκειμένω οἱ δανέζες, γερμανίδες, ιταλίδες, ὀλλανδέζες καί, στό έξης ἐπίσης, ἑλληνίδες στενοδακτυλογράφοι.
Μέ βάση τήν ἀρχή ὅτι οἱ προϋποθέσεις πού τίθενται πρέπει νά παρουσιάζουν εύλογο λειτουργικό σύνδεσμο μέ τίς πρός ἐκτέλεση ἐργασίες, νομίζω ὄτι τό Συμβούλιο δέν δύναται ευλόγως νά προσθέσει στίς προϋποθέσεις ταχύτητος γιά τήν μητρική γλώσσα, πού ἀναφέρονται στην ἀνακοίνωση 114/79, τήν προϋπόθεση ὅτι ή μητρική αὐτη γλώσσα πρέπει νά εἶναι μία κοινοτική γλώσσα. Πράγματι, ἡ μητρική γλώσσα δέν παρουσιάζει άμεσο λειτουργικό σύνδεσμο μέ τίς πρός εκτέλεση εργασίες στίς περισσότερες περιπτώσεις, ὄχι μόνο γιά τήν προσφεύγουσα, άλλά καί γιά άλλες υπαλλήλους, ἡ μητρική γλώσσα τῶν ὁποίων εἶναι διαφορετική ἀπό τήν ἀγγλική ή τήν γαλλική. Πρόκειται ἑπομένως γιά ἔνα είδος κριτηρίου ἀκαδημαϊκού χαρακτῆρος, ἀπό τό όποιο μόνο έμμεσα δύναται νά συναχθεί ἡ πιθανότης ικανοποιητικής ταχύτητος σέ μία δεύτερη γλώσσα ἡ ὁποία χρησιμοποιείται στην πράξη. Ἐάν ἡ ἀποδεδειγμένη ταχύτης στενογραφήσεως ενέχει ἔνα τέτοιο ἀκαδημαϊκό χαρακτήρα, δέν βλέπω τόν λόγο νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη ή αποδεδειγμένη ταχύτης στενογραφήσεως στην νορβηγική γλώσσα. Γιά τόν λόγο ἀκριβώς ὅτι ἡ προϋπόθεση αυτή ενέχει ένα χαρακτήρα θεωρητικό ἡ ἀκαδημαϊκό καί ὄτι στίς περισσότερες περιπτώσεις δέν έχει άμεση σημασία γιά τήν εργασία, ἡ ἀρχή της ἱσότητος τῶν προϋποθέσεων επιβάλλει νά ἀντιμετωπίζονται οἱ υπήκοοι τρίτων χωρών πού έχουν προσληφθεί κατά τρόπο ἴσο μέ τους υπηκόους τῶν Κρατών μελών τῶν ὁποίων ἡ μητρική γλώσσα δέν είναι ούτε ἡ γαλλική οὔτε ἡ ἀγγλική. Αυτό πρέπει νά συμβαίνει στην περίπτωση ὅπως ή παρούσα ὅπου ἡ ενδιαφερόμένη δέν έχει τοποθετηθεί στην κεντρική ὁμάδα δακτυλογραφήσεων, ἀλλά σέ μία ἀπό τίς γενικές διευθύνσεις. Ὅπως ἐτονίσθη προηγουμένως, ἡ γαλλική καί ἡ αγγλική διαδραματίζουν επίσης κύριο ρόλο στίς διευθύνσεις αυτές, σύμφωνα μέ ὅσα τό ἴδιο τό Συμβούλιο εδέχθη.
Δύναται ἐξ άλλου νά θεωρηθεί ὡς λειτουργικό τό νά κρίνεται, τουλάχιστον επικουρικώς, ἡ ἐργασία ὅλων τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι στην πράξη εργάζονται σέ γλώσσα διαφορετική ἀπό τήν μητρική τους, βάσει της γλώσσας αυτής τῆς διαφορετικής ἀπό τήν μητρική τους. Ἐξ άλλου, καθ'ὅσον γνωρίζω, αυτή εἶναι καί ἡ κανονική πρακτική στό πλαίσιο τῆς πρακτικῆς προαγωγών τῶν υπαλλήλων τῶν κατηγοριών Α καί Β. Στην περίπτωση αυτή, δέν ἀποδίδεται ἀποφασιστική σημασία στην γνώση της δεύτερης αὐτης γλώσσης τό ίδιο τέλεια μέ αυτή πού διαθέτουν οἱ υπάλληλοι τῶν ὁποίων ἡ δευτέρα αύτη γλώσσα αποτελεί την μητρική τους. Δέν βλέπω γιατί ἡ πρακτική αὐτή δέν θά ἠδύνατο νά εφαρμοσθεί, γιά λόγους ἀναγόμενους στό συμφέρον της ὑπηρεσίας, καί προκειμένου γιά τήν προαγωγή στην σταδιοδρομία τῆς στενοδακτυ-λογράφου.
Ἐπιθυμῶ ἀκόμη νά προχωρήσω περισσότερο καί νά πῶ ρητώς ὅτι τό Συμβούλιο δέν δύναται λογικῶς νά ἀρνηθεῖ νά στηρίξει ἐπικουρικῶς τήν κρίση του περί τῶν γνώσεων στενογραφίας, προκειμένου περί γραμματέως στενοδακτυλογράφου, ἐπί της ικανότητος εκτελέσεως τῆς εργασίας αὐτῆς στην πραγματική γλώσσα ἐργασίας, ἄν ή γλώσσα αυτή εἶναι γλώσσα διαφορετική ἀπό τήν μητρική γλώσσα του ενδιαφερομένου.
Στην περίπτωση αυτή δύναται βεβαίως νά ἀπαιτείται επαρκής γνώση τῆς δεύτερης αὐτῆς γλώσσας. Ή ἀνακοίνωση 114/79 του Συμβουλίου περιέχει ἐπί του θέματος αὐτοῦ ορισμένα κριτήρια, τά όποια ἐξ άλλου επικαλείται ἡ προσφεύγουσα επικουρικώς στό δεύτερο σκέλος του πρώτου ισχυρισμοί) της, καθώς καί, κατά τρόπο σαφέστερο, στόν τρίτο ισχυρισμό της.
Άποτελεί πράγματι διαπιστωμένο ἐκ της πείρας γεγονός ὅτι ἡ γνώση τῆς στενογραφίας, ἡ ὁποία δέν συντηρείται διά τῆς ἀσκήσεως, λησμονείται, 'Υπό ὁρισμένες προϋποθέσεις, δανέζες, γερμανίδες, ελληνίδες, ιταλίδες καί ὀλλανδέζες στενογράφοι θά ἠδύ-ναντο ἔτσι νά ἐπωφεληθούν σημαντικῶς ἀπό ένα τέτοιο κριτήριο ἐπικουρικής κρίσεως τῶν στενογραφικῶν τους γνώσεων, ὅπως προβλέπεται στην ἀνακοίνωση 114/79 καί δέν ἀντεκρούσθη ἀπό τό Συμβούλιο κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή εἶναι ἀντίθετο προς τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τό νά μήν εφαρμοσθεί τό επικουρικό αυτό κριτήριο, πού προβλέπει ἡ ἀνακοίνωση 114/79, υπέρ ενός υπαλλήλου ὁ όποιος έχει ὡς μητρική γλώσσα μία μή κοινοτική γλώσσα. Τόσο τό κείμενο τῆς ανακοινώσεως 114/79 ὅσο καί γενικότερου χαρακτῆρος σκέψεις σχετικά μέ τους σκοπούς τῶν άρθρων 5 καί 45 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιβάλλουν πράγματι ὅτι, γιά τήν εφαρμογή της ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ὅλες οἱ περιπτώσεις κατά τίς όποιες ἡ κρίση έγινε σέ γλώσσα διαφορετική ἀπό τήν μητρική γλώσσα ὀφείλουν νά εκτιμώνται κατά τρόπο ταυτόσημο.
Μετά τίς γενικοτέρου αυτού χαρακτῆρος σκέψεις επανέρχομαι στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ώς δύναται νά συναχθεί ἐξ ὅσων ὁπεγραμ-μίσθησαν προηγουμένως, θεωρῶ βασίμους τόσο τόν πρώτο ισχυρισμό τῆς προσφευ-γούσης ὅσο καί τόν δεύτερο, ὁ όποιος προ-εβλήθη επικουρικώς. Πράγματι, ἡ άρνηση του Συμβουλίου νά λάβει ὑπ' ὄψη του ένα πιστοποιητικό περί τῶν γνώσεων στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα δέν δύναται νά στηριχθεί στό ἄρθρο 28 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἐπί του ὁποίου ἐστηρίχθη προεχόντως τό Συμβούλιο. Λόγω ἀκριβώς τῆς σημασίας πού προσδίδει προδήλως τό Συμβούλιο στό επιχείρημα αυτό, ἡ αίτηση τῆς προσφευγούσης θά ἔπρεπε νά γίνει ἀποδεκτή. Ή άρνηση νά ληφθούν ὑπ' ὄψη ἡ γνώση στενογραφίας στην νορβηγική γλώσσα δέν δύναται επίσης νά στηριχθεῖ ἐπί ουδεμιᾶς άλλης διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ούτε ἐπί τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου. Ἐξ άλλου, ἡ άρνηση αυτή ἀντιφάσκει στό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο λαμβάνει ὑπ' ὄψη του τίς γνώσεις στενογραφίας σέ κοινοτικές γλώσσες οἱ ὁποιες δέν χρησιμοποιούνται περισσότερο στήν καθημερινή πρακτική. Ή διαφορετική αυτή μεταχείριση γιά λόγους πού στηρίζονται στην ιθαγένεια, νομίζω ὅτι ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν προϋποθέσεων προαγωγής, ἐφ' ὅσον ἡ προσφεύγουσα ἔτυχε τῆς παρεκκλίσεως ἀπό τήν προϋπόθεση πού θέτει τό ἄρ9ρο 28 στοιχείο α ὡς πρός τήν ιθαγένεια ενός τῶν Κρατών μελών γιά τήν μονιμοποίηση τῆς καί τούτο πρό πολλών ήδη ετών, καί ἐφ' ὅσον τότε εἶχε κριθεί ὅτι πληροί τίς προϋποθέσεις πού προβλέπει τό άρθρο 28 στοιχείο ε. Δέν ἀνεφέρθη κανένας πειστικός λόγος πού νά ἀνάγεται στό συμφέρον τῆς υπηρεσίας ἡ νά στηρίζεται στις γενικές ἁρχές τοῦ δικαίου καί ὁ όποιος θά ἠδύνατο νά δικαιολογήσει, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μία τέτοια παραβίαση τῶν ἀρχών τῆς ἰσότητος των προϋποθέσεων προαγωγῆς.
Ό τρίτος ισχυρισμός πού προβάλλει ἐπικουρικῶς ἡ προσφεύγουσα παρίσταται επίσης ὡς βάσιμος, σύμφωνα με την ἀνάλυση πού προηγήθη. Ή άρνηση του Συμβουλίου νά κρίνει επικουρικώς τήν προσφεύγουσα βάσει τῶν κανόνων πού εφαρμόζονται γιά τήν δεύτερη γλώσσα εἶναι επίσης ἀντίθετη πρός τίς ἀρχές της ἰσέτητος τῶν προϋποθέσεων. Βεβαίως, όταν ἡ δευτέρα αύτη γλώσσα εἶναι μία συνήθης γλώσσα, ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος ἀπαιτεί ὄτι, κατά τήν ἐφαρμογή αυτή του επικουρικού κανόνος, ὅλοι οἱ υπάλληλοι πού ἔχουν αυτή τήν γλώσσα ἐργασίας ὡς μητρική γλώσσα θά κριθούν σύμφωνα μέ τους κανόνες γιά τήν δεύτερη αυτή γλώσσα. Φαίνεται ἐξ ἄλλου ἀντίθετο καί πρός τό κείμενο τῆς ἀνακοινώσεως 114/79 τό νά τεθεί ἡ προσφεύγουσα στην ἴδια μοίρα μέ τους υπαλλήλους οἱ όποιοι ἔχουν ὡς μητρική γλώσσα τήνἀαγγλική, μέ σκοπό τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος στό πλαίσιο τοῦ επικουρικού αὐτοῦ κριτηρίου. Πράγματι, στην περίπτωση αύτη προστίθεται γιά τήν ἐνδιαφερομένη μία συμπληρωματική προϋπόθεση, σέ σχέση μέ τήν ανακοίνωση αυτή, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος.
Ἐξ όσων ελέχθησαν ἀνωτέρω δέν δύναται προφανώς νά συναχθεί ὅτι τό Δικαστήριο ὀφείλει ἡ δύναται νά ἐπιβάλει ἁπλώς στό Συμβούλιο μία λύση γιά τά προβλήματα του είδους πού μᾶς ἀπασχολούν ἐν προκειμένω. Ή διακριτική εξουσία πού διαθέτει τό Συμβούλιο γιά τήν χάραξη τῆς σχετικής μέ τό προσωπικό πολιτικής του πρέπει επίσης νά γίνει σεβαστή ἀπό τήν άποψη αυτή. Ὑπενθυμίζω σχετικώς μία παρόμοια παρατήρηση πού περιέχεται στίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Mayras, στην υπόθεση 24/79, (Oberthür, Jurispr. 1980, σ. 1761). Ἐκείνο πού έχει σημασία εἶναι ὅτι τά ἐπιχειρήματα πού διετύπωσε τό Συμβούλιο στην ἀντίκρουση του ἀποδεικνύονται ἀστήρικτα, ἐάν ἀναλυθούν προσεκτικῶς, ἐνῶ τά κυριότερα επιχειρήματα της προσφεύγουσης φαίνονται βάσιμα.
Τό ζήτημα ἄν τό νορβηγικό πιστοποιητικό περιείχετο ἡ ὄχι στόν φάκελο νομίζω ὄτι ενέχει πράγματι δευτερεύουσα εντελώς σημασία γιά τήν ἀπόφαση σας. Ὅσον άφορᾶ τίς προαγωγές του 1978 τό ζήτημα αυτό νομίζω ὅτι εἶναι ἀδιάφορο, διότι τό ἐν λόγω κριτήριο πού ἀναφέρεται στους τίτλους ἐθεσπίσθη μόλις τό 1979. Γιά τίς προαγωγές τοῦ 1979, νομίζω ὅτι έχει δευτερεύουσα σημασία, διότι τά αιτήματα της προσφευγούσης πρέπει ήδη νά γίνουν ἀποδεκτά στην περίπτωση αυτή βάσει άλλων λόγων. Θεωρώ επίσης ὅτι έχει ἐντελώς δευτερεύουσα σημασία τό ζήτημα της ταχύτητος δακτυλογραφήσεως στην ἀγγλική γλώσσα, τήν ὁποία ἀπέδειξε ἡ προσφεύγουσα. Δέν καλεῖσθε νά ἀποφανθείτε ἐπ' αυτού τοῦ ἐριζομένου σημείου, τό όποιο αποτελεί ζήτημα ἀναγόμενο στά πραγματικά περιστατικά, δύναται δέ ευλόγως νά υποτεθεί ὅτι τό Συμβούλιο μετά τήν ἀκύρωση τῶν προγενεστέρων ἀποφάσεων του, θά ἐξεύρει μία ὀρθή λύση στό πρόβλημα αὐτό, δεδομένου ὅτι, ἄν παρά ταύτα παραμείνουν ὁρισμένες ἀμφιβολίες, ή ευνοϊκή κρίση τῶν γλωσσικών της γνώσεων πού περιέχεται στην ἔκθεση βαθμολογίας θά ἠδύνατο νά διαδραματίσει επίσης κάποιο ρόλο.
6. Συμπέρασμα
Κατ' ἀκολουθία, προτείνω τά έξης:
1.
Ή προσφυγή εἶναι παραδεκτή καί βάσιμη.
2.
Ἐπομένως, πρέπει νά ἀκυρωθούν τό σημείωμα τῆς 27ης Μαρτίου 1980 του Συμβουλίου περί ἀπορρίψεως τῆς ἀπό 15 Φεβρουαρίου 1980 αιτήσεως τῆς προσφευγούσης, καθώς καί ἡ σιωπηρή ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως ἀπό τό Συμβούλιο τῆς ενστάσεως, τῆς 29ης Μαΐου 1980 τῆς προσφευγούσης, ἡ ὁποία ἐπρωτοκολλήθη στην διοίκηση τῆς γενικῆς γραμματείας του Συμβουλίου στίς 12 Ἰουνίου 1980.
3.
Τό Συμβούλιο πρέπει νά υποχρεωθεί νά επαναλάβει την διαδικασία προαγωγών στόν βαθμό C 3 — καθήκοντα γραμματέως στενοδακτυλογράφου — του ἔτους 1979.
4.
Τό Συμβούλιο πρέπει νά καταδικασθεῖ στά δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων εκείνων στά όποια υπεβλήθη ἡ προσφεύγουσα στό πλαίσιο της παρούσης προσφυγής.
( 1 ) Μετάφραση άπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy