Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Απόλυση λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας — Τήρηση τής προθεσμίας καταγγελίας πού προβλέπεται στή σύμβαση — Διακριτική εξουσία τής διοικήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια
( Καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού άρθρο 47 παράγραφος 2 )
Περίληψη
Από τό άρθρο 47 παράγραφος 2 τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού προκύπτει σαφώς οτι η λύση τών συμβάσεων αόριστου χρόνου , άν τηρηθεί η προθεσμία καταγγελίας πού προβλέπεται στή σύμβαση καί άν η προθεσμία αυτή ειναι σύμφωνη μέ τήν ανωτέρω διά ταξη , ανήκει στή διακριτική εξουσία τής αρμόδιας αρχής . Επομένως , σέ περίπτωση απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας , τό Δικαστήριο δέν μπορεί νά ελέγξει τό βάσιμο τής κρίσεως αυτής , εκτός άν αποδειχτεί η υπαρξη προφανούς σφάλματος ή καταχρήσεως εξουσίας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 25/80
ALAIN DE BRIEY , πρώην έκτακτος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , διαμένων στό Bergen ( Noord-Holland ) εκπροσωπούμενος από τόν E . Lebrun δικηγόρο Βρυξελλών , rue Camille Lemonnier 68 , Βρυξέλλες , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο T . Biever , 83 , boulevard Grande-Duchesse- Charlotte ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τήν D . Sorasio , μέλος τής νομικής υπηρεσίας της , επικουρούμενη από τόν D . Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , rue Brillat-Saverin 93 , Βρυξέλλες , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό νομικό της σύμβουλο M . Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο κυρίως μέν τήν ακύρωση τής αποφάσεως περί απολύσεως τού προσφεύγοντος , καθώς καί τής σιωπηρής καί τής ρητής αποφάσεως περί απορρίψεως τής ενστάσεώς του τής 27ης Απριλίου 1979 , επικουρικά δέ τά αιτήματα πού εκτίθενται στό σημείο ΙΙ κατωτέρω ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 16 Ιανουαρίου 1980 , ο Alain de Briey , πρώην έκτακτος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως τής αποφάσεως τής 1ης Φεβρουαρίου 1979 μέ τήν οποία η Επιτροπή απέλυσε τόν προσφεύγοντα , τρισήμισι μήνες μετά τήν καταγγελία , λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας . Επικουρικά ζητά είτε τήν αναστολή εκτελέσεως τής απολύσεως , μέχρις οτου αποφανθεί τό Συμβούλιο επί μιάς προτάσεως τής Επιτροπής γιά τή θέσπιση κανονισμού περί προστασίας τών έκτακτων υπαλλήλων έναντι τής ανεργίας , τών ασθενειών καί τής αναπηρίας , ή μέχρις οτου ρυθμιστεί η κάλυψη τού προσφεύγοντος έναντι τών κινδύνων αυτών από τήν καθ’ ης , είτε τήν καταδίκη τής Επιτροπής νά λάβει τά αναγκαία μέτρα , ωστε η κοινωνική προστασία του νά ειναι σύμφωνη μέ τήν πρόταση αυτή ή νά ειναι ίδια μέ τήν προστασία πού θά θεσπιστεί από τό Συμβούλιο κατόπιν τής προτάσεως αυτής . Ως επικουρικότερο αίτημα ζητά η διάρκεια τής προθεσμίας καταγγελίας νά οριστεί σέ δέκα μήνες καί νά καταδικαστεί η Επιτροπή νά τού καταβάλει τή σχετική αποζημίωση .
2 Ο προσφεύγων προσλήφθηκε τό 1975 ως έκτακτος υπάλληλος γιά δύο χρόνια μέ τήν ιδιότητα τού προϊσταμένου τού τμήματος «Διοίκηση καί Προσωπικό» τού Κοινού Κέντρου Ερευνών ( Κέντρου ) στήν Ispra . Επειδή η εργασία πού παρείχε ο προσφεύγων στή θέση αυτή κρίθηκε ανεπαρκής από τούς ιεραρχικά ανωτέρους του , πράγμα πού τού γνωστοποιήθηκε , ο ενδιαφερόμενος μετατέθηκε τό Μάρτιο 1977 στό Κέντρο τού Petten ως προϊστάμενος τού τμήματος «Διοίκηση καί Υποδομή» , γιά νά τού δοθεί μιά επιπλέον ευκαιρία . Συγχρόνως ανανεώθηκε τό συμβόλαιό του γιά αόριστο χρόνο , σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 στοιχείο δ τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού , διάταξη πού εισάχθηκε εκείνη τήν εποχή μέ σκοπό νά αντικαταστήσει τό υπηρεσιακό καθεστώς τών προσώπων πού αμείβονταν από τίς πιστώσεις ερευνών καί επενδύσεων .
3 Μετά από τίς συνομιλίες πού ειχε μέ τόν προσφεύγοντα , ο διευθυντής τού Κεντρου τού Petten τόν επέκρινε , σέ ενα υπόμνημα τής 31ης Ιανουαρίου 1978 , γιά τόν τρόπο μέ τόν οποίο ειχε ασκήσει τά καθήκοντά του καί τόν παρακάλεσε νά «αναλάβει ενεργά τή διεύθυνση τού τμήματος» . Αφού ανασκεύασε εγγράφως τίς κατηγορίες αυτές , ο προσφεύγων έφυγε κατά τά μέσα Φεβρουαρίου γιά τίς Ηνωμένες Πολιτείες , οπου έμεινε μέ αποστολή μέχρι τίς αρχές Σεπτεμβρίου . Κατά τή διάρκεια τής παραμονής αυτής ο προσφεύγων έπεσε θύμα ένοπλης επιθέσεως , πού τού προκάλεσε μόνιμη μερική αναπηρία σέ ποσοστό 27 % , γιά τήν οποία αποζημιώθηκε σύμφωνα μέ τό άρθρο 73 τού κανονισμού , τό οποίο εφαρμόζεται στούς μόνιμους υπαλλήλους καί στό λοιπό προσωπικό .
4 Μετά τήν επιστροφή του ο προσφεύγων ειχε καί νέα προσωπική συνομιλία , αυτή τή φορά μέ τό γενικό διευθυντή τού Κέντρου , πού συνεχίστηκε μέ ανταλλαγή υπομνημάτων , από τήν οποία συνάγεται οτι η εκτίμηση τής εργασίας του παρέμεινε αρνητική . Τέλος , μέ επιστολή τής 1ης Φεβρουαρίου 1979 , καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας τού προσφεύγοντος μέ προειδοποίηση τρισήμισι μηνών , προθεσμία πού παρατάθηκε λόγω ασθενείας μέχρι τίς 15 Αυγού- στου 1979 .
Επί τού κυρίου αιτήματος
5 Γιά νά στηρίξει τήν προσφυγή ακυρώσεως πού άσκησε , ο προσφεύγων κατ’ αρχάς ισχυρίζεται οτι η απόφαση περί απολύσεως ειναι ελαττωματική τόσο λόγω νομικής πλάνης , οσο καί λόγω πραγματικής πλάνης , επειδή δέν ειναι αιτιολογημένη καί επειδή βασίζεται σέ εκτίμηση τής εργασίας τού προσφεύγοντος πού ο ίδιος αμφισβητεί καί τό βάρος αποδείξεως τής οποίας βαρύνει τήν Επιτροπή . Από τήν άποψη αυτή υπογραμμίζει ιδίως οτι δέν τού δόθηκε ο αναγκαίος χρόνος μετά τήν επιστροφή του από τίς Ηνωμένες Πολιτείες γιά νά δείξει βελτίωση στήν εργασία του καί νά ανταποκριθεί έτσι στήν προτροπή νά αναλάβει ενεργά τή διεύθυνση τού τμήματος , η οποία περιεχόταν στό υπόμνημα τής 31ης Ιανουαρίου 1978 καί η οποία απέκλειε κατά τόν προσφεύγοντα τή δυνατότητα νά βασιστεί η απόλυση στήν προγενέστερη εργασία του . Εξάλλου , η Επιτροπή δέν μπορεί νά επικαλείται τήν ανεπάρκεια τών επαγγελματικών ικανοτήτων τού προσφεύγοντος ως «manager» , διότι ο διευθυντής τού Κέντρου τού Petten τόν ειχε «βραχυκυκλώσει» , ερχόμενος σέ επαφή απευθείας μέ τούς υφισταμένους του , καί διότι η Επιτροπή παρέβη τήν υποχρέωση αρωγής πού ειχε , αφού δέν τόν ενέγραψε στό τμήμα επιμορφώσεως πού ειχε οργανώσει η ίδια μέ θέμα «διοίκηση επιχειρήσεων» .
6 Επιπλέον ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι η απόφαση πάσχει από διαδικαστικό ελάττωμα , επειδή δέν τού δόθηκε η ευκαιρία νά υπερασπιστεί τόν εαυτό του υπό τούς ορους πού ισχύουν γιά τούς υπαλλήλους σύμφωνα μέ τό άρθρο 51 καί τό παράρτημα ΙΧ τού κανονισμού , τά οποία εφαρμόζονται κατ’ αναλογία , ή δυνάμει τών αρχών τής ισότητας καί τού δικαιώματος ακροάσεως , δεδομένου οτι κατείχε μιά θέση , τήν οποία σέ άλλους τομείς τών Κοινοτήτων κατέχει μόνιμος υπάλληλος .
7 Παρά τά ανωτέρω επιχειρήματα , πρέπει νά υπογραμμιστεί κατ’ αρχάς οτι από τό άρθρο 47 παράγραφος 2 τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού προκύπτει σαφώς οτι η λύση τών συμβάσεων αόριστου χρόνου , άν τηρηθεί η προθεσμία καταγγελίας πού προβλέπεται στή σύμβαση καί άν η προθεσμία αυτή ειναι σύμφωνη μέ τήν ανωτέρω διάταξη , ανήκει στή διακριτική εξουσία τής αρμόδιας αρχής . Επομένως , σέ περίπτωση απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας , τό Δικαστήριο δέν μπορεί νά ελέγξει τό βάσιμο τής κρίσεως αυτής , εκτός άν αποδειχτεί η υπαρξη προφανούς σφάλματος ή καταχρήσεως εξουσίας .
8 Οι πραγματικοί καί νομικοί ισχυρισμοί τού προσφεύγοντος δέν ειναι τέτοιας φύσεως , ωστε νά μπορούν νά δημιουργήσουν αμφιβολίες . Παρά τήν προτροπή πού σέ κάποια συγκεκριμένη στιγμή απηύθυνε πρός τόν προσφεύγοντα ο ιεραρχικά προϊστάμενός του νά αναλάβει ενεργά τή διεύθυνση τού τμήματός του , η αρμόδια γιά τίς απολύσεις αρχή μπορούσε καί έπρεπε νά λάβει υπόψη ολη τή σταδιοδρομία τού ενδιαφερόμενου , ακόμα καί τήν περίοδο πρίν από τήν προειδοποίηση αυτή . Όσον αφορά τό λεγόμενο «βραχυκύκλωμα» , δέν αποδεικνύεται οτι οι άμεσες επαφές μέ τούς υφισταμένους τού προσφεύγοντος ξεπέρασαν αυτό πού ο διευθυντής μπορούσε λογικά νά θεωρήσει αναγκαίο γιά τή θεραπεία μιάς καταστάσεως πού οφειλόταν ακριβώς στήν ανεπάρκεια τού προσφεύγοντος . Εξάλλου τό επιχείρημα αυτό ηταν γνωστό στήν αρμόδια γιά τίς απολύσεις αρχή κατά τό χρόνο τής λήψεως τής αποφάσεως περί απολύσεως . Τέλος , δέν ειναι δυνατό νά καταλογιστεί στή διοίκηση τό γεγονός οτι δέν ενέγραψε τόν προσφεύγοντα σέ ενα τμήμα στό οποίο ο ίδιος δέ ζήτησε νά εγγραφεί καί τό οποίο αφορούσε γνώσεις πού ο προσφεύγων έπρεπε ήδη νά έχει .
9 Όσον αφορά τά επιχειρήματα τού προσφεύγοντος σχετικά μέ τή διαδικασία , τά οποία αντλεί από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , υπενθυμίζεται οτι οι διατάξεις τού κανονισμού πού εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στό λοιπό προσωπικό απαριθμούνται ρητά στίς διατάξεις τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού . Κάτι τέτοιο ομως δέν συμβαίνει ούτε γιά τό άρθρο 51 τού κανονισμού ούτε γιά τό παράρτημά του ΙΧ . Επιπλέον προκύπτει σαφώς από τό φάκελο τής υποθέσεως οτι ο προσφεύγων ειχε κάθε ευκαιρία , κατά τίς προσωπικές συνομιλίες καί τήν εκτενή ανταλλαγή υπομνημάτων , νά επικαλεστεί τά μέσα άμυνάς του . Γιά τόν ίδιο λόγο ο προσφεύγων δέν μπορεί νά παραπονεθεί γιά τήν έλλειψη αιτιολογίας στήν ίδια τήν απόφαση , η οποία άλλωστε δικαιολογείται από τή διακριτική εξουσία πού απονέμεται στήν αρμόδια αρχή από τό άρθρο 47 παράγραφος 2 .
10 Άρα τό κύριο αίτημα πρέπει νά απορριφθεί .
Επί τού επικουρικού αιτήματος
11 Γιά νά θεμελιώσει τό αίτημα αυτό , ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι δέν έχει επαρκή κάλυψη έναντι τών κινδύνων ασθενειών , αναπηρίας καί ανεργίας , άν καί η Επιτροπή έχει προτείνει σχετικά στό Συμβούλιο τήν αναθεώρηση τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού . Επειδή δέν υπάρχουν γραπτές διατάξεις μέ τέτοιο περιεχόμενο , η διοίκηση πρέπει , δυνάμει τών γενικών αρχών τής επιείκειας καί τής κοινωνικής ασφαλίσεως καί δυνάμει τής υποχρεώσεως αρωγής πού θεσπίζεται στό άρθρο 24 τού κανονισμού καί πού εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στό λοιπό προσωπικό , νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα γιά νά τόν ασφαλίσει έναντι τών κινδύνων αυτών . Ακόμη καί άν δέν ειχε τέτοια υποχρέωση , η καθ’ ης θά ηταν υπεύθυνη γιά ενα τέτοιο κενό δικαίου .
12 Σχετικά υπενθυμίζεται οτι ο κανονισμός 2615/76 τού Συμβουλίου τής 21ης Οκτωβρίου 1976 περί τροποποιήσεως τού κανονισμου 259/68 οσον αφορά τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( JO L 299 , σ . 1 ) έδωσε τή δυνατότητα νά προσλαμβάνοναι στούς τομείς τής έρευνας καί τών επενδύσεων έκτακτοι υπάλληλοι γιά αόριστο χρόνο , καί νά επιφορτίζονται μέ καθήκοντα πού ασκούνται σέ άλλους τομείς τών Κοινοτήτων από μόνιμους υπαλλήλους . Η ρύθμιση αυτή , η οποία δέν μπορεί , σύμφωνα μέ τήν τρίτη αιτολογική σκέψη τού κανονισμού , νά αποτελέσει σέ καμιά περίπτωση προηγούμενο γιά τήν ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία , επέτρεψε πιό ευλύγιστη διοίκηση στούς τομείς αυτούς , η οποία προσαρμόζεται εύκολα στίς διάφορες ανάγκες τής υπηρεσίας καί στά διαθέσιμα κονδύλια . Αντίθετα , οι έκτακτοι αυτοί υπάλληλοι , άν καί ασκούν καθήκοντα ίδια μέ αυτά πού έχουν ανατεθεί αλλού σέ μόνιμους , δέν έχουν τήν ίδια εξασφάλιση ως πρός τή θέση τους .
13 Από τήν άποψη αυτή φαίνεται οπωσδήποτε λυπηρό τό γεγονός οτι οι κοινοτικές αρχές δέν έχουν ακόμα κατορθώσει νά θεσπίσουν γιά τούς έκτακτους αυτούς υπαλλήλους ενα καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως πού νά περιλαμβάνει τήν ασφάλιση έναντι τού κινδύνου τής ανεργίας . Η υπαρξη πάντως τού κενού αυτού δέν αποτελεί λόγο ούτε γιά τήν αναβολή τής ημερομηνίας απολύσεως τού προσφεύγοντος ούτε γιά τή δημιουργία υπέρ αυτού καθεστώτος ad hoc βασισμένου σέ μιά πρόταση κανονισμού , επί τής οποίας δέν έχει αποφανθεί ακόμα τό Συμβούλιο . Δεδομένου οτι ο προσφεύγων κατά τήν πρόσληψή του ως έκτακτου υπαλλήλου γνώριζε ή όφειλε νά γνωρίζει τήν έλλειψη μιάς τέτοιας ασφαλίσεως , τό κενό αυτό δέν μπορεί νά θεμελιώσει ούτε αίτηση αποζημιώσεως .
14 Πρέπει επομένως νά απορριφθούν καί τά επικουρικά αιτήματα .
Επί τού επικουρικότερου αιτήματος
15 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται σχετικά οτι λόγω τού εξαιρετικού χαρακτήρα τής λύσεως συμβάσεως αόριστου χρόνου η προθεσμία καταγγελίας έπρεπε νά ηταν η ανώτατη προθεσμία , δηλαδή δέκα μήνες .
16 Όσον αφορά τήν προθεσμία καταγγελίας , τό άρθρο 47 παράγραφος 2 τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού παραπέμπει στήν ατομική σύμβαση , ορίζοντας ταυτόχρονα τά κατώτατα ορια , καθώς καί τήν αναστολή μέχρι τρείς μήνες λόγω αναρρωτικής άδειας , αναστολή πού χορηγήθηκε καί στόν προσφεύγοντα .
17 Στή σύμβαση τού προσφεύγοντος η προθεσμία καταγγελίας ειχει οριστεί σύμφωνα μέ τούς κανόνες περί κατώτατου ορίου τού άρθρου 47 καί η προθεσμία πού τηρήθηκε στήν περίπτωση τού προσφεύγοντος αντιστοιχούσε μέ τή συμβατική προθεσμία . Δέν μπορεί επομένως νά προσαφθεί σφάλμα στήν αρμόδια αρχή γιά τό οτι συμμορφώθηκε μέ τίς διατάξεις αυτές .
18 Κατόπιν τών ανωτέρω σκέψεων πρέπει νά απορριφθεί η προσφυγή στό σύνολό της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
20 Ο προσφεύγων ηττήθη .
21 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά έξοδά του .
Full & Egal Universal Law Academy