ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 30ής Οκτωβρίου 1980 ( *1 )
Αντικείμενο της υποθέσεως:
Ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με την εφαρμογή του γερμανικού νόμου της 8ης Απριλίου 1922 περί του μονοπωλίου αποσταγμάτων, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους της 13ης Ιουλίου 1978 και της 13ης Νοεμβρίου 1979.
Διατακτικό της αποφάσεως:
1)
Το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμοζόμενο επί των φορολογικών πλεονεκτημάτων που επιφυλάσσει η εθνική νομοθεσία σε ορισμένες κατηγορίες μικροπαραγωγών αποσταγμάτων, έχει την έννοια ότι η απαίτηση για τη μη ύπαρξη διακρίσεων που θέτει η διάταξη αυτή της Συνθήκης ικανοποιείται, εφόσον το καθεστώς που εφαρμόζεται στα αποστάγματα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη μπορεί να θεωρηθεί αντίστοιχο προς το καθεστώς που εφαρμόζεται στην εθνική παραγωγή, κατά τρόπον ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να μπορούν πράγματι ν' απολαμβάνουν τα ίδια πλεονεκτήματα με τα όμοια εθνικά προϊόντα.
2)
Ο καθορισμός, από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, μεγίστου ορίου παραγωγής που τίθεται ως προϋπόθεση για να εφαρμοστεί επί των παραγωγών άλλων κρατών μελών το πλεονέκτημα μειώσεως του φορολογικού συντελεστή είναι σύμφωνος προς τις απαιτήσεις του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν το όριο αυτό αντιστοιχεί, γενικά, στο μέγιστο όριο που έχει καθοριστεί για να εφαρμοστεί το ίδιο φορολογικό πλεονέκτημα επί των εθνικών παραγωγών.
Το άρθρο 95 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επεκτείνουν το ίδιο πλεονέκτημα σε εισαγόμενα προϊόντα που προέρχονται από επιχειρήσεις, η παραγωγή των οποίων υπερβαίνει το κατά τον τρόπο αυτό καθορισμένο όριο παραγωγής.
Πρόταση του γενικού εισαγγελέα:
Πρότεινε να δοθούν στα υποβληθέντα ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
1.
Το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι όταν σ' ένα κράτος μέλος ορισμένοι τύποι αποσταγμάτων ή ορισμένες κατηγορίες παραγωγών ευνοούνται με φορολογικές απαλλαγές ή με μειωμένους φορολογικούς συντελεστές, αντίστοιχα πλεονεκτήματα πρέπει ν' αναγνωρίζονται, κατά τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις ούτε έχει προστατευτικά αποτελέσματα, και για τις εισαγωγές ομοειδών ή ανταγωνιστικών προϊόντων που προέρχονται από κράτη μέλη της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, τα εισαγόμενα αποστάγματα δεν απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα αυτά παρά μόνο αν ανταποκρίνονται στα κριτήρια των εθνικών διατάξεων.
2.
Η κατ' αποκοπήν επιβολή φόρου που προβλέπει ορισμένους μειωμένους φορολογικούς συντελεστές συνδεόμενους με μέγιστο όριο παραγωγής, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τις Abfindungsbrennereien και την απόσταξη εντός μιας περιόδου, δεν δημιουργεί διακρίσεις και δεν έχει προστατευτικά αποτελέσματα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αν δεν ευνοεί καθαυτή γενικά τα εθνικά προϊόντα σε σχέση με τα ομοειδή ή ανταγωνιστικά εισαγόμενα προϊόντα.
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy