Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Αίτηση πρός τήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή γιά νά λάβει απόφαση — Προθεσμία — Έλλειψη — Προγενέστερη απόρριψη προσφυγής μέ τό ίδιο αντικείμενο , λόγω ελλείψεως προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας — Διατήρηση τού ευεργετήματος τών ενδίκων μέσων , πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρα 90 καί 91 )
2 . Υπάλληλοι — Οριστική αποχώρηση εκ τής υπηρεσίας — Καθεστώς πού προβλέπει ο κανονισμός 2530/72 — Μηνιαία αποζημίωση — Εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος — Αμφισβήτηση από υπάλληλο πού υπάχθηκε στό καθεστώς κατόπιν αιτήσεώς του — Απαράδεκτο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρο 63 εδάφιο 3 καί κανονισμός 2530/72 τού Συμβουλίου άρθρο 3 παράγραφος 3 )
Περίληψη
1 . Επειδή καμία προθεσμία δέν προβλέπεται γιά τήν υποβολή αιτήσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δέν ειναι δυνατό νά προσαφθεί σέ υπάλληλο οτι υπέβαλε παρόμοια αίτηση στήν αρμόδια γιά διορισμούς αρχή , ακόμη κι άν τό Δικαστήριο απέρριψε προηγουμένως προσφυγή μέ τό ίδιο αντικείμενο , γιά τό μοναδικό λόγο τής ελλείψεως προγενέστερης διοικητικής διαδικασίας , γεγονός πού δέ θίγει τή δυνατότητα προσφυγής στά ένδικα μέσα πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπό τόν ορο τηρήσεως τών απαιτούμενων σχετικά προϋποθέσεων .
2 . Υπάλληλος , πού αποχώρησε εκουσίως καί οριστικώς από τήν Κοινότητα , δέ δύναται νά ισχυρισθεί οτι ειχε καταληφθεί απροσδόκητα από τήν εφαρμογή τών ρητών ορων τής ρυθμίσεως πού ίσχυε τότε , σχετικά μέ τήν εφαρμοζόμενη επί τής μηνιαίας αποζημιώσεως τιμής συναλλάγματος , γιά τό υψος τής οποίας ηταν απόλυτα ενήμερος καί τήν οποία ειχε δεχθεί μέ πλήρη επίγνωση τής καταστάσεως κατά τό χρόνο τής αποχωρήσεώς του .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 29/80
ANDREAS H . REINARZ , πρώην υπάλληλος ( Α 2 ) τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Beersel ( Dworp , Groenstraat 44 ), εκπροσωπούμενος από τόν A . J . Hammerstein , δικηγόρο Maastricht , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν F . Jansen , κλητήρα , 21 , rue Aldringen ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τόν R . Baeyens , επικουρούμενο από τόν R . Nys , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο :
1 ) νά αποφανθεί τό Δικαστήριο οτι η διάταξη τού άρθρου 3 παράγραφος 3 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού 2530/72 τού Συμβουλίου τής 4ης Δεκεμβρίου 1972 περί ειδικών καί προσωρινών μέτρων , αφορώντων τήν πρόσληψη υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω τής προσχωρήσεως νέων Κρατών μελών , καθώς καί τήν οριστική τους αποχώρηση εκ τής υπηρεσίας ( JO L 272 , σ . 1 ), σέ συνδυασμό μέ τή διάταξη τού άρθρου 63 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , δέν τυγχάνουν εφαρμογής επί τού προσφεύγοντος , οσον αφορά τίς αποζημιώσεις πού τού καταβλήθηκαν στόν Καναδά γιά τήν περίοδο από 1ης Μα ΐου 1974 μέχρι 1ης Σεπτεμβρίου 1977·
2 ) νά υποχρεωθεί η Επιτροπή στήν αποκατάσταση τής οικονομικής ζημίας πού κατ’ αυτό τόν τρόπο υπέστη ή τουλάχιστον στήν καταβολή αποζημιώσεως ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 18 Ιανουαρίου 1980 , ο Reinarz , πρώην υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στίς Βρυξέλλες καί ήδη δικαιούχος αποζημιώσεως δυνάμει τού κανονισμού 2530/72 τού Συμβουλίου τής 4ης Δεκεμβρίου 1972 περί ειδικών καί προσωρινών μέτρων αφορώντων τήν πρόσληψη υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω τής προσχωρήσεως νέων Κρατών μελών , καθώς καί τήν οριστική αποχώρηση από τήν υπηρεσία τών υπαλλήλων τών εν λόγω Κοινοτήτων ( JO L 272 , σ . 1 ), άσκησε προσφυγή , μέ τήν οποία επιδιώκει αφενός μέν νά αναγνωρισθεί οτι , οσον αφορά τίς αποζημιώσεις πού τού καταβλήθηκαν στόν Καναδά γιά τήν περίοδο από 1ης Μα ΐου 1974 μέχρι 1ης Σεπτεμβρίου 1977 , δέν δύνανται νά τύχουν εφαρμογής επ’ αυτού οι συνδυασμένες διατάξεις τού άρθρου 3 παράγραφος 3 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού 2530/72 καί τού άρθρου 63 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αφετέρου δέ νά υποχρεωθεί η Επιτροπή , γιά λόγους επιείκειας , στήν αποκατάσταση τής οικονομικής ζημίας πού ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι υπέστη εκ τής εφαρμογής τών παραπάνω διατάξεων ή , τουλάχιστον , στήν καταβολή αποζημιώσεως , γιά τόν καθορισμό τού υψους τής οποίας επαφίεται στό Δικαστήριο .
2 Ο προσφεύγων , μετά τήν αποχώρησή του από τίς Κοινότητες τό1973,εγκαταστάθηκε στόν Καναδά , μέ συνέπεια η αποζημίωσή του , πού ειχε καθορισθεί σέ βελγικά φράγκα , νά καταβάλλεται στό νόμισμα τής χώρας αυτής , υπολογιζόμενη βάσει τών καθορισθεισών από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ισοτιμιών , πού ίσχυαν τήν 1η Ιανουαρίου 1965 , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 3 παράγραφος 3 τού κανονισμού 2530/72 σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 63 εδάφιο 3 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
3 Τό 1976 ο προσφεύγων ζήτησε από τό Δικαστήριο νά κηρύξει τίς παραπάνω διατάξεις άκυρες ή τουλάχιστον ανεφάρμοστες στήν περίπτωσή του καί νά αποκαταστήσει τή ζημία πού ισχυριζόταν οτι υπέστη , τό Δικαστήριο ομως , μέ τήν απόφασή του τής 17ης Φεβρουαρίου 1977 ( Reinarz κατά Επιτροπής , 48/76 , Rec . σ . 291 ), έκρινε τήν προσφυγή του ως απαράδεκτη , λόγω τού οτι δέν ειχε προηγηθεί διοικητική ένσταση , απαραίτητη προϋπόθεση γιά κάθε προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου .
4 Μέ επιστολή τής 9ης Μα ΐου 1978 , πού έστειλε εκ νέου στίς 28 Νοεμβρίου 1978 , ο προσφεύγων υπέβαλε στήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή προεχόντως αίτηση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 1 , μέ τήν οποία καλούνταν η Επιτροπή νά λάβει απόφαση περί αποκαταστάσεως τών ζημιών , πού ισχυριζόταν οτι ειχε υποστεί ή , τουλάχιστον , περί καταβολής αποζημιώσεως πρός αποκατάσταση τής οικονομικής του ζημίας . Μέ τήν ίδια επιστολή ο προσφεύγων υπέβαλε επικουρικώς , γιά τήν περίπτωση πού η Επιτροπή θά απέρριπτε τήν εν λόγω αίτηση , ένσταση , δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 , παραπονούμενος γιά τό οτι η Επιτροπή στηρίχθηκε στίς προαναφερθείσες κανονιστικές διατάξεις , καθώς καί στίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τόν υπολογισμό τών μηνιαίων αποζημιώσεών του , τίς οποίες ο προσφεύγων θεωρεί ανίσχυρες ή , τουλάχιστον , ανεφάρμοστες στήν περίπτωσή του .
5 Η Επιτροπή θεωρώντας τήν επιστολή τού προσφεύγοντος εν συνόλω ως ένσταση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τήν απέρριψε στίς 28 Μαρτίου 1979 ως εκπρόθεσμη καί αβάσιμη .
6 Στίς 22 Ιουνίου 1979 ο προσφεύγων προσήψε στήν Επιτροπή οτι κατά πλάνη θεώρησε τήν αίτησή του περί αποζημιώσεως ως ένσταση καί διευκρίνισε οτι μέ τήν εν λόγω επιστολή ειχε υποβάλει , σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ένσταση «κατά τής απορρίψεως τής αιτήσεώς του νά ληφθεί γι’ αυτόν η απόφαση πού ειχε ζητήσει» .
7 Μέ επιστολή τής 21ης Δεκεμβρίου 1979 η Επιτροπή απέρριψε τήν εν λόγω ένσταση , επαναλαμβάνοντας γιά άλλη μιά φορά οτι «δέν ειναι παραδεκτή» ούτε βάσιμη . Στίς 18 Ιανουαρίου 1980 , ο προσφεύγων άσκησε τήν παρούσα προσφυγή κατά τής εν λόγω απορρίψεως .
Επί τού παραδεκτού τής προσφυγής
8 Η Επιτροπή αμφισβητεί τό παραδεκτό τής προσφυγής , υποστηρίζοντας πρώτον οτι τό Δικαστήριο επιλαμβάνεται εκ νέου αγωγής αποζημιώσεως , πού έχει ήδη ασκηθεί στήν υπόθεση 48/76 καί έχει απορριφθεί μέ τήν απόφαση τής 17ης Φεβρουαρίου 1977 καί δεύτερον οτι η επιστολή τού προσφεύγοντος τής 9ης Μα ΐου 1978 συνιστά ένσταση , η δέ προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον τού Δικαστηρίου μετά τήν εκπνοή τής προθεσμίας πού ορίζει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων .
9 Πάντως , από τήν επιστολή τής 9ης Μα ΐου 1978 προκύπτει οτι ο προσφεύγων υπέβαλε στήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή προεχόντως αίτηση καί επικουρικώς ένσταση· συνεπώς θά πρέπει νά εξετασθεί χωριστά τό παραδεκτό τών δύο αυτών πράξεων .
10 Όσον αφορά τήν ένσταση κατά τού τρόπου μέ τόν οποίο η Επιτροπή προέβη στόν υπολογισμό τών μηνιαίων αποζημιώσεων τού προσφεύγοντος από 1ης Μα ΐου 1974 , πρέπει νά σημειωθεί οτι η προθεσμία τών τριών μηνών , πού προβλέπει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αρχίζει από τήν ημερομηνία τής κοινοποιήσεως τής αποφάσεως στόν αποδέκτη καί εν πάση περιπτώσει τό αργότερο από τήν ημερομηνία κατά τήν οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε σχετικά γνώση , οταν πρόκειται γιά μέτρο ατομικού χαρακτήρα· άρα , στήν παρούσα περίπτωση , τή βλαπτική γιά τόν προσφεύγοντα πράξη αποτελεί τό πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τού Μα ΐου 1974 , βάσει τού οποίου ο προσφεύγων ηταν σέ θέση νά διαπιστώσει τή μέθοδο υπολογισμού πού χρησιμοποιήθηκε· κατά συνέπεια , η ένσταση πού υποβλήθηκε μετά τέσσερα έτη πρέπει νά θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί επομένως η προσφυγή πρέπει νά κηρυχθεί ως πρός τό σημείο αυτό απαράδεκτη .
11 Αντιθέτως , οσον αφορά τήν κύρια αίτηση πού υπέβαλε ο προσφεύγων στήν Επιτροπή , τό άρθρο 90 παράγραφος 1 ορίζει :
«κάθε πρόσωπο πού αναφέρεται στόν παρόντα κανονισμό δύναται νά προσφύγει στήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή , ζητώντας της νά λάβει απόφαση περί αυτού.»
12 Από τό άρθρο αυτό επεται οτι , αφού δέν προβλέπεται καμία προθεσμία γιά τήν υποβολή αιτήσεως , δέν ειναι δυνατό νά προβληθεί εις βάρος τού προσφεύγοντος οτι υπέβαλε μιά τέτοια αίτηση στήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή , η οποία , άν καί ειχε απορριφθεί μέ προγενέστερη απόφαση τού Δικαστηρίου λόγω ελλείψεως προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας , δέ θίγει πάντως τή δυνατότητα προσφυγής στά ένδικα μέσα πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , υπό τόν ορο τηρήσεως τών απαιτούμενων προϋποθέσεων , πρός τίς οποίες άλλωστε ειχε συμμορφωθεί ο προσφεύγων . Επομένως ως πρός τό σημείο αυτό η προσφυγή ειναι παραδεκτή .
Επί τής ουσίας
13 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , ο προσφεύγων ζητά κυρίως από τήν Επιτροπή νά τού αποκαταστήσει γιά λόγους επιείκειας τή ζημία πού υπέστη ή νά τού καταβάλει αποζημίωση γι’ αυτή , διότι η συνδυασμένη εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 3 τού κανονισμού 2530/72 καί τού άρθρου 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως απολήγει σέ δυσμενή διάκριση εις βάρος του εν συγκρίσει πρός άλλους πρώην υπαλλήλους , πού κατοικούν εντός ενός τών Κρατών μελών , πράγμα πού η Επιτροπή δέχεται σιωπηρά στίς αιτιολογικές σκέψεις τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , μέ τόν οποίο τροπο ποιούνται οι πρός χρήση συναλλαγματικές ισοτιμίες . Τό εν λόγω σύστημα αντίκειται επίσης στή γενική αρχή περί τών δικαιωμάτων τού ανθρώπου , πού παρέχει τό δικαίωμα σέ κάθε πρόσωπο νά εγκαθίσταται μετά τήν αποχώρησή του εκ τής υπηρεσίας στή χώρα τής εκλογής του , χωρίς νά υφίσταται γιά τό λόγο αυτό μείωση τών αποδοχών του , καθώς καί στό άρθρο 12 τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
14 Στήν εν λόγω επιχειρηματολογία πρέπει νά αντιταχθεί οτι στόν προσφεύγοντα — ο οποίος αποχώρησε εκουσίως εκ τής υπηρεσίας τής Κοινότητας — δέν ειναι δυνατό νά τού προκάλεσε έκπληξη τό γεγονός οτι μιά νομοθετική ρύθμιση περιέχουσα ρητούς ορους , η οποία τροποποιήθηκε μόλις τήν 1η Απριλίου 1979 μέ τόν κανονισμό 3085/78 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , ειχε εφαρμογή επ’ αυτού . Ήταν επομένως απόλυτα ενήμερος ως πρός τό υψος τής μηνιαίας αποζημιώσεως πού επρόκειτο νά τού καταβληθεί οταν αναχώρησε γιά τόν Καναδά τό Μάιο τού 1973 , τό οποίο καί ειχε αποδεχθεί μέ πλήρη επίγνωση τής καταστάσεως .
15 Επιπλέον , τό εν λόγω σύστημα δέν εισήγαγε διακρίσεις έναντι τών υπαλλήλων πού βρίσκονται στήν ίδια κατάσταση μέ τόν προσφεύγοντα , ήτοι εκείνων πού ειχαν επίσης επιλέξει τήν κατοικία τους σέ χώρα εκτός τών Κοινοτήτων .
16 Τέλος , τό άρθρο 12 περίπτωση γ τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέν έχει σχέση μέ τήν παρούσα υπόθεση· αρκεί δέ νά σημειωθεί σχετικά οτι τό εν λόγω άρθρο δέν εφαρμόζεται παρά μόνο μέσα στήν επικράτεια καθενός τών Κρατών μελών .
17 Σάν συμπέρασμα , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
18 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
19 Εντούτοις , σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία έχουν υποβληθεί λόγω τής προσφυγής τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy