Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Παρεκκλίσεις — Προστασία τής υγείας προσώπων — Φαρμακευτικά προϊόντα — Παράλληλες εισαγωγές — Θεμιτό — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 36 )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Παρεκκλίσεις — Διαδικασία ελέγχου πού δικαιολογείται κατά τήν έννοια τού άρθρου 36 τής συνθήκης — Είσπραξη τελών — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 36 )
3 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Τελωνειακοί δασμοί — Επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος — Τέλη καταχωρίσεως πού επιβάλλονται επί παράλληλων εισαγωγέων φαρμακευτικών προϊόντων — Χαρακτηρισμός
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 9 , 12 , 13 )
4 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Φορολογία πού δημιουργεί διακρίσεις — Χαρακτηρισμός — Επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος — Κριτήρια
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 9 , 12 , 13 καί 95 )
5 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Διακρίσεις — Άνιση επίπτωση φόρου επί τών τιμών κόστους επιχειρήσεων λόγω ιδιομορφιών τής οικονομικής τους διαρθρώσεως — Μή άσκηση επιρροής
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
Περίληψη
1 . Δέν αντίκειται στό άρθρο 36 η διενέργεια ελέγχου από τίς εθνικές αρχές , σέ περίπτωση μέν παράλληλων εισαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων ήδη καταχωρισμένων κατόπιν αιτήσεως τού παρα σκευαστή ή τού εξουσιοδοτημένου εισαγωγέα , γιά τό άν τά φάρμακα πού εισάγονται παράλληλα ειναι τά ίδια μέ εκείνα πού έχουν ήδη καταχωριστεί , σέ περίπτωση δέ διαθέσεως στήν αγορά παραλλαγών τού ίδιου φαρμάκου , γιά τό άν οι διαφορές μεταξύ τών παραλλαγών αυτών δέν έχουν , από θεραπευτικής απόψεως , συνέπειες . Η εξακρίβωση αυτή πρέπει πάντως νά περιορίζεται στόν έλεγχο αυτής τής ομοιότητας , τό δέ ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος πρέπει νά έχει απαιτήσει από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα νά προσκομίσουν πλήρη στοιχεία τών διαφόρων παραλλαγών , υπό τίς οποίες τά εν λόγω φάρμακα παράγονται ή κυκλοφορούν στήν αγορά στά διάφορα Κράτη μέλη είτε από τόν ίδιο τόν παρασκευαστή είτε από θυγατρικές ή συνδεόμενες επιχειρήσεις είτε ακόμα από επιχειρήσεις πού παρασκευάζουν τά φάρμακα αυτά βάσει άδειας .
2 . Μιά διαδικασία ελέγχου , σύμφωνη μέ τίς απαιτήσεις τού άρθρου 36 , δέ στερείται τού δικαιολογητικού λόγου υπάρξεώς της , κατά τήν έννοια τής διατάξεως αυτής , από τό γεγονός οτι συνεπάγεται τήν είσπραξη τελών , οπως αυτά πού περιγράφει τό εθνικό δικαστήριο . Αντίθετα , τέτοια τέλη δέν μπορούν νά θεωρηθούν οτι συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη από τό γεγονός καί μόνο οτι εισπράττονται εξ αφορμής κρατικού μέτρου πού δικαιολογείται κατά τήν έννοια τού άρθρου 36 . Η εξαίρεση πού προβλέπεται στό άρθρο 36 αφορά , πράγματι , αποκλειστικά τούς ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές ή στίς εξαγωγές καί τά μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος . Δέν μπορεί νά επεκταθεί στούς δασμούς ή στίς επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος , αφού αυτές εξέρχονται τού πλαισίου πού καθορίζεται από τό άρθρο 36 .
3 . Δέν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου μέ δασμού αποτελέσματος τά τέλη πού επιβλήθηκαν σέ παράλληλο εισαγωγέα φαρμακευτικών προϊόντων , είτε υπό μορφή εφάπαξ τέλους κατά τήν καταχώριση τών φαρμακευτικών προϊόντων , τά οποία προτίθεται νά εισαγάγει είτε υπό μορφή ετήσιου τέλους πού εισπράττεται γιά τή χρηματοδότηση τού κόστους τών εργασιών μέ τίς οποίες αποσκοπείται νά εξακριβωθεί άν τά προϊόντα πού πρόκειται νά κυκλοφορήσουν στό εμπόριο αντιστοιχούν στό προϊόν πού έχει καταχωριστεί , οταν οι επιβαρύνσεις αυτές αποτελούν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών , πού εισπράττονται τόσο κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού παράγονται στό οικείο Κράτος μέλος , οσο καί κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού εισάγονται είτε απευθείας από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα είτε υπό τή μορφή τών λεγόμενων «παράλληλων εισαγωγών» , καί οταν οι επιβαρύνσεις αυτές εφαρμόζονται , στήν περίπτωση τών παράλληλων εισαγωγών , μέ κριτήρια ταυτόσημα ή παρεμφερή μέ τά κριτήρια πού εφαρμόζονται γιά τόν καθορισμό τών επιβαρύνσεων πού επιβάλλονται στά εθνικά προϊόντα .
4 . Εσωτερικός φόρος πού δημιουργεί διάκριση δέ μεταβάλλεται αυτομάτως σέ επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος . Φόρος πού εμφανίζεται ως εσωτερικός φόρος δέν μπορεί νά θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος παρά μόνον άν οι λεπτομέρειες τής επιβολής ή τού προορισμού του , οταν πρόκειται γιά επιβάρυνση πού προορίζεται γιά συγκεκριμένο σκοπό , ειναι τέτοιες ωστε στήν πραγματικότητα νά πλήττονται μέ τήν επιβάρυνση μόνο τά εισαγόμενα καί όχι τά εθνικά προϊόντα .
5 . Τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ τηρείται οταν ενας εσωτερικός φόρος καταλαμβάνει βάσει τών ίδιων κριτηρίων , πού δικαιολογούνται αντικειμενικά από τό σκοπό γιά τόν οποίο θεσπίστηκε , τόσο τά εγχώρια , οσο καί τά εισαγόμενα προϊόντα , έτσι ωστε νά μήν έχει ως αποτέλεσμα τήν επιβάρυνση τού εισαγόμενου προϊόντος μέ ποσό μεγαλύτερο από εκείνο πού πλήττει τό παρόμοιο εγχώριο προϊόν . Τό γεγονός οτι ενας φόρος , πού ανταποκρίνεται στά κριτήρια αυτά επιβαρύνει κατά τρόπο διάφορο τίς τιμές κόστους τών διάφορων επιχειρήσεων λόγω τών ιδιομορφιών τής οικονομικής διαρθρώσεως τών επιχειρή σεων αυτών , πού κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τά προϊόντα αυτά , δέν ασκεί επιρροή στήν εφαρμογή τής διατάξεως αυτής .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 32/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Arrondissementsrechtbank τού Roermond ( Κάτω Χώρες ) πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής ποινικής διώξεως πού εκκρεμεί ενώπιον τού εν λόγω δικαστηρίου κατά
J . A . W . M . J . KORTMANN ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 36 τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 4ης Δεκεμβρίου 1979 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 24 Ιανουαρίου 1980 , τό Arrondissementsrechtbank τού Roermond έθεσε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 36 τής ίδιας συνθήκης , τό οποίο διατυπώνεται ως εξής :
«Άν υποτεθεί οτι :
α ) ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα κυκλοφορούν κανονικά στό εμπόριο σέ ενα ή περισσότερα Κράτη μέλη , υπό τήν έννοια οτι οι παρασκευαστές , ή , ανάλογα μέ τήν περίπτωση , εκείνοι πού ειναι υπεύθυνοι γιά τή θέση σέ κυκλοφορία αυτών τών φαρμακευτικών προϊόντων σέ καθένα από αυτά τά Κράτη μέλη , έχουν λάβει γιά τά προϊόντα αυτά τίς άδειες πού απαιτούν οι εθνικές νομοθεσίες , καί οτι
β)η χορήγηση τών αδειών αυτών σέ καθένα από αυτά τά Κράτη μέλη ειναι δυνατό νά ειναι γνωστή σέ τρίτους αφού γίνεται δημόσια μέ τή δημοσίευσή της από τίς αρχές ή μέ άλλο τρόπο , καί οτι
γ)ενας εισαγωγέας ( πού διενεργεί παράλληλες εισαγωγές ) φαρμάκων , εγκατεστημένος σέ ενα Κράτος μέλος , εισάγει στό Κράτος μέλος οπου ειναι εγκατεστημένος τά φαρμακευτικά προϊόντα πού κυκλοφορούν υπό τίς συνθήκες πού περιγράφονται ανωτέρω ,
οι διατάξεις πού εισάγουν παρέκκλιση από τούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων στό εσωτερικό τής ΕΟΚ , ιδίως τό άρθρο 36 τής συνθήκης οσον αφορά τήν προστασία τής υγείας καί τής ζωής τών ανθρώπων , δικαιολογούν τό νά μήν επιτρέπεται από τίς αρχές τού Κράτους μέλους εισαγωγής νά εισαχθούν τά φαρμακευτικά αυτά προϊόντα στό εν λόγω κράτος , παρά μόνο κατόπιν καταβολής ενός τέλους καταχωρίσεως , καί , σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως , βάσει ποιών κανόνων πρέπει τότε νά εκτιμηθούν τό ποσό καί η συχνότητα τών καταβολών , καθώς καί τό καθεστώς πού διέπει τίς καταβολές αυτές;»
2 Τό ερώτημα ανέκυψε στό πλαίσιο ποινικής διώξεως κατά ολλανδού εμπόρου , ο οποίος διενεργεί «παράλληλες» εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων στίς Κάτω Χώρες , καί διώκεται διότι είτε ειχε στήν κατοχή του μέ σκοπό διαθέσεως είτε πώλησε , παρέδωσε ή διαπραγματεύτηκε εμπορικώς ορισμένα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα , κατά τήν έννοια τού άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο h τού ολλανδικού νόμου περί προμήθειας φαρμάκων ( Wet Geneesmiddelenvoorziening ), χωρίς προηγουμένως νά έχει γίνει καταχώρισή τους σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τού ίδιου αυτού νόμου . Όπως προκύπτει τόσο από τίς σκέψεις πού αναπτύσσονται στήν απόφαση περί παραπομπής , οσο καί από τή διατύπωση τού ερωτήματος , ο κατηγορούμενος παρέλειψε νά εκπληρώσει τήν υποχρέωση αυτή , επειδή η καταχώριση συνεπάγεται τήν καταβολή δύο τελών , από τά οποία τό ενα καταβάλλεται εφάπαξ καί τό άλλο κατ’ έτος καί επειδή , κατά τή γνώμη του , η υπο χρέωση τής καταχωρίσεως σέ συνδυασμό μέ τήν υποχρέωση καταβολής τών τελών αυτών , τά οποία θεωρεί υπερβολικά , αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό στίς εισαγωγές , ασυμβίβαστο πρός τό άρθρο 30 τής συνθήκης καί υπέρ τού οποίου δέν μπορεί νά γίνει επίκληση τής εξαιρέσεως τού άρθρου 36 τής ίδιας συνθήκης .
3 Τό Arrondissementsrechtbank , γιά νά μπορέσει νά κρίνει άν ειναι σύμφωνοι μέ τό κοινοτικό δίκαιο οι εθνικοί κανόνες , καθ’ οσον επιβάλλουν τήν καταβολή τών τελών αυτών , έθεσε τό ανωτέρω ερώτημα .
4 Γιά νά δοθεί στό εθνικό δικαστήριο κατάλληλη απάντηση , πρέπει νά ληφθεί υπόψη τό γεγονός οτι οι επίδικοι κανόνες θεσπίστηκαν από τίς ολλανδικές αρχές μετά τήν απόφαση τού Δικαστηρίου τής 20ής Μα ΐου 1976 ( De Peijper , 104/75 , Jurispr . 1976 σ . 613 ).
5 Η απόφαση αυτή αφορούσε επίσης τίς παράλληλες εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων καί διαπίστωσε οτι οι εισαγωγές αυτές ειχαν καταστεί πρακτικώς αδύνατες από τό γεγονός οτι οι ολλανδικές αρχές εξαρτούσαν τή χορήγηση άδειας διαθέσεως τών προϊόντων αυτών πού ζητούσε ο παράλληλος εισαγωγέας , από τήν προσκόμιση εγγράφων , τά οποία ειχαν σκοπό νά επιτρέψουν τόν υγειονομικό έλεγχο καί ηταν ταυτόσημα μέ τά έγγραφα πού ειχαν ήδη προηγουμένως προσκομιστεί στίς αρχές από τόν παρασκευαστή τού προϊόντος ή τόν εξουσιοδοτημένο του εισαγωγέα . Η απόφαση διαπίστωσε οτι λόγω τής αρνήσεως τού παρασκευαστή ή τού εξουσιοδοτημένου του εισαγωγέα νά χορηγήσει στόν παράλληλο εισαγωγέα αντίγραφο τών εγγράφων αυτών , τά οποία μόνο αυτοί ειχαν στήν κατοχή τους , ο εν λόγω εισαγωγέας βρισκόταν σέ αδυναμία νά ικανοποιήσει τήν απαίτηση τών εθνικών αρχών , μέ αποτέλεσμα τήν απόρριψη τής αιτήσεώς του περί καταχωρίσεως .
6 Εν όψει τής πραγματικής καταστάσεως πού διαπίστωσε , τό Δικαστήριο αποφάνθηκε οτι , μιά εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική πού επιτρέπει στόν παρασκευαστή ή στούς εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του νά μονοπωλούν τήν εισαγωγή καί τή διάθεση στήν αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος απλώς καί μόνο μέ τήν άρνησή τους νά χορηγήσουν τά έγγραφα πού αφορούν τό φάρμακο γενικά ή μιά συγκεκριμένη ποσότητα τού φαρμάκου αυτού , πρέπει νά θεωρηθεί περιοριστική περισσότερο τού δέοντος καί δέν μπορεί , γιά τό λόγο αυτό , νά τύχει τής εξαιρέσεως τού άρθρου 36 τής συνθήκης , εκτός άν αποδει κνύεται σαφώς οτι κάθε άλλη ρύθμιση ή πρακτική θά υπερέβαινε προφανώς τά λογικά μέσα μιάς διοικήσεως πού λειτουργεί ομαλά .
7 Τό Δικαστήριο πρόσθεσε οτι , άν υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές τού φαρμάκου , πού διαφέρουν ιδίως από τό ενα Κράτος μέλος στό άλλο , καί άν οι διαφορές αυτές επιδρούν στή θεραπεία , δικαιολογείται η μεταχείριση τών παραλλαγών αυτών ως διαφορετικών φαρμάκων γιά τή χορήγηση άδειας διαθέσεώς τους στήν αγορά καί γιά τήν απαίτηση τής προσκομίσεως εγγράφων πού επιτρέπουν τόν υγειονομικό έλεγχο· εννοείται , πάντως , οτι γιά καθεμιά από τίς διαδικασίες χορηγήσεως άδειας πού θά απαιτηθούν , ισχύει πάντοτε η απάντηση πού δόθηκε προηγουμένως γιά τήν περίπτωση πού τό φάρμακο υπάρχει σέ μιά μόνο μορφή .
8 Κατόπιν τής αποφάσεως αυτής , οι ολλανδικές αρχές θέσπισαν , κυρίως μέ τό άρθρο 23 τού Besluit Registratie Geneesmiddelen τής 8ης Σεπτεμβρίου 1977 ( Staatsblad 1977 , αριθ . 537 ), κανόνες πού προβλέπουν , πρός όφελος εκείνου πού εισάγει παράλληλα ενα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα καταχωρισμένο ήδη κατόπιν αιτήσεως τού παραγωγού ή τού εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του , μιά απλουστευμένη διαδικασία καταχωρίσεως , μοναδικός σκοπός τής οποίας ειναι νά διαπιστωθεί άν τό προϊόν πού προτίθεται νά εισαγάγει ο παράλληλος εισαγωγέας έχει «τήν ίδια» ή «σχεδόν» τήν ίδια «σύνθεση» μέ τό ήδη καταχωρισμένο προϊόν .
9 Η δεύτερη καταχώριση , λόγω τού απλουστευμένου χαρακτήρα της , συνεπάγεται τήν καταβολή από τόν παράλληλο εισαγωγέα ενός εφάπαξ τέλους , ίσου πρός τό 25 % τού τέλους πού επιβάλλεται κατά τήν πρώτη καταχώριση τού ίδιου φαρμάκου κατόπιν αιτήσεως τού παρασκευαστή ή τού εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του . Συνεπάγεται , επίσης , τήν καταβολή ενός ετήσιου τέλους 687 φιορινιών , πού έχει προορισμό τήν κάλυψη τών εξόδων ελέγχου τών εν λόγω προϊόντων μετά τή διάθεσή τους στό εμπόριο . Τό ετήσιο αυτό τέλος ειναι ενιαίο γιά τά εθνικά καί γιά τά εισαγόμενα προϊόντα , καί χωρίς νά γίνεται διάκριση ως πρός τά τελευταία , ανάλογα μέ τό άν εισάχθηκαν παραλλήλως ή απευθείας από τόν αλλοδαπό παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο του αντιπρόσωπο .
Όσον αφορά τήν ερμηνεία τού άρθρου 36
10 Όπως έκρινε τό Δικαστήριο στήν απόφαση De Peijper , πού προαναφέρθηκε , δέν αντίκειται στό άρθρο 36 η διενέργεια ελέγχου από τίς εθνικές αρχές , σέ περίπτωση μέν παράλληλων εισαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων ήδη καταχωρισμένων κατόπιν αιτήσεως τού παρασκευαστή ή τού εξουσιοδοτημένου εισαγωγέα , γιά τό άν τά φάρμακα πού εισάγονται παράλληλα ειναι τά ίδια μέ εκείνα πού έχουν ήδη καταχωριστεί , σέ περίπτωση δέ διαθέσεως στήν αγορά παραλλαγών τού ίδιου φαρμάκου , γιά τό άν οι διαφορές μεταξύ τών παραλλαγών αυτών δέν έχουν , από θεραπευτικής απόψεως , συνέπειες . Η εξακρίβωση αυτή πρέπει πάντως νά περιορίζεται στόν έλεγχο αυτής τής ομοιότητας , τό δέ ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος πρέπει νά έχει απαιτήσει από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα νά προσκομίσουν πλήρη στοιχεία τών διαφόρων παραλλαγών υπό τίς οποίες τά εν λόγω φάρμακα παράγονται ή κυκλοφορούν στήν αγορά στά διάφορα Κράτη μέλη είτε από τόν ίδιο τόν παρασκευαστή είτε από θυγατρικές ή συνδεόμενες επιχειρήσεις είτε ακόμα από επιχειρήσεις πού παρασκευάζουν τά φάρμακα αυτά βάσει άδειας .
11 Μιά διαδικασία ελέγχου , σύμφωνη μέ τίς απαιτήσεις τού άρθρου 36 , δέ στερείται τού δικαιολογητικού λόγου υπάρξεώς της , κατά τήν έννοια τής διατάξεως αυτής , από τό γεγονός οτι συνεπάγεται τήν είσπραξη τελών , οπως αυτά πού περιγράφει τό εθνικό δικαστήριο . Αντίθετα , τέτοια τέλη δέν μπορούν νά θεωρηθούν οτι συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη από τό γεγονός καί μόνο οτι εισπράττονται εξ αφορμής κρατικού μέτρου πού δικαιολογείται βάσει τού άρθρου 36 . Η εξαίρεση πού προβλέπεται στό άρθρο 36 αφορά , πράγματι , αποκλειστικά τούς ποσοτικούς περιορισμούς στίς εισαγωγές ή στίς εξαγωγές καί τά μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος . Δέν μπορεί νά επεκταθεί στούς δασμούς ή στίς επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος , αφού αυτές εξέρχονται τού πλαισίου πού καθορίζεται από τό άρθρο 36 .
12 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό άν συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο τέτοια τέλη πρέπει νά εκτιμάται βάσει τών άρθρων 9 καί 13 ή ανάλογα μέ τήν περίπτωση , βάσει τού άρθρου 95 τής συνθήκης .
13 Ειναι λοιπόν εμφανές οτι , γιά νά δοθεί κατάλληλη απάντηση στό εθνικό δικαστήριο , πρέπει νά εξεταστεί άν τέλη τού είδους πού αποτελούν τό αντικείμενο τής κύριας δίκης εμπίπτουν στίς απαγορεύσεις πού επιβάλλουν οι διατάξεις αυτές .
Όσον αφορά τήν ερμηνεία τού άρθρου 13 τής συνθήκης
14 Σύμφωνα μέ σταθερή νομολογία τού Δικαστηρίου , η απαγόρευση οποιουδήποτε δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος στίς σχέσεις μεταξύ τών Κρατών μελών αφορά κάθε επιβάρυνση πού επιβάλλεται επ’ ευκαιρία ή λόγω τής εισαγωγής καί πού πλήττει ειδικά ενα εισαγόμενο προϊόν , εξαιρώντας τό παρεμφερές εθνικό προϊόν .
15 Δεδομένου οτι η απαγόρευση αυτή δέν επιδέχεται καμιά διάκριση ανάλογα μέ τό σκοπό πού επιδιώκεται μέ τήν είσπραξη τών χρηματικών επιβαρύνσεων , τών οποίων προβλέπει τήν κατάργηση , περιλαμβάνει , συνεπώς , καί τά τέλη πού απαιτούνται γιά τούς υγειονομικούς ελέγχους , οι οποίοι διενεργούνται λόγω τής εισαγωγής εμπορευμάτων .
16 Αυτό δέν ισχύει μόνο άν οι χρηματικές επιβαρύνσεις αποτελούν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών επιβαρύνσεων πού καταλαμβάνουν συστηματικά κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα μέ αντικειμενικά κριτήρια πού εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τήν καταγωγή τών προϊόντων .
17 Από τίς ανωτέρω σκέψεις προκύπτει οτι , οσον αφορά επιβαρύνσεις τού είδους πού αναφέρονται από τό εθνικό δικαστήριο , δέ συντρέχουν τά στοιχεία πού συνιστούν επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος . Πράγματι , δέν έχουν τέτοιο χαρακτήρα τά τέλη πού επιβάλλονται σέ παράλληλο εισαγωγέα φαρμακευτικών προϊόντων είτε υπό μορφή εφάπαξ τέλους κατά τήν καταχώριση τών φαρμακευτικών προϊόντων , τά οποία προτίθεται νά εισαγάγει είτε υπό μορφή ετήσιου τέλους πού εισπράττεται γιά τή χρηματοδότηση τού κόστους τών εργασιών μέ τίς οποίες αποσκοπείται νά εξακριβωθεί άν τά προϊόντα πού πρόκειται νά κυκλοφορήσουν στό εμπόριο ειναι ομοια μέ τό προϊόν πού έχει καταχωριστεί , οταν οι επιβαρύνσεις αυτές αποτελούν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών , πού εισπράττονται τόσο κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού παράγονται στό οικείο Κράτος μέλος , οσο καί κατά τήν καταχώριση τών φαρμάκων πού , εισάγονται είτε απευθείας από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα είτε μέσω τών λεγόμενων «παράλληλων εισαγωγών» , καί οταν οι επιβαρύνσεις αυτές εφαρμόζονται , στήν περίπτωση τών παράλληλων εισαγωγών , μέ κριτήρια ταυτόσημα ή παρεμφερή μέ τά κριτήρια πού εφαρμόζονται γιά τόν καθορισμό τών επιβαρύνσεων πού επιβάλλονται στά εθνικά προϊόντα .
18 Δέν ειναι ορθή η άποψη πού υποστήριξε η Επιτροπή οτι «δέν τηρείται η αρχή τής μή διακρίσεως πού καθιερώνεται από τό άρθρο 95 καί πρόκειται γιά επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος κάθε φορά πού δέν ειναι δυνατό νά αποδειχθεί η υπαρξη επαρκούς ομοιότητας λόγω τών διαφορών ως πρός τούς τρόπους ελέγχου καί τούς κανόνες πού έχουν σχετικά εφαρμογή ή λόγω διαφορών ως πρός τό υψος τών επιβαρύνσεων» . Εσωτερικός φόρος πού δημιουργεί διάκριση δέ μεταβάλλεται αυτομάτως σέ επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος . Φόρος πού εμφανίζεται ως εσωτερικός φόρος δέν μπορεί νά θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό αποτελέσματος παρά μόνον άν οι λεπτομέρειες τής επιβολής ή τού προορισμού του , οταν πρόκειται γιά επιβάρυνση πού προορίζεται γιά συγκεκριμένο σκοπό , ειναι τέτοιες ωστε στήν πραγματικότητα νά πλήττονται μέ τήν επιβάρυνση μόνο τά εισαγόμενα καί όχι τά εθνικά προϊόντα .
Όσον αφορά τό άρθρο 95 τής συνθήκης
19 Τό εθνικό δικαστήριο παρατηρεί οτι ο κατηγορούμενος υποστηρίζει οτι τό σύστημα τών τελών φαινομενικά μόνο μεταχειρίζεται κατά τρόπο ίσο τούς παραγωγούς καί τούς εξουσιοδοτημένους εισαγωγείς , αφ’ ενός , καί εκείνους πού διενεργούν παράλληλες εισαγωγές , αφ’ ετέρου , καί οτι στήν πραγματικότητα δημιουργεί διάκριση εις βάρος τών τελευταίων , αποκαθιστώντας έτσι στήν πράξη , πρός όφελος τών πρώτων , τό μονοπώλιο εισαγωγής πού καταδικάστηκε από τό Δικαστήριο στήν απόφασή του τής 20ής Μα ΐου 1976 .
20 Τό πρόβλημα πού ανακύπτει μέ τόν τρόπο αυτό οδηγεί τό Δικαστήριο στό νά επισημάνει , πρώτα , τό γεγονός οτι , στό πλαίσιο τής ορθής εφαρμογής τού άρθρου 95 τής συνθήκης , πρέπει νά γίνει σύγκριση τής μεταχειρίσεως τού εισαγόμενου προϊόντος σέ σχέση μέ τό εθνικό προϊόν καί όχι τής μεταχειρίσεως δύο εισαγόμενων προϊόντων ομοιων ή ομοειδών , ανάλογα μέ τόν εμπορικό τρόπο εισαγωγής τους . Γιά τήν επίλυση τής διαφοράς πού υποβλήθηκε στό εθνικό δικαστήριο , τό αποτέλεσμα ειναι πάντως τό ίδιο , αφού , γιά νά τηρηθούν οι επιταγές τού άρθρου 95 , ειναι ανάγκη τά εθνικά προϊόντα , αφ’ ενός , καί τό σύνολο τών εισαγόμενων προϊόντων , αφ’ ετέρου , νά υποβάλλονται σέ ενα σύστημα εσωτερικής φορολογίας , η οποία τά πλήττει σύμφωνα μέ κριτήρια πού δέ δημιουργούν διάκριση εις βάρος τών εισαγόμενων προϊόντων .
21 Από τά στοιχεία τής δικογραφίας καί από τίς αναπτύξεις τής αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει οτι , τόσο τό εφάπαξ οσο καί τό ετήσιο τέλος , πού συνεπάγεται η καταχώριση , πλήττουν τόσο τά εθνικά φαρμακευτικά προϊόντα οσο καί τά προϊόντα προελεύσεως άλλων Κρατών μελών , είτε εισάγονται παράλληλα είτε μέ άλλο τρόπο . Γιά τήν περίπτωση τών παράλληλων εισαγωγών προβλέπονται ομως ιδιαίτερα στοιχεία .
22 Πρέπει , επομένως , νά εξεταστεί άν τά ιδιαίτερα αυτά στοιχεία συμβιβάζονται μέ τήν απαγόρευση διακρίσεων τού άρθρου 95 .
23 Όσον αφορά , τό εφάπαξ τέλος , δύο ιδιαίτερα στοιχεία επισημαίνονται από τό εθνικό δικαστήριο . Τό πρώτο συνίσταται στό γεγονός οτι τό τέλος αυτό περιορίζεται στό 25 % τού ποσού τού τέλους πού επιβάλλεται επ’ ευκαιρία τής πρώτης καταχωρίσεως τού προϊόντος στόν ημεδαπό ή αλλοδαπό παραγωγό ή στόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα , λόγω τού οτι πρόκειται γιά καταχώριση απλουστευμένη .
24 Ένα εθνικό σύστημα τελών πού κάνει διάκριση , γιά τό σύνολο τών φαρμακευτικών προϊόντων , μεταξύ τού ποσού τών τελών πού εισπράττεται επ’ ευκαιρία τής πρώτης καταχωρίσεως καί εκείνου πού εισπράττεται επ’ ευκαιρία μεταγενέστερης καταχωρίσεως , λόγω τού απλουστευμένου χαρακτήρα τής τελευταίας , δέν ειναι ασυμβίβαστο πρός τό άρθρο 95 τής συνθήκης . Η διάταξη αυτή δέν απαιτεί τήν κατάργηση κάθε τέλους στή δεύτερη περίπτωση , εφ’ οσον γιά τόν καθορισμό τού ποσού τού τέλους λαμβάνεται υπόψη μιά εύλογη αναλογία , εν όψει τής διαφοράς μεταξύ τών δύο καταχωρίσεων .
25 Τό δεύτερο ιδιαίτερο στοιχείο πού επισημαίνει τό εθνικό δικαστήριο συνίσταται στό γεγονός οτι η αρμόδια αρχή μπορεί νά μειώσει τό ποσό τού εφάπαξ τέλους , κατόπιν αιτήσεως τών ημεδαπών ή αλλοδαπών παραγωγών ή τών εξουσιοδοτημένων εισαγωγέων , ενώ η δυνατότητα αυτή δέν υπάρχει γιά τά προϊόντα πού εισάγονται παράλληλα .
26 Η ολλανδική κυβέρνηση αμφισβητεί τό οτι η εν λόγω εθνική νομοθεσία κάνει πράγματι αυτή τή διάκριση , ενώ η Επιτροπή φαίνεται νά δέχεται τήν υπαρξή της . Εναπόκειται στό εθνικό δικαστήριο νά εξακριβώσει αυτό τό σημείο . Γιά τήν ορθή εφαρμογή τού άρθρου 95 , πρέπει , άν η μείωση , πού χορηγείται κατά τήν πρώτη καταχώριση , ειναι τόσο σημαντική ωστε νά καταργεί ουσιαστικά τή διαφορά μεταξύ τών τελών πού απαιτούνται γιά τίς δύο καταχωρίσεις , νά λαμβάνεται αυτό υπόψη , κατόπιν αιτήσεως τού ενδιαφερόμενου εισαγωγέα , κατά τόν καθορισμό τού τέλους πού απαιτείται γιά μεταγενέστερη καταχώριση .
27 Όσον αφορά τά ετήσια τέλη γιά τά οποία αναγνωρίζεται οτι έχουν τό ίδιο υψος γιά ολα τά προϊόντα , θά συνέτρεχε η υποστηριζόμενη διάκριση εις βάρος τών παράλληλων εισαγωγέων στήν περίπτωση πού , ενώ οι εγχώριοι παραγωγοί καί οι παραγωγοί άλλων Κρατών μελών καθώς καί οι εξουσιοδοτημένοι εισαγωγείς έχουν τή δυνατότητα νά διαθέσουν στό εμπόριο ενα μικρό αριθμό ειδών καταχωρισμένων προϊόντων , διαθέτοντας κάθε ειδος σέ σημαντικό αριθμό μονάδων πού αντιπροσωπεύει αξιόλογο κύκλο εργασιών , ο παράλληλος εισαγωγέας θά έπρεπε , γιά νά επιτύχει εναν εύλογο κύκλο εργασιών , νά εισαγάγει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ειδών διαφόρων προϊόντων , υποχρεούμενος νά καταβάλει , γιά κάθε ειδος , μειωμένο μέν εφάπαξ τέλος , αλλά πλήρες ετήσιο τέλος . Έτσι η επιβάρυνση μέ τά τέλη αυτά , στήν περίπτωση παράλληλου εισαγωγέα , κατανέμεται σέ πολύ μικρότερο αριθμό μονάδων , μέ συνέπεια νά παύει πλέον νά ειναι συμφέρουσα η εισαγωγή .
28 Τό άρθρο 95 τηρείται οταν ισόποσος φόρος βαρύνει άνισα τίς τιμές κόστους τών διαφόρων επιχειρήσεων , λόγω τών ιδιομορφιών τής οικονομικής διαρθρώσεως τών επιχειρήσεων αυτών . Αρκεί οτι ο εσωτερικός φόρος καταλαμβάνει βάσει τών ίδιων κριτηρίων , πού δικαιολογούνται αντικειμενικά από τό σκοπό γιά τόν οποίο θεσπίστηκε , τόσο τά εθνικά οσο καί τά εισαγόμενα προϊόντα , έτσι ωστε νά μήν έχει ως αποτέλεσμα τήν επιβάρυνση τού εισαγόμενου προϊόντος μέ ποσό μεγαλύτερο από εκείνο πού πλήττει τό ομοειδές εθνικό προϊόν .
29 Συνεπώς , στό ερώτημα πού υποβλήθηκε πρέπει νά δοθεί η ακόλουθη απάντηση :
1 ) Μιά διαδικασία ελέγχου σύμφωνη μέ τίς απαιτήσεις τού άρθρου 36 δέν παύει νά δικαιολογείται καθαυτή , κατά τήν έννοια τής διατάξεως αυτής , από τό γεγονός οτι συνεπάγεται τήν είσπραξη τελών , οπως αυτά πού περιγράφει τό εθνικό δικαστήριο .
2 ) Παρόμοια τέλη δέ δικαιολογούνται από τό γεγονός καί μόνο οτι εισπράττονται εξ αφορμής κρατικού μέτρου πού δικαιολογείται βάσει τού άρθρου 36 τής συνθήκης ΕΟΚ .
3 ) Δέν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου μέ δασμούς αποτελέσματος τά τέλη πού επιβάλλονται σέ παράλληλο εισαγωγέα φαρμακευτικών προϊόντων , είτε υπό μορφή εφάπαξ τέλους κατά τήν καταχώριση τών φαρμακευτικών προϊόντων , τά οποία προτίθεται νά εισαγάγει , είτε υπό μορφή ετήσιου τέλους πού εισπράττεται γιά τή χρηματοδότηση τού κόστους τών εργασιών μέ τίς οποίες αποσκοπείται νά εξακριβωθεί άν τά προϊόντα πού πρόκειται νά κυκλοφορήσουν στό εμπόριο ειναι ομοια μέ τό προϊόν πού έχει καταχωριστεί , οταν οι επιβαρύνσεις αυτές αποτελούν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών , πού εισπράττονται τόσο κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού παράγονται στό οικείο Κράτος μέλος , οσο καί κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού εισάγονται είτε απευθείας από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα είτε μέσω τών λεγόμενων «παράλληλων εισαγωγών» , καί οταν οι επιβαρύνσεις αυτές εφαρμόζονται , στήν περίπτωση τών παράλληλων εισαγωγών , μέ κριτήρια ταυτόσημα ή παρεμφερή μέ τά κριτήρια πού εφαρμόζονται γιά τόν καθορισμό τών επιβαρύνσεων πού επιβάλλονται στά εθνικά προϊόντα .
4 ) Τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ τηρείται , οταν ενας εσωτερικός φόρος καταλαμβάνει βάσει τών ίδιων κριτηρίων , πού δικαιολογούνται αντικειμενικά από τό σκοπό γιά τόν οποίο θεσπίστηκε , τόσο τά εθνικά , οσο καί τά εισαγόμενα προϊόντα , έτσι ωστε νά μήν έχει ως αποτέλεσμα τήν επιβάρυνση τού εισαγόμενου προϊόντος μέ ποσό μεγαλύτερο από εκείνο πού πλήττει τό ομοειδές εθνικό προϊόν . Τό γεγονός οτι ενας φόρος , πού ανταποκρίνεται στά κριτήρια αυτά , επιβαρύνει κατά τρόπο διάφορο τίς τιμές κόστους τών διαφόρων επιχειρήσεων λόγω τών ιδιομορφιών τής οικονομικής διαρθρώσεως τών επιχειρήσεων αυτών , πού κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τά προϊόντα αυτά , δέν ασκεί επιρροή στήν εφαρμογή τής διατάξεως αυτής .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
30 Τά δικαστικά έξοδα τής ολλανδικής κυβερνήσεως καί τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει , ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης , τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υποβλήθηκε από τό Arrondissementsrechtbank τού Roermond μέ απόφαση τής 4ης Δεκεμβρίου 1979 αποφαίνεται :
1 ) Μία διαδικασία ελέγχου σύμφωνη μέ τίς απαιτήσεις τού άρθρου 36 τής συνθήκης ΕΟΚ δέν παύει νά δικαιολογείται καθαυτή , κατά τήν έννοια τής διατάξεως αυτής , από τό γεγονός οτι συνεπάγεται τήν είσπραξη τελών , οπως αυτά πού περιγράφει τό εθνικό δικαστήριο .
2)Παρόμοια τέλη δέ δικαιολογούνται από τό γεγονός καί μόνο οτι εισπράττονται εξ αφορμής κρατικού μέτρου πού δικαιολογείται βάσει τού άρ- θρου 36 τής συνθήκης ΕΟΚ .
3)Δέν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου μέ δασμούς αποτελέσματος τά τέλη πού επιβάλλονται σέ παράλληλο εισαγωγέα φαρμακευτικών προϊόντων , είτε υπό μορφή εφάπαξ τέλους κατά τήν καταχώριση τών φαρμακευτικών προϊόντων , τά οποία προτίθεται νά εισαγάγει , είτε υπό μορφή ετήσιου τέλους πού εισπράττεται γιά τή χρηματοδότηση τού κόστους τών εργασιών , μέ τίς οποίες αποσκοπείται νά εξακριβωθεί άν τά προϊόντα πού πρόκειται νά κυκλοφορήσουν στό εμπόριο ειναι ομοια μέ τό προϊόν πού έχει καταχωριστεί , οταν οι επιβαρύνσεις αυτές αποτελούν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών , πού εισπράττονται τόσο κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού παράγονται στό οικείο Κράτος μέλος , οσο καί κατά τήν καταχώριση φαρμάκων πού εισάγονται είτε απευθείας από τόν παρασκευαστή ή τόν εξουσιοδοτημένο εισαγωγέα είτε μέσω τών λεγόμενων «παράλληλων εισαγωγών» , καί οταν οι επιβαρύνσεις αυτές εφαρμόζονται , στήν περίπτωση τών παράλληλων εισαγωγών , μέ κριτήρια ταυτόσημα ή παρεμφερή μέ τά κριτήρια πού εφαρμόζονται γιά τόν καθορισμό τών επιβαρύνσεων πού επιβάλλονται στά εθνικά προϊόντα .
4)Τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ τηρείται , οταν ενας εσωτερικός φόρος καταλαμβάνει βάσει τών ίδιων κριτηρίων , πού δικαιολογούνται αντικειμενικά από τό σκοπό γιά τόν οποίο θεσπίστηκε , τόσο τά εθνικά οσο καί τά εισαγόμενα προϊόντα , έτσι ωστε νά μήν έχει ως αποτέλεσμα τήν επιβάρυνση τού εισαγόμενου προϊόντος μέ ποσό μεγαλύτερο από εκείνο πού πλήττει τό ομοειδές εθνικό προϊόν . Τό γεγονός οτι ενας φόρος , πού ανταποκρίνεται στά κριτήρια αυτά επιβαρύνει κατά τρόπο διάφορο τίς τιμές κόστους τών διαφόρων επιχειρήσεων λόγω τών ιδιομορφιών τής οικονομικής διαρθρώσεως τών επιχειρήσεων αυτών , πού κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τά προϊόντα αυτά , δέν ασκεί επιρροή στήν εφαρμογή τής διατάξεως αυτής .
Full & Egal Universal Law Academy