Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Φορολογικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας — Παραδεκτό — Όροι — Επιδίωξη σκοπών πού συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο — Έλλειψη διακριτικού ή προστατευτικού χαρακτήρα
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
2 . Φορολογικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ συνθέσεως καί εκ ζυμώσεως — Παραδεκτό — Όροι — Ομοιόμορφη εφαρμογή τού συστήματος επί τών εισαγόμενων προϊόντων — Προϊόν φορολογούμενο βαρύτερα αποκλειστικά εισαγόμενο — Ισοδύναμο οικονομικό αποτέλεσμα επί τής δομής τής εθνικής παραγωγής
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 εδάφια 1 καί 2 )
Περίληψη
1 . Τό κοινοτικό δίκαιο δέν περιορίζει , στό σημερινό στάδιο εξελίξεώς του , τήν ελευθερία κάθε Κράτους μέλους νά θεσπίζει σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας ορισμένων προϊόντων , σύμφωνα μέ αντικειμενικά κριτήρια , οπως η φύση τών πρώτων υλών πού χρησιμοποιούνται ή οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι παραγωγής . Τέτοιες διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο άν επιδιώκουν σκοπούς οικονομικής πολιτικής πού συμβιβάζονται επίσης μέ τίς απαιτήσεις τής συνθήκης καί τού παράγωγου δικαίου καί άν οι οροι εφαρμογής τους αποκλείουν οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως , άμεσης ή έμμεσης , ως πρός τίς εισαγωγές πού προέρχονται από τά άλλα Κράτη μέλη καθώς καί προστασίας υπέρ τών ανταγωνιστικών εθνικών παραγωγών .
2 . Δέν ειναι αντίθετο πρός τό άρθρο 95 εδάφιο 1 τής συνθήκης ΕΟΚ ενα φορολογικό σύστημα πού επιβάλλει επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ συνθέσεως φόρο βαρύτερο από τόν επιβαλλόμενο επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ ζυμώσεως , ανάλογα μέ τήν πρώτη υλη καί τίς μεθόδους πού χρησιμοποιούνται γιά τήν παρασκευή τού ενός ή τού άλλου προϊόντος , άν οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μέ τόν ίδιο τρόπο σ’ αυτές τίς δύο κατηγορίες αλκοόλης , καταγωγής άλλων Κρατών μελών . Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα δικαιολογείται ακόμα καί άν τά εν λόγω προϊόντα , έστω καί άν ειναι παράγωγα διαφορετικών πρώτων υλών , μπορούν νά εξυπηρετήσουν τήν ίδια χρήση καί παρουσιάζουν τήν ίδια χρησιμότητα .
Η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος φορολογίας δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι αποτελεί έμμεση προστασία τής εθνικής παραγωγής αλκοόλης εκ ζυμώσεως , κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , απλώς καί μόνο γιατί έχει ως αποτέλεσμα οτι τό προϊόν πού φορολογείται βαρύτερα ειναι , στήν πραγματικότητα , προϊόν πού εισάγεται αποκλειστικά από τά άλλα Κράτη μέλη τής Κοινότητας άν , εξαιτίας τής φορολογίας τής συνθετικής αλκοόλης , δέν μπόρεσε νά αναπτυχθεί αποδοτική παραγωγή αυτού τού τύπου αλκοόλης στήν περιοχή τού εθνικού εδάφους .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 46/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Pretore τού Casteggio , πρός τό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού δικαστή αυτού , μεταξύ
SPA VINAL , πού εδρεύει στό Casteggio , Pavia ,
καί
SPA ORBAT , πού εδρεύει στό Μιλάνο ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , σέ σχέση μέ τήν ιταλική νομοθεσία περί ειδικού φόρου επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 30ής Ιανουαρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 4 Φεβρουαρίου , ο Pretore τού Casteggio έθεσε στό Δικαστήριο τρία ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ γιά νά μπορέσει νά εκτιμήσει άν συμβιβάζεται μέ τίς απαιτήσεις τής συνθήκης τό σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας πού εφαρμόζεται δυνάμει τού νομοθετικού διατάγματος 1200 τής 6ης Οκτωβρίου 1948 , οπως τροποποιήθηκε μέ τό νομοθετικό διάταγμα 836 τής 16ης Σεπτεμβρίου 1955 , καί τού άρθρου 3 τού νόμου 506 τής 18ης Αυγούστου 1978 επί τής μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης καί επί τής μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης εκ συνθέσεως .
2 Αυτά τά ερωτήματα ανέκυψαν στό πλαίσιο αστικής διαφοράς πού αφορά τήν εκτέλεση συμβάσεως ο οποία καταρτίστηκε τόν Ιανουάριο 1980 μεταξύ τής ενάγουσας στήν κύρια δίκη , ανώνυμης εταιρείας Vinal , παραγωγού-εισαγωγέα αλκοόλης καί τής ανώνυμης εταιρείας Orbat καί έχει ως αντικείμενο τήν παράδοση ποσότητας μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης , καταγωγής Γαλλίας .
3 Όπως προκύπτει από τή διάταξη περί παραπομπής , η εταιρεία Orbat , εναγομένη στήν κύρια δίκη , δέν αμφισβητεί τήν υποχρέωσή της νά καταβάλει τό συμφωνηθέν τίμημα , αλλά αντιτίθεται στήν επιβολή , στήν προκειμένη περίπτωση , τού ειδικού κρατικού φόρου τών 12 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης καί δηλώνει οτι ειναι διατεθειμένη νά επιστρέψει στήν ενάγουσα μόνο τόν ειδικό φόρο τών 1 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο , πού επιβάλλεται επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ ζυμώσεως . Πράγματι , η εναγομένη ισχυρίζεται οτι η είσπραξη τού ανωτέρω φόρου τών 12 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης ειναι αθέμιτη εν όψει τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , διότι αποτελεί φορολογική διάκριση πού απαγορεύεται απ’ αυτή τή διάταξη .
4 Προκειμένου νά λύσει αυτή τή διαφορά ο Pretore έθεσε στό Δικαστήριο τά παρακάτω προδικαστικά ερωτήματα :
α ) Τό άρθρο 95 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει μήπως νά ερμηνευτεί μέ τήν έννοια οτι πρέπει νά θεωρούνται ως «ομοειδή» δύο προϊόντα παράγωγα διαφορετικών πρώτων υλών , αλλά πού μπορούν νά εξυπηρετήσουν τήν ίδια χρήση καί πού παρουσιάζουν τήν ίδια χρησιμότητα ;
β)Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό πρώτο ερώτημα , τό άρθρο 95 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΟΚ μήπως πρέπει νά ερμηνευτεί μέ τήν έννοια οτι πρέπει νά θεωρείται ως απαγορευμένη η είσπραξη φόρων πού πλήττουν κατά τρόπο απολύτως ταυτόσημο καί τό κοινοτικό προϊόν , αλλά πού στήν πραγματικότητα αποτελεί φορολογική διάκριση εις βάρος ομοειδών προϊόντων πού προέρχονται από τά άλλα Κράτη μέλη , αφού τό προϊόν στό οποίο επιβάλλεται ο βαρύτερος φόρος ειναι αποκλειστικά εισαγόμενο καί τό προϊόν στό οποίο επιβάλλεται ο λιγότερο βαρύς φόρος ειναι κυρίως εθνικής καταγωγής ;
γ)Σέ περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σ’ ενα από τά προηγούμενα ερωτήματα , τό άρθρο 95 παράγραφος 2 μήπως πρέπει νά ερμηνευτεί — σχετικά μέ τήν προκειμένη επίδικη περίπτωση — μέ τήν έννοια οτι απαγορεύεται νά επιβληθεί βαρύτερος φόρος σέ προϊόν πού προέρχεται κυρίως από άλλα Κράτη μέλη , μέ αποτέλεσμα νά προστατεύεται η εθνική παραγωγή πού ανταγωνίζεται αυτό τό προϊόν ;
Επί τής αρμοδιότητας τού Δικαστηρίου
5 Η ιταλική κυβέρνηση αμφισβήτησε τό παραδεκτό τής αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πού υπέβαλε ο Pretore τού Casteggio . Θέτει τό ζήτημα μήπως η αγωγή πού έχει ασκηθεί ενώπιον τού εθνικού δικαστή αφορά στήν πραγματικότητα πλασματική διαφορά καί μήπως η διαδικασία τού άρθρου 177 κινήθηκε στήν προκειμένη περίπτωση γιά νά παρασύρει σέ δίκη τό ιταλικό κράτος , εν απουσία οποιασδήποτε πραγματικής διαφοράς πού νά θέτει , μεταξύ τών διαδίκων , προβλήματα κοινοτικού δικαίου . Κάτω απ’ αυτές τίς συνθήκες , η ιταλική κυβέρνηση διερωτάται άν θά έπρεπε νά συσχετιστεί η υπόθεση μέ εκείνη πού αποτέλεσε τό αντικείμενο τής αποφάσεως τού Δικαστηρίου τής 11ης Μαρτίου 1980 ( Foglia κατά Novello , 104/79 ) μέ τήν οποία τό Δικαστήριο έκρινε οτι ειναι αναρμόδιο νά αποφανθεί επί τών ερωτημάτων πού ειχε θέσει τό εθνικό δικαστήριο .
6 Πρό αυτής τής αμφισβητήσεως , πού διατυπώθηκε από τήν ιταλική κυβέρνηση μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις της , τό Δικαστήριο ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από τούς διαδίκους .
7 Τό Δικαστήριο , αφού έλαβε γνώση τών απαντήσεων πού δόθηκαν σέ αυτές τίς ερωτήσεις , κρίνει οτι μπορεί , στήν προκειμένη περίπτωση , νά αντιπαρέλθει τίς αμφιβολίες πού διατύπωσε η ιταλική κυβέρνηση καί νά εξετάσει τήν ουσία τής υποθέσεως .
Επί τής ουσίας
8 Όπως προκύπτει από τή διάταξη παραπομπής , η εναγομένη στήν κύρια δίκη αμφισβητεί οτι τό ιταλικό σύστημα φορολογίας συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 95 τής συνθήκης , επικαλούμενη δύο σημεία . Αφ’ ενός , η μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη πρέπει νά θεωρηθεί ομοειδής καί μάλιστα ταυτόσημη μέ τή μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως , αφ’ ετέρου , η συνθετική αλκοόλη ειναι αποκλειστικά εισαγόμενο προϊόν στήν Ιταλία , ενώ , αντιθέτως , η μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως πού κυκλοφορεί στό εμπόριο μέσα στό κράτος αυτό ειναι αποκλειστικά προϊόν εθνικής παραγωγής . Έτσι , παρά τήν τυπική ταύτιση φορολογικής μεταχειρίσεως , τό ομοειδές προϊόν πού προέρχεται από άλλα Κράτη μέλη πλήττεται βαρύτερα από τό εθνικό προϊόν .
9 Αυτή η εκδοχή υποστηρίζεται κατ’ αρχήν από τήν Επιτροπή πού διατύπωσε τή γνώμη οτι παρά τή διττή προέλευση τών εν λόγω δύο προϊόντων — τής συνθετικής αλκοόλης πού προέρχεται κυρίως από τό πετρέλαιο καί τής αλκοόλης εκ ζυμώσεως πού παράγεται μέ τή διύλιση προϊόντων τού εδάφους ( δημητριακά , κρασί , φρούτα , πατάτες , τεύτλα καί μελάσες ) — οι δύο τύποι αλκοόλης , γιά τούς οποίους πρόκειται , ειναι ίδιοι από χημική άποψη καί μπορούν νά αλληλοϋποκατασταθούν κατά τή χρησιμοποίησή τους . Κατά συνέπεια υπάρχει μεταξύ τών δύο αυτών προϊόντων όχι μόνο ομοιότητα , αλλά , στήν πραγματικότητα , ταυτότητα ως πρός τίς ανάγκες πού αυτά τά προϊόντα καλούνται νά ικανοποιήσουν . Άλλωστε , οι δύο τύποι αλκοόλης κατατάσσονται στήν ίδια δασμολογική υποκλάση 22.08 Α , μέ τό χαρακτηρισμό «μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη παντός τίτλου» . Η διαφορά τού φορολογικού συντελεστή πού προβλέπεται από τόν ιταλικό νόμο γιά τή μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη αφ’ ενός , καί τή μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως αφ’ ετέρου , έχει ως αποτέλεσμα , επειδή δέν παράγεται συνθετική αλκοόλη στήν Ιταλία , νά εμποδίζει στήν πραγματικότητα κάθε εισαγωγή αυτού τού προϊόντος πού προέρχεται από τά άλλα Κράτη μέλη καί νά ευνοεί άμεσα τήν εθνική παραγωγή τής αλκοόλης εκ ζυμώσεως . Κατά συνέπεια , η Επιτροπή φρονεί , οτι η μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη πού εισάγεται από τά άλλα Κράτη μέλη θά πρέπει , ως προϊόν ομοειδές μέ τή μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως , νά απολαύει τού ίδιου φορολογικού συντελεστή πού ισχύει καί γιά τήν τελευταία .
10 Αντίθετα , η ενάγουσα στήν κύρια δίκη υποστηρίζει οτι τό ιταλικό σύστημα φορολογίας συμβιβάζεται μέ τίς απαιτήσεις τού άρθρου 95 . Εφιστά τήν προσοχή στό γεγονός οτι η Ιταλία διαθέτει σημαντική παραγωγή αιθυλενίου , παράγωγου τού πετρελαίου , τό οποίο χρησιμοποιείται στήν παρασκευή τής συνθετικής αλκοόλης . Κατά συνέπεια , δέν ειναι δυνατό νά δεχτεί κανείς οτι γίνεται διάκριση ως πρός τήν εισαγόμενη συνθετική αλκοόλη , αφού υπάρχει , τουλάχιστο στήν Ιταλία , δυνατότητα παραγωγής τού προϊόντος . Ως πρός τήν αλκοόλη εκ ζυμώσεως , η εταιρεία Vinal προσπαθεί νά αποδείξει οτι δέν υπάρχει καμιά φορολογική διάκριση μεταξύ τής αλκοόλης πού παράγεται στήν Ιταλία καί τής εισαγόμενης αλκοόλης . Έτσι φαίνεται οτι τό ιταλικό φορολογικό σύστημα ισχύει βάσει αντικειμενικών προϋποθέσεων πού εφαρμόζονται χωρίς διάκριση στά ιταλικά καί στά προϊόντα τών άλλων Κρατών μελών . Τό διαφοροποιημένο φορολογικό σύστημα έχει στήν εν λόγω περίπτωση μιά ειδική δικαιολογία , τό οτι έχει ως σκοπό νά ενθαρρύνει τούς τομείς παραγωγής πού έχουν ανάγκη ειδικής προ στασίας , δηλαδή τή μεταποίηση ορισμένου αριθμού γεωργικών προϊόντων καί τόν αντίστοιχο περιορισμό τής καταναλώσεως τών προϊόντων πετρελαίου .
11 Η εκδοχή πού υποστηρίχθηκε από εταιρεία Vinal αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης αναπτύξεως από τήν ιταλική κυβέρνηση . Η τελευταία υπενθυμίζει οτι τό Δικαστήριο , σέ πολλές αποφάσεις , αναγνώρισε στά Κράτη μέλη τή δυνατότητα νά θεσπίζουν διαφοροποιημένα συστήματα φορολογίας , ακόμη καί γιά ταυτόσημα προϊόντα , βάσει αντικειμενικών κριτηρίων , οπως οι προϋποθέσεις παραγωγής καί οι πρώτες υλες πού χρησιμοποιούνται ( απόφαση τής 22ας Ιουνίου 1976 , Bobie , 127/75 , Rec . σ . 1079 , απόφαση τής 10ης Οκτωβρίου 1978 , Hansen , 148/77 , Rec . σ . 1787 , απόφαση τής 8ης Ιανουαρίου 1980 , Επιτροπή κατά Ιταλίας , 21/79 , Rec . σ . 8 ). Κατά τό Δικαστήριο , παρόμοια συστήματα συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη οταν θεσπίζονται βάσει στοιχείων αντικειμενικών καί οταν δέν έχουν χαρακτήρα διακρίσεως ή προστασίας .
12 Τό σύστημα λοιπόν πού αμφισβητείται ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου ειναι σύμφωνα μ’ αυτές τίς απαιτήσεις . Πράγματι , η διαφοροποιημένη φορολογία τής συνθετικής αλκοόλης καί τής αλκοόλης εκ ζυμώσεως , στήν Ιταλία , οφείλεται σέ οικονομική επιλογή πού αποβλέπει στό νά ευνοήσει τήν παραγωγή τής αλκοόλης μέ βάση γεωργικά προϊόντα καί , αντίστοιχα , νά περιορίσει τή μετατροπή τού αιθυλενίου , παράγωγου τού πετρελαίου , σέ αλκοόλη μέ σκοπό νά επιφυλάξει τήν πρώτη αυτή υλη γιά άλλες χρήσεις πού έχουν οικονομική προτεραιότητα . Πρόκειται , λοιπόν , γιά μιά θεμιτή επιλογή οικονομικής πολιτικής , πού πραγματοποιείται μέσω τής φορολογίας . Η εφαρμογή αυτής τής πολιτικής δέν οδηγεί σέ καμιά διάκριση , αφού , άν έχει ως αποτέλεσμα ν’ αποθαρρύνει τίς εισαγωγές συνθετικής αλκοόλης στήν Ιταλία , έχει ταυτόχρονα ως συνέπεια νά εμποδίζει τήν ανάπτυξη , επίσης στήν Ιταλία , παραγωγής αλκοόλης μέ βάση τό αιθυλένιο πού , τεχνικά , ειναι απόλυτα δυνατή .
13 Όπως επιβεβαίωσε επανειλημμένα τό Δικαστήριο , κυρίως μέ τίς αποφάσεις πού αναφέρει η ιταλική κυβέρνηση , τό κοινοτικό δίκαιο δέν περιορίζει , στό σημερινό στάδιο εξελίξεώς του , τήν ελευθερία κάθε Κράτους μέλους νά θεσπίζει σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας γιά ορισμένα προϊόντα , βάσει αντικειμενικών κριτηρίων , οπως η φύση τών πρώτων υλών πού χρησιμοποιούνται ή οι μέθοδοι παραγωγής πού εφαρμόζονται . Παρόμοιες διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο εάν επιδιώκουν σκοπούς οικονομικής πολιτικής πού συμβιβάζονται καί αυτοί επίσης μέ τίς απαιτήσεις τής συνθήκης καί τού παράγωγου δικαίου καί άν οι οροι εφαρμογής τους αποκλείουν οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως , άμεσης ή έμμεσης , ως πρός τίς εισαγωγές πού προέρχονται από τά άλλα Κράτη μέλη , ή προστασίας τής ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής .
14 Μιά διαφοροποιημένη φορολογία οπως , αυτή πού υπάρχει στήν Ιταλία γιά τή μετουσιωμένη συνθετική αλκοόλη αφ’ ενός καί γιά τή μετουσιωμένη αλκοόλη εκ ζυμώσεως αφ’ ετέρου , ανταποκρίνεται σ’αυτές τίς απαιτήσεις . Πράγματι , φαίνεται οτι αυτό τό φορολογικό σύστημα επιδιώκει ενα θεμιτό σκοπό βιομηχανικής πολιτικής , μέ τήν έννοια οτι μπορεί νά ευνοήσει τή διύλιση γεωργικών προϊόντων σέ σχέση μέ τήν παρασκευή αλκοόλης μέ βάση παράγωγα τού πετρελαίου . Αυτή η ευχέρεια επιλογής δέν έρχεται σέ σύγκρουση μέ τούς κανόνες τού κοινοτικού δικαίου ή μέ τίς απαιτήσεις μιάς πολιτικής πού αποφασίστηκε στό πλαίσιο τής Κοινότητας .
15 Τά ιδιαίτερα σημεία τής νομοθεσίας πού αμφισβητήθηκε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου δέν μπορεί νά θεωρηθούν οτι εισάγουν διάκριση αφού , αφ’ ενός δέν αμφισβητείται τό οτι οι εισαγωγές αλκοόλης εκ ζυμώσεως , πού προέρχονται από τά άλλα Κράτη μέλη , απολαύουν τής ίδιας φορολογικής μεταχειρίσεως πού ισχύει γιά τήν ιταλική αλκοόλη εκ ζυμώσεως καί αφού , αφ’ ετέρου ο φορολογικός συντελεστής πού προβλέπεται γιά τή συνθετική αλκοόλη έχει ως αποτέλεσμα τόν περιορισμό εισαγωγής αυτού τού προϊόντος πού κατάγεται από τά άλλα Κράτη μέλη , έχει ισοδύναμο οικονομικό αποτέλεσμα στό εθνικό έδαφος , διότι περιορίζει επίσης τή δημιουργία μιάς αποδοτικής παραγωγής τού ίδιου προϊόντος από τήν ιταλική βιομηχανία .
16 Κατά συνέπεια , λαμβάνοντας υπόψη τά ανωτέρω , πρέπει νά δοθεί η ακόλουθη απάντηση στά ερωτήματα πού έθεσε ο Pretore τού Casteggio .
17 Γιά τό πρώτο καί δεύτερο ερώτημα από κοινού πρέπει νά λεχθεί οτι δέν ειναι αντίθετο πρός τό άρθρο 95 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΟΚ ενα φορολογικό σύστημα πού επιβάλλει επί τής μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης φόρο βαρύτερο από τόν επιβαλλόμενο επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ ζυμώσεως σέ συνάρτηση μέ τήν πρώτη υλη καί τίς μεθόδους πού χρησιμοποιούνται γιά τήν παρασκευή τού ενός καί τού άλλου προϊόντος , εφ’ οσον οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μέ τόν ίδιο τρόπο σ’ αυτές τίς δύο κατηγορίες αλκοόλης πού κατάγονται από τά άλλα Κράτη μέλη . Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα δικαιολογείται , ακόμα καί εάν τά εν λόγω προϊόντα , έστω καί άν ειναι παράγωγα διαφορετικών πρώτων υλών , μπορούν νά εξυπηρετήσουν τήν ίδια χρήση καί παρουσιάζουν τήν ίδια χρησιμότητα .
18 Ως πρός τό τρίτο ερώτημα , πρέπει νά λεχθεί οτι η εφαρμογή ενός τέτοιου φορολογικού συστήματος δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι αποτελεί έμμεση προστασία τής εθνικής παραγωγής αλκοόλης εκ ζυμώσεως , κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 παράγραφος 2 , απλώς καί μόνο επειδή έχει ως συνέπεια οτι τό προϊόν στό οποίο επιβάλλεται βαρύτερος φόρος ειναι , στήν πραγματικότητα , προϊόν πού εισάγεται αποκλειστικά από τά άλλα Κράτη μέλη τής Κοινότητας , άν , εξαιτίας τής επιβολής φόρου επί τής συνθετικής αλκοόλης , η αποδοτική παραγωγή αυτού τού τύπου αλκοόλης δέν μπόρεσε ν’ αναπτυχθεί στό εθνικό έδαφος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Τά δικαστικά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους στήν κύρια δίκη τό χαρακτήρα παρεμπιπτόντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστή , σ’ αυτόν εναπόκειται νά αποφανθεί ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υποβλήθηκαν από τόν Pretore τού Casteggio , μέ διάταξη τής 30ής Ιανουαρίου 1980 αποφαίνεται :
1 ) Δέν ειναι αντίθετο πρός τό άρθρο 95 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΟΚ ενα φορολογικό σύστημα πού επιβάλλει επί τής μετουσιωμένης συνθετικής αλκοόλης φόρο βαρύτερο από τόν επιβαλλόμενο επί τής μετουσιωμένης αλκοόλης εκ ζυμώσεως σέ συνάρτηση μέ τήν πρώτη υλη καί τίς μεθόδους πού χρησιμοποιούνται γιά τήν παρασκευή τού ενός καί τού άλλου προϊόντος , άν οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μέ τόν ίδιο τρόπο σ’ αυτές τίς δύο κατηγορίες αλκοόλης , πού κατάγονται από τά άλλα Κράτη μέλη . Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα δικαιολογείται ακόμα καί άν τά εν λόγω προϊόντα , έστω καί άν ειναι παράγωγα διαφορετικών πρώτων υλών , μπορούν νά εξυπηρετήουν τήν ίδια χρήση καί παρουσιάζουν τήν ίδια χρησιμότητα .
2 ) Άν λόγω τής επιβολής φόρου επί τής συνθετικής αλκοόλης η αποδοτική παραγωγή αυτού τού τύπου αλκοόλης δέν μπόρεσε νά αναπτυχθεί στό εθνικό έδαφος , η εφαρμογή ενός τέτοιου φορολογικού συστήματος δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι αποτελεί έμμεση προστασία τής εθνικής παραγωγής αλκοόλης εκ ζυμώσεως , κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 παρά γραφος 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , απλώς καί μόνο γιατί έχει ως συνέπεια οτι τό προϊόν στό οποίο επιβάλλεται βαρύτερος φόρος ειναι , στήν πραγματικότητα , προϊόν πού εισάγεται αποκλειστικά από τά άλλα Κράτη μέλη τής Κοινότητας .
Full & Egal Universal Law Academy