Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία — Κοινή οργάνωση τών αγορών — Οινος — Περιγραφή καί παρουσίαση τών οίνων — Απαγόρευση τών «ενδείξεων τών δυναμένων νά προκαλέσουν σύγχυση» — Έκταση
( Κανονισμός 355/79 τού Συμβουλίου άρθρα 8 στοιχείο γ , 18 στοιχείο γ καί 43 ).
Περίληψη
Οι οροι «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» οπως χρησιμοποιούνται στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ τού κανονισμού 355/79 , καθώς επίσης καί οι οροι «σύγχυση» καί «εσφαλμένη γνώμη» , [:παραπλάνηση] οπως αναφέρονται στό άρθρο 43 τού ίδιου κανονισμού , πρέπει νά νοηθούν οτι αφορούν όχι μόνο τίς ενδείξεις πού ειναι δυνατό νά δημιουργήσουν σύγχυση μέ τίς ενδείξεις πού αναφέρονται σ’ εναν ορισμένο τόπο ( «Lage» ) αλλά επίσης κάθε περιγραφή πού ειναι σέ θέση νά δημιουργήσει στό κοινό τήν πεποίθηση οτι πρόκειται γιά τό όνομα ή μέρος ονόματος ενός οινοπαραγωγικού τόπου πού στήν πραγματικότητα ειναι ανύπαρκτο ή γιά τήν περιγραφή ενός ανύπαρκτου στήν πραγματικότητα ορισμένου τόπου .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 56/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Bundesgerichtshof πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητά στό πλαίσιο τής διαφοράς η οποία εκκρεμεί ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ
FIRMA A . WEIGAND , Weinbau , Weingrosskellerei ( χονδρικής εμπορίας οίνων ), Bingen/Rhein ,
καί
SCHUTZVERBAND DEUTSCHER WEIN E.V . ( συνδέσμου γιά τήν προστασία τών γερμανικών οίνων ), Mannheim ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
τήν έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 8 στοιχείο γ , 18 στοιχείο γ καί 43 παράγραφοι 1 καί 2 τού κανονισμού 355/79 τού Συμβουλίου τής 5ης Φεβρουαρίου 1979 περί τών γενικών κανόνων γιά τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση οίνων καί γλευκών σταφυλής ( ABl . L 54 , σ . 99 , ΕΕ αριθ . Ν 54 , τόμ . 03/024 , σ . 200 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 19ης Δεκεμβρίου 1979 πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 13 Φεβρουαρίου 1980 , τό Bundesgerichtshof έθεσε δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού κανονισμού 355/79 τού Συμβουλίου τής 5ης Φεβρουαρίου 1979 , ο οποίος θεσπίζει τούς γενικούς κανόνες γιά τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση οίνων καί γλευκών σταφυλής ( ABl . L 54 , σ . 99 , ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 54 , τόμ . 03/024 , σ . 200 ).
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο διαφοράς μεταξύ τής επιχειρήσεως A . Weigand , χονδρικής εμπορίας οίνων , καί τού Schutzverband Deutscher Wein e.V . ( συνδέσμου γιά τήν προστασία τού γερμανικού οίνου ).
3 Η εταιρεία Weigand εμπορεύεται οίνους ποιότητας παραγόμενους σέ ορισμένες περιοχές , μεταξύ άλλων μέ τίς περιγραφές «Klosterdoktor» καί «Schlossdoktor» . Οι δύο αυτές περιγραφές έχουν καταχωρισθεί στό βιβλίο εμπορικών σημάτων στή Γερμανία από τό 1930 .
4 Στίς επιγραφές της καί στίς διαφημίσεις της , η Weigand χρησιμοποιεί τίς περιγραφές πού προαναφέρθηκαν , συνδυασμένες μέ ενδείξεις καταγωγής καί ποιότητας , οπως «Bereich Bingen-Rheinhessen , Qualitaetswein mit Praedikat» ( «Spaetlese» , «Auslese» ) «Bereich Mittelhardt — Deutsche Weinstrasse und Rheinland-Pfalz , Qualitaetswein» . Οι επιγραφές περιλαμβάνουν ακόμα τήν παράσταση μοναχού πού πίνει οινο,κοιτάζοντας από τό παράθυρο τού γραφείου του ( «Klosterdoktor» ) ή τήν προσωπογραφία ενός «Schlossdoktor» μέ παραδοσιακή ενδυμασία , δίπλα στήν οποία υπάρχει μερικές φορές τό κείμενο ενός τραγουδιού σχετικού μέ τήν οινοποσία .
5 Ο Schutzverband Deutscher Wein , οργανισμός προστασίας τού θεμιτού ανταγωνισμού , ενήγαγε τήν Weigand ενώπιον τού Landgericht τού Mannheim , υποστηρίζοντας οτι οι επίδικες περιγραφές ειναι τέτοιας φύσεως ωστε νά παραπλανούν , τόσο κατά τήν έννοια τού γερμανικού νόμου περί οίνου ( «Weingesetz» ) οσο καί τού νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού ( «Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb» , «UWG» ), διότι δημιουργούν τήν εντύπωση οτι πρόκειται γιά ορισμένο τόπο ( «Lage» ). Κατά τήν άποψή του , οι περιγραφές «Klosterdoktor» καί «Schlossdoktor» υπενθυμίζουν τήν περιγραφή «Doktor» , γνωστή ως ονομασία ορισμένου τόπου , η οποία ειναι αρκετά διαδεδομένη στίς οινοπαραγωγικές περιοχές τής Γερμανίας . Οι λέξεις «Schloss-» καί «Kloster-» , πού θυμίζουν κτίρια , αποτελούν επίσης γεωγραφικές ενδείξεις , διότι ειναι συνώνυμες μέ ονομασίες ορισμένων τόπων ή διότι εμφανίζονται σέ πολλά ονόματα τέτοιων τόπων . Προκαλείται έτσι παραπλάνηση ως πρός τή γεωγραφική προέλευση τού οίνου .
6 Η παράγραφος 3 τού UWG προβλέπει , μεταξύ άλλων , οτι οποιοσδήποτε παρέχει , κατά τίς εμπορικές συναλλαγές πρός τό σκοπό ανταγωνισμού , παραπλανητικές ενδείξεις ως πρός τήν ποιότητα , τήν καταγωγή ή τόν τρόπο παρασκευής τών εμπορευμάτων μπορεί νά υποχρεωθεί δικαστικώς νά παύσει νά χρησιμοποιεί τίς ενδείξεις αυτές .
7 Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από τό Landgericht τού Mannheim , αλλά έγινε δεκτή από τό Oberlandesgericht Karlsruhe , τό οποίο απαγόρευσε στήν Weigand νά θέτει στήν αγορά ή νά διαφημίζει υπό οποιαδήποτε μορφή οινο μέ τήν περιγραφή «Klosterdoktor» ή «Schlossdoktor» .
8 Σύμφωνα μέ τή διάταξη παραπομπής , τό Bundesgerichtshof κρίνει οτι , βάσει τής παραγράφου 3 τού UWG , η αγωγή ειναι βάσιμη . Η δημιουργούμενη σύγχυση προκύπτει από τό γεγονός οτι σημαντικό τμήμα τών ενδιαφερόμενων εμπορικών κύκλων σχηματίζει , από τίς υπό αμφισβήτηση περιγραφές , τήν ανακριβή εντύπωση οτι ο οινος προέρχεται από συγκεκριμένη περιοχή , εντύπωση πού επηρεάζει τή διάθεση γιά αγορά , καθώς οι οινοι ορισμένου τόπου καταγωγής εκτιμώνται περισσότερο από τούς κεκραμένους οίνους . Η εντύπωση οτι πρόκειται γιά οινο ορισμένου αμπελώνα οφείλεται στό γεγονός οτι οι περιγραφές «Klosterdoktor» καί «Schlossdoktor» θυμίζουν τήν περιγραφή «Doktor» γνωστή ως περιγραφή ορισμένου αμπελώνα πού απαντάται συχνά στίς γερμανικές οινικές περιφέρειες καί η οποία έχει επίσης αποκτήσει παγκόσμια φήμη ως «Bernkasteler Doktor» .
9 Η Weigand , υποστήριξε ενώπιον τού Bundesgerichtshof οτι η παράγραφος 3 τού UWG δέν έχει εφαρμογή στήν παρούσα περίπτωση , δεδομένου οτι οι επιλεγείσες περιγραφές ειναι νόμιμες σέ σχέση μέ τούς κανόνες τού κοινοτικού δικαίου , πού αναφέρονται στήν περιγραφή τών οίνων , ιδίως τό άρθρο 43 παράγραφος 1 τού κανονισμού 355/79 τού Συμβουλίου , καί οι οποίοι ρυθμίζουν πλήρως τό θέμα αυτό . Οι επίδικες ονομασίες , πράγματι , ειναι καθαρά φανταστικές περιγραφές πού δέν μπορούν νά δημιουργήσουν σύγχυση μέ οποιαδήποτε πραγματική ένδειξη καταγωγής .
10 Γιά νά μπορέσει νά αποφανθεί επί τής επιχειρηματολογίας αυτής τό Bundesgerichtshof υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
«1 . Η λέξη «σύγχυση» , πού περιέχεται στό άρθρο 43 παράγραφος 1 τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 355/79 ( ABl . L 54 τής 5 . 2 . 1979 , σ . 99 επ ., ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 54 , τόμ . 03/024 , σ . 200 επ .) καί/ή οι λέξεις «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» πού περιέχονται στό άρθρο 8 στοιχείο γ καί στό άρθρο 18 στοιχείο γ τού κανονισμού αυτού , πρέπει νά νοηθούν , αντίθετα από τίς λέξεις «εσφαλμένη γνώμη» [ : παραπλάνηση] , πού περιέχονται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τού ίδιου κανονισμού , υπό τήν έννοια οτι καλύπτουν μόνο τήν περίπτωση κατά τήν οποία :
α ) τό σήμα συγχέεται στίς εμπορικές σχέσεις μέ ενα άλλο συγκεκριμένο σήμα ή περιγραφή ( στήν παρούσα περίπτωση μέ τήν περιγραφή ενός ορισμένου τόπου ) ή
β)πρέπει νά θεωρηθεί οτι αποτελούν επίσης περιγραφές ή ενδείξεις ικανές νά δημιουργήσουν σύγχυση εκείνες πού δημιουργούν στό κοινό τήν πεποίθηση οτι πρόκειται γιά όνομα ή γιά μέρος ονόματος ενός οινοπαραγωγικού τόπου πού στήν πραγματικότητα ειναι ανύπαρκτος ή γιά τήν περιγραφή ενός αμπελώνα , ανύπαρκτου στήν πραγματικότητα ;
2.Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό ερώτημα 1 β :
α)Μιά περιγραφή καί παρουσίαση ( στήν προκειμένη περίπτωση μιά επιγραφή ) πού δέν μπορούν νά τεθούν σέ αμφισβήτηση σύμφωνα μέ τό άρθρο 43 παράγραφος 1 , εμπίπτουν ενδεχομένως στό άρθρο 43 παράγραφος 2 ή τό άρθρο 43 παράγραφος 1 ρυθμίζει πλήρως τό θέμα τής περιγραφής τών προϊόντων ;
β)Τό άρθρο 43 τού κανονισμού επιτρέπει τήν εφαρμογή αυστηροτέρων εθνικών διατάξεων , παραδείγματος χάριν , τής παραγράφου 3 τού «Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb» ( νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού ), οταν πρόκειται γιά παραπλάνηση τών καταναλωτών η οποία προκαλείται από μιά περιγραφή πού δίνει τήν εντύπωση ενός ορισμένου τόπου , χωρίς ωστόσο νά μπορεί πράγματι νά προκληθεί σύγχυση μέ τό όνομα ορισμένων υπαρκτών τόπων;»
11 Τό άρθρο 54 παράγραφος 1 τού κανονισμού 337/79 τού Συμβουλίου , τής 5ης Φεβρουαρίου 1979 , περί κοινής οργανώσεως τής αμπελοοινικής αγοράς ( ABl . L 54 , σ . 1 , ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . 54 , τόμ . 03/024 , σ . 112 ) προβλέπει οτι τό Συμβούλιο θεσπίζει «τούς κανόνες τούς σχετικούς μέ τήν περιγραφή καί τήν παρουσίαση τών προϊόντων πού αναφέρονται στό άρθρο 1» . Οι κανόνες αυτοί αποτελούν τό αντικείμενο τού κανονισμού 355/79 , τού οποίου η ερμηνεία αμφισβητείται ενώπιον τού Bundesgerichtshof .
12 Τά άρθρα 8 , 18 καί 43 τού κανονισμού αυτού , στά οποία αναφέρονται τά ερωτήματα τού Bundesgerichtshof , πρέπει νά ερμηνευτούν στό πλαίσιο τών κανόνων πού αναφέρονται στήν κοινή οργάνωση τής αμπελοοινικής αγοράς , τής οποίας αποτελούν τμήμα . Η οργάνωση αυτή αποβλέπει στήν πραγματοποίηση τής ελεύθερης κυκλοφορίας τών αμπελουργικών προϊόντων σ’ ολη τήν Κοινότητα , καθιερώνοντας ταυτόχρονα τήν ισορροπία τής αγοράς στά πλαίσια μιάς πολιτικής πού αποσκοπεί στή διατήρηση καί βελτίωση τής ποιότητας τών οίνων πού διατίθενται στήν κατανάλωση . Μέ τήν προοπτική αυτή ο κανονισμός 355/79 υπηρετεί τόν ειδικό τής διασφαλίσεως τής υγείας τής αγοράς σχετικά μέ τήν περιγραφή καί παρουσίαση τών οίνων , πρός τό συμφέρον τών καταναλωτών ολων τών Κρατών μελών καί τής διευκολύνσεως τών καταλλήλων ελέγχων .
13 Ο αντικειμενικός αυτός σκοπός υπογραμμίζεται τόσο στή 45η αιτιολογική σκέψη τού προοιμίου τού κανονισμού 337/79 , σύμφωνα μέ τήν οποία «οι απάτες καί οι νοθείες πρέπει νά αντιμετωπιστούν μέ αποτελεσματικότητα καί ταχύτητα» οσο καί στή δεύτερη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 355/79 , σύμφωνα μέ τήν οποία «ο σκοπός κάθε περιγραφής καί παρουσιάσεως ειναι νά παρέχει πληροφορίες , τόσο ακριβείς καί σαφείς , οσο ειναι απαραίτητο γιά τήν εκτίμηση τών προϊόντων αυτών από τόν τυχόν αγοραστή καί από τούς δημόσιους οργανισμούς τούς επιφορτισμένους μέ τή διαχείριση καί τόν έλεγχο τού εμπορίου τών προϊόντων αυτών» .
14 Πρός τό σκοπό αυτό ο κανονισμός 355/79 απαγορεύει συστηματικά κάθε πρακτική πού ειναι σέ θέση νά προσβάλει τήν εντιμότητα τών πράξεων εμπορίας σέ ο,τι αφορά τήν ίδια τήν παρουσίαση τών οίνων καί τή διαφήμιση .
15 Αυτό συνιστά τό αντικείμενο τών άρθρων 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ , τά οποία απαγορεύουν , γιά τήν περιγραφή επιτραπεζίων οίνων καί οίνων ποιότητας από ορισμένο τόπο αντίστοιχα , τή χρήση στήν επιγραφή λέξεων , τμημάτων λέξεων , σημείων ή παραστάσεων , πού περιέχουν «ψευδείς ενδείξεις ή ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση , ιδίως ως πρός τή γεωγραφική καταγωγή , τήν ποικιλία τής αμπέλου , τό έτος συγκομιδής ή μιά ένδειξη πού αφορά μιά ανώτερη ποιότητα» .
16 Ανάλογες εκφράσεις περιέχει , εξάλλου , καί η γενική διάταξη τού άρθρου 43 , τής οποίας η πρώτη παράγραφος απαγορεύει στήν περιγραφή καί παρουσίαση τών οίνων κάθε ένδειξη «δυνάμενη νά δημιουργήσει σύγχυση ως πρός τή φύση , τήν καταγωγή καί τή σύνθεση τού προϊόντος» . Η διάταξη αυτή παραπέμπει , εξάλλου , προκειμένου γιά τούς κοινοτικούς οίνους , στίς λεπτομερείς απαιτήσεις τών άρθρων 2 καί 12 , οι οποίες αφορούν , κυρίως , τίς πληροφορίες τίς σχετικές μέ τήν κατάταξη , τήν προέλευση , τή συσκευασία καί τά χαρακτηριστικά τών προϊόντων .
17 Η παράγραφος 2 τού ίδιου άρθρου 43 απαγορεύει κάθε πρακτική πού μπορεί νά προκαλέσει «εσφαλμένη γνώμη» [:παραπλάνηση] , δηλαδή απατηλή εμφάνιση ως πρός τά εν λόγω προϊόντα μέ τήν περιγραφή καί παρουσίασή τους κατά τή διαφήμιση . Καθώς η περιγραφή καί παρουσίαση στήν επιγραφή , πού αναφέρονται στά άρθρα 8 , 18 καί 43 παράγραφος 1 , αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα κάθε διαφημίσεως πού εμπίπτει στήν παράγραφο 2 , δέν μπορεί νά δοθεί διαφορετική ερμηνεία στίς εκφράσεις τών διατάξεων πού αναφέρθηκαν .
18 Οι διατάξεις αυτές συμβάλλουν στήν επίτευξη τού ίδιου σκοπού , πού ειναι η εξάλειψη , κατά τή διάθεση τών οίνων , κάθε πρακτικής πού μπορεί νά δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις , χωρίς νά έχει σημασία άν η πρακτική αυτή προκαλεί στό εμπόριο ή στούς καταναλωτές σύγχυση μέ ορισμένα άλλα προϊόντα ή τήν εσφαλμένη εντύπωση μιάς καταγωγής ή χαρακτηριστικών πού στήν πραγματικότητα ειναι ανύπαρκτα .
19 Συνεπώς , δέν μπορεί νά δοθεί στίς εκφράσεις πού χρησιμοποιούνται στά άρθρα 8 , 18 καί 43 παράγραφος 1 , μιά ερμηνεία στενότερη σέ σχέση μ’ εκείνη τού άρθρου 43 παράγραφος 2 , διότι ολες αυτές οι εκφράσεις πρέπει νά λογισθούν οτι έχουν τήν ίδια έννοια καί νά νοηθούν ως αποβλέπουσες στήν εξάλειψη από τήν αμπελοοινική αγορά , όχι μόνο κάθε ενδεχόμενης συγχύσεως υπό τή στενή έννοια τού ορου , αλλά ακόμα καί τής χρήσεως κάθε είδους παραπλανητικών ενδείξεων , χωρίς νά έχει σημασία άν πρόκειται γιά τήν παρουσίαση τών ίδιων τών προϊόντων ή γιά τή διαφήμιση .
20 Πρέπει λοιπόν νά δοθεί ως απάντηση στό πρώτο ερώτημα οτι οι οροι «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» , οπως χρησιμοποιούνται στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ τού κανονισμού 355/79 , καθώς επίσης καί οι οροι «σύγχυση» καί «εσφαλμένη γνώμη» [:παραπλάνηση] , οπως αναφέρονται στό άρθρο 43 τού ίδιου κανονισμού , πρέπει νά νοηθούν οτι αφορούν όχι μόνο τίς ενδείξεις πού ειναι δυνατό νά δημιουργήσουν σύγχυση μέ τίς ενδείξεις πού αναφέρονται σ’ εναν ορισμένο τόπο ( «Lage» ), αλλά επίσης κάθε περιγραφή πού ειναι σέ θέση νά δημιουργήσει στό κοινό τήν πεποίθηση οτι πρόκειται γιά τό όνομα ή μέρος ονόματος ενός οινοπαραγωγικού τόπου πού στήν πραγματικότητα ειναι ανύπαρκτος ή γιά τήν περιγραφή ενός ανύπαρκτου στήν πραγματικότητα ορισμένου τόπου .
21 Εν όψει τής απαντήσεως στό πρώτο ερώτημα , τό δεύτερο ερώτημα στερείται αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
22 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Bundesgerichtshof μέ διάταξη τής 19ης Δεκεμβρίου 1979 αποφαίνεται :
Οι οροι «ενδείξεις δυνάμενες νά δημιουργήσουν σύγχυση» , οπως χρησιμοποιούνται στά άρθρα 8 στοιχείο γ καί 18 στοιχείο γ τού κανονισμού 355/79 , καθώς επίσης καί οι οροι «σύγχυση» καί «εσφαλμένη γνώμη» [:παραπλάνηση] , οπως αναφέρονται στό άρθρο 43 τού ίδιου κανονισμού , πρέπει νά νοηθούν οτι αφορούν όχι μόνο τίς ενδείξεις πού ειναι δυνατό νά δημιουργήσουν σύγχυση μέ τίς ενδείξεις πού αναφέρονται σ’ εναν ορισμένο τόπο ( «Lage» ), αλλά επίσης κάθε περιγραφή πού ειναι σέ θέση νά δημιουργήσει στό κοινό τήν πεποίθηση οτι πρόκειται γιά τό όνομα ή μέρος ονόματος ενός οινοπαραγωγικού τόπου πού στήν πραγματικότητα ειναι ανύπαρκτος ή γιά τήν περιγραφή ενός ανύπαρκτου στήν πραγματικότητα ορισμένου τόπου .
Full & Egal Universal Law Academy