Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Βιομηχανική καί εμπορική ιδιοκτησία — Δικαιώματα — Προστασία — Ανάλωση τών δικαιωμάτων — Εμπόρευμα πού καλύπτεται μέ δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή δικαίωμα επί τού σήματος — Νόμιμη διάθεση στό εμπόριο σ’ ενα Κράτος μέλος — Απαγόρευση εισαγωγής σέ άλλο Κράτος μέλος — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 30 καί 36 )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού — Εφαρμογή στά εισαγόμενα προϊόντα — Τό γεγονός τής εισαγωγής δέν μπορεί νά αποτελέσει πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 30 )
3 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Διατάξεις τής συνθήκης — Επιτακτικός χαρακτήρας — Παρεκκλίσεις πού συμφωνούνται μεταξύ ιδιωτών — Απαράδεκτο
Περίληψη
1 . Όπως προκύπτει από τό άρθρο 36 τής συνθήκης ΕΟΚ ιδίως τό δεύτερο εδάφιό του , καθώς καί από τά συμφραζόμενα , καίτοι η συνθήκη δέν επηρεάζει τήν υπαρξη τών δικαιωμάτων πού αναγνωρίζονται , από τή νομοθεσία ενός Κράτους μέλους περί βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας , η άσκηση αυτών τών δικαιωμάτων μπορεί , κατά τίς περιστάσεις , νά περιοριστεί από τίς απαγορεύσεις τής συνθήκης . Τό άρθρο 36 , εισάγοντας εξαίρεση σέ μιά από τίς θεμελιώδεις αρχές τής κοινής αγοράς , δέ δέχεται , πράγματι , παρεκκλίσεις στήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων , παρά μόνο κατά τό μέτρο πού οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται από τή διασφάλιση τών δικαιωμάτων πού αποτελούν τό ειδικό αντικείμενο αυτής τής μορφής ιδιοκτησίας . Τό δικαίωμα λοιπόν τής αποκλειστικότητας , πού εγγυάται η νομοθεσία περί βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας , εξαντλεί τά αποτελέσματά του από τή στιγμή πού τό προϊόν διοχετεύεται νόμιμα στήν αγορά άλλου Κράτους μέλους από τόν ίδιο τό δικαιούχο ή μέ συναίνεσή του .
Επομένως η δικαστική αρχή ενός Κράτους μέλους δέν μπορεί νά απαγορεύσει , δυνάμει ενός δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή ενός δικαιώματος επί τού σήματος , τήν εμπορία στό έδαφος τού κράτους αυτού , ενός εμπορεύματος πού καλύπτεται μέ ενα από τά δικαιώματα αυτά , από τή στιγμή πού τό εμπόρευμα αυτό διοχετεύεται μέ νόμιμο τρόπο στό εμπόριο , σέ άλλο Κράτος μέλος , από τό δικαιούχο τών δικαιωμάτων αυτών ή μέ τή συναίνεσή του .
2 . Τό κοινοτικό δίκαιο δέν εμποδίζει , κατ’ αρχήν , τήν εφαρμογή σ’ ενα Κράτος μέλος , επί τών εμπορευμάτων πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη τών κανόνων εμπορίας πού ισχύουν στό κράτος εισαγωγής . Επομένως , η εμπορία εμπορευμάτων πού έχουν εισαχθεί μπορεί νά απαγορευθεί , οταν οι συνθήκες , υπό τίς οποίες πραγματοποιήθηκε η διάθεσή τους πρός πώληση , συνιστούν παράβαση τών συναλλακτικών ηθών , πού θεωρούνται κανονικά καί θεμιτά στό Κράτος μέλος τής εισαγωγής .
Ωστόσο , αυτή καθαυτή η εισαγωγή ενός εμπορεύματος , πού τέθηκε νόμιμα στό εμπόριο σέ άλλο Κράτος μέλος , δέν μπορεί νά θεωρηθεί ως μή κανονική καί αθέμιτη εμπορική πράξη , καθ’ οσον ενας τέτοιος χαρακτηρισμός δέν μπορεί νά αποδοθεί στή διάθεση πρός πώληση , παρά μόνο λόγω περιστάσεων διαφορετικών από τήν εισαγωγή αυτή καθαυτή .
3 . Σέ καμιά περίπτωση , συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών δέν μπορούν νά παρεκκλίνουν από τίς επιτακτικές διατάξεις τής συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 58/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Hoejesteret ( Ανωτάτου Δικαστηρίου τής Δανίας ) πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού , μεταξύ
DANSK SUPERMARKED A/S , μέ εδρα τό Aarhus ,
καί
A/S IMERCO , μέ εδρα τό Glostrup/Copenhague ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 30 καί 85 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού κανονισμού 67/67 τής Επιτροπής , τής 22ας Μαρτίου 1967 , περί εφαρμογής τού άρθρου 85 παράγραφος 3 τής συνθήκης σέ κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικότητας , σέ σχέση μέ τή νομοθεσία τής Δανίας στόν τομέα τού δικαιώματος τού δημιουργού , τού δικαιώματος επί τού σήματος καί τού αθέμιτου ανταγωνισμού ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 14ης Φεβρουαρίου 1980 , πού περιήλθε στό δικαστήριο στίς 18 Φεβρουαρίου , τό Hoejesteret τής Δανίας υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα , σχετικό , κατ’ ουσία , μέ τήν ερμηνεία τών άρθρων 30 καί 36 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ σκοπό νά προσδιοριστεί η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων τής εθνικής νομοθεσίας περί τού δικαιώματος τού δημιουργού , τού δικαιώματος επί τού σήματος καί τών εμπορικών πρακτικών επί προϊόντων πού εισάγονται από άλλο Κράτος μέλος .
2 Όπως προκύπτει από τό φάκελο τής υποθέσεως , η εταιρεία Imerco A/S , αναιρεσίβλητη στήν κύρια δίκη , ενωση δανών εμπόρων ειδών κιγκαλερίας , κατασκεύασε στό Ηνωμένο Βασίλειο , μέ τήν ευκαιρία τού εορτασμού , κατά τό 1978 , τής 50ής επετείου τής ιδρύσεώς της , ενα φαβεντιανό σερβίτσιο , τού οποίου τά κομμάτια διακοσμούνται μέ εικόνες βασιλικών πύργων τής Δανίας καί φέρουν στό κάτω μέρος τό εμπορικό σήμα τής Imerco καί μνεία τής 50ής της επετείου . Η αποκλειστική πώληση αυτού τού σερβίτσιου επιφυλάχθηκε στούς εμπόρους ειδών κιγκαλερίας , μέλη τής Imerco . Συμφωνήθηκε δέ μεταξύ τής Imerco καί τού άγγλου κατασκευαστή οτι τά κομμάτια «δεύτερης διαλογής» , πού αντιπροσώπευαν περίπου τό 20 % τής παραγωγής τού σερβίτσιου εξαιτίας τών κριτηρίων επιλογής πού εφαρμόστηκαν , μπορούσαν νά διοχετευθούν στό εμπόριο από τόν κατασκευαστή στό Ηνωμένο Βασίλειο , αλλά σέ καμιά περίπτωση δέν μπορούσαν νά εξαχθούν στή Δανία ή σέ άλλες σκανδιναβικές χώρες .
3 Η Dansk Supermarked A/S αναιρεσείουσα στήν κύρια δίκη , ιδιοκτήτρια πολλών υπεραγορών , αφού κατόρθωσε νά προμηθευτεί από εμπορευόμενους ορισμένα σερβίτσια πού ειχαν διατεθεί στήν αγορά τού Ηνωμένου Βασιλείου , τά εξέθεσε πρός πώληση στή Δανία , σέ τιμές αισθητά κατώτερες από εκείνες πού ειχαν τά σερβίτσια πού πωλούσαν τά μέλη τής Imerco . Από τή δικογραφία δέν προκύπτει άν τά εν λόγω σερβίτσια πωλήθηκαν στό Ηνωμένο Βασίλειο σάν «δεύτερης διαλογής» . Εν πάση περιπτώσει , οι πελάτες τής Dansk Supermarked φαίνεται πώς δέν ειδοποιήθηκαν γιά κάτι τέτοιο .
4 Αφού η Dansk Supermarked αρνήθηκε νά αποσύρει τά πρός πώληση σερβίτσια μετά τίς διαμαρτυρίες τής εταιρείας Imerco , η τελευταία απευθύνθηκε στό byret d’ Aarhus καί πέτυχε από αυτό , κατά τή διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , τήν από 22 Ιουνίου 1978 διάταξη πού απαγόρευσε στή Dansk Supermarked τή διάθεση στό εμπόριο τών εν λόγω σερβίτσιων .
5 Μέ απόφασή του τής 19ης Μαρτίου 1979 , τό Soe- og Handelsret τής Κοπεγχάγης , επικύρωσε τήν απαγόρευση αυτή , θεωρώντας οτι η Dansk Supermarked ενήργησε αντίθετα πρός τά συνήθη συναλλακτικά ήθη καί παρέβη τά άρθρα 1 καί 5 τού νόμου περί εμπορικών πρακτικών ( lov om markedsfoering ) 297 , τής 14ης Ιουνίου 1974 . Τό δικαστήριο δέν έκρινε αναγκαίο νά αποφανθεί καί περί ενδεχόμενης παραβιάσεως τής εθνικής νομοθεσίας περί δικαιώματος τού δημιουργού καί βιομηχανικών σημάτων , οπως προτάθηκε από τήν Imerco . Όσον αφορά τίς διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου , δηλαδή τά άρθρα 30 καί 85 τής συνθήκης ΕΟΚ , καθώς καί τόν κανονισμό 67/67 τής 22ας Μαρτίου 1967 ( JO σ . 849 , ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 57 , τόμ . 08/001 , σ . 65 ), τίς οποίες επικαλέστηκε πρός άμυνά της η Dansk Supermarked τό δικαστήριο δέν τίς έλαβε υπόψη του , θεωρώντας οτι η απαγόρευση πού επέβαλε στή Dansk Supermarked δέν ηταν τέτοιας φύσεως ωστε νά συνιστά εμπόδιο στήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων μεταξύ Κρατών μελών τής Κοινότητας .
6 Η Dansk Supermarked άσκησε αναίρεση κατά τής αποφάσεως αυτής ενώπιον τού Hoejesteret , ισχυρισθείσα οτι οι διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου πού αναφέρθηκαν παρεμποδίζουν τήν εφαρμογή τού δανικού νόμου περί εμπορικών πρακτικών , δυνάμει τού οποίου τό Soe- og Handelsret ειχε απαγορεύσει τή διάθεση στό εμπόριο τών εν λόγω σερβίτσιων . Πρός τό σκοπό ακριβώς τής λήψεως αποφάσεως επί τής αμφισβητήσεως αυτής , τό Hoejesteret έθεσε στό Δικαστήριο τό ακόλουθο ερώτημα :
«Εμποδίζουν ορισμένες διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ , ή πράξεις πού εκδόθηκαν γιά τήν εφαρμογή τους , τήν εφαρμογή , στήν παρούσα περίπτωση , τών δανικών νόμων περί δικαιώματος τού δημιουργού , περί δικαιώματος επί τού σήματος ή περί εμπορικών πρακτικών;»
7 Από τή δικογραφία προκύπτει οτι μέ τό ερώτημα αυτό τό Hoejesteret θέλει νά μάθει άν , καί μέ ποιούς ορους , οι διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ μπορούν ενδεχομένως νά αντιταχθούν στήν εφαρμογή τής εθνικής νομοθεσίας πού αφορά , αφ’ ενός μέν , τό δικαίωμα τού δημιουργού καί τό δικαίωμα επί τού σήματος καί , αφ’ ετέρου , τίς διατάξεις περί εμπορικών πρακτικών πού αποτελούν τό αντικείμενο τού νόμου 297 τής 14ης Ιουνίου 1974 , ο οποίος εκτέθηκε ανωτέρω .
8 Οι διατάξεις τής συνθήκης πού σχετίζονται μέ τό ερώτημα αυτό ειναι τό άρθρο 30 , πού αναφέρεται στήν κατάργηση τών ποσοτικών περιορισμών επί τών εξαγωγών καί τών μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος , καθώς καί τό άρθρο 36 κατά τό μέτρο πού αφορά τό θέμα τών δικαιωμάτων βιομηχανικής καί εμπορικής προστασίας . Αντίθετα , από τή δικογραφία προκύπτει οτι γιά τή διαφορά πού αποτελεί τό αντικείμενο τής κύριας δίκης δέν ενδιαφέρουν οι διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού , δηλαδή τό άρθρο 85 τής συνθήκης ΕΟΚ καί ο κανονισμός 67/67 πού επικαλέστηκε η Dansk Supermarked . Δέν ειναι επομένως αναγκαίο νά ληφθούν υπόψη οι διατάξεις αυτές , γιά νά δοθεί απάντηση στό ερώτημα πού υποβλήθηκε .
9 Τό ερώτημα λοιπόν αυτό πρέπει νά εννοηθεί οτι αποβλέπει στό νά διευκρινισθεί άν ενα εμπόρευμα , πού τέθηκε νόμιμα στό εμπόριο σ’ ενα Κράτος μέλος μέ τή συναίνεση τής επιχειρήσεως πού έχει τό δικαίωμα διαθέσεώς του , μπορεί , δυνάμει συμβάσεως μεταξύ τής επιχειρήσεως αυτής καί τού κατασκευαστή , νά απαγορευθεί νά διατίθεται στό εμπόριο εντός Κράτους μέλους , είτε βάσει τής εθνικής νομοθεσίας περί προστασίας τού δικαιώματος τού δημιουργού ή τού δικαιώματος επί τού σήματος , είτε , ακόμα , βάσει τής νομοθεσίας περί εμπορικών πρακτικών .
Περί τής νομοθεσίας πού αναφέρεται στήν προστασία τού δικαιώματος τού δημιουργού καί τού δικαιώματος επί τού σήματος
10 Η Imerco επικαλέστηκε τίς εθνικές διατάξεις περί προστασίας τού δικαιώματος τού δημιουργού καί τού δικαιώματος επί τού σήματος , αφ’ ενός μέν , λόγω τής δημιουργικής προσπάθειας πού αντιπροσωπεύει η σύλληψη καί εκτέλεση τού σερβίτσιου , αφ’ ετέρου δέ , διότι έθεσε επ’ αυτού τήν εμπορική της ονομασία .
11 Γιά τό θέμα αυτό αρκεί η παραπομπή στήν πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου , οπως εκφράζεται ιδίως στήν απόφαση τής 22ας Ιουνίου 1976 ( Terrapin Overseas Ltd , 119/5 , Rec . σ . 1039 ). Υπενθυμίζεται οτι , λόγω τής υπάρξεως τών διατάξεων τής συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων καί , ειδικότερα , τού άρθρου 30 , απαγορεύονται μεταξύ τών Κρατών μελών μέτρα περιοριστικά τών εισαγωγών καί κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος . Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 36 , η διάταξη αυτή δέν αποτελεί εμπόδιο γιά απαγορεύσεις ή περιορισμούς τών εισαγωγών πού δικαιολογούνται λόγω προστασίας τής βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας . Όπως ομως προκύπτει από τό άρθρο αυτό , ιδίως τό δεύτερο εδάφιό του , καθώς καί από τά συμφραζόμενα , καίτοι η συνθήκη δέν επηρεάζει τήν υπαρξη τών δικαιωμάτων πού αναγνωρίζονται από τή νομοθεσία ενός Κράτους μέλους περί βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας , η άσκηση αυτών τών δικαιωμάτων μπορεί , κατά τίς περιστάσεις , νά περιοριστεί από τίς απαγορεύσεις τής συνθήκης . Τό άρθρο 36 , εισάγοντας εξαίρεση σέ μιά από τίς θεμελιώδεις αρχές τής κοινής αγοράς , δέ δέχεται πράγματι παρεκκλίσεις από τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων , παρά μόνο κατά τό μέτρο πού οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται από τή διασφάλιση τών δικαιωμάτων πού αποτελούν τό ειδικό αντικείμενο αυτής τής μορφής ιδιοκτησίας . Τό δικαίωμα λοιπόν τής αποκλειστικότητας , πού εγγυάται η νομοθεσία περί βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας , αναλώνεται από τή στιγμή πού τό προϊόν διοχετεύεται νόμιμα στήν αγορά άλλου Κράτους μέλους από τόν ίδιο τό δικαιούχο ή μέ τή συναίνεσή του .
12 Τό ερώτημα λοιπόν πού υποβλήθηκε πρέπει , κατ’ αρχάς , νά απαντηθεί ως εξής : τά άρθρα 30 καί 36 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι η δικαστική αρχή ενός Κράτους μέλους δέν μπορεί νά απαγορεύσει , δυνάμει δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή δικαιώματος επί τού σήματος , τή διάθεση στό εμπόριο , στό έδαφος τού εν λόγω κράτους , ενός εμπορεύματος πού καλύπτεται μέ ενα από τά δικαιώματα αυτά , από τή στιγμή πού τό εμπόρευμα αυτό διοχετεύτηκε κατά νόμιμο τρόπο στό εμπόριο στό έδαφος άλλου Κράτους μέλους από τό δικαιούχο τών δικαιωμάτων αυτών ή μέ τή συναίνεσή του .
Περί τής εφαρμογής τών κανόνων διαθέσεως στό εμπόριο
13 Ο δανικός νόμος τής 14ης Ιουνίου 1974 , πού επικαλέστηκε η εταιρεία Imerco , επιβάλλει στίς επιχειρήσεις τήν υποχρέωση νά τηρούν , κατά τήν άσκηση τής δραστηριότητάς τους , τίς απαιτήσεις μιάς κανονικής εμπορικής πρακτικής . Επιτρέπει στά αρμόδια δικαστήρια νά εκδίδουν διατάξεις πού απαγορεύουν κάθε πράξη η οποία έχει διαπραχθεί κατά παράβαση τών διατάξεων τού νόμου καί προβλέπει κυρώσεις γιά τήν περίπτωση πού θά αγνοηθεί μιά τέτοια διάταξη . Όπως εξήγησε η δανική κυβέρνηση , ο νόμος αυτός προσομοιάζει σέ πολλά σημεία μέ τή νομοθεσία πού ισχύει σέ άλλα Κράτη μέλη σχετικά μέ τήν καταστολή τού αθέμιτου ανταγωνισμού , επιπλέον ομως επιδιώκει καί άλλους στόχους , ιδίως στόν τομέα τής προστασίας τών καταναλωτών .
14 Τό ερώτημα πού υπέβαλε τό Hoejesteret αποσκοπεί νά διευκρινιστεί τό άν μπορεί νά θεωρηθεί ως μή κανονική εμπορική πρακτική η διάθεση πρός πώληση στή Δανία ενός εμπορεύματος , πού έχει διοχετευθεί στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους , μέ συμφωνία τής δανικής επιχειρήσεως , αλλά υπό τόν ορο οτι τό εμπόρευμα αυτό δέ θά εξαχθεί στή Δανία , ωστε νά ανταγωνισθεί εκεί ενα εμπόρευμα πού διατίθεται στό εμπόριο κατ’ αποκλειστικότητα από τήν ενδιαφερόμενη επιχείρηση .
15 Εν όψει τής απαντήσεως στό ερώτημα αυτό , πρέπει νά παρατηρηθεί , προκαταρκτικά , οτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν εμποδίζει , κατ’ αρχήν , τήν εφαρμογή , εντός ενός Κράτους μέλους , επί τών εμπορευμάτων πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη τών κανόνων εμπορίας πού ισχύουν στό κράτος εισαγωγής . Επομένως , η διάθεση στό εμπόριο εμπορευμάτων πού έχουν εισαχθεί , μπορεί νά απαγορευθεί , οταν οι συνθήκες , υπό τίς οποίες πραγματοποιήθηκε η διάθεσή τους πρός πώληση , συνιστούν παράβαση τών συναλλακτικών ηθών τά οποία θεωρούνται κανονικά καί θεμιτά στό Κράτος μέλος εισαγωγής .
16 Πρέπει , ωστόσο , νά υπογραμμιστεί , οπως τό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπό διαφορετικές περιστάσεις στήν απόφασή του τής 25ης Νοεμβρίου 1971 ( Beguelin , 22/71 , Rec . σ . 949 ), οτι αυτή καθαυτή η εισαγωγή ενός εμπορεύματος πού τέθηκε νόμιμα στό εμπόριο σέ άλλο Κράτος μέλος , δέν μπορεί νά θεωρηθεί ως μή κανονική καί αθέμιτη εμπορική πράξη , καθ’ οσον ενας τέτοιος χαρακτηρισμός δέν μπορεί νά αποδοθεί στή διάθεση πρός πώληση , παρά μόνο λόγω περιστάσεων διαφορετικών από τήν εισαγωγή αυτή καθαυτή .
17 Πρέπει , επιπλέον , νά παρατηρηθεί οτι σέ καμιά περίπτωση συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών δέν μπορούν νά παρεκκλίνουν από τίς επιτακτικές διατάξεις τής συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων . Εξ αυτού προκύπτει οτι δέν ειναι δυνατό νά γίνει επίκληση μιάς συμβάσεως περί απαγορεύσεως εισαγωγής εντός Κράτους μέλους ενός εμπορεύματος πού έχει διατεθεί κατά νόμιμο τρόπο στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους ή νά ληφθεί αυτή υπόψη γιά τό χαρακτηρισμό τής διοχετεύσεως στήν αγορά αυτού τού προϊόντος ως κανονικής καί αθέμιτης εμπορικής πρακτικής .
18 Πρέπει λοιπόν , κατά δεύτερο λόγο , στό ερώτημα πού υποβλήθηκε νά δοθεί η απάντηση οτι τό άρθρο 30 τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνευτεί υπό τήν έννοια
— οτι η εισαγωγή , εντός Κράτους μέλους , ενός εμπορεύματος πού διοχετεύθηκε κατά νόμιμο τρόπο στήν αγορά άλλου Κράτους μέλους , δέν μπορεί , αυτή καθαυτή , νά χαρακτηριστεί ως μή κανονική καί αθέμιτη εμπορική πρακτική , υπό τήν επιφύλαξη πάντως τής ενδεχόμενης εφαρμογής τής νομοθεσίας τού κράτους εισαγωγής περί καταστολής τέτοιων πρακτικών ,
λόγω περιστάσεων ή τρόπων διαθέσεως πρός πώληση ανεξαρτήτων από τό ίδιο τό γεγονός τής εισαγωγής , καί
— οτι δέν ειναι δυνατό νά γίνει επίκληση μιάς συμβάσεως μεταξύ ιδιωτών , πού αποσκοπεί στήν απαγόρευση εισαγωγής ενός τέτοιου εμπορεύματος ή νά ληφθεί αυτή υπόψη γιά τό χαρακτηρισμό τής διοχετεύσεως στό εμπόριο αυτού τού εμπορεύματος ως μή κανονικής καί αθέμιτης εμπορικής πρακτικής .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Τά δικαστικά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τού Βασιλείου τής Δανίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού υπέβαλε τό Hoejesteret μέ διάταξη τής 14ης Φεβρουαρίου 1980 αποφαίνεται :
1 ) Τά άρθρα 30 καί 36 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι η δικαστική αρχή ενός Κράτους μέλους δέν μπορεί νά απαγορεύσει , δυνάμει ενός δικαιώματος τού δημιουργού ή ενός δικαιώματος επί τού σήματος , τή διάθεση στό εμπόριο , στό έδαφος τού κράτους αυτού , ενός εμπορεύματος πού καλύπτεται μέ ενα από τά δικαιώματα αυτά , από τή στιγμή πού τό εμπόρευμα αυτό διοχετεύεται μέ νόμιμο τρόπο στό εμπόριο , εντός άλλου Κράτους μέλους , από τό δικαιούχο τών δικαιωμάτων αυτών ή μέ τή συναίνεσή του .
2)Τό άρθρο 30 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευτεί υπό τήν έννοια
— οτι η εισαγωγή σέ Κράτος μέλος ενός εμπορεύματος , πού διοχετεύθηκε κατά νόμιμο τρόπο στήν αγορά άλλου Κράτους μέλους , δέν μπορεί , αυτή καθαυτή , νά χαρακτηριστεί ως μή κανονική καί αθέμιτη εμπορική πρακτική , υπό τήν επιφύλαξη πάντως τής ενδεχόμενης εφαρμογής τής νομοθεσίας τού κράτους εισαγωγής , περί καταστολής τέτοιων πρακτικών , λόγω περιστάσεων ή τρόπων διαθέσεως πρός πώληση ανεξαρτήτων από τό ίδιο τό γεγονός τής εισαγωγής , καί
—οτι δέν ειναι δυνατό νά γίνει επίκληση μιάς συμβάσεως μεταξύ ιδιωτών , πού αποσκοπεί στήν απαγόρευση εισαγωγής ενός τέτοιου εμπορεύματος ή νά ληφθεί αυτή υπόψη γιά τό χαρακτηρισμό τής διοχετεύσεως στό εμπόριο τού εμπορεύματος αυτού ως μή κανονικής καί αθέμιτης εμπορικής πρακτικής .
Full & Egal Universal Law Academy