Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Οργάνωση τών υπηρεσιών — Συμφέρον τής υπηρεσίας — Εξουσία εκτιμήσεως τής διοικήσεως — Ιατρική υπηρεσία — Προσδιορισμός τών διαφόρων έργων — Αρμοδιότης τής διοικήσεως — Όρια — Σεβασμός ανεξαρτησίας τής κρίσεως καί τής λήψεως αποφάσεων τών ιατρών — Εφαρμογή στήν πρακτική τών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη
2 . Υπάλληλοι — Οργάνωση τών υπηρεσιών — Ιεραρχική διάρθρωση — Εξουσία εκτιμήσεως τής διοικήσεως — Λήψη υπ’ όψη άλλων κριτηρίων πλήν τής αρχαιότητος τών υπαλλήλων — Επιτρεπτό
3 . Υπάλληλοι — Θέση — Ανάθεση ασαφών καθηκόντων — Δικαίωμα αρνήσεως τού ενδιαφερομένου
Περίληψη
1 . Οι αρμοδιότητες τών ιατρικών υπηρεσιών τών κοινοτικών οργάνων προσδιορίζονται , στό πλαίσιο τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλληλων , από τήν διοίκηση , σύμφωνα μέ τίς ανάγκες προσλήψεως προσωπικού ή τής λειτουργίας διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή ακόμα τής υγειονομικής εποπτείας τού προσωπικού καί τών εγκαταστάσεων . Η διοίκηση δικαιούται νά προσδιορίσει τήν φύση καί τήν έκταση τών διαφόρων ιατρικών έργων πού ανάγονται στούς ποικίλους αυτούς τομείς , μέ μόνη επιφύλαξη νά μή θίγεται η ανεξαρτησία κρίσεως καί αποφάνσεως τών ιατρών τούς οποίους απασχολεί , κατά τήν εκτέλεση τών καθηκόντων πού τούς έχουν ανατεθεί μέσα στό πλαίσιο πού έχει έτσι προσδιορισθεί καί κατά τίς περιπτώσεις κατά τίς οποίες καλούνται νά λάβουν , μέ δική τους ευθύνη , ωρισμένα ιατρικά μέτρα προληπτικού ή θεραπευτικού χαρακτήρος .
Οι συλλογισμοί αυτοί εφαρμόζονται εξ ίσου καί στήν πρακτική τών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη . Στήν διοίκηση εναπόκειται νά προσδιορίσει τήν φύση καί τήν έκταση τών εξετάσεων αυτών καί νά δώσει σχετικά τίς κατάλληλες οδηγίες στούς ιατρούς πού ειναι επιφορτισμένοι μέ τήν διενέργειά τους . Αυτά ειναι τά ορια εντός τών οποίων ασκείται η ελευθερία εκτιμήσεως τών ιατρών οσον αφορά τίς ιατρικής φύσεως διαπιστώσεις τους καί τήν εκτίμησή τους ως πρός τήν καταλληλότητα τών υποψηφίων .
2 . Η διοίκηση δέν υποχρεούται , κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών της , νά στηριχθεί αποκλειστικώς καί μόνο στό κριτήριο τής αρχαιότητος τών υπαλλήλων .
3 . Ο υπάλληλος δικαιούται νά αρνηθεί καθήκοντα τά οποία δύναται δικαίως νά θεωρεί ασαφή . Δέν δύναται , συνεπώς , νά θεωρηθεί επικριτέα η άρνησή του νά συμβάλει στόν προσδιορισμό καθηκόντων , τό περιεχόμενο τών οποίων δέν τού εφαίνετο πρόδηλο καί γιά τόν καθορισμό τών οποίων ηταν αρμοδία η διοικητική αρχή .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 59 καί 129/80
MARIETTE KRECKE , ΣΥΖΥΓΟΣ TURNER , ιατρός , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών , αντιπροσωπευομένη από τόν Georges Vandersanden , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό γραφείο τού δικηγόρου Nico Edon , 2 , rue Goethe ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν κύριο νομικό της σύμβουλο , Jean-Pierre Delahousse , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν νομικό της σύμβουλο , Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχουν ως αντικείμενο προσφυγή περί ακυρώσεως τών αποφάσεων τής 4ης Μα ΐου 1979 , τής 8ης Ιουνίου 1979 καί τής 20ής Μα ΐου 1980 , από τίς οποίες οι δύο πρώτες αφορούν τήν τοποθέτηση σέ νέα θέση καί η τρίτη τήν αυτεπάγγελτη μετάθεση τής Turner , καθώς καί αγωγή αποζημιώσεως ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δύο διαδοχικά δικόγραφα , πού κατετέθησαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 21 Φεβρουαρίου καί στίς 29 Μαϊ´ου 1980 , η Mariette Krecke , σύζυγος Turner , διδάκτωρ τής ιατρικής , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέ βαθμό Α 4 , ήσκησε προσφυγές πού έχουν ως αιτήματα , η μέν πρώτη , τήν ακύρωση τής αποφάσεως τού γενικού διευθυντού προσωπικού καί διοικήσεως , τής 4ης Μαϊ´ου 1979 , μέ τήν οποία ανετέθησαν στήν προσφεύγουσα νέα καθήκοντα στό πλαίσιο τής αναδιοργανώσεως τής ιατρικής υπηρεσίας τής Επιτροπής στίς Βρυξέλλες , καί τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 8ης Ιουνίου 1978 , περί τοποθετήσεως τής προσφευγούσης σέ νέα θέση , στήν «ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών» , η δεύτερη δέ , τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 20ής Μαϊ´ου 1980 , περί αυτεπαγγέλτου μεταθέσεως τής προσφευγούσης σέ θέση πού υπάγεται στήν Γενική διεύθυνση ΧΙΙ ( έρευνα , επιστήμη , εκπαίδευση ). Η δεύτερη προσφυγή περιέχει επί πλέον αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως ίσης , κατά προσωρινή εκτίμηση , πρός τίς αποδοχές δύο ετών , πρός ικανοποίηση τής βλάβης πού υποστηρίζει η προσφεύγουσα οτι υπέστη εξ αιτίας τής ανωτέρω μεταβολής καθηκόντων .
2 Η προσφεύγουσα εσπούδασε ιατρική στό Πανεπιστήμιο τού Στρασβούργου , μέ ειδίκευση στήν εσωτερική παθολογία καί στήν καρδιολογία . Απεχώρησε από τό πανεπιστήμιο μέ τόν βαθμό βοηθού προϊσταμένου κλινικής στήν ιατρική κλινική Α τής ιατρικής σχολής τού Στρασβούργου . Τό 1966 εισήλθε στήν υπηρεσία τής Ευρατόμ , κατόπιν μιάς ιδιαιτέρως εγκωμιαστικής κρίσεως τής υποψηφιότητός της , αργότερα δέ , τό 1968 , διωρίσθη στήν ιατρική υπηρεσία τής Επιτροπής ( Γενική διεύθυνση ΙΧ , προσωπικό καί διοίκηση ), οπου ετοποθετήθη , πρό τής ενδίκου διαφοράς , στό τμήμα «προληπτικής ιατρικής» , μέ κύρια καθήκοντα τίς εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη , τίς προληπτικές ιατρικές εξετάσεις , τόν έλεγχο τών εκθέσεων ιατρικών εξετάσεων , τούς εμβολιασμούς , τό θεραπευτήριο , τήν ιατρική εποπτεία τού βρεφικού σταθμού καί τήν παροχή ιατρικών συμβουλών στό προσωπικό . Κατά τό ίδιο χρονικό διάστημα η προσφεύγουσα ανεπλήρωνε τόν προϊστάμενο τής ιατρικής υπηρεσίας , δρ . Semiller .
3 Όπως προκύπτει από τόν φάκελλο καί οπως επεβεβαιώθη από τήν αποδεικτική διαδικασία , ανέκυψαν δυσχέρειες μεταξύ τής προσφευγούσης καί τής διοικήσεως ως πρός τήν έκταση καί τήν μέθοδο τών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη . Δέν αμφισβητείται οτι η προσφεύγουσα έλαβε στό θέμα αυτό αυστηρότερη θέση από εκείνη τής διοικήσεως καί οτι εξεδηλώθη διάσταση απόψεων οσον αφορά τήν οριοθέτηση τής ιδίας ευθύνης τού ιατρού καί τού διευθυντικού δικαιώματος τής διοικήσεως .
4 Στίς 12 Ιουλίου 1978 , κατόπιν προτάσεως τού αρμοδίου επιτρόπου Tugendhal , η Επιτροπή απεφάσισε τήν αναδιοργάνωση τής ιατρικής υπηρεσίας , η οποία διηρέθη τού λοιπού σέ μία ιατρική υπηρεσία γιά τό αποκεντρωμένο προσωπικό , υπό τήν διεύθυνση τού προϊσταμένου τής τέως ιατρικής υπηρεσίας , δρ . Semiller , καί σέ μία ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , υπό τήν διεύθυνση τού δρ . Siddons , υπαλλήλου μέ βαθμό Α 4 , ο οποίος εισήλθε στήν υπηρεσία τής Επιτροπής τό 1974 . Καί οι δύο αυτές υπηρεσίες υπήχθησαν απ’ ευθείας στόν γενικό διευθυντή τής Γενικής διευθύνσεως ΙΧ . Απεφασίσθη ακόμη οτι ο αρμόδιος επίτροπος θά ελάμβανε τίς αναγκαίες αποφάσεις γιά τήν τοποθέτηση στίς δύο αυτές ιατρικές υπηρεσίες τών άλλων υπαλλήλων πού υπήγοντο στήν τέως ιατρική υπηρεσία .
5 Από τό οργανόγραμμα πού κατηρτίσθη κατόπιν τής ανωτέρω αποφάσεως προκύπτει οτι , στό πλαίσιο τής νέας υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , η προσφεύγουσα διετήρησε , τουλάχιστον προσωρινώς , τά παλαιά της καθήκοντα , τά οποία περιελάμβαναν καί τήν αναπλήρωση τού προϊσταμένου τής υπηρεσίας .
6 Κατόπιν διαφόρων συνομιλιών μεταξύ τού δρ . Siddons καί τής προσφευγούσης καί μιάς συναντήσεως , στίς 12 Μαρτίου 1979 , μεταξύ τής προσφευγούσης καί τού γενικού διευθυντού , ο τελευταίος απηύθυνε στήν προσφεύγουσα , στίς 14 Μαρτίου 1979 , ενα υπηρεσιακό σημείωμα μέ τό οποίο επεβεβαίωνε οτι , στό πλαίσιο τής αναδιοργανώσεως τής ιατρικής υπηρεσίας , ειχε τήν πρόθεση νά αναθέσει στήν δρ . Turner εναν «ιατρικοκοινωνικό τομέα» , στούς κόλπους τής ιατρικής υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , ο οποίος περιεγράφετο ως εξής :
«1 ) Κοινωνική ιατρική
— ανάπτυξη τής κοινωνικής ιατρικής στήν Επιτροπή ψυχολογικά , ψυχιατρικά καί άλλα ιατρικοκοινωνικά προβλήματα·
— επεξεργασία καί θέση σέ εφαρμογή ενός προγράμματος γιά τήν καταπολέμηση τού αλκοολισμού στήν Επιτροπή·
— σύνδεσμος μέ τήν κοινωνική υπηρεσία .
2)Άλλα ιατρικά καθήκοντα
( καθ’ οσον επιτρέπει τήν άσκησή τους τό πρόγραμμα κοινωνικής ιατρικής )
— προληπτικές ιατρικές εξετάσεις·
— επιτροπή αναπηρίας·
— επιτήρηση τών προληπτικών ιατρικών εξετάσεων πού γίνονται εκτός τής Επιτροπής·
( τελευταία παράγραφος τού άρθρου 59 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ) καί γνωμάτευση επί αιτήσεων περί συμπληρωματικών εξετάσεων·
— ιατρική επίβλεψη τού προσωπικού τής Οικονομικής καί Κοινωνικής Επιτροπής·
— άλλα καθήκοντα ανάλογα μέ τίς ανάγκες τής υπηρεσίας .
3)Διοικητικά καθήκοντα
— συμμετοχή στά διοικητικά καθήκοντα τής υπηρεσίας.»
7 Μετά τήν συνάντηση τής 12ης Μαρτίου 1979 , η προσφεύγουσα απηύθυνε στόν γενικό διευθυντή μία αναφορά , μέ ημερομηνία 13 Μαρτίου 1979 , στήν οποία εκθέτει , υστερα από τήν συνομιλία τους , τήν άποψή της ως πρός τίς ιατρικές εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη .
8 Μέ επιστολή τής 21ης Μαρτίου 1979 , η προσφεύγουσα έκανε γνωστό στόν γενικό διευθυντή οτι δέν τής ηταν δυνατόν νά αποδεχθεί τήν πρόταση πού τής έγινε . Επεκαλέσθη αφ’ ενός μέν τό γεγονός οτι η Επιτροπή δέν ειχε λάβει καμμία απόφαση νά διοργανώσει μία τέτοια υπηρεσία , αφ’ ετέρου δέ οτι τά καθήκοντα πού εμφαίνονται υπό τόν τίτλο «κοινωνική ιατρική» δέν εμπίπτουν στήν ιατρική της ειδικότητα .
9 Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 4ης Μαϊ´ου 1979 , ο γενικός διευθυντής εκάλεσε ρητώς τήν προσφεύγουσα νά αναλάβει τά νέα της καθήκοντα από 10ης Μαϊ´ου , διευκρινίζοντας οσον αφορά τά καθήκοντα τής «κοινωνικής ιατρικής» οτι , πλήν τών ψυχολογικών καί ψυχιατρικών προβλημάτων , στά εν λόγω καθήκοντα , περιλαμβάνεται επίσης «η εξέταση , σέ συνεργασία μέ άλλες υπηρεσίες τής διοικήσεως , ωρισμένων ατομικών περιπτώσεων πού θέτουν προβλήματα τόσο ιατρικού , οσο καί κοινωνικού χαρακτήρος» .
10 Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 10ης Μαϊ´ου 1979 , η προσφεύγουσα επανέλαβε τήν αντίθεσή της στήν ληφθείσα απόφαση , υπογραμμίζοντας τήν απουσία οιουδήποτε σχεδίου αναδιοργανώσεως καταρτισθέντος από τήν Επιτροπή καί οιουδήποτε οργανογράμματος πού νά επιτρέπει τόν καθορισμό τών νέων καθηκόντων πού τής προετάθησαν . Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 14ης Μαϊ´ου 1979 , ο γενικός διευθυντής διηυκρίνισε οτι τό υπηρεσιακό του σημείωμα τής 4ης Μαϊ´ου 1979 περιείχε ρητή εντολή καί οτι η προσφεύγουσα ηταν υποχρεωμένη νά ασκήσει τά νέα της καθήκοντα στήν ιατρική υπηρεσία τών Βρυξελλών από τήν ημερομηνία πού ειχε ορισθεί προηγουμένως .
11 Στίς 18 Μαϊ´ου 1979 ο δρ . Siddons επεβεβαίωσε στήν προσφεύγουσα τίς νέες της αρμοδιότητες , διευκρινίζοντας οτι τά καθήκοντά της , από 28ης Μαϊ´ου 1979 , θά ηταν εκείνα πού περιγράφονται στό προαναφερθέν υπηρεσιακό σημείωμα τού γενικού δειυθυντού τής 14ης Μαϊ´ου 1979 , καί προσθέτοντας οτι αυτή η περιγραφή τών καθηκόντων ηταν αρκετά λεπτομερής γιά νά επιτρέψει στήν προσφεύγουσα τήν εφαρμογή τού προβλεπομένου προγράμματος . Ταυτοχρόνως εκάλει τήν δρ . Turner νά τού υποβάλει , τό ταχύτερο δυνατόν , προτάσεις γιά τήν πραγματοποίησή του . Στό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα ειχε επισυναφθεί αντίγραφο μιάς «ανακοινώσεως πρός τό προσωπικό» , τό οποίο επανελάμβανε τίς αρμοδιότητες τής δρ . Turner μέ διατύπωση ομοία πρός εκείνη τού σημειώματος τής 14ης Μαρτίου 1979 , μέ μόνη διαφορά οτι περιελάμβανε , μεταξύ τών «άλλων καθηκόντων ανάλογα μέ τίς ανάγκες τής υπηρεσίας» , τίς προληπτικές ιατρικές εξετάσεις τού προσωπικού τού βρεφικού σταθμού . Τό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα ωριζε οτι από τίς 28 Μαϊ´ου 1979 τίς εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη θά ανελάμβαναν οι ιατροί Callebaut , Klein καί Mancini . Όπως προέκυψε από τήν αποδεικτική διαδικασία , οι τρείς αυτοί ιατροί εργάζονται στήν Επιτροπή επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου καί μέ μερική απασχόληση .
12 Στίς 8 Ιουνίου 1979 η Επιτροπή έλαβε ρητή απόφαση περί ανατοποθετήσεως τής ιατρού Turner από τήν τέως ιατρική υπηρεσία στήν «ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών» . Η απόφαση αυτή δέν περιέχει καμμία ένδειξη τών νέων καθηκόντων πού ανετέθησαν στήν προσφεύγουσα .
13 Στίς 3 Ιουλίου 1979 η προσφεύγουσα ήσκησε ένσταση ενώπιον τής Επιτροπής , δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως , κατά τής αποφάσεως τού γενικού διευθυντού προσωπικού τής 4ης Μαϊ´ου 1979 . Στήν ένσταση αυτή ισχυρίζεται , πλήν τού γεγονότος οτι ετοποθετήθη υπό τήν διεύθυνση άλλου ομοιοβάθμου της ιατρού , καί οτι τά καθήκοντα τού λεγομένου «ιατρικοκοινωνικού» τομέως ηταν απολύτως αόριστα καί δέν ανταπεκρίνοντο σέ συγκεκριμένο περιεχόμενο , ειχαν δέ ελαχίστη σχέση μέ τήν ειδίκευσή της . Συνεπώς , η αλλαγή τοποθετήσεως , εκτός τού οτι συνεπήγετο σημαντική μείωση τών δραστηριοτήτων , οι οποίες κανονικώς ασκούνται από εναν ιατρικό σύμβουλο πού υπηρετεί ως μόνιμος υπάλληλος στήν ιατρική υπηρεσία , επαρουσίαζε ολα τά γνωρίσματα μιάς συγκεκαλυμμένης πειθαρχικής κυρώσεως , ειχε δέ ερμηνευθεί υπ’ αυτή τήν έννοια μέσα στήν ιατρική υπηρεσία .
14 Στίς 6 Νοεμβρίου 1979 η προσφεύγουσα υπέβαλε στήν διοίκηση ενα υπόμνημα περί τής οργανώσεως τών ιατρικών υπηρεσιών τών Βρυξελλών , στό οποίο εκθέτει τίς απόψεις της ως πρός τήν διάκριση μεταξύ τής ιατρικής τής εργασίας , τής προληπτικής ιατρικής καί τής κοινωνικής ιατρικής , υπογραμμίζοντας ιδίως οτι κάθε ιατρική δραστηριότητα στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας περιέχει μία κοινωνική άποψη καί οτι συνεπώς εμφανίζεται τεχνητός ο αποχωρισμός τής δραστηριότητος αυτής από τό σύνολο τών αρμοδιοτήτων τής υπηρεσίας .
15 Η ένσταση τής 3ης Ιουλίου 1979 απερρίφθη μέ επιστολή τής 13ης Δεκεμβρίου 1979 , υπογεγραμμένη από τόν αρμόδιο επίτροπο . Κατόπιν τής αποφάσεως αυτής , η προσφεύγουσα ήσκησε τήν πρώτη προσφυγή της στίς 21 Φεβρουαρίου 1980 .
16 Από τόν φάκελλο προκύπτει οτι κατά τό ίδιο χρονικό διάστημα προϊστάμενος τής υπηρεσίας εζήτησε επανειλημμένως από τήν προσφεύγουσα νά τού υποβάλει τίς προτάσεις της ως πρός τήν οργάνωση τού «ιατρικοκοινωνικού τομέως» , αλλά οτι η προσφεύγουσα ηρνήθη πάντα νά συνεργασθεί γιά τήν οργάνωση τέτοιας υπηρεσίας , η δημιουργία τής οποίας , σύμφωνα μέ επιστολή πού απηύθυνε στίς 5 Οκτωβρίου 1979 πρός τόν γενικό διευθυντή προσωπικού , ειχε ως κύριο σκοπό τήν απομάκρυνσή της από τήν ιατρική υπηρεσία , αναθέτοντάς της καθήκοντα πού δέν προσδιορίζονται επαρκώς καί εν πάση περιπτώσει ξένα πρός τήν ειδίκευσή της .
17 Στίς 17 Ιανουαρίου 1980 ο γενικός διευθυντής απηύθυνε στήν προσφεύγουσα ενα υπηρεσιακό σημείωμα μέ τό οποίο τήν πληροφορούσε οτι εσκόπευε νά προτείνει τήν τοποθέτησή της σέ άλλη θέση , πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας . Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 8ης Φεβρουαρίου 1980 προσδιώρισε ειδικότερα τήν πληροφορία αυτή , προσφέροντας στήν δρ . Turner τήν ευχέρεια νά επιλέξει μεταξύ μιάς θέσεως στήν Γενική διεύθυνση V ( απασχόληση καί κοινωνικές υποθέσεις ) καί μιάς θέσεως στήν Γενική διεύθυνση ΧΙΙ ( έρευνα , επιστήμη , εκπαίδευση ).
18 Αφού εζήτησε καί έλαβε πληροφορίες γιά τίς προσφερόμενες θέσεις από τίς δύο αυτές γενικές διευθύνσεις , η προσφεύγουσα έκανε γνωστό στόν γενικό διευθυντή , μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 26ης Φεβρουαρίου 1980 , οτι καμμία από τίς δύο θέσεις δέν περιελάμβανε καθήκοντα πού έχουν σχέση μέ τήν άσκηση τής ιατρικής , τής εσωτερικής παθολογίας , τής καρδιολογίας καί τής ιατρικής τής εργασίας , καί οτι στίς εν λόγω δύο θέσεις δέν ανταπεκρίνοντο σαφώς προσδιωρισμένα καθήκοντα .
19 Τήν ίδια εποχή , η διοίκηση εδημοσίευσε υπό τόν αριθμό COM/229/80 μία ανακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως στήν Γενική διεύθυνση ΧΙΙ , γιά σταδιοδρομία στούς βαθμούς Α 5/Α 4 , πού περιείχε τίς ακόλουθες ενδείξεις :
«Φύση καθηκόντων : κύριος υπάλληλος διοικήσεως πού συμμετέχει :
— στήν διαχείριση τών δραστηριοτήτων τής επιτροπής ιατρικής ερεύνης καί δημοσίας υγείας ( CRM/CREST ) καί τών μονίμων ομάδων εργασίας τής επιτροπής αυτής .
— στούς ενδοϋπηρεσιακούς συνδέσμους μέ σκοπό τόν συντονισμό μέ τίς δραστηριότητες τής Επιτροπής πού αφορούν τόν τομέα τής υγείας·
— στήν διαρκή σύγκριση τών εθνικών προγραμμάτων ερεύνης καί αναπτύξεως στόν τομέα αυτόν .
Απαιτούμενα προσόντα :
— γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου πού αποδεικνύονται μέ δίπλωμα ή επαγγελματική πείρα ισοδυνάμου επιπέδου·
— γνώσεις ιατρικής·
— βαθειά πείρα σχετική μέ τήν θέση.»
20 Μέ απόφαση τής 20ής Μαϊ´ου 1980 η Επιτροπή μετέθεσε αυτεπαγγέλτως τήν προσφεύγουσα στήν θέση πού προσδιορίζεται από τήν ανωτέρω ανακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως , από 1ης Ιουνίου 1980 . Στίς αιτιολογικές σκέψεις τής αποφάσεως αυτής , η Επιτροπή , αφού πρώτα σημειώνει τίς επιφυλάξεις τής προσφευγούσης , εκθέτει τά εξής :
«Εξ άλλου η ενδιαφερομένη , πού ετοποθετήθη προηγουμένως στήν ειδικευμένη υπηρεσία «ιατρική υπηρεσία» γιά τό προσωπικό στίς Βρυξέλλες , δέν προσηρμόσθη στά νέα καθήκοντα πού τής ανετέθησαν στήν υπηρεσία αυτή· συνεπώς ενδείκνυται , τόσο πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας , οσο καί πρός τό συμφέρον τής Turner , νά τής ανατεθούν νέα καθήκοντα.»
21 Αφού πρώτα , στίς 28 Μαϊ´ου 1980 , διετύπωσε ένσταση δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τής αποφάσεως αυτής , η προσφεύγουσα ήσκησε , στίς 29 Μαϊ´ου 1980 , τήν δεύτερη προσφυγή της , καταθέτοντας ταυτοχρόνως αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων , μέ τήν οποία εζήτει τήν αναστολή τής αποφάσεως περί μεταθέσεώς της .
22 Μέ διάταξη τής 2ας Ιουλίου 1980 ( Rec . σ . 2135 ), ο πρόεδρος τού δευτέρου τμήματος , κρίνοντας οτι δέν συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση καί οτι η άμεση εκτέλεση τής προσβαλλομένης αποφάσεως δέν ηδύνατο νά επιφέρει ανεπανόρθωτες συνέπειες γιά τήν προσφεύγουσα , απέρριψε τήν αίτηση κατά τήν διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων .
23 Η διοικητική ένσταση τής προσφευγούσης απερρίφθη μέ απόφαση τής Επιτροπής , τής 2ας Οκτωβρίου 1980 .
24 Η Επιτροπή εδημοσίευσε , εν συνεχεία , μία ανακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως υπό τόν αριθμό COM/947/80 , μέ τήν οποία εδημιουργείτο στήν ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών μία θέση γιά σταδιοδρομία στούς βαθμούς Α 7/Α 6 , μέ προθεσμία μέχρι τής 28 Νοεμβρίου 1980 γιά τήν υποβολή τών αιτήσεων υποψηφιότητος , καί η οποία ανέφερε ειδικότερα τά εξής .
«Τίτλος τής θέσεως : ιατρικός σύμβουλος
Περιγραφή καί φύση τών καθηκόντων :
Εκτέλεση καθηκόντων ιατρικού συμβούλου καί βοηθού τού προϊσταμένου τής υπηρεσίας επί ιατρικοδιοικητικών υποθέσεων στήν ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , καί ειδικότερα :
1 . Προληπτική ιατρική ,
2 . Ιατρική τής εργασίας ,
3 . Παροχή συμβουλών κατόπιν αιτήσεως τού προσωπικού.»
25 Η Επιτροπή ανεγνώρισε οτι η εν λόγω ανακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως απέβλεπε πράγματι στό νά καταστήσει δυνατή τήν αντικατάσταση τής προσφευγούσης στήν ιατρική υπηρεσία . Από τήν αποδεικτική διαδικασία προέκυψε επίσης οτι οι αρμοδιότητες πού προετάθησαν τότε στήν δρ . Turner επεμερίσθησαν , μετά τήν αυτεπάγγελτη μετάθεσή της , μεταξύ τού προϊσταμένου τής υπηρεσίας καί ενός ιατρού απασχολουμένου μερικώς επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου καί επιφορτισμένου μέ τήν εκτέλεση μέρους τών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη , καί οτι ο ανωτέρω επί συμβάσει ιατρός ειχε συντάξει , πρός τό τέλος τού Σεπτεμβρίου 1980 , μία «πρόταση γιά μία ιατρικοκοινωνική υπηρεσία» , αποτελουμένη από δύο δακτυλογραφημένες σελίδες . Κατά τόν χρόνο τής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως , η πρόταση αυτή δέν ειχε ακόμη εγκριθεί από τόν προϊστάμενο τής υπηρεσίας .
Επί τού αντικειμένου τών προσφυγών
26 Μέ τήν πρώτη προσφυγή ( 59/80 ), ζητείται η ακύρωση τών αποφάσεων μέ τίς οποίες η Επιτροπή αφήρεσε από τήν προσφεύγουσα τίς παλαιές της αρμοδιότητες καί τής ανέθεσε νέα καθήκοντα προσδιοριζόμενα ως «ιατρικοκοινωνικός» τομεύς ή υπηρεσία . Κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας κατεδείχθη οτι η απόφαση τής 8ης Ιουνίου 1969 περί ανατοποθετήσεως τής προσφευγούσης στήν «ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών» , πού προσβάλλεται μέ τήν προσφυγή , δέν ηδύνατο νά τής προξενήσει βλάβη , δεδομένου οτι δέν περιέχει καμμία ένδειξη σχετικά μέ τόν προσδιορισμό τών καθηκόντων της . Κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας κατεδείχθη οτι η απόφαση αυτή δέν τίθεται πράγματι υπό αμφισβήτηση .
27 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής , η προσφεύγουσα αναπτύσσει δύο λόγους πού ανάγονται αφ’ ενός μέν στήν κακή εκτίμηση τού συμφέροντος τής υπηρεσίας , πού αναφέρεται στό άρθρο 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , καί , αφ’ ετέρου , στήν κατάχρηση εξουσίας πού διεπράχθη εις βάρος της .
28 Η δεύτερη προσφυγή ( 129/80 ) έχει ως αντικείμενο τήν απόφαση τής 20ής Μα ΐου 1980 , περί αυτεπαγγέλτου μεταθέσεως . Η προσφυγή αυτή θεμελιώνεται στούς εξής τέσσερεις λόγους : κακή εκτίμηση τού συμφέροντος τής υπηρεσίας , κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων· παράβαση ουσιώδους τύπου , λόγω ανακριβούς αιτιολογίας κατά τό μέρος πού η απόφαση περί μεταθέσεως εστηρίχθη στήν δήθεν «έλλειψη προσαρμογής» τής προσφευγούσης στά νέα της καθήκοντα· παράβαση τού «καθήκοντος προνοίας» , οπως προσδιωρίσθη από τό Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) στήν απόφασή του τής 28ης Μα ΐου 1980 ( Kuhner , 33 καί 75/79 , Rec . σ . 1677)· καί , τέλος , κατάχρηση εξουσίας , λόγω τού οτι η απόφαση περί μεταθέσεως δέν ηταν στήν πραγματικότητα παρά μία συγκεκαλυμμένη πειθαρχική κύρωση κατά τής προσφευγούσης .
29 Από τήν ανάλυση τών λόγων αυτών γίνεται εμφανές οτι ενώ ο πρώτος λόγος , περί εκτιμήσεως τού συμφέροντος τής υπηρεσίας , συμπίπτει μέ τόν πρώτο λόγο τής προσφυγής 59/80 , οι τρείς άλλοι λόγοι , περί εκτιμήσεως τής προσωπικής καταστάσεως τής προσφευγούσης , συμπίπτουν πράγματι , πλήν τού ισχυρισμού περί ελλείψεως αιτιολογίας , μέ τήν μομφή περί καταχρήσεως εξουσίας .
30 Συνεπώς , κατόπιν τής ενώσεως τών δύο υποθέσεων , οι δύο προσφυγές δύνανται νά εξετασθούν ως ενιαίο σύνολο οσον αφορά δύο λόγους , πού ανάγονται , αφ’ ενός μέν , στήν εκτίμηση τού συμφέροντος τής υπηρεσίας , κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως καί , αφ’ ετέρου , στήν κατάχρηση εξουσίας , μέ τήν επιφύλαξη τού λόγου περί ανεπαρκούς αιτιολογίας , πού προβάλλεται μόνο οσον αφορά τήν απόφαση περί μεταθέσεως .
31 Μέ τό αίτημα περί αποζημιώσεως πού περιέχεται στήν δεύτερη προσφυγή , η προσφεύγουσα ζητεί τήν ικανοποίηση τής ηθικής βλάβης πού τής προεκάλεσε η μεταβολή τής τοποθετήσεώς της .
Επί τού παραδεκτού
32 Στήν άμυνά της κατά τής πρώτης προσφυγής , η Επιτροπή προέτεινε δύο ενστάσεις απαραδέκτου .
33 Η πρώτη από τίς ενστάσεις αυτές , η οποία αφορά τήν προσφυγή κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τής αποφάσεως περί ανατοποθετήσεως , τής 8ης Ιουνίου 1979 , κατέστη άνευ αντικειμένου , δεδομένου οτι οπως εκρίθη ανωτέρω , η προσφεύγουσα δέν έχει συμφέρον νά προσβάλει τήν απόφαση αυτή .
34 Η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου στηρίζεται στό οτι η προσφεύγουσα δέν έχει πλέον συμφέρον νά επιδιώξει τήν ακύρωση τών πράξεων μέ τίς οποίες τροποποιούνται τά καθήκοντά της στούς κόλπους τής ιατρικής υπηρεσίας , δεδομένου οτι , μέ τήν απόφαση τής 20ής Μα ΐου 1980 , μετετέθη σέ άλλη Γενική διεύθυνση . Η Επιτροπή υποστηρίζει οτι , άν κατά τήν διάρκεια τής δίκης η προσβαλλομένη πράξη παύσει νά παράγει αποτελέσματα , η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου .
35 Αυτή η επιχειρηματολογία τής Επιτροπής πρέπει νά απορριφθεί ως αντιβαίνουσα στήν καλή πίστη ( βλ . τήν απόφαση τής 21ης Μα ΐου 1981 , Morbelli , 156/80 , σκέψη 14 ).
36 Πράγματι , στίς αιτιολογικές σκέφεις τής αποφάσεως περί μεταθέσεως , η Επιτροπή , επικαλουμένη τό γεγονός οτι η προσφεύγουσα δέν «προσηρμόσθη στά νέα καθήκοντα πού τής ανετέθησαν» , προέβη η ίδια στήν σύνδεση τής αποφάσεως αυτής μέ τήν διαφορά πού αποτελεί τό αντικείμενο τής πρώτης προσφυγής . Συνεπώς , η Επιτροπή έρχεται σέ αντίφαση πρός τίς ίδιες της τίς δηλώσεις οταν ισχυρίζεται οτι η προσφυγή αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω τής αποφάσεως περί μεταθέσεως .
37 Κατά συνέπεια , η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου πρέπει νά απορριφθεί .
Επί τού λόγου περί κακής εκτιμήσεως τού συμφέροντος τής υπηρεσίας
38 Η προσφεύγουσα επικαλείται κατά πρώτον τό άρθρο 7 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , σύμφωνα μέ τό οποίο η τοποθέτηση τών υπαλλήλων γίνεται «πρός τό συμφέρον καί μόνο τής υπηρεσίας» . Αναπτύσσει , ως πρός τό σημείο αυτό , τρία επιχειρήματα πού αφορούν τήν οριοθέτηση τών καθηκόντων τής διοικήσεως καί τής ιατρικής υπηρεσίας , τήν έλλειψη αντικειμενικής δικαιολογίας γιά τήν δημιουργία ενός «ιατρικοκοινωνικού» τομέως καί ωρισμένες απόψεις τής οργανώσεως τής ιατρικής υπηρεσίας .
39 Υποστηρίζει οτι η διοίκηση δέν έχει αρμοδιότητα νά προσδιορίσει , νά επιμερίσει ή νά τροποποιήσει τά ιατρικά καθήκοντα , υπογραμμίζοντας τήν ελευθερία καί τήν ηθική ανεξαρτησία τού ιατρού κατά τήν εκτέλεση τών καθηκόντων πού προσιδιάζουν στό λειτούργημά του . Υπό τό πρίσμα αυτό αναπτύσσει λεπτομερέστερα , στό υπόμνημά της τής 3ης Μαρτίου 1979 , τήν άποψή της ως πρός τίς ιατρικές εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη , υπογραμμίζοντας τήν ελευθερία λήψεως αποφάσεων πού πρέπει νά αναγνωρισθεί επί τού θέματος αυτού στόν ιατρό κατά τόν προσδιορισμό τής εκτάσεως τών ερευνών του , καθώς καί τήν ελευθερία τής κρίσεώς του κατά τήν διατύπωση τής εκτιμήσεώς του . Τονίζει σχετικώς οτι μετά τήν απομάκρυνση από τήν ιατρική υπηρεσία τού μοναδικού μονίμου υπαλλήλου ιατρού πού ειχε επιφορτισθεί μέ τίς εξετάσεις κατά τήν πρόσληψη , οι εξετάσεις αυτές ανετέθησαν σέ περισσότερους επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου ιατρούς , μέ συνέπεια οι εξετάσεις αυτές νά απολέσουν κάθε συνοχή .
40 Μέ τήν επιχειρηματολογία αυτή η προσφεύγουσα συγχέει τήν ελευθερία εκτιμήσεως πού πρέπει νά αναγνωρίζεται στόν ιατρό , στό πεδίο τόσο τής διαγνώσεως , οσο καί τών ιατρικών κρίσεων , οταν αναλαμβάνει ο ίδιος τήν ευθύνη μιάς θεραπείας , καί τήν ιδιαίτερη θέση τού ιατρού στήν περίπτωση κατά τήν οποία εκπληρώνει συμβουλευτικά καθήκοντα ή έργα εποπτείας μέσα σ’ ενα διοικητικό πλαίσιο .
41 Οι αρμοδιότητες τών ιατρικών υπηρεσιών τών κοινοτικών οργάνων προσδιορίζονται , στό πλαίσιο τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , από τήν διοίκηση , σύμφωνα μέ τίς ανάγκες προσλήψεως προσωπικού ή τής λειτουργίας διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή ακόμα τής υγειονομικής εποπτείας τού προσωπικού καί τών εγκαταστάσεων . Η διοίκηση δικαιούται νά προσδιορίσει τήν φύση καί τήν έκταση τών διαφόρων ιατρικών έργων πού ανάγονται στούς ποικίλους αυτούς τομείς , μέ μόνη επιφύλαξη νά μή θίγεται η ανεξαρτησία κρίσεως καί αποφάνσεως τών ιατρών τούς οποίους απασχολεί , κατά τήν εκτέλεση τών καθηκόντων πού τούς έχουν ανατεθεί μέσα στό πλαίσιο πού έχει έτσι προσδιορισθεί καί κατά τίς περιπτώσεις κατά τίς οποίες καλούνται νά λάβουν , μέ δική τους ευθύνη , ορισμένα ιατρικά μέτρα προληπτικού ή θεραπευτικού χαρακτήρος .
42 Οι συλλογισμοί αυτοί εφαρμόζονται εξ ίσου καί στήν πρακτική τών εξετάσεων κατά τήν πρόσληψη . Στήν διοίκηση εναπόκειται νά προσδιορίσει τήν φύση καί τήν έκταση τών εξετάσεων αυτών καί νά δώσει σχετικά τίς κατάλληλες οδηγίες στούς ιατρούς πού ειναι επιφορτισμένοι μέ τήν διενέργειά τους . Αυτά ειναι τά ορια εντός τών οποίων ασκείται η ελευθερία εκτιμήσεως τών ιατρών οσον αφορά τίς ιατρικής φύσεως διαπιστώσεις τους καί τήν εκτίμησή τους ως πρός τήν καταλληλότητα τών υποψηφίων .
43 Κατά δεύτερο λόγο , η προσφεύγουσα διατυπώνει ορισμένες επικρίσεις οσον αφορά τήν ίδια τήν έννοια τής «ιατρικοκοινωνικής υπηρεσίας» καί τήν δικαιολογία τής δημιουργίας ενός ιδιαιτέρου τομέως αφιερωμένου στό έργο αυτό , εντός τής ιατρικής υπηρεσίας . Επικαλείται , πρώτον , οτι δέν υφίσταται σαφής διάκριση μεταξύ τών εννοιών τής «ιατρικής τής εργασίας» , τής «προληπτικής ιατρικής» καί τής «κοινωνικής ιατρικής» , υπό τήν έννοια οτι ολα τά καθήκοντα πού έχουν ανατεθεί στήν ιατρική υπηρεσία ενέχουν στενή συνάρτηση ιατρικών καί κοινωνικών απόψεων καί συνεπώς ο προσδιορισμός ενός ειδικευμένου «ιατρικοκοινωνικού τομέως» θά εισήγαγε μία τεχνητή διαίρεση καθηκόντων πού ειναι στήν πραγματικότητα αδιαίρετα . Όσο γιά τά μέτρα πού έλαβε σχετικώς ο γενικός διευθυντής καί ο προϊστάμενος τής ιατρικής υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , η προσφεύγουσα επισημαίνει τό γεγονός οτι η Επιτροπή δέν απεφάσισε ποτέ τήν δημιουργία ενός τέτοιου τομέως καί οτι συνεπώς η διοίκηση δέν ειχε αρμοδιότητα νά τόν συστήσει .
44 Δέν χωρεί αμφιβολία οτι η προσφεύγουσα ορθώς υπογραμμίζει τήν στενή σχέση μεταξύ τών εννοιών τής ιατρικής τής εργασίας , τής προληπτικής ιατρικής καί τής κοινωνικής ιατρικής . Τό σημείο αυτό δέν ημφισβητήθη κατά τήν διάρκεια τής αποδεικτικής διαδικασίας . Εν τούτοις , η διαπίστωση αυτή δέν θίγει τήν ελευθερία τής διοικήσεως οσον αφορά τήν οργάνωση τής ιατρικής υπηρεσίας , τόν επιμερισμό τών καθηκόντων εντός αυτής καί τήν τοποθέτηση τού προσωπικού σέ θέσεις αντίστοιχες πρός τά καθήκοντα πού προσδιωρίσθησαν έτσι .
45 Υπό τήν επιφύλαξη τής εκτιμήσεως τής προσωπικής καταστάσεως τής προσφευγούσης καί τής συμπεριφοράς τών υπηρεσιών τής Επιτροπής απέναντί της , δέν ειναι συνεπώς δυνατό νά αμφισβητηθεί η ευχέρεια τής κοινοτικής διοικήσεως νά απονέμει στούς ιατρούς πού ανήκουν στήν ιατρική της υπηρεσία καθήκοντα περισσότερο ή λιγότερο ειδικευμένα , εν όψει τής επιτελέσεως ωρισμένων ειδικών λειτουργιών , οπως τά καθήκοντα πού ανάγονται στήν κοινωνική ιατρική .
46 Επί πλέον , η διοίκηση έχει αναντιρρήτως τήν εξουσία νά προσδιορίζει τά καθήκοντα αυτά στό πλαίσιο τών γενικών οδηγιών πού θεσπίζει η Επιτροπή . Κατά συνέπεια , η απόφαση πού έλαβε η Επιτροπή στίς 12 Ιουλίου 1978 αποτελούσε επαρκή βάση γιά νά λάβει η διοίκηση ολα τά μέτρα πού έκρινε πρόσφορα γιά τήν διαμόρφωση τών δύο ιατρικών υπηρεσιών , τών οποίων ειχε αποφασισθεί τότε η σύσταση .
47 Η προσφεύγουσα εγείρει , τέλος , ωρισμένα ζητήματα σχετικά μέ τήν ίδια τήν οργάνωση τής ιατρικής υπηρεσίας . Πρώτον , θεωρεί ασύμφορη από ιατρικής απόψεως τήν διαίρεση τής μέχρι τότε ενιαίας ιατρικής υπηρεσίας σέ μία υπηρεσία γιά τό αποκεντρωμένο προσωπικό καί σέ μία υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών . Επί πλέον , παραπονείται οτι ο προϊστάμενος τής νέας υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών διωρίσθη κατά παράβαση τών κριτηρίων αρχαιότητος , ενώ πρόκειται γιά ιατρό πού έχει τόν ίδιο μέ τήν προσφεύγουσα βαθμό καί εισήλθε μετά από αυτή στήν υπηρεσία τής Επιτροπής .
48Όσον αφορά τήν διαίρεση τής τέως ιατρικής υπηρεσίας σέ μία υπηρεσία γιά τό αποκεντρωμένο προσωπικό καί σέ μία υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , αρκεί νά παρατηρηθεί οτι η προσφεύγουσα δέν έχει συμφέρον νά αμφισβητήσει τό θέμα αυτό , δεδομένου οτι η τοποθέτησή της σέ μία σχετικά σημαντική μονάδα , δηλαδή στήν ιατρική υπηρεσία γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , κατέλειπε άφθονες δυνατότητες στήν διοίκηση νά τήν τοποθετήσει σέ θέση σύμφωνη μέ τήν κατάρτιση καί τήν πείρα της .
49 Όσον αφορά τό θέμα τής σχέσεως αρχαιότητος μεταξύ τής προσφευγούσης καί τού νέου προϊσταμένου τής ιατρικής υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , η Επιτροπή επικαλείται τό γεγονός οτι , μολονότι ειναι αληθές οτι ο τωρινός προϊστάμενος τής υπηρεσίας δέν προσελήφθη παρά μόλις τό 1974 , συνεπώς σέ χρόνο πού η προσφεύγουσα ηταν ήδη στήν υπηρεσία τής Επιτροπής , δέν αμφισβητείται οτι προηγείται ιεραρχικώς τής προσφευγούσης , δεδομένου οτι διωρίσθη απ’ ευθείας στόν βαθμό Α4 , ενώ η προσφεύγουσα προήχθη στόν βαθμό αυτό μόλις τό 1978 .
50 Άν καί πρέπει νά αναγνωρισθεί οτι μιά τέτοια διοικητική πρακτική τού είδους αυτού δύναται νά δημιουργήσει δυσχέρειες στήν καλή συνεργασία στούς κόλπους τών υπηρεσιών , πρέπει εν τούτοις νά γίνει δεκτό οτι η διοίκηση δέν υποχρεούται νά στηριχθεί αποκλειστικώς καί μόνο στό κριτήριο τής αρχαιότητος κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών της . Εξ άλλου , δέν προκύπτει οτι η Επιτροπή , ορίζοντας τόν προϊστάμενο τής νέας ιατρικής υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , έβλαψε τά συμφέροντα τής προσφευγούσης , δεδομένου οτι η τελευταία , κατόπιν τής από τό 1974 γενομένης βαθμολογικής κατατάξεως τού μετέπειτα προϊσταμένου τής υπηρεσίας , ετέλει σέ ιεραρχική θέση κατώτερη από εκείνον .
51 Κατόπιν τών ανωτέρω , ο πρώτος λόγος πρέπει νά απορριφθεί .
Επί τών λόγων περί καταχρήσεως εξουσίας καί ελλείψεως αιτιολογίας
52 Όσον αφορά τήν ανατοποθέτησή της στήν ιατρική υπηρεσία , η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι τά καθήκοντα πού τής ανετέθησαν στόν «ιατρικοκοινωνικό» τομέα ειναι ασαφή , οτι η διοίκηση δέν ηδυνήθη ποτέ νά τά προσδιορίσει μέ συγκεκριμένο τρόπο καί οτι αυτή η ενέργεια δέν ειχε άλλο σκοπό από τό νά αφαιρέσει από τήν προσφεύγουσα τά μέχρι τότε καθήκοντά της καί νά τήν «παραγκωνίσει» . Υπογραμμίζει επίσης οτι , ακόμη καί άν η διοίκηση επιθυ μούσε πραγματικά νά αξιοποιήσει τόν τομέα αυτόν τής ιατρικής υπηρεσίας , τά εν λόγω καθήκοντα ειναι ξένα πρός τήν ειδίκευσή της , πού ανάγεται στήν κλινική ιατρική καί στήν εσωτερική παθολογία , ενώ τά καθήκοντα αυτά εμπίπτουν μάλλον στήν σφαίρα τού ψυχολόγου καί τού κοινωνικού λειτουργού . Παρατηρεί , τέλος , οτι μετά τήν απομάκρυνσή της από τήν ιατρική υπηρεσία , οι αρμοδιότητες πού τής ειχαν ανατεθεί ουσιαστικώς εγκατελείφθησαν καί δέν συμπεριελήφθησαν κάν στόν ορισμό τής θέσεως γιά τήν οποία προεκηρύχθη διαγωνισμός πρός πλήρωση τής κενής θέσεως πού εδημιουργήθη στήν ιατρική υπηρεσία μετά τήν απομάκρυνσή της .
53 Όσον αφορά τήν αυτεπάγγελτη μετάθεση , η προσφεύγουσα τονίζει οτι διωρίσθη παρά τήν θέλησή της σέ μία θέση πού δέν ανταπεκρίνετο μέ κανέναν τρόπο πρός τήν κατάρτιση καί τήν ειδικότητά της , καί η οποία , οπως προκύπτει από τήν ανακοίνωση περί κενής θέσεως , προωρίζετο γιά πρόσωπα πού δέν ειχαν πλήρη ιατρική κατάρτιση . Παραπονείται επί πλέον γιά τό αθεμελίωτο τής αιτιολογίας τής πράξεως περί μεταθέσεως κατά τό μέρος πού αυτή στηρίζεται στό γεγονός οτι η προσφεύγουσα δέν «προσηρμόσθη στά νέα καθήκοντα πού τής ανετέθησαν» προηγουμένως .
54 Υπό τό φώς τών αποδείξεων πού διεξήγαγε τό Δικαστήριο , οι ανωτέρω αιτιάσεις τής προσφευγούσης εμφανίζονται βάσιμες . Εν προκειμένω ενδείκνυται νά εξετασθούν χωριστά οι αποφάσεις περί μεταβολής τών καθηκόντων τής προσφευγούσης στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας καί η απόφαση περί αυτεπαγγέλτου μεταθέσεως , πρίν εξετασθούν οι αιτιάσεις πού ειναι κοινές καί γιά τίς δύο αυτές πράξεις .
— Επί τής μεταβολής τών καθηκόντων τής προσφευγούσης στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας
55 Όπως αναφέρεται ανωτέρω , δέν ειναι δυνατόν νά παραγνωρισθεί η υπαρξη ιατρικοκοινωνικών προβλημάτων στό πλαίσιο τών δραστηριοτήτων τής ιατρικής υπηρεσίας , ούτε η εξουσία εκτιμήσεως τής διοικήσεως οσον αφορά τά μέτρα οργανώσεως πού πρέπει νά ληφθούν γιά νά επιλυθούν τά προβλήματα αυτά κατά τρόπο ικανοποιητικό . Παρά ταύτα , γιά λόγους πού ανάγονται στά πραγματικά περιστατικά τής υποθέσεως , τά μέτρα πού ελήφθησαν έναντι τής προσφευγούσης στερούνται δικαιολογίας .
56 Εν προκειμένω πρέπει νά παρατηρηθεί , κατά πρώτον , οτι εναπέκειτο στήν διοίκηση καί , ειδικότερα , στόν προϊστάμενο τής ιατρικής υπηρεσίας νά προσδιορίσει τίς αρμοδιότητες τού νέου «ιατρικοκοινωνικού» τομέως , η δημιουργία τού οποίου εσχεδιάζετο . Η διοίκηση ορθώς εζήτησε τήν γνώμη τής προσφευγούσης επί τού θέματος , δέν ηδύνατο ομως νά μετακυλίσει σ’ αυτή αυτή τήν φροντίδα .
57 Αλλά , οπως προκύπτει από τό φάκελλο , γιά τόν ορισμό τού «ιατρικοκοινωνικού» τομέως , η διοίκηση δέν επροχώρησε ποτέ πέρα από γενικές διατυπώσεις . Ο κατάλογος αρμοδιοτήτων πού απεστάλη στήν προσφεύγουσα στίς 14 Μαρτίου 1979 από τόν γενικό διευθυντή καί πού επανελήφθη στό υπηρεσιακό σημείωμα τού δρ . Siddons τής 28ης Μα ΐου 1979 δέν περιέχει , πλήν τής απαριθμήσεως ωρισμένων παρεπομένων αρμοδιοτήτων , καμμία συγκεκριμένη ένδειξη ως πρός τό περιεχόμενο τής εννοίας τής «κοινωνικής ιατρικής» . Ομοίως , στήν επιστολή του τής 13ης Δεκεμβρίου 1979 , περί απορρίψεως τής πρώτης ενστάσεως τής προσφευγούσης , τό αρμόδιο μέλος τής Επιτροπής αρκείται νά υπογραμμίσει οτι οι νέες αρμοδιότητες «εμπίπτουν στό πλαίσιο τής προληπτικής καί κοινωνικής ιατρικής καί περιλαμβάνουν ιδίως τήν εξέταση ατομικών περιπτώσεων πού θέτουν προβλήματα τόσο ιατρικά , οσο καί κοινωνικά» προσθέτοντας , πιό κάτω , οτι η δημιουργία ενός ιατρικοκοινωνικού τομέως , «τού οποίου η βασική αποστολή συνίσταται στήν οργάνωση καί στήν ανάπτυξη μιάς γνησίας κοινωνικής ιατρικής πρός όφελος τών υπαλλήλων» , ειναι φυσικό νά επιβάλλει νέα καθήκοντα στόν ιατρό πού ειναι επιφορτισμένος μέ τόν τομέα αυτόν καί , κατά συνέπεια , απαιτεί «επαρκή επιμερισμό καθηκόντων στούς κόλπους τής ιατρικής υπηρεσίας» .
58 Αντί νά προσδιορίσει τό περιεχόμενο τών νέων καθηκόντων , ο προϊστάμενος τής υπηρεσίας εζήτησε επιμόνως από τήν προσφεύγουσα νά επεξεργασθεί η ίδια ενα σχέδιο εργασίας . Δέν δύναται νά θεωρηθεί επικριτέα η άρνηση τής προσφευγούσης νά συμβάλει στόν προσδιορισμό καθηκόντων , τό περιεχόμενο τών οποίων δέν τής εφαίνετο πρόδηλο καί γιά τόν καθορισμό τών οποίων ηταν αρμοδία η διοικητική αρχή . Εξ άλλου , τό σημείο αυτό υπεγραμμίσθη στήν προαναφερθείσα επιστολή τής 13ης Δεκεμβρίου 1979 , οπου αναφέρεται οτι τά μέτρα πού αφορούν τόν προσδιορισμό πρακτικών καθηκόντων «λαμβάνονται από τούς ιεραρχικώς ανωτέρους , πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας» .
59 Τά γεγονότα πού επηκολούθησαν μετά τήν απομάκρυνση τής προσφευγούσης από τήν ιατρική υπηρεσία δείχνουν οτι η διοίκηση δέν ενδιεφέρετο πραγματικά γιά τήν οργάνωση ενός «ιατρικοκοινωνικού» τομέως . Η αποδεικτική διαδικασία απεκάλυψε πράγματι οτι τά καθήκοντα αυτά ανετέθησαν εν συνεχεία , μέ τήν επιφύλαξη τών αρμοδιοτήτων πού προσιδιάζουν στόν προϊστάμενο τής υπηρεσίας , σέ εναν μερικώς απασχολούμενο ιατρό επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου , ο οποίος δέν αφιέρωνε στά καθήκοντα αυτά παρά μόνο μέρος τού χρόνου εργασίας του . Ο ίδιος ιατρός επεξειργάσθη , τόν Σεπτέμβριο τού 1980 , συνοπτική πρό ταση πού αφορούσε συγχρόνως γνησίως ιατρικά καθήκοντα οσο καί καθήκοντα πού έχουν ανατεθεί είτε σέ κοινωνικές λειτουργούς είτε στήν διοίκηση , καί η οποία δέν υπερέβαινε αισθητώς , ως πρός τά γνησίως ιατρικά καθήκοντα , τό επίπεδο γενικότητος τής περιγραφής καθηκόντων πού ειχε δοθεί προηγουμένως στήν προσφεύγουσα . Εξ άλλου , οπως προέκυψε κατά τόν χρόνο τής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως , οι προτάσεις αυτές δέν ειχαν ακόμη εγκριθεί από τόν προϊστάμενο τής υπηρεσίας .
60 Τέλος , πρέπει νά σημειωθεί , οτι η ανακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως COM/947/80 , πού απέβλεπε στήν αντικατάσταση τής προσφευγούσης στήν ιατρική υπηρεσία , δέν αναφέρει τόν ορο τής «κοινωνικής ιατρικής» καί δέν περιέχει , στήν περιγραφή τών καθηκόντων , παρά μόνο τούς ορους τής «προληπτικής ιατρικής» καί τής «ιατρικής τής εργασίας» . Κατά τήν αποδεικτική διαδικασία , η Επιτροπή εδήλωσε οτι ο ιατρικός σύμβουλος τόν οποίο εσκόπευε νά προσλάβει , δέν θά επεφορτίζετο κατ’ ανάγκη μέ τόν τομέα τής «κοινωνικής ιατρικής» , πού ειχε προταθεί στήν προσφεύγουσα , δέν έδωσε , ομως , εξηγήσεις ως πρός τόν τρόπο μέ τόν οποίο θά ησκούντο τά καθήκοντα αυτά από άλλο πρόσωπο .
61 Από τίς συγκλίνουσες αυτές ενδείξεις προκύπτει οτι , επιφορτίζοντας τήν προσφεύγουσα μέ τήν οργάνωση ενός «ιατρικοκοινωνικού» τομέως , η διοίκηση δέν ειχε καμμία συγκεκριμένη ιδέα τών σχετικών καθηκόντων καί οτι κατά συνέπεια η προσφεύγουσα ειχε δικαίωμα νά αποποιηθεί καθήκοντα , τά οποία ηδύνατο δικαίως νά θεωρεί ασαφή .
— Επί τής αποφάσεως περί μεταθέσεως
62 Εν όψει ακριβώς αυτής τής αρνήσεως τής προσφευγούσης απεφασίσθη από τήν διοίκηση η αυτεπάγγελτη μετάθεσή της σέ θέση κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως στήν Γενική διεύθυνση ΧΙΙ «έρευνα , επιστήμη , εκπαίδευση» , πού περιελάμβανε τά καθήκοντα πού προσδιορίζονται στήν προκήρυξη διαγωνισμού COM/229/80 . Όπως ελέχθη ανωτέρω , η μετάθεση αυτή εστηρίχθη αποκλειστικώς στήν αιτιολογία οτι η προσφεύγουσα δέν ειχε «προσαρμοσθεί» στά νέα καθήκοντα πού τής ανετέθησαν στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας .
63 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι η αιτιολογία αυτή αποτελεί αδικαιολόγητη μομφή κατά τής προσφευγούσης , εν όψει τού ασαφούς χαρακτήρος τών αρμοδιοτήτων πού τής ειχαν ανατεθεί προηγουμένως , μέ αποτέλεσμα νά στερείται , εν πάση περιπτώσει , αιτιολογίας η απόφαση περί μεταθέσεως , εις αντίθεση πρός τίς επιταγές τού άρθρου 25 δεύτερη παράγραφος δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων .
64 Πρέπει νά παρατηρηθεί επί πλέον οτι τά καθήκοντα τής θέσεως , στήν οποία μετετέθη η προσφεύγουσα , δέν ανταποκρίνονται , σύμφωνα μέ τήν περιγραφή τών απαιτουμένων από τήν προκήρυξη διαγωνισμού COM/229/80 προσόντων ούτε στό επίπεδο καταρτίσεως τής προσφευγούσης ούτε στήν πείρα πού ειχε αποκτήσει μέ τήν μακροχρόνια άσκηση στήν ιατρική υπηρεσία τής Επιτροπής .
65 Δέν αμφισβητείται , πράγματι , οτι τήν εν λόγω θέση ηδύναντο νά καταλάβουν πρόσωπα χωρίς πραγματική ιατρική κατάρτιση ή , πάντως , μέ ατελή μόνο κατάρτιση στόν τομέα τής ιατρικής . Μολονότι ειναι αληθές οτι στήν εν λόγω θέση θά ηδύνατο εγκύρως νά έχει τοποθετηθεί ιατρός πού θά υπέβαλε υποψηφιότητα , δέν ειναι ορθό νά μετατίθεται αυτεπαγγέλτως από τήν Επιτροπή σέ μία τέτοια θέση , παρά τήν θέλησή του , ενας υπάλληλος πού διαθέτει ειδικευμένη ιατρική κατάρτιση καί λόγω αυτής τής ιδιότητος προορίζεται γιά τήν εκπλήρωση καθηκόντων διαφορετικής φύσεως από εκείνα πού αναφέρονται στήν εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού .
— Επί ωρισμένων κοινών αιτιάσεων πού αφορούν τήν ανατοποθέτηση καί τήν μετάθεση
66 Πρέπει , τέλος , νά εξετασθεί τό επιχείρημα πού αντλεί η προσφεύγουσα από τό γεγονός οτι ούτε τά καθήκοντα πού τής ανετέθησαν κατά τήν ανατοποθέτησή της στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας ούτε εκείνα πού τής ανέθεσαν μετά τήν αυτεπάγγελτη μετάθεσή της ανταποκρίνονται μέ κανέναν τρόπο στήν ειδίκευσή της καί στήν πείρα πού ειχε αποκτήσει από τήν δραστηριότητά της στήν ιατρική υπηρεσία . Προβάλλει , ειδικότερα , οτι η πρώτη μεταβολή αρμοδιοτήτων καί , κατά μείζονα λόγο , η δεύτερη , ειχαν ως αποτέλεσμα νά τήν περιορίσουν σέ καθήκοντα καθαρώς διοικητικά καί νά τήν απομακρύνουν από τήν άσκηση τής ιατρικής .
67 Η Επιτροπή υποστηρίζει εν προκειμένω οτι κάθε ιατρός πού εισέρχεται στήν υπηρεσία μιάς κοινοτικής διοικήσεως πρέπει νά ειναι ετοιμος νά αναλάβει οιαδήποτε καθήκοντα ιατρικής φύσεως πού εμπίπτουν στήν διοικητική δράση τού οργάνου , συνεπώς καί καθήκοντα διοικητικής ή επιστημονικής φύσεως . Παρατηρεί οτι αρχικώς η προσφεύγουσα ειχε προσληφθεί από τήν Ευρατόμ γιά τήν εκπλήρωση καθηκόντων αυτού τού είδους καί μόνο μετά τήν μετάταξή της στήν ιατρική υπηρεσία επεφορτίσθη μέ καθήκοντα πού συνεπήγοντο εν μέρει τήν άσκηση τής ιατρικής .
68 Ειναι αναμφισβητήτως αληθές οτι η κοινοτική διοίκηση πρέπει νά ειναι σέ θέση νά εξασφαλίζει τήν συνεργασία ιατρικών εμπειρογνωμόνων γιά τήν εκπλήρωση ποικίλων έργων , τά οποία ανάγονται είτε σέ αρμοδιότητες πού απτονται τής ιατρικής πρακτικής , είτε σέ αρμοδιότητες διοικητικού ή επιστημονικού χαρακτήρος καί οτι , γιά τόν λόγο αυτόν , ειναι επιθυμητή μία ωρισμένη κινητικότης τών εν λόγω υπαλλήλων . Εν τούτοις , εν όψει τών ειδικών χαρακτηριστικών τού ιατρικού επαγγέλματος , τό πρόβλημα αυτό πρέπει νά αντιμετωπισθεί μέ διαφορετικά κριτήρια αναλόγως πρός τό άν πρόκειται γιά μετάθεση υπαλλήλου σέ ιατρική θέση πού επέλεξε ο ίδιος μέ τήν θέλησή του ή γιά ανατοποθέτηση ενός τέτοιου υπαλλήλου μετά από μακρά περίοδο εργασίας στήν υπηρεσία τής Κοινότητος , ιδίως δέ στήν περίπτωση αυτεπαγγέλτου μεταθέσεως .
69 Εν προκειμένω πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , μολονότι η προσφεύγουσα ειχε αρχικά προσληφθεί γιά τήν εκτέλεση έργου κατά κύριο λόγο επιστημονικού , ηταν εν τούτοις τοποθετημένη κατά τό μεγαλύτερο μέρος τής σταδιοδρομίας της σέ καθήκοντα αντίστοιχα πρός τήν ειδικότητά της , πού περιελάμβαναν , κατά ενα σημαντικό μέρος , παροχές αναγόμενες στήν άσκηση τής ιατρικής . Η Επιτροπή δέν ηδύνατο , συνεπώς , γιά λόγους καθαρώς διοικητικής διευκολύνσεως , νά αναθέσει στήν προσφεύγουσα καθήκοντα καταφανώς μή αντίστοιχα πρός τήν κατάρτισή της καί τήν προηγουμένη υπηρεσιακή της κατάσταση .
70 Από ολα τά ανωτέρω προκύπτει οτι , εν όψει τών περιστάσεων , η ενέργεια τής Επιτροπής έναντι τής προσφευγούσης δέν ηταν απηλλαγμένη από αυθαιρεσία . Οι διαφορές απόψεων πού υπήρχαν μεταξύ τής δρ . Turner καί τών ιεραρχικώς ανωτέρων της , καί οι οποίες δέν δύνανται νά παραβλεφθούν , έπρεπε νά έχουν επιλυθεί στό πλαίσιο μιάς αντικειμενικής εξετάσεως καί όχι μέ καταχρηστικά μέτρα , πού απέβλεπαν στήν απομάκρυνση τής προσφευγούσης από τά καθήκοντά της , χωρίς ένδειξη τών αληθών λόγων καί χωρίς σεβασμό πρός επαγγελματικά συμφέροντα θεμελιωμένα σέ μία έντιμη υπηρεσιακή σταδιοδρομία μέσα στήν κοινοτική διοίκηση .
71 Άρα ο λόγος περί καταχρήσεως εξουσίας ειναι βάσιμος ως πρός τό σύνολο τών μέτρων πού ελήφθησαν έναντι τής προσφευγούσης , δηλαδή τόσο ως πρός τήν απόφαση τού γενικού διευθυντού προσωπικού καί διοικήσεως τής 4ης Μαϊ´ου 1979 , περί αναθέσεως στήν προσφεύγουσα νέων καθηκόντων στό πλαίσιο τής ιατρικής υπηρεσίας γιά τό προσωπικό τών Βρυξελλών , οσο καί ως πρός τήν απόφαση περί μεταθέσεως τής 20ής Μαϊ´ου 1980 . Κατά συνέπεια , οι αποφάσεις αυτές πρέπει νά ακυρωθούν .
72 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 176 πρώτη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ , η διοίκηση υποχρεούται νά επανεξετάσει τήν κατάσταση τής προσφευγούσης , υπό τό φώς τών αρχών στίς οποίες στηρίζεται η παρούσα απόφαση καί νά λάβει νέα μέτρα ως πρός τήν μελλοντική της τοποθέτηση .
Επί τής αγωγής αποζημιώσεως
73 Πρός θεμελίωση τού αιτήματός της περί αποζημιώσεως , η προσφεύγουσα επικαλείται κυρίως τήν βλάβη τής επαγγελματικής της τιμής καί τής υπολήψεώς της στούς επαγγελματικούς κύκλους , λόγω τού γεγονότος οτι απεμακρύνθη από τίς ιατρικές της αρμοδιότητες μέ μέτρα , τά οποία θεωρεί ως συγκεκαλυμμένες κυρώσεις .
74 Εν όψει τής ανωτέρω θεμελιώσεως , η παρούσα αποτελεί αυτή καθ’ εαυτή επαρκή επανόρθωση οιασδήποτε βλάβης πού ενδεχομένως υπέστη τό επαγγελματικό κύρος τής προσφευγούσης . Επομένως , τό αίτημα περί αποζημιώσεως ειναι άνευ αντικειμένου καί δέν συντρέχει λόγος νά αποφανθεί επ’ αυτού τό Δικαστήριο .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
75 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Επειδή η καθ’ ης ηττήθη κατά τό κύριο μέρος τών ισχυρισμών της , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανομένων καί τών εξόδων τής αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων , γιά τά οποία ειχε γίνει επιφύλαξη στήν διάταξη τού προέδρου τού δευτέρου τμήματος , τής 3ης Ιουλίου 1980 .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τού γενικού διευθυντού προσωπικού καί διοικήσεως τής Επιτροπής , τής 4ης Μα ΐου 1979 , περί τοποθετήσεως τής προσφευγούσης σέ νέα θέση στό πλαίσιο τής αναδιοργανώσεως τής ιατρικής υπηρεσίας , καί τήν απόφαση τής Επιτροπής , τής 20ής Μα ΐου 1980 , περί αυτεπαγγέλτου μεταθέσεως τής προσφευγούσης σέ θέση πού υπάγεται στήν Γενική διεύθυνση ΧΙΙ .
2)Καταδικάζει τήν Επιτροπή στό σύνολο τών δικαστικών εξόδων , περιλαμβανομένων καί τών εξόδων τής αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων .
Full & Egal Universal Law Academy