Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Πράξη πού προξενεί βλάβη — Μεταβολή τοποθετήσεως επ’ ευκαιρία αναδιοργανώσεως τών υπηρεσιών
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων άρθρο 91 )
2 . Υπάλληλοι — Μετάθεση — Επανατοποθέτηση — Κριτήριο διακρίσεως — Κοινές προϋποθέσεις
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων άρθρα 4 , 7 παράγραφος 1 καί 29 )
3 . Υπάλληλοι — Οργάνωση τών υπηρεσιών — Εξουσία εκτιμήσεως τής διοικήσεως
Περίληψη
1 . Ακόμα καί οταν μιά απόφαση τοποθετήσεως δέ θίγει τά υλικά συμφέροντα ή τή σειρά τού υπαλλήλου , μπορεί , λαμβάνοντας υπόψη τή φύση τής υπηρεσίας γιά τήν οποία πρόκειται καί τίς περιστάσεις , νά θίξει τά ηθικά συμφέροντα καί τίς μελλοντικές προσδοκίες τού ενδιαφερόμενου υπαλλήλου .
2 . Όπως προκύπτει από τό σύστημα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων δέν υφίσταται μετάθεση κατά τήν ορθή έννοια τού ορου , παρά σέ περίπτωση μετακινήσεως υπαλλήλου σέ κενή θέση . Από αυτό επεται οτι κάθε μετάθεση κατά κυριολεξία υπόκειται στίς διατυπώσεις πού προβλέπονται από τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων . Αντιστρόφως , οι διατυπώσεις αυτές δέν ειναι εφαρμοστέες σέ περίπτωση επανατοποθετήσεως τού υπαλλήλου , εξαιτίας τού γεγονότος οτι μιά τέτοια μετακίνηση δέ δίνει λαβή σέ εκκένωση θέσεως .
Πάντως οι αποφάσεις επανατοποθετήσεως υπόκεινται , οπως καί οι μεταθέσεις , οσον αφορά τήν προάσπιση τών δικαιωμάτων καί τών νόμιμων συμφερόντων τών υπαλλήλων γιά τούς οποίους πρόκειται , στούς κανόνες τού άρθρου 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων , ιδίως κατά τήν έννοια οτι η επανατοποθέτηση τών υπαλλήλων δέν μπορεί νά γίνει παρά πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί μέ σεβασμό τής ισοτιμίας τών θέσεων .
3 . Τά όργανα τής Κοινότητας απολαύουν ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών τους σέ συνάρτηση μέ τίς αποστολές πού τούς έχουν ανατεθεί καί κατά τήν τοποθέτηση ενόψει τών αποστολών αυτών τού προσωπικού τό οποίο βρίσκεται στή διάθεσή τους .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 60/80
JACOBUS KINDERMANN , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών ( ΤΤ 1040 ) 60 avenue de l’Emeraude , επικουρούμενος καί εκπροσωπούμενος από τόν Georges Vandersanden , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Nico Edon , 2 , rue Goethe ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τό νομικό της σύμβουλο Jean-Pierre Delahousse , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως κύριο αντικείμενο τήν ακύρωση τής από 4ης Οκτωβρίου 1979 αποφάσεως τής καθ’ ης περί μετακινήσεως τού προσφεύγοντος από τήν DG IX-D-3 στήν DG IX-D-8 ( Γενική διεύθυνση IX-D-3 στή Γενική διεύθυνση IX-D-8 ) από τίς 2 Ιανουαρίου 1980 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 21 Φεβρουαρίου 1980 , ο Kindermann , υπάλληλος τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , άσκησε προσφυγή , μέ τήν οποία ζητά τήν ακύρωση τής από 4ης Οκτωβρίου 1979 αποφάσεως τής Επιτροπής πού φέρει τήν υπογραφή τού Tugendhat , μέλους τής Επιτροπής υπεύθυνου γιά τά ζητήματα προσωπικού καί διοικήσεως καί τόν ανατοποθετεί , από τό τμήμα IX-D-3 «Μεταφράσεις , γενικές υποθέσεις» στό τμήμα IX-D-8 «Μεταφράσεις , ολλανδική γλώσσα» από τής 1ης Ιανουαρίου 1980 .
2 Ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στήν υπηρεσία τής Επιτροπής στίς 15 Ιουνίου 1959 υπό τήν ιδιότητα τού επικουρικού μεταφραστή , μονιμοποιήθηκε αναδρομικά από τής 1ης Ιανουαρίου 1962 καί τοποθετήθηκε σέ θέση τού ολλανδικού μεταφραστικού γραφείου τού νέου τμήματος «Μεταφράσεις , αναπαραγωγή , εκτύπωση εγγράφων» τής διευθύνσεως «Εσωτερικές υποθέσεις» τής γενικής διευθύνσεως «Γενική διοίκηση» . Κατά τή διάρκεια τής σταδιοδρομίας του ο Kindermann τέθηκε στή διάθεση διάφορων υπηρεσιών , ιδίως τής γενικής διευθύνσεως ανταγωνισμού . Από τήν 1η Φεβρουαρίου 1970 άσκησε τά καθήκοντά του στή μεταφραστική υπηρεσία τής διοικητικής επιτροπής γιά τήν κοινωνική ασφάλιση τών διακινούμενων εργαζομένων ( εφεξής CASSTM — ΔΕΚΑΔΕ ).
3 Τήν 1η Ιανουαρίου 1973 , οι μεταφραστικές υπηρεσίες τής Επιτροπής αποτέλεσαν αντικείμενο αναδιοργανώσεως· τά διάφορα μεταφραστικά γραφεία πού αποτελούσαν υποδιαίρεση τού παλαιού τμήματος IX-D-3 «Μεταφράσεις , γενικές υποθέσεις» , τό οποίο προάχθηκε σέ διεύθυνση ( IX-D-3 «Μεταφράσεις , τεκμηρίωση , αναπαραγωγή , βιβλιοθήκη» ) μετατράπηκαν σέ εξι τμήματα , ( IX-D-4 μέχρι 9 ) καί τό μεταφραστικό γραφείο από τό οποίο προερχόταν ο Kindermann έγινε έτσι τό τμήμα IX-D-8 «Μεταφράσεις , ολλανδική γλώσσα» .
4 Στίς 22 Αυγούστου 1979 , οι μεταφραστές πού ηταν τοποθετημένοι στή ΔΕΚΑΔΕ συγκεντρώθηκαν από τόν Ciancio , διευθυντή τής διευθύνσεως IX-D , ο οποίος τούς γνώρισε τήν απόφαση τής Επιτροπής περί επαναφοράς στά κεντρικά μεταφραστικά τμήματα τών «αποσπασμένων» μεταφραστών πού ειχαν υπηρετήσει επί μία δεκαετία σέ ορισμένη υπηρεσία . Επισήμανε σ’ αυτή τή συγκέντρωση οτι η εκτεθείσα αρχή θά εφαρμοζόταν αρχικά , μεταξύ άλλων στόν Kindermann , ο οποίος τελούσε σέ άδεια τήν ημέρα τής εν λόγω συγκεντρώσεως καί , επομένως , δέν έλαβε μέρος σέ αυτήν καί οτι σέ εύθετο χρόνο κάθε μεταφραστής τής ΔΕΚΑΔΕ θά ελάμβανε προσωπική επιστολή .
5 Η επιστολή , η οποία στάλθηκε στόν Kindermann μέ ημερομηνία 22 Αυγούστου 1979 , έφθασε στόν προορισμό της στίς 4 Σεπτεμβρίου 1979 . Υπογράμμιζε δέ τή σημασία πού προσδίδει η Επιτροπή στήν ευχέρεια νά ανατίθενται στό προσωπικό της , στό μέτρο τού δυνατού καί λαμβάνοντας υπόψη τό συμφέρον τής υπηρεσίας , έπειτα από παραμονή επί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα στήν ίδια θέση καί στήν ίδια υπηρεσία , άλλα καθήκοντα , τά οποία ν’ ανταποκρίνονται στήν υπηρεσιακή του κατάσταση σύμφωνα μέ τόν κανονισμό καί νά εμπλουτίζεται έτσι η πείρα του» . Η επιστολή συνέχιζε μέ τίς ακόλουθες λέξεις : «θά σάς παρακαλούσα λοιπόν , αφού έλθετε σέ επαφή μέ τόν προϊστάμενο τού τμήματός σας , κ . Pignot , νά παρουσιασθείτε στίς 2 Ιανουαρίου 1980 στόν κ . Dallinga , προϊστάμενο τού ολλανδικού μεταφραστικού τμήματος , ο οποίος θά σάς υποδείξει τά νέα σας καθήκοντα» .
6 Στίς 17 Σεπτεμβρίου 1979 , ο Kindermann διαβίβασε πρός τόν Ciancio σημείωμα μέ τό οποίο αμφισβητούσε τήν απόφαση τής 22ας Αυγούστου 1979 . Στίς 3 τού επομένου Οκτωβρίου , υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά τής εν λόγω αποφάσεως . Τήν επομένη , παρέλαβε τήν απόφαση πού έφερε τήν υπογραφή τού Tugendhat , κατά τής οποίας υπέβαλε στίς 12 Οκτωβρίου 1979 διοικητική ένσταση , η οποία έμεινε αναπάντητη κατά τή διάρκεια τής προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας .
Επί τού παραδεκτού
7 Η Επιτροπή αμφισβητεί τό παραδεκτό τής προσφυγής , λόγω τού οτι η απόφαση τής 4ης Οκτωβρίου 1979 δέ μετέβαλε — οργανικώς — τήν τοποθέτηση τού προσφεύγοντος ούτε , a fortiori , τήν υπηρεσιακή του κατάσταση σύμφωνα μέ τόν κανονισμό . Δέν αποτελεί , λειτουργικώς , τίποτα άλλο παρά τόν τερματισμό τού μέτρου τής θέσεώς του στή διάθεση τής ΔΕΚΑΔΕ καί τήν ανατοποθέτησή του , μαζί μέ τή θέση του , από τό τμήμα IX-D-3 στό τμήμα IX-D-8 . Επιπροσθέτως , δέν έχει επέλθει αλλαγή στή φύση καί τό επίπεδο τού μεταφραστικού έργου , τό οποίο εκτελεί ο Kindermann . Δέν πρόκειται συνεπώς παρά περί απλού μέτρου εσωτερικής οργανώσεως τής υπηρεσίας , πού δέν ειναι ικανό νά προξενήσει βλάβη καί τό οποίο , επομένως , δέ συνιστά πράξη δυνάμενη νά προσβληθεί επί ακυρώσει , κατά τήν έννοια τού άρθρου 91 τού κανονισμού .
8 Ακόμα καί οταν μιά απόφαση , οπως η προκειμένη , δέ θίγει τά υλικά συμφέροντα ή τό βαθμό τού υπαλλήλου , δύναται , λαμβάνοντας υπόψη τή φύση τής υπηρεσίας γιά τήν οποία πρόκειται καί τίς περιστάσεις , νά θίξει τά ηθικά συμφέροντα καί τίς μελλοντικές προσδοκίες τού ενδιαφερόμενου υπαλλήλου . Υπό αυτές τίς συνθήκες , δέ δύναται νά θεωρηθεί a priori οτι δέν ειναι ικανή νά προξενήσει βλάβη στόν ενδιαφερόμενο .
9 Πρέπει , συνεπώς , νά κριθεί η προσφυγή παραδεκτή .
Επί τής ουσίας
10 Ο προσφεύγων τελικώς δέν επικαλέσθηκε κατά τής προσβαλλόμενης αποφάσεως , στό στάδιο τής προφορικής διαδικασίας , παρά δύο λόγους , εκ τών οποίων ο πρώτος συνίσταται στήν παράβαση τού άρθρου 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τό οτι , αφενός , δέν τηρήθηκε η διαδικασία πού προβλέπει η διάταξη αυτή σέ περίπτωση μεταθέσεως καί , αφετέρου , η επίδικη απόφαση δέν ανταποκρίνεται πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί ο δεύτερος στήν κατάχρηση εξουσίας .
11 Όπως προκύπτει από τήν εξέταση τών ανωτέρω λόγων καί τών επιχειρημάτων τής υπερασπίσεως , οι διάδικοι διαφωνούν ως πρός τό νομικό χαρακτηρισμό τής επίδικης πράξεως . Ο προσφεύγων ειναι τής γνώμης οτι μετατέθηκε , κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ενώ , κατά τήν Επιτροπή , η πράξη αναλύεται , τυπικώς σέ ανατοποθέτηση μαζί μέ τήν υπηρεσιακή του θέση καί λειτουργικώς σέ τερματισμό τού μέτρου τής θέσεώς του στή διάθεση τής διοικήσεως .
12 Πρέπει νά παρατηρηθεί , κατ’ αρχήν , οτι , οπως προκύπτει από τό σύστημα τού κανονισμού , δέν υφίσταται μετάθεση κατά τήν ορθή έννοια τού ορου , παρά σέ περίπτωση μετακινήσεως υπαλλήλου σέ κενή θέση . Άρα κάθε μετάθεση κατά κυριολεξία υπόκειται στίς διατυπώσεις πού προβλέπονται από τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού . Αντιστρόφως , οι διατυπώσεις αυτές δέν εφαρμόζονται σέ περίπτωση ανατοποθετήσεως τού υπαλλήλου , λόγω τού οτι μιά τέτοια μετακίνηση δέν οδηγεί σέ κένωση θέσεως .
13 Η ανάλυση τής δικογραφίας καταδεικνύει οτι η απόφαση πού λήφθηκε ως πρός τόν προσφεύγοντα , λόγω τού οτι ο κάτοχος τής θέσεως μετακινείται μαζί μέ τή θέση του , δέν οδηγεί σέ κένωση θέσεως καί , επομένως , δέ συνιστά μετάθεση κατά τήν έννοια τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Κατά τούτο , ο ορος , τόν οποίο χρησιμοποιεί ο προσφεύγων , ειναι ακατάλληλος .
14 Πάντως ο εν λόγω νομικός χαρακτηρισμός δέ ζημιώνει τήν έκταση τής επιχειρηματολογίας πού αναπτύχθηκε από τόν προσφεύγοντα . Πράγματι , οπως καί η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει μέ πάγια πρακτική , η οποία ανακλάται στήν επίδικη πράξη , οι αποφάσεις ανατοποθετήσεως υπόκεινται , οπως καί οι μεταθέσεις , οσον αφορά τήν προάσπιση τών δικαιωμάτων καί τών νόμιμων συμφερόντων τών υπαλλήλων γιά τούς οποίους πρόκειται στούς κανόνες τού άρθρου 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ιδίως υπό τήν έννοια οτι η ανατοποθέτηση τών υπαλλήλων δέ δύναται νά γίνει παρά πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί μέ σεβασμό τής ισοτιμίας τών θέσεων . Πρέπει , επομένως , νά εξετασθούν οι προβληθέντες από τόν προσφεύγοντα λόγοι υπό τό φώς τών αρχών τού άρθρου 7 παράγραφος 1 .
15 Λαμβάνοντας υπόψη τά ανωτέρω , δέν απομένει , οσον αφορά τόν πρώτο λόγο , παρά νά εξετασθεί η αιτίαση πού αναφέρεται στήν παραβίαση τού συμφέροντος τής υπηρεσίας .
16 Ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι η ένδικη απόφαση λήφθηκε παρά τό συμφέρον τής υπηρεσίας . Δεδομένου οτι η εν λόγω απόφαση ηταν ανεξάρτητη οποιασδήποτε αναδιοργανώσεως τής υπηρεσίας , τίποτα δέν αποδεικνύει οτι η θέση πού μετακινήθηκε ειναι πιό χρήσιμη γιά τό συμφέρον τής υπηρεσίας στό νέο τμήμα τοποθετήσεως τού προσφεύγοντος ( στήν προκειμένη περίπτωση IX-D-8 ) από ο,τι ηταν στό τμήμα προελεύσεώς του ( δηλαδή , τό IX-D-3 ).
17 Τό επιχείρημα αυτό πρέπει νά αποκρουσθεί , εφόσον η νομολογία τού Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει στά όργανα τής Κοινότητας ευρεία εξουσία εκτιμή σεως κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών τους σέ συνάρτηση μέ τήν αποστολή πού τούς έχει ανατεθεί καί κατά τήν τοποθέτηση , ενόψει τής αποστολής αυτής τού προσωπικού , τό οποίο βρίσκεται στή διάθεσή τους . Δέν αποδείχθηκε οτι η Επιτροπή , λαμβάνοντας τήν επίδικη απόφαση , υπερέβη τήν εξουσία της αυτή .
18 Πρέπει επίσης νά αποκρουσθούν , γιά τόν ίδιο λόγο , τά επικουρικώς προβληθέντα από τόν προσφεύγοντα επιχειρήματα , τά οποία αναφέρονται στίς αρνητικές επιπτώσεις πού θά ειχε η αποχώρησή του επί τής λειτουργίας τής μεταφραστικής υπηρεσίας τής ΔΕΚΑΔΕ καί στό γεγονός οτι δέν έλαβε γνώση τής αναγκαιότητας νά ενισχυθεί τό μεταφραστικό προσωπικό πού απασχολείται στό τμήμα IX-D-8 .
19 Ο πρώτος λόγος πρέπει , επομένως , νά απορριφθεί .
20 Ως πρός τό δεύτερο λόγο , πρέπει νά απορριφθεί επειδή η απόφαση ανατοποθετήσεως πού έλαβε η Επιτροπή αναγνωρίσθηκε ανωτέρω ως σύμφωνη πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας , ωστε νά μή δύναται νά στοιχειοθετήσει κατάχρηση εξουσίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
21 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
Όπως προκύπτει από τή δικογραφία , ο προσφεύγων πληροφορήθηκε τήν απόφαση τής 22ας Αυγούστου 1979 , η οποία μετέβαλε τήν τοποθέτησή του , από τούς συναδέλφους τους τής ΔΕΚΑΔΕ , πού τό ειχαν πληροφορηθεί οι ίδιοι κατά τή συγκέντρωση από τήν οποία απουσίαζε . Λαμβάνοντας υπόψη οτι η Επιτροπή μπορούσε νά αναλάβει τή φροντίδα νά πληροφορήσει πρώτο τόν προσφεύγοντα , προσήκει η επιβολή στήν Επιτροπή μέρους τών δικαστικών εξόδων τού προσφεύγοντος , αποτιμωμένου στό ημισυ .
Εξάλλου , κατά τό άρθρο 70 τού κανονισμού , τά όργανα φέρουν σέ ολες τίς περιπτώσεις τά έξοδα στά οποία υποβάλλονται προκειμένου περί προσφυγών τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2)Η Επιτροπή θά φέρει τά δικαστικά της έξοδα , καθώς καί τό ημισυ τών δικαστικών εξόδων τού προσφεύγοντος .
Full & Egal Universal Law Academy