Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Κοινωνική πολιτική — Άνδρες καί γυναίκες εργαζόμενοι — Αμοιβή — Έννοια — Εισφορά πού καταβάλλει ο εργοδότης σέ σύστημα συνταξιοδοτήσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119 )
2 . Κοινωνική πολιτική — Άνδρες καί γυναίκες εργαζόμενοι — Αμοιβή — Έννοια — Ίδια έκταση εφαρμογής τόσο στό άρθρο 119 τής συνθήκης οσο καί στήν οδηγία 75/117
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119· οδηγία τού Συμβουλίου 75/117 άρθρο 1 )
3 . Κοινωνική πολιτική — Άνδρες καί γυναίκες εργαζόμενοι — Αμοιβή — Ισότητα — Αρχή — Άμεση εφαρμογή — Διάκριση εκ τών εισφορών πού καταβάλλει ο εργοδότης σέ σύστημα συνταξιοδοτήσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119 )
Περίληψη
1 . Η εισφορά πού καταβάλλει ο εργοδότης σέ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , επ’ ονόματι τών υπαλλήλων , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού , τό οποίο επομένως βοηθά στόν προσδιορισμό τού υψους τού μισθού αυτού , αποτελεί «αμοιβή» , κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΟΚ .
2 . Η οδηγία 75/117 στηρίζεται στήν έννοια τής αμοιβής , οπως ορίζεται στό άρθρο 119 παράγραφος 2 τής συνθήκης . Άν καί τό άρθρο 1 τής οδηγίας επεξηγεί οτι η έννοια «ομοια εργασία» , πού περιέχεται στό άρθρο 119 παράγραφος 1 τής συνθήκης , περιλαμβάνει περιπτώσεις «εργασίας στήν οποία προσδίδεται ίση αξία» , εν τούτοις καθόλου δέ θίγει τήν έννοια «αμοιβή» τού άρθρου 119 παράγραφος 2 , αλλά αναφέρεται σιωπηρώς στήν έννοια αυτή .
3 . Τό άρθρο 119 τής συνθήκης έχει απευθείας εφαρμογή γιά κάθε μορφή διακρί σεως , πού δύναται νά διαπιστωθεί αποκλειστικά μέ τή βοήθεια τών κριτηρίων τής ομοιας εργασίας καί τής ίσης αμοιβής πού διατυπώνεται στό εν λόγω άρθρο , χωρίς νά απαιτείται γιά τήν εφαρμογή τους η λήψη κοινοτικών ή εθνικών μέτρων πού νά τά προσδιορίζουν περισσότερο . Στίς διακρίσεις πού δύνανται νά διαπιστωθούν δικαστικώς κατ’ αυτό τόν τρόπο , ανήκει η περίπτωση τής άνισης αμοιβής ανδρών καί γυναικών προσφερόντων ομοια εργασία , πού εκτελείται στό ίδιο κατάστημα ή στήν ίδια υπηρεσία , δημόσια ή ιδιωτική . Αυτό συμβαίνει στήν περίπτωση οπου η υποχρέωση καταβολής εισφορών σέ σύστημα συνταξιοδοτήσεως ισχύει μόνο γιά τούς άνδρες καί όχι γιά τίς γυναίκες καί πού οι εισφορές τίς οποίες οφείλουν οι άνδρες εργαζόμενοι καταβάλλονται , επ ονόματί τους , από τόν εργοδότη , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού , πράγμα πού έχει ως αποτέλεσμα τήν εξασφάλιση , στούς άνδρες εργαζόμενους , αμοιβής , κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 παράγραφος 2 , υψηλότερης από εκείνη τών γυναικών πού εκτελούν ομοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 69/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Court of Appeal ( Civil Division ) τού Λονδίνου πρός τό Δικαστήριο , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής δίκης η οποία εκκρεμεί ενώπιον τού ανωτέρω δικαστηρίου μεταξύ
SUSAN JANE WORRINGHAM
MARGARET HUMPHREYS
καί
LLOYDS BANK LIMITED ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί τής ερμηνείας τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ , τού άρθρου 1 τής οδηγίας 75/117/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , τών σχετικών μέ τήν εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών καί γυναικών εργαζομένων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 42 ), τών άρθρων 1 παράγραφος 1 καί 5 παράγραφος 1 τής οδηγίας 76/207/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί τής εφαρμογής τής αρχής τής ίσης μεταχειρίσεως ανδρών καί γυναικών , οσον αφορά τήν πρόσβαση σέ απασχόληση , τήν επαγγελματική εκπαίδευση καί προώθηση καί τίς συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 70 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 19ης Φεβρουαρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 3 Μαρτίου 1980 , τό Court of Appeal τού Λονδίνου υπέβαλε δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ , τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών , πού αφορούν τήν εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας αμοιβών μεταξύ εργαζόμενων ανδρών καί γυναικών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 42 ) καί τής οδηγίας 76/207 τού Συμβουλίου τής 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί εφαρμογής τής αρχής τής ίσης μεταχειρίσεως ανδρών καί γυναικών , οσον αφορά τήν πρόσβαση σέ απασχόληση , τήν επαγγελματική εκπαίδευση καί προώθηση καί τίς συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002 , σ . 70 ).
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο δίκης μεταξύ δύο εργαζόμενων γυναικών καί τού εργοδότη τους , τής Lloyds Bank Limited ( εφεξής : «Lloyds» ) στήν οποία προσάπτουν οτι παραβίασε , έναντι αυτών , τή ρήτρα πού διασφαλίζει τήν ισότητα αμοιβής μεταξύ ανδρών καί γυναικών καί έχει ενσωματωθεί στή σύμβαση εργασίας τους μέ τήν ανωτέρω τράπεζα , δυνάμει τών διατάξεων τού άρθρου 1 ( 2 ) α ) τού «Equal Pay Act 1970» . Οι ενάγουσες τής κύριας δίκης ισχυρίσθηκαν ειδικότερα οτι η Lloyds δέν εκπλήρωσε τίς από τόν ανωτέρω νόμο απορρέουσες υποχρεώσεις της , μή καταβάλλοντας στό γυναικείο προσωπικό , ηλικίας κάτω τών 25 ετών , τόν ίδιο ακαθάριστο μισθό μέ εκείνο τού ανδρικού προσωπικού τής ίδιας ηλικίας , πού εκτελεί τήν ίδια εργασία .
3 Από τά στοιχεία πού περιέχονται στήν απόφαση περί παραπομπής προκύπτει οτι η Lloyds εφαρμόζει επί τού προσωπικού της δύο συστήματα συνταξιοδοτήσεως λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία , τό ενα γιά τίς γυναίκες καί τό άλλο γιά τούς άνδρες εργαζομένους . Αυτά τά συστήματα συνταξιοδοτήσεως , πού προήλθαν από συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ τών συνδικάτων καί τής Lloyds καί εγκρίθηκαν από τίς κρατικές αρχές , δυνάμει τού «Finance Act 1970» , καί κυρώθηκαν δυνάμει τού «Social Security Pensions Act 1975» , προβλέπουν τή δυνατότητα συμβατικής παραιτήσεως τού μέλους από τό συνδεόμενο μέ τό μισθό μέρος τού κρατικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως , τό οποίο αντικαθίσταται από συμβατικό σύστημα .
4 Από τήν ίδια απόφαση προκύπτει οτι , άν καί τά δύο συστήματα συνταξιοδοτήσεως πού εφαρμόζει η Lloyds δέ συνεπάγονται , κατ’ ουσία , διαφορά στή μεταχείριση ανδρών καί γυναικών , οσον αφορά τίς παροχές , τίς σχετικές μέ τή σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία , προβλέπουν εν τούτοις διαφορετικούς κανόνες , ως πρός άλλα θέματα πού δέν έχουν σχέση μέ τήν ανωτέρω σύνταξη .
5 Η ανισότητα αμοιβής τής οποίας γίνεται επίκληση στήν παρούσα υπόθεση ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου πηγάζει , κατά τίς ενάγουσες τής κύριας δίκης , από τίς διατάξεις τών εν λόγω δύο συστημάτων συνταξιοδοτήσεως , τίς σχετικές μέ τήν υποχρέωση καταβολής εισφορών εκ μέρους τού προσωπικού ηλικίας κάτω τών 25 ετών . Πράγματι , από τήν απόφαση περί παραπομπής προκύπτει οτι οι άνδρες εργαζόμενοι , κάτω τών 25 ετών , υποχρεούνται νά καταβάλλουν στό ταμείο τους εισφορά ίση μέ τό 5 % τού μισθού τους , ενώ οι γυναίκες δέν έχουν τήν υποχρέωση αυτή . Γιά νά καλύψει τήν εισφορά αυτή πού οφείλουν οι άνδρες εργαζόμενοι , η Lloyds προσθέτει ενα συμπληρωματικό ποσό 5 % στόν ακαθάριστο μισθό πού καταβάλλεται στούς τελευταίους , τό ποσό δέ αυτό εν συνεχεία αφαιρείται καί καταβάλλεται απευθείας στούς διαχειριστές τού εν λόγω συστήματος συνταξιοδοτήσεως γιά λογαριασμό τών ανωτέρω εργαζομένων .
6 Από τήν απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης οτι οι αποχωρούντες από τήν υπηρεσία τους εργαζόμενοι , οι οποίοι συμφωνούν νά μεταφερθούν τά κεκτημένα δικαιώματά τους στό κρατικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως , λαμβάνουν ενα «ισοδύναμο μέ τίς εισφορές πρίμ» , δυνάμει τού οποίου δικαιούνται νά τούς επιστραφεί — μετά τήν αφαίρεση μέρους τού κόστους τού πρίμ καί τού φόρου εισοδήματος — εντόκως τό ποσό τών εισφορών πού ειχε καταβληθεί προηγουμένως στό σύστημα , στό οποίο υπάγονταν· τό ποσό αυτό , στήν περίπτωση τών ανδρών εργαζομένων ηλικίας κάτω τών 25 ετών , περιλαμβάνει τήν εισφορά τού 5 % πού έχει καταβληθεί επ’ ονόματί τους από τόν εργοδότη .
7 Τέλος , οπως προκύπτει από τά στοιχεία πού παρέσχε τό εθνικό δικαστήριο , τό ποσό τού μισθού , στό οποίο περιλαμβάνεται η ανωτέρω εισφορά τού 5 % , βοηθά στόν προσδιορισμό τού ποσού ορισμένων κοινωνικών παροχών καί οφελών , οπως τά επιδόματα πρός εργαζομένους , πού έχουν καταστεί υπεράριθμοι , επιδόματα ανεργίας , οικογενειακά επιδόματα καθώς καί διευκολύνσεις πού παρέχονται σχετικά μέ υποθήκες καί πίστωση .
8 Τό Industrial Tribunal , ενώπιον τού οποίου ήχθη η διαφορά σέ πρώτο βαθμό , απέρριψε τήν αγωγή τών εναγουσών , μέ απόφαση τής 19ης Σεπτεμβρίου 1977 , μέ τήν αιτιολογία , ιδίως , οτι η προβληθείσα εν προκειμένω ανισότητα αμοιβής μεταξύ ανδρών καί γυναικών προερχόταν από τή διαφορά τών κανόνων μεταξύ τών συστημάτων συνταξιοδοτήσεως ανδρών καί γυναικών υπαλλήλων τής τράπεζας καί ενέπιπτε έτσι στήν εξαίρεση τού άρθρου 6 ( 1 Α ) β ) τού «Equal Pay Act 1970» , τό οποίο αποκλείει από τό πεδίο εφαρμογής τής αρχής τής ισότητας αμοιβής μεταξύ ανδρών καί γυναικών τούς ορους πού αφορούν τό θάνατο ή τήν αποχώρηση από τήν υπηρεσία ή κάθε διάταξη πού τίθεται εν σχέσει πρός τό θάνατο ή τήν αποχώρηση από τήν υπηρεσία .
9 Οι ενάγουσες τής κυρίας δίκης άσκησαν έφεση ενώπιον τού Employment Appeal Tribunal καί υποστήριξαν οτι η καταβολή πρόσθετου ποσού 5 % τού ακαθάριστου μισθού , πού οφείλεται στό ηλικίας κάτω τών 25 ετών ανδρικό προσωπικό τής Lloyds , θέτει πρόβλημα διακρίσεως μεταξύ ανδρών καί γυναικών εν σχέσει πρός τήν αμοιβή πού δέν εμπίπτει στήν εξαίρεση τού άρθρου 6 ( 1 Α ) β ) τού «Equal Pay Act 1970» . Ισχυρίσθηκαν επίσης οτι , εν πάση περιπτώσει , δέν ειναι δυνατή η ερμηνεία καί εφαρμογή τού ανωτέρω άρθρου κατά τρόπο αντίθετο πρός τό κοινοτικό δίκαιο , τό οποίο υπερισχύει τών ανωτέρω διατάξεων τού «Equal Pay Act 1970» .
10 Τό Employment Appeal Tribunal δέχθηκε τήν έφεση μέ τό αιτιολογικό οτι : α ) υπάρχει , εν προκειμένω , ανισότητα μεταξύ ανδρών καί γυναικών κάτω τών 25 ετών , β ) οι περί αμοιβής οροι ή διατάξεις τής συμβάσεως εργασίας πρέπει νά θεωρηθούν ως διακρινόμενες από τούς περί συντάξεως ορους καί διατάξεις , καί γ ) η κρίσιμη ρήτρα τής συμβάσεως εργασίας δέν αποτελεί διάταξη πού αφορά τό θάνατο ή τήν αποχώρηση από τήν υπηρεσία , κατά τήν έννοια τού άρθρου 6 ( 1 Α ) β ) τού «Equal Pay Act 1970» .
11 Εν όψει τού νομικού αυτού ζητήματος , τό Court of Appeal , ενώπιον τού οποίου ασκήθηκε η έφεση τής Lloyds κατά τής αποφάσεως τού Employment Appeal Tribunal , αποφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο ερωτήματα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 119 τής συνθήκης , καθώς καί τού άρθρου 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 καί τών άρθρων 1 καί 5 παράγραφος 1 τής οδηγίας 76/207 τού Συμβουλίου τής 9ης Φεβρουαρίου 1976 .
Επί τού πρώτου ερωτήματος
12 Τό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο διατυπώνεται ως εξής :
«1 . Αποτελούν «αμοιβή» , κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ :
α ) οι εισφορές πού καταβάλλει ο εργοδότης σέ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως ή
β)τά δικαιώματα καί οι παροχές τού εργαζομένου στό πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος;»
13 Από τά στοιχεία πού παρέσχε τό εθνικό δικαστήριο προκύπτει οτι , κατ’ αρχήν , τό πρώτο ερώτημα αναφέρεται κυρίως , υπό στοιχείο α , στό άν τά ποσά τού εν λόγω είδους πού καταβάλλονται από τόν εργοδότη , επ’ ονόματι τού εργαζομένου , σ’ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού , εμπίπτουν στήν κατά τό άρθρο 119 τής συνθήκης έννοια τής αμοιβής .
14 Κατά τό άρθρο 119 εδάφιο 2 τής συνθήκης , ως «αμοιβή» νοούνται , κατά τήν έννοια τής εν λόγω διατάξεως , «οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές καί ολα τά άλλα οφέλη πού παρέχονται άμεσα ή έμμεσα , σέ χρήματα ή σέ ειδος , από τόν εργοδότη στόν εργαζόμενο , λόγω τής σχέσεως εργασίας» .
15 Ποσά οπως τά εν λόγω , τά οποία περιλαμβάνονται στόν υπολογισμό τού ακα- θάριστου μισθού πού οφείλεται στόν εργαζόμενο καί τά οποία προσδιορίζουν αμέσως τόν υπολογισμό άλλων οφελών , συνδεομένων μέ τό μισθό , οπως οι αποζημιώσεις πού καταβάλλονται στό προσωπικό πού καθίσταται υπεράριθμο , τά επιδόματα ανεργίας , τά οικογενειακά επιδόματα καί οι πιστωτικές διευκολύνσεις , αποτελούν μέρος τής αμοιβής τού εργαζομένου , κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 παράγραφος 2 τής συνθήκης , ακόμα κι οταν αφαιρούνται αμέσως από τόν εργοδότη , γιά νά καταβληθούν , επ’ ονόματι τού εργαζομένου , σέ ταμείο συντάξεως . Τό ίδιο ισχύει , a fortiori , στήν περίπτωση πού τά ποσά αυτά επιστρέφονται , σέ ορισμένες περιπτώσεις καί κατόπιν ορισμένων μειώσεων , στόν εργαζόμενο , στόν οποίο οφείλουν νά επανέλθουν οταν παύσει νά ανήκει στό συμβατικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως , βάσει τού οποίου κρατήθηκαν .
16 Εξάλλου , τό επιχείρημα πού προέβαλε η βρετανική κυβέρνηση , οτι δηλαδή η καταβολή τών εν λόγω εισφορών από τόν εργοδότη δέν προέρχεται από νομική υποχρέωση έναντι τού εργαζομένου , δέν ειναι αποφασιστικής σημασίας , δεδομένου οτι η καταβολή αυτή γίνεται πράγματι , αντιστοιχεί δέ πρός υποχρέωση καταβολής εισφορών πού βαρύνει τόν εργαζόμενο καί κρατείται από τό μισθό του .
17 Εν όψει ολων αυτών τών στοιχείων , πρέπει επομένως νά δοθεί στό ερώτημα 1 α η απάντηση οτι η εισφορά σέ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , τήν οποία καταβάλλει ο εργοδότης , επ’ ονόματι τών εργαζομένων πού απασχολεί , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού καί τό οποίο βοηθά στόν προσδιορισμό τού υψους τού εν λόγω μισθού , αποτελεί «αμοιβή» κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΟΚ .
18 Εν όψει τής απαντήσεως αυτής , δέν απαιτείται νά εξετασθεί τό δεύτερο σκέλος τού πρώτου ερωτήματος 1 β , τό οποίο έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι τού ερωτήματος 1 α .
Επί τού δευτέρου ερωτήματος
19 Μέ τό δεύτερο ερώτημά του , τό οποίο ειναι σχεδόν ταυτόσημο μέ τό πρώτο , τό εθνικό δικαστήριο θέτει τό ίδιο πρόβλημα στό Δικαστήριο , σχετικά μέ τό άρθρο 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 .
20 Δεδομένου οτι τό εθνικό δικαστήριο ζητά τήν ερμηνεία τής οδηγίας 75/117 απλώς καί μόνο επικουρικώς σέ σχέση μέ εκείνη τού άρθρου 119 τής συνθήκης , η εξέταση τού δεύτερου ερωτήματος , εν όψει τής δοθείσας ερμηνείας τού άρθρου αυτού καθίσταται άνευ αντικειμένου .
21 Εξάλλου , η προαναφερθείσα οδηγία 75/117 , η οποία , οπως προκύπτει από τήν πρώτη αιτιολογική σκέψη της , έχει ως σκοπό νά καθορίσει τίς αναγκαίες προϋποθέσεις γιά τή θέση σέ εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας αμοιβής μεταξύ ανδρών καί γυναικών εργαζομένων , στηρίζεται στήν έννοια τής αμοιβής , οπως ορίζεται στό άρθρο 119 παράγραφος 2 τής συνθήκης . Άν καί τό άρθρο 1 τής οδηγίας επεξηγεί οτι η έννοια «ομοια εργασία» , πού περιέχεται στό άρθρο 119 παράγραφος 1 τής συνθήκης , περιλαμβάνει περιπτώσεις «εργασίας στήν οποία προσδίδεται ίση αξία» , εν τούτοις δέ θίγει καθόλου τήν έννοια «αμοιβή» τού άρθρου 119 παράγραφος 2 , αλλά αναφέρεται σιωπηρώς στήν έννοια αυτή .
Επί τού τρίτου ερωτήματος
22 Τό εθνικό δικαστήριο ερωτά περαιτέρω μέ τό τρίτο του ερώτημα άν , σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό πρώτο ερώτημα , «τό άρθρο 119 τής συνθήκης ΕΟΚ . . . έχει . . . άμεσο αποτέλεσμα εντός τών Κρατών μελών , ωστε νά απονέμει δικαστικώς επιδιώξιμα δικαιώματα κοινοτικού χαρακτήρα , τά οποία δύνανται τά άτομα νά επικαλεσθούν υπό τίς περιστάσεις τής παρούσας υποθέσεως» .
23 Όπως τό Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει σέ προηγούμενες αποφάσεις ( απόφαση τής 8ης Απριλίου 1976 , Defrenne , 43/75 , ECR σ . 455 , απόφαση τής 27ης Μαρτίου 1980 Macarthys Ltd , 129/79 , ECR σ . 1275 ), τό άρθρο 119 τής συνθήκης έχει απευθείας εφαρμογή γιά κάθε μορφή διακρίσεως , πού δύναται νά διαπιστωθεί αποκλειστικά μέ τή βοήθεια τών κριτηρίων τής ομοιας εργασίας καί τής ίσης αμοιβής πού διατυπώνεται στό εν λόγω άρθρο , χωρίς νά απαιτείται γιά τήν εφαρμογή τους η λήψη κοινοτικών ή εθνικών μέτρων πού νά τά προσδιορίζουν περισσότερο . Μεταξύ τών μορφών διακρίσεως πού δύνανται νά διαπιστωθούν δικαστικώς κατ’ αυτόν τόν τρόπο , τό Δικαστήριο ανέφερε ειδικότερα τήν περίπτωση τής άνισης αμοιβής ανδρών καί γυναικών προσφερόντων ομοια εργασία , πού εκτελείται στό ίδιο κατάστημα ή στήν ίδια υπηρεσία , δημόσια ή ιδιωτική . Σέ τέτοιες περιπτώσεις , ο δικαστής ειναι σέ θέση νά βεβαιωθεί περί ολων τών πραγματικών περιστατικών , πού θά τού επιτρέψουν νά αποφασίσει άν μιά εργαζόμενη γυναίκα αμείβεται λιγότερο απ’ ο,τι ο άνδρας , ο οποίος εκτελεί ομοια ή ίσης αξίας εργασία .
24 Αυτό συμβαίνει στήν περίπτωση πού η υποχρέωση καταβολής εισφορών ισχύει μόνο γιά τούς άνδρες καί όχι γιά τίς γυναίκες καί πού οι εισφορές τίς οποίες οφείλουν οι άνδρες εργαζόμενοι καταβάλλονται , επ’ ονόματί τους , από τόν εργοδότη , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού , πράγμα πού έχει ως αποτέλεσμα τήν εξασφάλιση , στούς άνδρες εργαζόμενους , αμοιβής , κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 παράγραφος 2 , υψηλότερης από εκείνη τών γυναικών πού εκτελούν ομοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας .
25 Άν καί οπου οι γυναίκες δέν υποχρεούνται νά καταβάλλουν εισφορές , ο μισθός τών ανδρών εργαζομένων , μετά τήν αφαίρεση τών εισφορών , ειναι ανάλογος μέ τό μισθό τών γυναικών εργαζομένων , πού δέ βαρύνεται μέ εισφορές , εν τούτοις η ανισότητα μεταξύ τών ακαθάριστων μισθών ανδρών καί γυναικών εργαζόμενων αποτελεί πηγή διακρίσεως , πού αντίκειται στό άρθρο 119 τής συνθήκης , καθ’ οσον , λόγω τής ανισότητας αυτής , οι άνδρες εργαζόμενοι λαμβάνουν παροχές , από τίς οποίες αποκλείονται οι γυναίκες πού εκτελούν ομοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας , ή λαμβάνουν , γιά τό λόγο αυτό , παροχές καί κοινωνικά οφέλη μεγαλύτερα από εκείνα πού δικαιούνται οι τελευταίες .
26 Αυτό ισχύει ιδίως στήν περίπτωση κατά τήν οποία , οπως καί εν προκειμένω , στούς εργαζόμενους πού σταματούν νά εργάζονται πρίν συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία , επιστρέφεται , υπό μορφή «πρίμ ισοδύναμου μέ εισφορές» , μέρος τουλάχιστον τών εισφορών τίς οποίες έχει καταβάλει , επ’ ονόματί τους , ο εργοδότης καί στήν περίπτωση κατά τήν οποία τό υψος τού ακαθάριστου μισθού , πού καταβάλλεται στόν εργαζόμενο , προσδιορίζει τό ποσό ορισμένων παροχών καί κοινωνικών οφελών , οπως η αποζημίωση πού καταβάλλεται σέ οσους καθίστανται υπεράριθμοι ή τό επίδομα ανεργίας , τά οικογενειακά επιδόματα ή οι διευκολύνσεις εν σχέσει πρός υποθήκες ή πίστωση , τά οποία δικαιούνται οι εργαζόμενοι καί τών δύο φύλων .
27 Στήν περίπτωση αυτή , τό γεγονός οτι ο εργοδότης καταβάλλει εισφορές επ’ ονό- ματι μόνο τών ανδρών καί όχι τών γυναικών εργαζόμενων , πού εκτελούν ομοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας , οδηγεί σέ ανισότητα αμοιβής μεταξύ ανδρών καί γυναικών , τήν οποία τό εθνικό δικαστήριο δύναται αμέσως νά διαπιστώσει μέ τή βοήθεια στοιχείων πού συνιστούν τήν εν λόγω αμοιβή καί τών κριτηρίων πού τίθενται στό άρθρο 119 τής συνθήκης .
28 Γιά τούς λόγους αυτούς , στό τρίτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση , οτι δύναται νά γίνει επίκληση τού άρθρου 119 τής συνθήκης ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων , τά οποία οφείλουν νά εξασφαλίζουν τήν προστασία τών δικαιωμάτων πού η διάταξη αυτή παρέχει στούς πολίτες , ιδίως στήν περίπτωση οπου , λόγω τής υποχρεώσεως πού βαρύνει μόνο τούς άνδρες ή μόνον τίς γυναίκες εργαζομένους νά καταβάλλουν εισφορές σ’ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , οι εν λόγω εισφορές καταβάλλονται από τόν εργοδότη επ’ ονόματι τού υπαλλήλου καί κρατούνται από τόν ακαθάριστο μισθό , τού οποίου προσδιορίζουν τό υψος .
Επί τού διαχρονικού αποτελέσματος τής παρούσας αποφάσεως
29 Μέ τίς γραπτές καί προφορικές της παρατηρήσεις , η Lloyds ζήτησε από τό Δικαστήριο νά εξετάσει , σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό τρίτο ερώτημα , τή δυνατότητα χρονικού περιορισμού τού αποτελέσματος τής ερμηνείας πού δίδεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης μέ τήν παρούσα απόφαση , υπό τήν έννοια οτι «δέ δύναται νά γίνει επίκληση τής αποφάσεως αυτής πρός στήριξη αξιώσεων αναφερομένων σέ περιόδους αμοιβών προγενέστερες τής ημερομηνίας εκδόσεως τής αποφάσεως» .
30 Πρός τούτο υποστηρίζει αφ’ ενός οτι τό πρόβλημα τού άν συμβιβάζεται ο εθνι- κός νόμος πρός τό κοινοτικό δίκαιο ανέκυψε μόνο κατά τό στάδιο τής εφέσεως ενώπιον τού Employment Appeal Tribunal , καί αφ’ ετέρου οτι η αναγνώριση από τό Δικαστήριο τού άμεσου αποτελέσματος τού άρθρου 119 τής συνθήκης θά οδηγούσε , σέ περίπτωση οπως η προκειμένη , σέ «αξιώσεις επιδιώκουσες τήν αναδρομική προσαρμογή τών μισθολογικών κλιμακίων πού καλύπτουν περίοδο ορισμένων ετών» .
31 Όπως δέχθηκε τό Δικαστήριο στήν προμνημονευθείσα απόφασή του τής 8ης Απριλίου 1976 , ναί μέν οι συνέπειες κάθε δικαστικής αποφάσεως πρέπει νά σταθμίζονται προσεκτικά , πλήν ομως αυτό δέ δύναται νά καταλήξει στή φαλκίδευση τής αντικειμενικότητας τού δικαίου καί στή διακινδύνευση , κατ’ αυτόν τόν τρόπο , τής μελλοντικής του εφαρμογής , λόγω τών επιπτώσεων πού δυνατό νά συνεπάγεται γιά τό παρελθόν μιά τέτοια δικαστική απόφαση .
32 Μέ τήν ίδια απόφαση τό Δικαστήριο έκρινε οτι ο χρονικός περιορισμός τού άμεσου αποτελέσματος τού άρθρου 119 τής συνθήκης ηταν δυνατό νά δικαιολογηθεί κατ’ εξαίρεση στήν εν λόγω περίπτωση , λαμβανομένου υπόψη αφ’ ενός οτι , λόγω τής συμπεριφοράς διαφόρων Κρατών μελών καί τών απόψεων πού υιοθέτησε η Επιτροπή καί πού επανειλημμένα περιήλθαν σέ γνώση τών ενδιαφερόμενων κύκλων , οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι αναγκάστηκαν νά διατηρήσουν , επί μακρόν , πρακτική αντίθετη πρός τό άρθρο 119 καί αφ’ ετέρου οτι , σπουδαία ζητήματα νομικής ασφάλειας , θίγοντα όχι μόνο τά συμφέροντα τών διαδίκων τής κύριας δίκης , αλλά καί ενα σύνολο ιδιωτικών καί δημόσιων συμφερόντων εμπόδισαν κατ’ αρχήν νά τεθούν εκ νέου υπό αμφισβήτηση οι αμοιβές οσον αφορά τό παρελθόν .
33 Εν προκειμένω δέν πληρούται καμιά από τίς προϋποθέσεις αυτές είτε σέ σχέση μέ τά στοιχεία πού ειναι επί τού παρόντος διαθέσιμα στούς ενδιαφερόμενους κύκλους ως πρός τήν έκταση εφαρμογής τού άρθρου 119 τής συνθήκης , υπό τό φώς ιδίως τών σχετικών μέ τό θέμα αυτό αποφάσεων τού Δικαστηρίου πού έχουν εν τώ μεταξύ εκδοθεί είτε σέ σχέση μέ τόν αριθμό τών περιπτώσεων πού εν προκειμένω θίγονται από τό άμεσο αποτέλεσμα τής διατάξεως αυτής .
Επί τού τετάρτου ερωτήματος
34 Η εξέταση τού τετάρτου ερωτήματος στερείται αντικειμένου , δεδομένου οτι τό ερώτημα αυτό υποβλήθηκε από τό εθνικό δικαστήριο μόνο γιά τήν περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στά δύο πρώτα ερωτήματα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού υπέβαλαν στό Δικαστήριο παρατηρήσεις , δέ δύνανται νά αποδοθούν· δεδομένου δέ οτι η παρούσα διαδικασία έχει , έναντι τών διαδίκων τής κύριας δίκης , χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , στό δικαστήριο αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 19ης Φεβρουαρίου 1980 , τό Court of Appeal τού Λονδίνου , αποφαίνεται :
1 ) Η εισφορά πού καταβάλλει ο εργοδότης σέ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , επ’ ονόματι υπαλλήλων , διά τής προσθήκης ενός ποσού επί τού ακαθάριστου μισθού , τό οποίο , επομένως , βοηθά στόν προσδιορισμό τού υψους τού εν λόγω μισθού , αποτελεί «αμοιβή» κατά τήν έννοια τού άρθρου 119 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΟΚ .
2)Δύναται νά γίνει επίκληση τού άρθρου 119 τής συνθήκης ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων , τά οποία οφείλουν νά εξασφαλίζουν τήν προστασία τών δικαιωμάτων πού η διάταξη αυτή παρέχει στούς πολίτες , ιδίως στήν περίπτωση οπου , λόγω τής υποχρεώσεως πού βαρύνει μόνο τούς άνδρες ή μόνο τίς γυναίκες εργαζομένους νά καταβάλλουν εισφορές σ’ ενα σύστημα συνταξιοδοτήσεως , οι εν λόγω εισφορές καταβάλλονται από τόν εργοδότη επ’ ονόματι τού υπαλλήλου καί κρατούνται από τόν ακαθάριστο μισθό , τού οποίου προσδιορίζουν τό υψος .
Full & Egal Universal Law Academy