Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Κοινωνική πολιτική — Άρρενες καί θήλεις εργαζόμενοι — Αμοιβή — Ισότητα — Αρχή — Αμοιβή γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο κατώτερη από τήν αμοιβή γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο — Επιτρεπτό — Προϋποθέσεις — Έμμεση διάκριση κατά τών θηλέων εργαζόμενων — Απαγόρευση — Εκτίμηση από τόν εθνικό δικαστή
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119 )
2 . Κοινωνική πολιτική — Άρρενες καί θήλεις εργαζόμενοι — Αμοιβή — Ισότητα — Αρχή — Άμεσο αποτέλεσμα — Αμοιβή γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο κατώτερη από τήν αμοιβή γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο — Η υπαρξη διακρίσεως λόγω φύλου μπορεί νά διαπιστωθεί από τόν εθνικό δικαστή
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119 )
3 . Κοινωνική πολιτική — Άρρενες καί θήλεις εργαζόμενοι — Αμοιβή — Ισότητα — Αρχή — Περιεχόμενο καί πεδίο εφαρμογής ταυτόσημα στό άρθρο 119 τής συνθήκης καί στήν οδηγία 75/117
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 119· οδηγία τού Συμβουλίου 75/117 άρθρο 1 )
Περίληψη
1 . Τό γεγονός οτι γιά εργασία πού αμείβεται μέ βάση τή χρονική διάρκεια χορηγείται αμοιβή ανά ωρα εργασίας , πού διαφέρει ανάλογα μέ τόν αριθμό τών ωρών εργασίας κατά εβδομάδα , δέν προσκρούει στήν αρχή τής ισότητας τών αμοιβών πού θεσπίζει τό άρθρο 119 τής συνθήκης ΕΟΚ , εφόσον η διαφορά αμοιβής μεταξύ τής εργασίας μέ μειωμένο ωράριο καί τής εργασίας μέ πλήρες ωράριο εξηγείται από τήν παρεμβολή παραγόντων πού δικαιολογούνται αντικειμενικά καί ειναι ξένοι πρός οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στό φύλο . Απόκειται στόν εθνικό δικαστή νά κρίνει , σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση καί ενόψει τών πραγματικών περιστάσεων , τών οσων προηγήθηκαν καί τών κινήτρων τού εργοδότη , άν μιά μισθολογική τακτική , μολονότι παρουσιάζεται ως διαφοροποίηση μέ βάση τόν εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας , συνιστά ή όχι στήν πραγματικότητα διάκριση λόγω τού φύλου τών εργαζόμενων .
Συνεπώς , μιά διαφορά αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων μέ πλήρες ωράριο καί εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο δέ συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από τό άρθρο 119 τής συνθήκης παρά μόνον άν αποτελεί στήν πραγματικότητα έμμεσο τρόπο γιά νά μειωθεί τό επίπεδο αμοιβής τών εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο ενόψει τού γεγονότος οτι η κατηγορία αυτή εργαζόμενων αποτελείται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από γυναίκες .
2 . Τό άρθρο 119 τής συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται άμεσα σέ ολες τίς μορφές διακρίσεως πού μπορούν νά διαπιστωθούν μέ τή βοήθεια μόνο τών κριτηρίων τής ομοιας εργασίας καί τής ισότητας τών αμοιβών πού περιέχει η διάταξη αυτή , χωρίς γιά τήν εφαρμογή τών κριτηρίων αυτών νά ειναι αναγκαία κοινοτικά ή εθνικά μέτρα πού νά τά προσδιορίζουν ειδικότερα . Στίς διακρίσεις πού μπορούν νά διαπιστωθούν μέ τόν τρόπο αυτό από τά δικαστήρια συγκαταλέγεται η περίπτωση άνισης αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων αρρένων καί θηλέων γιά ομοια εργασία πού παρέχεται στήν ίδια επιχείρηση ή υπηρεσία , ιδιωτική ή δημόσια . Οι διατάξεις τού άρθρου 119 τής συνθήκης έχουν άμεση εφαρμογή στήν περίπτωση πού ο εθνικός δικαστής διαπιστώνει , χρησιμοποιώντας τά κριτήρια τής ομοιας εργασίας καί τής ισότητας τών αμοιβών , χωρίς τήν παρεμβολή κοινοτικών ή εθνικών μέτρων , οτι ενέχει διάκριση μέ βάση τή διαφορά τού φύλου τό γεγονός οτι γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο καταβάλλεται ανά ωρα εργασίας αμοιβή κατώτερη από εκείνη πού καταβάλλεται γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο .
3 . Τό άρθρο 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου , πού έχει βασικό προορισμό νά διευκολύνει τή συγκεκριμένη εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας πού προβλέπεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης , δέν επηρεάζει μέ κανένα τρόπο τό περιεχόμενο ή τό πεδίο εφαρμογής τής εν λόγω αρχής , οπως ορίζεται σ’ αυτό τό άρθρο τής συνθήκης .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 96/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Employement Appeal Tribunal τού Ηνωμένου Βασιλείου , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ
J . P . JENKINS
καί
KINGSGATE ( CLOTHING PRODUCTIONS ) LTD ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 1 τής οδηγίας τού Συμβουλίου 75/117/ΕΟΚ τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών πού αφορούν τήν εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας τών αμοιβών μεταξύ εργαζόμενων ανδρών καί γυναικών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 25ης Φεβρουαρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 12 Μαρτίου 1980 , τό Employment Appeal Tribunal τού Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως τών νομοθεσιών τών Κρατών μελών πού αφορούν τήν εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας τών αμοιβών μεταξύ εργαζόμενων ανδρών καί γυναικών ( JO L 45 , σ . 19 , ΕΕ ειδ έκδ . αριθ . N 45 , τόμ . 05/002 , σ . 42 .)
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο διαφοράς μεταξύ εργαζόμενης μέ μειωμένο ωράριο γυναίκας καί τής εργοδότριάς της , κατασκευάστριας γυναικείων ενδυμάτων , στήν οποία η πρώτη προσάπτει οτι τής παρείχε αμοιβή ανά ωρα εργασίας κατώτερη από εκείνη πού κατέβαλλε σέ άρρενα συνάδελφό της απασχολούμενο μέ πλήρες ωράριο σέ ομοια εργασία .
3 Αυτή η ανισότητα αμοιβής συνιστά , κατά τήν εν λόγω εργαζόμενη , παραβίαση τής ρήτρας περί ισότητας τών αμοιβών , πού ηταν ενσωματωμένη στή σύμβαση εργασίας της , δυνάμει τού Equal Pay Act 1970 , τού οποίου τό άρθρο 1 παράγραφος 2 α προβλέπει ισότητα αμοιβών μεταξύ αντρών καί γυναικών σέ ολες τίς περιπτώσεις κατά τίς οποίες «μιά γυναίκα έχει προσληφθεί γιά νά απασχοληθεί σέ εργασία τής ίδιας φύσεως μέ εκείνη πού παρέχεται από εναν άρρενα εργαζόμενο» .
4 Τό Industrial Tribunal , πού επιλήφθηκε τής υποθέσεως σέ πρώτο βαθμό διαπίστωσε , μέ τήν απόφασή του τής 5ης Φεβρουαρίου 1979 , οτι , στήν περίπτωση εργασίας μέ μειωμένο ωράριο , εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας πού αντιπροσωπεύει , οπως εν προκειμένω , τό 75 % τής διάρκειας εργασίας μέ πλήρες ωράριο , αρκεί γιά νά θεμελιώσει τήν υπαρξη , μεταξύ εργασίας μέ μειωμένο ωράριο καί εργασίας μέ πλήρες ωράριο , «ουσιαστικής διαφοράς» κατά τήν έννοια τού άρθρου 1 παράγραφος 3 τού παραπάνω νόμου , σύμφωνα μέ τό οποίο
«η ρήτρα περί ισότητας τών αμοιβών δέν έχει εφαρμογή άν ο εργοδότης αποδεικνύει αντικειμενικά οτι η διαφοροποίηση μεταξύ τών συμβάσεων εργασίας μιάς γυναίκας κι ενός άντρα οφείλεται σέ ουσιαστική διαφορά ( άσχετη από τό φύλο ) μεταξύ τών δύο περιπτώσεων» .
5 Η ενάγουσα στήν κύρια δίκη εφεσίβαλε τήν απόφαση αυτή ενώπιον τούEmployment Appeal Tribunal , τό οποίο έκρινε οτι η διαφορά έθετε προβλήματα ερμηνείας τού κοινοτικού δικαίου καί υπέβαλε στό Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα .
6 Από τά στοιχεία πού περιέχονται στή διάταξη περί παραπομπής προκύπτει οτι πρίν από τό 1975 η εργοδότρια διαφοροποιούσε τίς αμοιβές μεταξύ τών αρρένων καί τών θηλέων πού απασχολούσε , ενώ δέν έκανε καμιά διάκριση ως πρός τήν ωριαία αμοιβή μεταξύ εργασίας μέ μειωμένο ωράριο καί εργασίας μέ πλήρες ωράριο . Από τό Νοέμβριο τού 1975 , ο μισθός γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο ( δηλαδή ο μισθός οσων εργάζονται 40 ωρες τήν εβδομάδα ) εξομοιώθηκε γιά τούς άρρενες καί θήλεις εργαζομένους , ενώ , αντίθετα , ο ωριαίος μισθός γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο ορίστηκε κατά 10 % χαμηλότερος από τόν ωριαίο μισθό γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο .
7 Από τή διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης οτι , κατά τή διαδικασία ενώπιον τού Industrial Tribunal , οι εργαζόμενοι μέ μειωμένο ωράριο , τούς οποίους απασχολούσε η εν λόγω εργοδότρια , ηταν ολοι θήλεος φύλου , ενώ ο μόνος εργαζόμενος άρρενος φύλου , απασχολούμενος τότε μέ μειωμένο ωράριο , ηταν κάποιος πού μόλις ειχε συνταξιοδοτηθεί καί τού ειχε επιτραπεί κατ’ εξαίρεση καί γιά σύντομες περιόδους , νά συνεχίσει νά εργάζεται μετά τή συμπλήρωση τής κανονικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως .
8 Έχοντας υπόψη του τά στοιχεία αυτά , τό Employment Appeal Tribunal διατύπωσε τά ακόλουθα ερωτήματα :
«1 ) Η αρχή τής ισότητας τών αμοιβών , πού περιέχεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 1 τής οδηγίας περί ισότητας τών αμοιβών , απαιτεί μήπως νά ειναι ίση η αμοιβή γιά εργασία πού πληρώνεται μέ βάση τή χρονική διάρκεια , ανεξάρτητα :
α ) από τόν αριθμό ωρών εργασίας πού παρέχονται κάθε εβδομάδα , ή
β)από τόν άν ειναι πρός όφελος τού εργοδότη από εμπορικής απόψεως νά ενθαρρύνει τήν παροχή τού ανώτατου δυνατού αριθμού ωρών εργασίας καί συνεπώς νά πληρώνει αναλογικά υψηλότερες αμοιβές σέ οσους εργάζονται περισσότερο από 40 ωρες τήν εβδομάδα από ο,τι σ’ αυτούς πού εργάζονται λιγότερο από 40 ωρες τήν εβδομάδα ;
2)Άν η απάντηση στό ερώτημα 1 α ) ή β ) ειναι αρνητική ,
ποιά κριτήρια πρέπει νά χρησιμοποιηθούν γιά νά καθοριστεί , άν η αρχή τής ισότητας τών αμοιβών έχει ή όχι εφαρμογή στήν περίπτωση πού υπάρχει στίς αμοιβές πού υπολογίζονται κατά μονάδα χρόνου διαφορά , η οποία συνδέεται μέ τό συνολικό αριθμό ωρών εργασίας τήν εβδομάδα ;
3)Μήπως η απάντηση στά ερωτήματα 1 α ) ή β ) ή 2 θά διέφερε ( καί άν ναί , σέ ποιά σημεία ) άν αποδεικνυόταν οτι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων εργαζόμενων παρά αρρένων ειναι σέ θέση νά παράσχει τόν απαιτούμενο κατώτατο αριθμό ωρών τήν εβδομάδα γιά νά δικαιούται τήν πλήρη ωριαία αμοιβή ;
4)Οι σχετικές διατάξεις τού άρθρου 119 τής συνθήκης ΕΟΚ ή τού άρθρου 1 τής παραπάνω οδηγίας , ανάλογα μέ τήν περίπτωση , έχουν άμεση εφαρμογή στά Κράτη μέλη υπό τίς περιστάσεις τής παρούσας υποθέσεως;»
Επί τών τριών πρώτων ερωτημάτων
9 Από τά τρία πρώτα ερωτήματα , καθώς καί από τό σκεπτικό τής διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει οτι τό εθνικό δικαστήριο ερωτά βασικά άν μία διαφορά τού υψους τών αμοιβών αφενός γιά εργασία πού παρέχεται μέ μειωμένο ωράριο καί αφετέρου γιά ομοια εργασία πού παρέχεται μέ πλήρες ωράριο , μπορεί ενδεχομένως νά αποτελέσει διάκριση πού απαγορεύεται από τό άρθρο 119 τής συνθήκης , οταν η κατηγορία τών εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο περιλαμβάνει , κατά αποκλειστικό ή κατά κύριο λόγο , γυναίκες εργαζόμενες .
10 Στά ερωτήματα , οπως τέθηκαν , πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι τό άρθρο 119 έχει ως σκοπό νά εξασφαλίσει τήν εφαρμογή επί ομοιας εργασίας τής αρχής τής ισότητας τών αμοιβών μεταξύ αρρένων καί θηλέων εργαζόμενων . Οι διαφορές στή μεταχείριση πού η διάταξη αυτή απαγορεύει ειναι , κατά συνέπεια , αποκλειστικά καί μόνο εκείνες πού βασίζονται στή διαφορά φύλου τών εργαζόμενων . Συνεπώς , τό γεγονός οτι η εργασία μέ μειωμένο ωράριο αμείβεται μέ ωριαία βάση κατώτερη από τήν αμοιβή τής εργασίας μέ πλήρες ωράριο δέ συνιστά , καθαυτό , διάκριση πού απαγορεύεται από τό άρθρο 119 , άν αυτή η ωριαία αμοιβή εφαρμόζεται χωρίς διάκριση φύλου στούς εργαζόμενους πού ανήκουν στή μία ή στήν άλλη από τίς δύο αυτές κατηγορίες μισθωτών .
11 Ελλείψει τέτοιας διακρίσεως , τό γεγονός οτι γιά εργασία πού αμείβεται μέ βάση τή χρονική διάρκεια χορηγείται αμοιβή ανά ωρα εργασίας , πού διαφέρει ανάλογα μέ τόν αριθμό τών ωρών εργασίας κατά εβδομάδα , δέν προσκρούει , συνεπώς , στήν αρχή τής ισότητας τών αμοιβών πού θεσπίζει τό άρθρο 119 τής συνθήκης , εφόσον η διαφορά αμοιβής μεταξύ τής εργασίας μέ μειωμένο ωράριο καί τής εργασίας μέ πλήρες ωράριο εξηγείται από τήν παρεμβολή παραγόντων πού δικαιολογούνται αντικειμενικά καί ειναι ξένοι πρός οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στό φύλο .
12 Τέτοια περίπτωση μπορεί νά συντρέχει ιδίως οταν ο εργοδότης , παρέχοντας γιά τήν εργασία μέ μειωμένο ωράριο αμοιβή ανά ωρα εργασίας κατώτερη από εκείνη πού πληρώνει γιά τήν εργασία μέ πλήρες ωράριο , επιδιώκει , γιά οικονομικούς σκοπούς πού δικαιολογούνται αντικειμενικά , νά ενθαρρύνει τήν εργασία μέ πλήρες ωράριο , ανεξάρτητα από τό φύλο τού εργαζόμενου .
13 Αντίθετα , άν διαπιστώνεται οτι σημαντικά μικρότερο ποσοστό θηλέων αντί αρρένων παρέχουν τόν ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας κατά εβδομάδα , ο οποίος απαιτείται γιά νά μπορούν νά αξιώσουν τόν πλήρη ωριαίο μισθό , η ανισότητα αμοιβής αντίκειται στό άρθρο 119 τής συνθήκης , οταν , ενόψει τών δυ σχερειών πού αντιμετωπίζουν οι θήλεις εργαζόμενες γιά νά μπορέσουν νά πραγματοποιήσουν αυτό τόν ελάχιστο αριθμό ωρών τήν εβδομάδα , η μισθολογική τακτική τής εν λόγω επιχειρήσεως δέν μπορεί νά εξηγηθεί από παράγοντες πού αποκλείουν διάκριση βασιζόμενη στό φύλο .
14 Όταν υπάρχει διαφορά αμοιβής ανά ωρα εργασίας , μεταξύ εργασίας μέ μειωμένο ωράριο καί εργασίας μέ πλήρες ωράριο , απόκειται στόν εθνικό δικαστή νά κρίνει , σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση καί ενόψει τών πραγματικών περιστάσεων , τών οσων προηγήθηκαν καί τών κινήτρων τού εργοδότη , άν μία μισθολογική τακτική , οπως αυτή πού αποτελεί τό αντικείμενο τής κύριας δίκης , μολονότι παρουσιάζεται ως διαφοροποίηση μέ βάση τόν εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας , συνιστά ή όχι στήν πραγματικότητα διάκριση λόγω τού φύλου τών εργαζόμενων .
15 Συνεπώς , στά τρία πρώτα ερωτήματα πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι μιά διαφορά αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων μέ πλήρες ωράριο καί εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο δέ συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από τό άρθρο 119 τής συνθήκης , παρά μόνον άν αποτελεί στήν πραγματικότητα έμμεσο τρόπο γιά νά μειωθεί τό υψος αμοιβής τών εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο ενόψει τού γεγονότος οτι η κατηγορία αυτή εργαζόμενων αποτελείται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από γυναίκες .
Επί τού τετάρτου ερωτήματος
16 Τέλος , μέ τό τέταρτο ερώτημα , τό εθνικό δικαστήριο ερωτά , άν οι διατάξεις τού άρθρου 119 τής συνθήκης εφαρμόζονται άμεσα εν προκειμένω .
17 Όπως έχει κρίνει τό Δικαστήριο μέ τή νομολογία του ( απόφαση τής 8ης Απριλίου 1976 , Defrenne , 43/75 , Rec . σ . 455· απόφαση τής 27ης Μαρτίου 1980 , Macarthys , 129/79 , Rec . 1275· απόφαση τής 11ης Μαρτίου 1981 , Lloyds , 69/80 ), τό άρθρο 119 τής συνθήκης εφαρμόζεται άμεσα σέ ολες τίς μορφές διακρίσεως πού μπορούν νά διαπιστωθούν μέ τή βοήθεια μόνο τών κριτηρίων τής ομοιας εργασίας καί τής ισότητας τών αμοιβών πού περιέχει η διάταξη αυτή , χωρίς γιά τήν εφαρμογή αυτών τών κριτηρίων νά ειναι αναγκαία κοινοτικά ή εθνικά μέτρα πού νά τά προσδιορίζουν ειδικότερα . Μεταξύ τών διακρίσεων πού μπορούν νά διαπιστωθούν μέ τόν τρόπο αυτό από τά δικαστήρια , τό Δικαστήριο έχει μνημονεύσει ιδιαίτερα τήν περίπτωση άνισης αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων αρρένων καί θηλέων γιά ομοια εργασία πού παρέχεται στήν ίδια επιχείρηση ή υπηρεσία , ιδιωτική ή δημόσια .
18 Οι διατάξεις τού άρθρου 119 τής συνθήκης έχουν άμεση εφαρμογή στήν περίπτωση πού ο εθνικός δικαστής διαπιστώνει , χρησιμοποιώντας τά κριτήρια τής ομοιας εργασίας καί τής ισότητας τών αμοιβών , χωρίς τήν παρεμβολή κοινοτικών ή εθνικών μέτρων , οτι ενέχει διάκριση μέ βάση τή διαφορά τού φύλου τό γεγονός οτι γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο καταβάλλεται ανά ωρα εργασίας αμοιβή κατώτερη από εκείνη πού καταβάλλεται γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο .
Επί τού άρθρου 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975
19 Τό εθνικό δικαστήριο θέτει καί ως πρός τό άρθρο 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1975 τά ερωτήματα περί ερμηνείας πού εξετάστηκαν ανωτέρω σέ σχέση μέ τό άρθρο 119 τής συνθήκης .
20 Όπως προκύπτει από τήν πρώτη αιτιολογική της σκέψη , η οδηγία αυτή έχει ως βασικό σκοπό τήν πραγματοποίηση τής αρχής τής ισότητας τών αμοιβών μεταξύ εργαζόμενων αρρένων καί θηλέων «πού προβλέπεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης» . Πρός τούτο , η τέταρτη αιτιολογική σκέψη τής οδηγίας ορίζει ειδικότερα «οτι ειναι σκόπιμο νά ενισχυθούν οι βασικές νομοθετικές διατάξεις μέ κανόνες πού νά διευκολύνουν τή συγκεκριμένη εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας» .
21 Οι διατάξεις τού άρθρου 1 τής εν λόγω οδηγίας αρκούνται , στήν πρώτη παράγραφο , νά επαναλάβουν τήν αρχή τής ισότητας τών αμοιβών , πού διατυπώνεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης , καί προσδιορίζουν , στή δεύτερη παράγραφο , τίς προϋποθέσεις εφαρμογής τής ίδιας αυτής αρχής σέ περίπτωση πού χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τών αμοιβών .
22 Συνεπώς , τό άρθρο 1 τής οδηγίας 75/117 τού Συμβουλίου , πού έχει βασικό προορισμό νά διευκολύνει τή συγκεκριμένη εφαρμογή τής αρχής τής ισότητας πού προβλέπεται στό άρθρο 119 τής συνθήκης , δέν επηρεάζει μέ κανένα τρόπο τό περιεχόμενο ή τό πεδίο εφαρμογής τής εν λόγω αρχής , οπως ορίζεται σ’ αυτό τό άρθρο τής συνθήκης .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
Τά έξοδα τής κυβερνήσεως τού Βασιλείου τού Βελγίου , τής κυβερνήσεως τού Ηνωμένου Βασιλείου τής Μεγάλης Βρετανίας καί τής Βόρειας Ιρλανδίας , καθώς καί τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει γιά τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Employment Appeal Tribunal μέ «order» τής 25ης Φεβρουαρίου 1980 αποφαίνεται :
1 ) Διαφορά αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων μέ πλήρες ωράριο καί εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο δέ συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από τό άρθρο 119 τής συνθήκης , παρά μόνο άν αποτελεί στήν πραγματικότητα έμμεσο τρόπο γιά νά μειωθεί τό υψος αμοιβής τών εργαζόμενων μέ μειωμένο ωράριο ενόψει τού γεγονότος οτι η κατηγορία αυτή εργαζομένων αποτελείται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από γυναίκες .
2)Οι διατάξεις τού άρθρου 119 τής συνθήκης έχουν άμεση εφαρμογή στήν περίπτωση , πού ο εθνικός δικαστής διαπιστώνει , χρησιμοποιώντας τά κριτήρια τής ομοιας εργασίας καί τής ισότητας τών αμοιβών , χωρίς τήν παρεμβολή κοινοτικών ή εθνικών μέτρων , οτι ενέχει διάκριση μέ βάση τή διαφορά τού φύλου τό γεγονός οτι γιά εργασία μέ μειωμένο ωράριο καταβάλλεται ανά ωρα εργασίας αμοιβή κατώτερη από εκείνη πού καταβάλλεται γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο .
Full & Egal Universal Law Academy