Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Κανονισμός — Καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού — Χωριστά πεδία εφαρμογής — Διορισμός τοπικού υπαλλήλου ως δοκίμου υπαλλήλου — Τέλος προηγουμένης εργασιακής σχέσεως
Περίληψη
Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού έχουν , ο καθένας , καλώς προσδιορισμένο πεδίο εφαρμογής από πλευράς προσώπων καί δέν μπορεί νά γίνει δεκτό , εκτός ρητής παρεκκλίσεως , οτι ο ίδιος υπάλληλος μπορεί νά εμπίπτει συγχρόνως καί στίς δύο αυτές κανονιστικές πράξεις .
Απ’ αυτό προκύπτει οτι ο τοπικός υπάλληλος , πού αποδέχεται διορισμό ως δόκιμος υπάλληλος , υπόκειται στήν ισχύ τού μοναδικού κανονισμού , η εφαρμογή τού οποίου τερματίζει , αυτοδικαίως , τίς σχέσεις πού προηγουμένως διέπονταν από τό καθεστώς τού λοιπού προσωπικού , χωρίς επομένως νά ειναι αναγκαίο οπως η διοίκηση θέσει ρητώς τέρμα στήν εργασιακή σχέση πού καθιερώθηκε δυνάμει τού τελευταίου .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 105/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τού Tribunal du Travail τών Βρυξελλών μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ
HUGUES DESMEDT , υπαλλήλου , κατοίκου Hennuyeres ( Βέλγιο ),
καί
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περί τής σχέσεως μεταξύ τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου , κατά τήν έννοια τών άρθρων 1 καί 34 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , καί τής ιδιότητος τού τοπικού υπαλλήλου , κατά τήν έννοια τών άρθρων 4 , 79 , 80 καί 81 τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 20ής Μαρτίου 1981 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 28η τού ιδίου μηνός , τό Tribunal du Travail τών Βρυξελλών υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , ενα προδικαστικό ερώτημα πού αποβλέπει στόν προσδιορισμό τής σχέσεως μεταξύ , αφ’ ενός μέν , τού κανονισμού τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών μονίμων υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφ’ εξής : κανονισμού ) καί ειδικώτερα τού άρθρου του 34 , αφ’ ετέρου δέ , τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφ’ εξής : καθεστώτος ) καί ακόμη ειδικώτερα τών άρθρων 79 μέχρι 81 αυτού ( ανεπίσημη κωδικοποίηση , δημοσιευθείσα στήν JO 1972 , C 100 ).
2 Τό ερώτημα αυτό ανέκυψε στό πλαίσιο μιάς διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού Tribunal du Travail μεταξύ τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί ενός πρώην τοπικού υπαλλήλου , ο οποίος διωρίσθη δόκιμος υπάλληλος καί απελύθη στό τέλος τής δοκιμασίας του .
3 Από τόν φάκελλο τής υποθέσεως , συμπεριλαμβανομένου τού προσωπικού φακέλλου τού ενδιαφερομένου , προκύπτει οτι ο ενάγων τής κυρίας δίκης ειχε προσληφθεί από τήν Επιτροπή ως τοπικός υπάλληλος στίς Βρυξέλλες , τήν 19η Αυγούστου 1974 , κατ’ αρχήν γιά διάστημα εξι μηνών . Μετά τήν πάροδο τού χρονικού αυτού διαστήματος , η διοίκηση εγνωστοποίησε στόν ενδιαφερόμενο οτι ειχε αποφασίσει νά παρατείνει τήν σύμβασή του επ’ αόριστο χρόνο , παρά τό γεγονός οτι οι υπηρεσίες πού παρείχε δέν ηταν ικανοποιητικές . Τόν προειδοποίησε επίσης οτι έπρεπε νά βελτιώσει ουσιαστικά τήν εργασία του , διότι διαφορετικά η διοίκηση θά υπεχρεούτο νά επανεξετάσει τήν θέση του καί τήν συνέχιση τής απασχολήσεώς του στίς υπηρεσίες τής Επιτροπής .
4 Η παράταση τής συμβάσεως προσλήψεως γιά αόριστο χρόνο υπεγράφη στίς 13 Φεβρουαρίου 1975 από τά δύο μέρη . Τά φύλλα ποιότητος τών ετών 1975 καί 1976 εμφαίνουν , έστω καί μέ ορισμένες παραλλαγές , ικανοποιητική εν γένει παροχή υπηρεσιών .
5 Ο ενάγων τής κυρίας δίκης συμμετέσχε τότε επιτυχώς σέ εσωτερικό διαγωνισμό ( COM/C/8/75 ), κατόπιν τού οποίου διωρίσθη , τήν 7η Ιανουαρίου 1977 , αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου τού ιδίου έτους , δόκιμος υπάλληλος υπό τήν ιδιότητα τού βοηθού υπαλλήλου γραφείου , κατετάγη δέ στόν βαθμό C 5 καί ετοποθετήθη στήν γενική διεύθυνση προσωπικού καί διοικήσεως στό Λουξεμβούργο . Από ενα σημείωμα τής υπηρεσίας , τής 7ης Φεβρουαρίου 1977 , προκύπτει οτι «από τό βράδυ τής 31ης Δεκεμβρίου 1976 ελύθη η σύμβαση τοπικού υπαλλήλου , δυνάμει τής οποίας ο Hugues Desmedt απησχολείτο από τήν Επιτροπή στίς υπηρεσίες της τών Βρυξελλών» . Τό σημείωμα αυτό εκοινοποιήθη , μεταξύ άλλων , στήν υπηρεσία οπου ο ενάγων ήσκει τά καθήκοντά του .
6 Κατόπιν δυσμενούς εκθέσεως κατά τό πέρας τής δοκιμασίας , η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή απεφάσισε , τήν 28η Ιουνίου 1977 , νά απολύσει τόν ενάγοντα από 1ης Ιουλίου 1977 . Από τόν φάκελλο τής δικογραφίας προκύπτει οτι ο ενδιαφερόμενος έλαβε τήν αποζημίωση λόγω απολύσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 34 παράγραφος 2 εδάφιο 4 τού κανονισμού , η οποία αντιστοιχεί σέ βασικό μισθό δύο μηνών γιά τόν δόκιμο πού έχει συμπληρώσει τουλάχιστον εξι μηνών υπηρεσία . Η Επιτροπή τού ειχε επίσης προτείνει τήν σύναψη συμβάσεως βοηθητικού υπαλλήλου αυστηρώς περιορισμένης διαρκείας τριών μηνών , μέ τόπο παροχής υπηρεσιών τίς Βρυξέλλες , κυρίως γιά νά καταστεί δυνατή η εκ νέου υπαγωγή του σέ ενα σύστημα εθνικής κοινωνικής ασφαλίσεως . Η προσφορά ομως αυτή απερρίφθη από τόν ενδιαφερόμενο .
7 Πρέπει τέλος νά σημειωθεί οτι ο ενάγων υπέβαλε τήν 15η Σεπτεμβρίου 1977 μία ένσταση κατά τής απολύσεώς του , η οποία απερρίφθη μέ τήν από 20 Μαρτίου 1978 επιστολή τής Επιτροπής . Στήν επιστολή αυτή , η Επιτροπή εξέθεσε ειδικώτερα τά εξής : «Ο διορισμός σας ως δοκίμου υπαλλήλου , τήν 1η Ιανουαρίου 1977 , τόν οποίο έχετε αποδεχθεί , επέφερε κατ’ ανάγκην λύση τής συμβάσεώς σας εργασίας ιδιωτικού δικαίου , καθ’ οσον η ιδιότητα τού τοπικού υπαλλήλου ειναι ασυμβίβαστη μέ εκείνη τού δημοσίου υπαλλήλου ενός οργάνου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» . Ο εναγόμενος δέν έκανε χρήση τής περαιτέρω δυνατότητος ασκήσεως προσφυγής , πού τού παρείχε ο κανονισμός , κατά τής απορρίψεως τής ενστάσεώς του .
8 Μέ τό από 15 Δεκεμβρίου 1977 δικόγραφο , ο Desmedt ήσκησε εν τώ μεταξύ ενώωπιον τού Tribunal du Travail τών Βρυξελλών αγωγή , μέ τήν οποία εζήτησε νά υποχρεωθεί η Επιτροπή στήν καταβολή αποζημιώσεως λόγω λύσεως τής συμβάσεως . Στό εισαγωγικό τής δίκης δικόγραφο εκθέτει οτι η Επιτροπή ώφειλε είτε νά τόν επανεντάξει στήν προηγουμένη του θέση είτε νά τού καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας , υπολογιζομένη σύμφωνα μέ τόν τελευταίο μισθό του επί εξι μήνες , ήτοι υψους 228 930 βελγικών φράγκων .
9 Πρός υποστήριξη τής αγωγής του , ο Desmedt εκθέτει οτι ο διορισμός του ως δοκίμου υπαλλήλου επέφερε απλώς καί μόνον τήν αναστολή τής συμβάσεως τοπικού υπαλλήλου καί οτι η σύμβαση αυτή έπρεπε επομένως νά ανακτήσει τήν ισχύ της μετά τήν απόλυσή του ως δοκίμου υπαλλήλου . Ο ενάγων συγκρίνει τήν κατάστασή του μέ εκείνη τού εργάτου πού τελεί υπό σύμβαση εργασίας στόν ιδιωτικό τομέα , στόν οποίο ανατίθενται υπό δοκιμασία νέα καθήκοντα καί ζητεί από τό Tribunal du Travail νά τού εξασφαλίσει τήν ίδια προστασία μέ εκείνη πού θά τού χορηγούσαν τά δικαστήρια άν η διαδοχή τών συμβάσεων ειχε συντελεστεί στόν ιδιωτικό τομέα .
10 Η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι ο διορισμός υπό τήν ιδιότητα τού δοκίμου υπαλλήλου έχει ως συνέπεια νά υπαγάγει τόν εργαζόμενο στόν κανονισμό καί λύει κατ’ ανάγκην τήν σύμβαση τού τοπικού υπαλλήλου , η οποία διέπεται από τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τής Κοινότητος .
11 Γιά νά επιλύσει τήν διαφορά αυτή , τό Tribunal du Travail υπέβαλε τό ακόλουθο ερώτημα :
«Υπάρχει ασυμβίβαστο ή όχι μεταξύ τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού υπάγεται στόν κανονισμό τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , δημοσιευμένο στήν Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τής 28ης Σεπτεμβρίου 1972 , C 100 , σελ . 5-32 καί ειδικώτερα στό άρθρο 34 ( 8 ), καί εκείνης τού τοπικού υπαλλήλου πού υπάγεται στό ιδιωτικό δίκαιο τής εθνικής νομοθεσίας , δημοσιευμένης στήν ιδία Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τής 28ης Σεπτεμβρίου 1972 , C 100 , σ . 80 , άρθρα 79 μέχρι 81 , εν προκειμένω , οσον αφορά τήν βελγική νομοθεσία στό άρθρο 37 τού νόμου τής 3ης Ιουλίου 1978 καί στό πρώην άρθρο 14 τών κωδικοποιημένων νόμων περί απασχολήσεως;»
12 Η σχέση μεταξύ τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού , καθώς καί ο προσδιορισμός τών αντιστοίχων πεδίων εφαρμογής τους , πρέπει νά καθορισθούν βάσει τών διατάξεων πού θεμελιώνουν τό σύστημα τής ευρωπαϊκής δημοσίας υπηρεσίας .
13 Τόσο από τό άρθρο 24 παράγραφος 1 τής συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τής 8ης Απριλίου 1965 , οσο καί από τό προοίμιο τού κανονισμού 259/68 , τής 29ης Φεβρουαρίου 1968 , περί καθορισμού τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών μονίμων υπαλλήλων , καθώς καί τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού ( ΕΕ ειδ . έκδ ., τόμ . 01/001 , σ . 108 επ .), ο οποίος εξεδόθη δυνάμει τής ανωτέρω διατάξεως , προκύπτει οτι ο κανονισμός καί τό καθεστώς συνιστούν δύο συμπληρωματικές πράξεις , υπό τήν έννοια οτι κάθε μία διέπει συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων : ο κανονισμός διέπει τούς καθ’ εαυτό υπαλλήλους ( μονίμους ), καί τούς δοκίμους , τό δέ καθεστώς διέπει διάφορες άλλες κατηγορίες υπαλλήλων , μεταξύ τών οποίων καί οι τοπικοί υπάλληλοι . Κατ’ αυτό τόν τρόπο , ο κανονισμός καί τό καθεστώς καλύπτουν , ο καθ’ ενας τους , σαφώς προσδιορισμένους κύκλους προσώπων καί δέν δύναται επομένως νά γίνει δεκτό , εκτός ρητής παρεκκλίσεως , οτι ειναι δυνατόν ο ίδιος υπάλληλος νά εμπίπτει συγχρόνως καί στίς δύο αυτές κανονιστικές πράξεις .
14 Ο τοπικός , άρα , υπάλληλος , ο οποίος αποδέχεται διορισμό υπό τήν ιδιότητα τού δοκίμου υπαλλήλου , υπόκειται μόνο στό καθεστώς τού κανονισμού , η εφαρμογή τού οποίου λύει αυτοδικαίως τίς σχέσεις πού διείποντο προηγουμένως από τό καθεστώς , χωρίς νά ειναι επομένως αναγκαίο γιά τήν διοίκηση νά λύσει ρητώς τίς σχέσεις εργασίας πού έχουν δημιουργηθεί δυνάμει τού τελευταίου .
15 Τό πράγμα δέν δύναται νά έχει άλλως , παρά μόνο σέ περίπτωση ρητής αντιθέτου αποφάσεως τής διοικήσεως . Πρέπει επί πλέον νά προστεθεί οτι τίποτα δέν εμποδίζει τήν διοίκηση νά επανατοποθετήσει στήν προηγουμένη του θέση , μετά τήν παρέλευση τής δοκιμασίας , εναν υπάλληλο πού υπήγετο προηγουμένως στό καθεστώς , πλήν ομως τότε θά πρόκειται γιά μία νέα θέση καί όχι γιά τήν εξακολούθηση τής προηγουμένης εργασιακής σχέσεως .
16 Πρέπει επίσης νά παρατηρηθεί οτι , καίτοι η περίοδος δοκιμασίας συνεπάγεται μία αναμφισβήτητη αβεβαιότητα γιά τόν δόκιμο υπάλληλο , προστατεύεται εν τούτοις από κάθε αυθαίρετη απόλυση χάρη στά μέσα προσφυγής πού προβλέπουν τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού . Συγκριτικά , από τήν άποψη αυτή , η κατάστασή του δέν ειναι περισσότερο ανασφαλής από ο,τι η κατάσταση τού τοπικού υπαλλήλου , τού οποίου ειναι ανά πάσα στιγμή δυνατή η απόλυση λόγω επαγγελματικής ανεπαρκείας , υπό τήν επιφύλαξη τής τηρήσεως τών προσηκόντων τύπων καί προθεσμιών .
17 Λαμβανομένων υπ’ όψη τών ανωτέρω , στό υποβληθέν ερώτημα πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου , πού υπόκειται στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , καί τής ιδιότητος τού τοπικού υπαλλήλου , πού υπόκειται στό καθεστώς τού λοιπού προσωπικού , υπό τήν έννοια οτι μετά τήν υπό τοπικού υπαλλήλου απόκτηση τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου εκλείπει αυτοδικαίως η δυνατότης εφαρμογής τών διατάξεων τού καθεστώτος πού αφορά τό λοιπό προσωπικό τής Κοινότητος καί , συνεπώς , λήγουν τά αποτελέσματα τής συμβάσεως εργασίας πού έχει συναφθεί επί αυτής τής βάσεως .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
18 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού υπέβαλε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου δέ οτι η παρούσα διαδικασία έχει , ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης , τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε τό Tribunal du Travail τών Βρυξελλών μέ απόφαση τής 20ής Μαρτίου 1980 , αποφαίνεται :
Υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου , πού υπόκειται στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , καί τής ιδιότητος τού τοπικού υπαλλήλου , πού υπόκειται στό εφαρμοστέο επί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθεστώς , υπό τήν έννοια οτι μετά τήν υπό τοπικού υπαλλήλου απόκτηση τής ιδιότητος τού δοκίμου υπαλλήλου εκλείπει αυτοδικαίως η δυνατότητα εφαρμογής τών διατάξεων τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού καί , συνεπώς , εκλείπουν τά αποτελέσματα τής συμβάσεως εργασίας πού έχει συναφθεί επί αυτής τής βάσεως .
Full & Egal Universal Law Academy