Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Καθεστώς εφαρμοστέο επί τού λοιπού προσωπικού — Έκτακτος υπάλληλος — Επικουρικός υπάλληλος — Κριτήριο διακρίσεως — Μόνιμος ή μή χαρακτήρας τής θέσεως — Προσωρινότης τής συμβάσεως τού επικουρικού υπαλλήλου
( Καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων άρθρα 2 καί 3 )
2 . Υπάλληλοι — Αγωγή αποζημιώσεως — Σύνδεσμος μέ μιά προσφυγή ακυρώσεως — Εκπροθέσμως προσβληθείσα απόφαση — Απαράδεκτο
Περίληψη
1 . Τό κριτήριο τής διακρίσεως μεταξύ επικουρικού καί εκτάκτου υπαλλήλου έγκειται στό γεγονός οτι ο τελευταίος καταλαμβάνει μόνιμη θέση , περιλαμβανομένη στόν πίνακα θέσεων προσωπικού , ενώ ο πρώτος , εκτός από τήν περίπτωση τής προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας , εκτελεί διοικητικής φύσεως εργασία , χωρίς νά διορίζεται σέ θέση περιλαμβανομένη στόν πίνακα θέσεων προσωπικού . Τό χαρακτηριστικό τής συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου ειναι η προσωρινότητά της , δεδομένου οτι αυτός δέν δύναται νά χρησιμο ποιηθεί παρά μόνο γιά μιά μικρής διαρκείας αντικατάσταση ή γιά νά εκπληρώσει διοικητικά καθήκοντα παροδικού χαρακτήρος ή επειγούσης ανάγκης ή μή επακριβώς καθορισμένα .
2 . Ένας υπάλληλος , ο οποίος δέν προσέβαλε εμπροθέσμως μιά απόφαση τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής πού τόν αφορά , δέν δύναται νά επικαλεσθεί τήν φερομένη ως παρανομία τών εν λόγω αποφάσεων στό πλαίσιο αγωγής περί αποζημιώσεως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 106/80
BERNARD FOURNIER , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών εκπροσωπούμενος από τόν Edmond Lebrun , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο τόν δικηγόρο Ernest Arendt , 34Β , rue Philippe-II , Λουξεμβούργο ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τήν Denise Sorasio , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , επικουρουμένης από τόν Robert Andersen , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο νά υποχρεωθεί η καθ’ ης σέ αποζημίωση τού προσφεύγοντος γιά τίς ζημίες τίς οποίες υπέστη καί νά ληφθούν υπ’ όψη ορισμένες περίοδοι εργασίας , καλουμένης βοηθητικής , γιά τόν υπολογισμό τών συνταξίμων ετών τού προσφεύγοντος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 28 Μαρτίου 1980 , ο Bernard Fournier , υπάλληλος τής Επιτροπής , ήσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί νά υποχρεωθεί τό εν λόγω όργανο αφ’ ενός μέν νά τού καταβάλει τό ποσό τών 18 560 000 βελγικών φράγκων πρός αποκατάσταση ζημιών πού υπέστη από τήν συμπεριφορά τής Επιτροπής έναντι τού προσφεύγοντος καί αφ’ ετέρου νά λάβει υπ’ όψη , γιά τόν υπολογισμό τών συνταξίμων ετών γιά σύνταξη αρχαιότητος , κατά τήν έννοια τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , τίς περιόδους υπηρεσίας κατά τήν διάρκεια τών οποίων ο προσφεύγων ειχε τήν ιδιότητα τού επικουρικού υπαλλήλου , δηλαδή από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1968 καί από 1ης Ιανουαρίου 1972 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1972 .
2 Ο προσφεύγων , ο οποίος εισήλθε στήν υπηρεσία τής Επιτροπής τήν 1η Σεπτεμβρίου 1964 υπό τήν ιδιότητα τού επικουρικού υπαλλήλου , εμονιμοποιήθη από 1ης Απριλίου 1974 . Πρίν από τόν διορισμό του ως δοκίμου υπαλλήλου μέ βαθμό Α 6 , πού επραγματοποιήθη στίς 19 Ιουλίου 1973 , η υπηρεσιακή του κατάσταση ερρυθμίζετο από 25 διαδοχικές συμβάσεις , ορισμένες από τίς οποίες απετέλουν παρατάσεις προγενεστέρων . Ειργάσθη έτσι , ως επικουρικός υπάλληλος κατηγορίας Α , στήν Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1965 καί στήν Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς από 1ης Ιανουαρίου 1966 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1968 , ως έκτακτος υπάλληλος κατηγορίας Β , στήν Γενική Διεύθυνση Οικονομικών καί Δημοσιονομικών Υποθέσεων από 1ης Ιανουαρίου 1969 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1971 , ως επικουρικός υπάλληλος , κατηγορίας Α , στήν Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακής Βοηθείας από 1ης Ιανουαρίου 1972 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1972 καί ως έκτακτος υπάλληλος μέ βαθμό Α 6 στήν Γενική Διεύθυνση Αναπτύξεως καί Συνεργασίας από 1ης Ιανουαρίου 1973 μέχρι τού διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου .
3 Η ανωτέρω σταδιοδρομία καί οι περιστάσεις πού τήν συνόδευσαν υπήρξαν η αιτία τής παρούσης προσφυγής , τά δύο κεφάλαια τής οποίας θέτουν διαφορετικά προβλήματα . Ενδείκνυται νά εξετασθεί πρώτα αυτό πού αφορά τά δικαιώματα συντάξεως τού προσφεύγοντος .
Επί τών δικαιωμάτων συντάξεως
4 Μέ τήν αίτηση πού υπέβαλε κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 90 , παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί μέ τήν ένσταση πού υπέβαλε κατά τής απορρίψεως τής ανωτέρω αιτήσεως , ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι η κατάσταση αβεβαιότητος στήν οποία τόν άφησε η Επιτροπή κατά τήν διάρκεια τής μακράς περιόδου υπηρεσίας του μέ τήν ιδιότητα τού επικουρικού υπαλλήλου προσέλαβε παράνομο χαρακτήρα . Έπρεπε , επομένως , οι περίοδοι εργασίας του ως επικουρικού υπαλλήλου νά θεωρηθούν ως διανυθείσες υπό τήν ιδιότητα τού εκτάκτου υπαλλήλου καί νά ληφθούν υπ’ όψη γιά τόν υπολογισμό τών συνταξίμων ετών του γιά σύνταξη αρχαιότητος καί γιά τόν υπολογισμό τών ετών υπηρεσίας του κατά τήν έννοια τού άρθρου 77 εδάφιο 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
5 Πρός τούτο , ο προσφεύγων στηρίζεται στήν απόφαση τής 1ης Φεβρουαρίου 1979 τού Δικαστηρίου ( Deshormes , 17/78 , Rec . σ . 189 ), σύμφωνα μέ τήν οποία δέν πρέπει νά γίνεται κατάχρηση τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται στούς επικουρικούς υπαλλήλους καί σκοπός τού οποίου ειναι νά επιτελούνται προσωρινά καθήκοντα — λόγω τής φύσεώς τους ή ελλείψει μονίμου υπαλλήλου — από περιστασιακό προσωπικό , μέ τό νά ανατίθεται η εκτέλεση μονίμων καθηκόντων επί μακρές περιόδους σέ προσωπικό αντικανονικώς χρησιμοποιούμενο , μέ τίμημα μιά παρατεινομένη αβεβαιότητα .
6 Η Επιτροπή , μέ τήν απάντησή της στήν ένσταση τού προσφεύγοντος , η οποία εδόθη μετά τήν εκπνοή τής προθεσμίας τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί μετά τήν άσκηση τής παρούσης προσφυγής , ανεγνώρισε οτι τά καθήκοντα πού ήσκησε ο προσφεύγων κατά τίς περιόδους από 1ης Ιανουαρίου 1966 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1968 καί από 1ης Ιανουαρίου 1972 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1972 δέν αντιστοιχούσαν σέ προσωρινά καθήκοντα κατά τήν έννοια τής προαναφερθείσης αποφάσεως . Γιά τόν λόγο αυτό απεφάσισε νά λάβει υπ’ όψη της τίς ως άνω περιόδους γιά τόν υπολογισμό τών συνταξίμων ετών τού προσφεύγοντος .
7 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , ο προσφεύγων περιώρισε , μέ τήν ανταπάντησή του , τό αντικείμενο τού αιτήματός του στήν περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1965 . Πρέπει , επομένως , νά εξετασθεί η φύση τών καθηκόντων πού ειχαν ανατεθεί στόν προσφεύγοντα κατά τήν διάρκεια τής εν λόγω περιόδου .
8 Σύμφωνα μέ τήν Επιτροπή , ο προσφεύγων κατά τήν εν λόγω περίοδο εξετέλεσε κυρίως προσωρινά καθήκοντα ως επιστημονικός συνεργάτης στήν Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων , επιφορτισμένος μέ εκπόνηση μελετών σχετικών μέ τό εξωτερικό εμπόριο τής Κοινότητος . Εν τούτοις , ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι τά καθήκοντα πού ήσκησε κατά τήν εν λόγω περίοδο δέν διέφεραν καθόλου από εκείνα πού τού ανετέθησαν μετά τήν 1η Ιανουαρίου 1966· τόσο πρίν , οσο καί μετά τήν ημερομηνία αυτή , επρόκειτο γιά εκπόνηση μελετών , τών οποίων μόνο τό αντικείμενο ειχε αλλάξει .
9 Πρέπει νά σημειωθεί σχετικώς οτι η προαναφερθείσα απόφαση τής 1ης Φεβρουαρίου 1979 έκρινε οτι τό κριτήριο τής διακρίσεως μεταξύ επικουρικού καί εκτάκτου υπαλλήλου έγκειται στό γεγονός οτι ο τελευταίος καταλαμβάνει μόνιμη θέση , περιλαμβανομένη στόν πίνακα θέσεων προσωπικού , ενώ ο πρώτος , εκτός από τήν περίπτωση τής προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας , εκτελεί διοικητικής φύσεως εργασία , χωρίς νά διορίζεται σέ θέση περιλαμβανομένη στόν πίνακα θέσεων προσωπικού , καί οτι τό χαρακτηριστικό τής συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου ειναι η προσωρινότητά της , δεδομένου οτι αυτός δέν δύναται νά χρησιμοποιηθεί παρά μόνο γιά μιά μικρής διαρκείας αντικατάσταση ή γιά νά εκπληρώσει διοικητικά καθήκοντα παροδικού χαρακτήρος ή επειγούσης ανάγκης ή μή επακριβώς καθορισμένα .
10 Ο προσφεύγων δέν ηδυνήθη νά αποδείξει εν προκειμένω οτι τά καθήκοντα πού ήσκησε μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1964 καί 31ης Δεκεμβρίου 1965 αντιστοιχούσαν σέ θέση περιλαμβανομένη στόν πίνακα θέσεων προσωπικού . Η Επιτροπή , αντιθέτως , προσεκόμισε πολλά σημειώματα καί επιστολές πού ο γενικός διευθυντής Εξωτερικών Σχέσεων απηύθυνε στόν προσφεύγοντα κατά τήν διάρκεια τής εν λόγω περιόδου , στά οποία ανεφέρετο ο παροδικός κυρίως χαρακτήρας τών εργασιών πού ειχαν ανατεθεί στόν προσφεύγοντα .
11 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό κεφάλαιο αυτό τής προσφυγής πρέπει νά απορριφθεί ως αβάσιμο .
Επί τής αποζημιώσεως
12 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι μιά σειρά παρανόμων καί υπαιτίων ενεργειών τής Επιτροπής , πού εκτείνονται σέ ολόκληρη τήν περίοδο από τής πρώτης του συμβάσεως προσλήψεως μέχρι σήμερα , τού προεκάλεσαν σημαντικές ζημίες . Οι ζημίες αυτές συνίστανται κυρίως στόν κλονισμό τής υγείας του , στήν ηθική βλάβη λόγω κλονισμού τής υγείας τής συζύγου του καί τών τριών του τέκνων , στήν ηθική βλάβη πού τού προεκάλεσε η έλλειψη φυσιολογικής επαγγελματικής ζωής , η απώλεια μισθών πού προκύπτει από τήν μή προαγωγή του , η μονιμο ποίησή του στόν βαθμό Α 6 αντί τού Α 4 καί η ηθική βλάβη λόγω τού οτι τού ανέθεσαν υποδεέστερα καθήκοντα .
13 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεως , η Επιτροπή αμφισβήτησε τό παραδεκτό τής αγωγής . Ισχυρίζεται οτι δέν πρέπει νά επιτραπεί στόν προσφεύγοντα νά επιτύχει , μέσω τής αγωγής αποζημιώσεως , τό ισότιμο πλεονεκτημάτων πού τού απέκλεισε μιά απόφαση , η προσφυγή ακυρώσεως κατά τής οποίας έχει κριθεί απαράδεκτος ( απόφαση τής 13ης Μα ΐου 1970 Fournier , 18/69 , Rec . σ . 249 ) ή αποφάσεις κατά τών οποίων ουδεμία προσφυγή ησκήθη εμπροθέσμως .
14 Επειδή εν συνεχεία η συζήτηση μεταξύ τών διαδίκων περιωρίσθη στό παραδεκτό αυτού τού κεφαλαίου τής προσφυγής , τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) απεφάσισε νά εξετάσει πρώτα τό πρόβλημα αυτό , χωρίς νά κρίνει επί τής ουσίας .
15 Πρός τούτο , δέον νά εξετασθούν οι ενέργειες καί οι παραλείψεις τής Επιτροπής πού επικαλείται ο προσφεύγων στήν προσφυγή καί οι οποίες , σύμφωνα μέ τούς ισχυρισμούς του , συνιστούν παράνομη καί υπαιτία συμπεριφορά τού εν λόγω οργάνου .
16 Η προσφυγή αναφέρει τά εξής περιστατικά :
α ) η Επιτροπή εκράτησε τόν προσφεύγοντα σέ μιά υπηρεσιακή κατάσταση , η οποία απετέλεσε «ρεκόρ διαρκείας προσωρινότητος καί ασταθείας»·
β)ο προσφεύγων εδοκίμασε «στενοχώριες» ως πρός τήν ένταξή του , καθώς καί «υποβιβασμούς»·
γ)εμονιμοποιήθη «σέ βαθμό εισαγωγικό» , δηλαδή στόν βαθμό Α 6 , κατώτερο αυτού τόν οποίο εδικαιούτο·
δ)η Επιτροπή προέβη σέ «καταχρηστική . . . χρησιμοποίηση τών κανόνων προσλήψεως βοηθητικών υπαλλήλων» κατά τήν διάρκεια μακράς περιόδου·
ε)ο προσφεύγων κατέστη θύμα «καταπιέσεων» καί «μέτρων εκφοβισμού» εκ μέρους τής Επιτροπής , η οποία εξ άλλου τού ανέθετε μόνο υποδεέστερα καθήκοντα·
στ)η Επιτροπή δέν έλαβε υπ’ όψη τίς προειδοποιήσεις σχετικά μέ τήν κατάσταση τής υγείας τού προσφεύγοντος καί τών μελών τής οικογενείας του , πού τής απηύθυναν πολλοί ιατροί .
17 Η εξέταση τών ανωτέρω απαριθμουμένων περιστατικών αποδεικνύει οτι τά υπό στοιχείο στ αναφερόμενα δέν συνιστούν αυτοτελή βάση τής προσφυγής , δύνανται ομως νά ληφθούν υπ’ όψη σέ σχέση μέ τούς υπολοίπους λόγους τής προσφυγής . Όσον αφορά τά περιστατικά πού αναφέρονται υπό στοιχεία β , γ καί δ , αποσκοπούν στήν απόδειξη τού παρανόμου πολλών ατομικών αποφάσεων πού η Επιτροπή έλαβε έναντι τού προσφεύγοντος . Κατά τούτο , η προσφυγή στηρίζεται στήν φερομένη ως παρανομία τών εν λόγω αποφάσεων καί επομένως δέν δύναται νά διακριθεί από τήν προσφυγή ακυρώσεως . Πρέπει ομως νά υπομνησθεί οτι ενας υπάλληλος , ο οποίος δέν προσέβαλε εμπροθέσμως μιά απόφαση τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής πού τόν αφορά , δέν δύναται νά επικαλεσθεί τήν φερομένη ως παρανομία τών εν λόγω αποφάσεων στό πλαίσιο αγωγής περί αποζημιώσεως .
18 Τά ίδια επιχειρήματα δέν ισχύουν , ωστόσο , ως πρός τίς αιτιάσεις πού διατυπώνονται υπό στοιχεία α καί ε . Οι αναφερόμενες στό στοιχείο ε καταπιέσεις δύνανται νά αποτελούν απλώς πραγματικά περιστατικά χωρίς καμμία σχέση μέ τίς φερόμενες ως παράνομες αποφάσεις· η εξέλιξη τής εγγράφου διαδικασίας επί τής ουσίας θά παράσχει τήν ευκαιρία στόν προσφεύγοντα νά διευκρινίσει τούς σχετικούς ισχυρισμούς . Ούτε η πέραν τής δεκαετίας διατήρηση τού προσφεύγοντος σέ κατάσταση ανασφαλείας , αιτίαση πού διατυπώνεται υπό στοιχείο α , συγχέεται οπωσδήποτε μέ τίς αιτιάσεις πού αφορούν τό παράνομο τών ατομικών αποφάσεων πού ελήφθησαν έναντι τού προσφεύγοντος . Δέν δύναται , πράγματι , νά αποκλεισθεί a priori τό οτι η καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων επικουρικού υπαλλήλου προεκάλεσε καί άλλες ζημίες πέραν αυτών πού αφορούν τά δικαιώματα συντάξεως επί τών οποίων έκρινε η παρούσα απόφαση . Καί επί τού σημείου αυτού πρέπει νά παρασχεθεί η ευκαιρία στόν προσφεύγοντα νά διευκρινίσει τίς αιτιάσεις του κατά τήν διάρκεια τής επί τής ουσίας διαδικασίας .
19 Από τίς ανωτέρω σκέψεις προκύπτει οτι η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει νά απορριφθεί ως απαράδεκτος , καθ’ οσον στηρίζεται στήν φερομένη παρανομία τών αποφάσεων τής Επιτροπής έναντι τού προσφεύγοντος , είτε αφορούν τήν μονιμοποίησή του είτε τήν ένταξή του σ’ ενα βαθμό ή κλιμάκιο είτε τήν πρόσληψη τού προσφεύγοντος ως επικουρικού ή εκτάκτου υπαλλήλου , νά κριθεί ομως κατά τά λοιπά παραδεκτή , υπό τίς προϋποθέσεις πού ανεφέρθησαν ανωτέρω .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
20 Ενδείκνυται νά γίνει επιφύλαξη ως πρός τά δικαστικά έξοδα μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί τής εν συνεχεία διαδικασίας .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως αβάσιμη καθ’ οσον αφορά τόν συνυπολογισμό , γιά τόν καθορισμό τών συνταξίμων ετών κατά τήν έννοια τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , τών περιόδων υπηρεσίας τού προσφεύγοντος από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1965 .
2)Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη καθ’ οσον ζητείται η αποκατάσταση τών ζημιών πού προεκλήθησαν από τίς φερόμενες ως παράνομες αποφάσεις πού έλαβε η Επιτροπή έναντι τού προσφεύγοντος .
3)Δέχεται κατά τά λοιπά τήν προσφυγή .
4)Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy