Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινή εμπορική πολιτική — Κοινοτικές ποσοστώσεις — Υποχρέωση δημοσιεύσεως πού προβλέπεται από τό άρθρο 4 τού κανονισμού 1023/70 — Μή εφαρμογή γιά τό άνοιγμα ποσοστώσεων στίς χώρες κρατικού εμπορίου από τά Κράτη μέλη .
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 1023/70 άρθρο 4· απόφαση τού Συμβουλίου 75/210 άρθρο 1 πρώτη παράγραφος , οπως τροποποιήθηκε από τό άρθρο 3 τής αποφάσεως 79/252 )
Περίληψη
Η υποχρέωση δημοσιεύσεως , πού περιέχεται στό άρθρο 4 τού κανονισμού 1023/70 περί θεσπίσεως κοινής διαδικασίας διαχειρίσεως τών ποσοστώσεων , κατά τήν εισαγωγή , οι διατάξεις τού οποίου διέπουν , δυνάμει τού πρώτου άρθρου του , κοινοτικές ποσοστώσεις , δέν εφαρμόζεται στίς εθνικές ποσοστώσεις πού πρέπει ν’ ανοί- γουν τά Κράτη μέλη , δυνάμει τού άρθρου 1 πρώτη παράγραφος τής αποφάσεως 75/210 σχετικά μέ τίς αυτόνομες ρυθμίσεις εισαγωγών έναντι τών χωρών κρατικού εμπορίου , οπως τροποποιήθηκε από τό άρθρο 3 τής αποφάσεως 79/252 .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 109/80
μέ αντικείμενο αίτηση πρός τό Δικαστήριο από τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven ( Κάτω Χώρες ), κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης EOK περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στά πλαίσια τής εκκρεμούσας δίκης ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ
C . TONEMAN BV , Leidschendam ,
καί
ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ , Χάγη ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
επί τής ερμηνείας τού κανονισμού 1023/70 τού Συμβουλίου τής 25ης Μα ΐου 1970 περί θεσπίσεως κοινής διαδικασίας διαχειρίσεως τών ποσοστώσεων ( ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 24 , τόμ . 11-001 , σ . 114 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 25ης Μαρτίου 1980 πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 8η Απριλίου 1980 , τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά μέ τήν ερμηνεία τού άρθρου 4 τού κανονισμού 1023/70 τού Συμβουλίου τής 25ης Μα ΐου 1970 περί θεσπίσεως κοινής διαδικασίας διαχειρίσεως τών ποσοστώσεων ( ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 24 , τ . 11-001 , σ . 114 ).
2 Τά ανωτέρω ερωτήματα ανέκυψαν στό πλαίσιο τής εκκρεμούσας δίκης ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ τής εταιρείας Handelsonderneming C . Toneman BV , προσφεύγουσας στήν κύρια δίκη ( στό εξής «Toneman» ) καί τού υπουργού τών οικονομικών υποθέσεων τών Κάτω Χωρών μέ αντικείμενο τήν άρνηση τών αρμόδιων ολλανδικών αρχών νά χορηγήσουν σέ εναν εισαγωγέα άδειες εισαγωγής γιά μαντήλια προελεύσεως Τσεχοσλοβακίας .
3 Τό 1979 η εισαγωγή μαντηλιών προελεύσεως Τσεχοσλοβακίας στίς Κάτω Χώρες , πού ήδη υπόκεινταν στή χορήγηση αδειών εισαγωγής , αποτελούσε τό αντικείμενο επιβολής ποσοστώσεως . Η εν λόγω ποσόστωση θεσπίστηκε βάσει τής οδηγίας 79/252 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 περί τροποποιήσεως τών αυτόνομων καθεστώτων εισαγωγής έναντι χωρών κρατικού εμπορίου ( ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 60 , τ . 11-013 , σ . 199 ). Η απόφαση αυτή προέβλεπε στό άρθρο 3 οτι τά Κράτη μέλη άνοιγαν ποσοστώσεις εισαγωγής καί , στό παράρτημα IX , οτι η ποσόστωση γιά τήν εισαγωγή μαντηλιών προελεύσεως Τσεχοσλοβακίας στήν Benelux ανέρχονταν σέ 3 393 000 τεμάχια . Από τή διάταξη περί παραπομπής προκύπτει οτι ο ολλανδός υπουργός τών οικονομικών υποθέσεων αποφάσισε νά κατανείμει τήν ποσόστωση πού χορηγήθηκε , ως πρός τήν Benelux στίς Κάτω Χώρες βάσει τών εισαγωγών μαντηλιών προελεύσεως Τσεχοσλοβακίας τό 1977 . Ο ενδιαφερόμενος εν προκειμένω εισαγωγέας δέν ειχε εισαγάγει μαντήλια προελεύσεως Τσεχοσλοβακίας κατά τή διάρκεια τής περιόδου αναφοράς καί οι άδειες εισαγωγής πού ειχε ζητήσει γιά τό 1979 δέν τού εγκρίθηκαν .
4 Η Toneman άσκησε προσφυγή κατά τής αρνητικής αυτής αποφάσεως ενώπιον τού College van Beroep voor het Bedrijfsleven , προβάλλοντας ιδίως οτι η απόφαση τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 περί ανοίγματος τής εν λόγω ποσοστώσεως , μέ έναρξη ισχύος τήν 1η Ιανουαρίου 1979 , δέ δημοσιεύτηκε στήν Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρά στίς 12 Μαρτίου 1979 , καί οτι οι ολλανδικές αρχές δέν προέβησαν ποτέ σέ γενική γνωστοποίηση τής εν λόγω ποσοστώσεως καί οτι οι ενδιαφερόμενοι δέν πληροφορήθηκαν εγκαίρως αυτό τό μέτρο .
5 Τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven θεώρησε οτι η λύση τής ένδικης διαφοράς εξαρτιόνταν από τήν ερμηνεία τών κοινοτικών διατάξεων στόν τομέα τών ποσοστώσεων καί υπέβαλε στό Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 4 τού κανονισμού 1023/70 τού Συμβουλίου καί περί τών συνεπειών μιάς ενδεχόμενης μή τηρήσεως αυτής τής διατάξεως .
6 Τό πρώτο από αυτά τά ερωτήματα διατυπώθηκε ως εξής :
«Ο κανονισμός 1023/70 τού Συμβουλίου πρέπει νά ερμηνευτεί υπό τήν έννοια οτι η διάταξη περί δημοσιότητας τού άρθρου 4 τού κανονισμού εφαρμόζεται σέ ποσοστώσεις εισαγωγών , τίς οποίες ανοίγουν τά Κράτη μέλη σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τής αποφάσεως 79/252 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978;»
7 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού 1023/70 ορίζει οτι «τό αργότερο τρείς εβδομάδες μετά από κάθε κατανομή ποσοστώσεως , τά Κράτη μέλη γνωστοποιούν , μέ επίσημη δημοσίευση , τά προϊόντα γιά τά οποία καί τόν τρόπο κατά τόν οποίο εγκρίνονται οι εισαγωγές ή οι εξαγωγές» .
8 Κατά τήν Επιτροπή καί τήν ολλανδική κυβέρνηση , η διάταξη αυτή δέν εφαρμόζεται παρά στίς κοινοτικές ποσοστώσεις καί όχι στίς εθνικές ποσοστώσεις πού εξακολουθούν νά υφίστανται σέ ορισμένες περιπτώσεις μέ έγκριση τής Κοινότητας έναντι τών χωρών κρατικού εμπορίου . Στήν προκειμένη περίπτωση πρόκειται ακριβώς γιά μιά τέτοια εθνική ποσόστωση .
9 Η απάντηση στό ερώτημα πού θέτει τό εθνικό δικαστήριο πρέπει νά αναζητηθεί τόσο στό πνεύμα τού συνόλου τών κοινοτικών διατάξεων στόν τομέα τών ποσοστώσεων , οσο καί στό γράμμα αυτών τών διατάξεων .
10 Κατά τόν καθορισμό κοινής εμπορικής πολιτικής , μετά τήν εκπνοή τής μεταβατικής περιόδου , ο κανονισμός 1023/70 τού Συμβουλίου θέσπισε , οσον αφορά τά είδη πού η εισαγωγή τους δέν ειχε ελευθερωθεί , κοινοτικές διατάξεις γιά τίς ποσοστώσεις εισαγωγών καί καθιέρωσε ιδίως τόν τρόπο κατά τόν οποίο τό μέν Συμβούλιο καθορίζει καί κατανέμει αυτές τίς ποσοστώσεις , τά δέ Κράτη μέλη τίς διαχειρίζονται . Πάντως , επειδή δέ φαινόταν δυνατό νά καθορισθεί ενα κοινοτικό σύστημα γιά ολες τίς περιπτώσεις , διαφυλάχθηκε στά Κράτη μέλη , μέ αποφάσεις τού Συμβουλίου , η δυνατότητα νά εξακολουθούν νά διατηρούν σέ ορισμένες περιπτώσεις εθνικά συστήματα ποσοστώσεων . Αυτό συνέβη ιδίως μέ τήν απόφαση 75/210 τού Συμβουλίου τής 27ης Μαρτίου 1975 σχετικά μέ τά αυτόνομα συστήματα εισαγωγής έναντι τών χωρών κρατικού εμπορίου ( PB 1975 L 99 , σ . 7 ), οπως τροποποιήθηκε από τήν απόφαση 79/252 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , δυνάμει τής οποίας θεσπίστηκε στίς Κάτω Χώρες η ένδικη ποσόστωση . Από τίς αιτιολογικές σκέψεις τής αποφάσεως 75/210 προκύπτει οτι αυτό τό σύστημα εφαρμόζεται μέχρις οτου συναφθούν μεταξύ τής Κοινότητας καί τών διάφορων χωρών κρατικού εμπορίου εμπορικές συμφωνίες περί , μεταξύ άλλων , τού εφαρμοστέου συστήματος εισαγωγών στήν Κοινότητα προϊόντων αυτών τών χωρών , καθώς καί οτι θά συνεχιστεί η προοδευτική θέσπιση ενός κοινού συστήματος εισαγωγών .
11 Σ’ αυτόν τό δυισμό τών συστημάτων ποσοστώσεως οφείλεται τό οτι οι διατάξεις τού κανονισμού 1023/70 εφαρμόζονται δυνάμει τού άρθρου 1 αυτού τού κανονισμού «στή διαχείριση τών ποσοστώσεων επί τών εισαγωγών . . . τίς οποίες η Κοινότητα έχει καθορίσει κατά τρόπο αυτόνομο ή συμβατικό» , δηλαδή οπως διευκρινίζεται στή δεύτερη αιτιολογική σκέψη , σέ «κοινοτικές ποσοστώσεις» ενώ τό άρθρο 1 πρώτη παράγραφος τής αποφάσεως 75/210 , οπως τροποποιήθηκε από τό άρθρο 3 τής αποφάσεως 79/252 , ορίζει οτι , στίς περιπτώσεις τών μέτρων πού λήφθηκαν δυνάμει αυτής τής διατάξεως , πρόκειται γιά ποσοστώσεις πού «τά Κράτη μέλη ανοίγουν» , άρα γιά εθνικές ποσοστώσεις .
12 Επιπλέον , τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τής αποφάσεως 75/210 διευκρινίζει οτι «ο τρόπος κατά τόν οποίο διενεργούνται στά Κράτη μέλη τό άνοιγμα καί η διαχείριση τών ποσοστώσεων» δέ θίγεται . Οι διατυπώσεις πού έπρεπε νά τηρήσουν οι ολλανδικές αρχές καθορίζοντας τήν επίδικη ποσόστωση , καί ιδίως οι σχετικές μέ τήν ενδεχόμενη δημοσιότητα αυτής τής ποσοστώσεως , ηταν συνεπώς εκείνες πού καθόριζε τό εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο καί όχι εκείνες πού προβλέπονταν στόν κανονισμό 1023/70 προκειμένου περί τών κοινοτικών ποσοστώσεων .
13 Συνεπώς , στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι τό άρθρο 4 τού κανονισμού 1023/70 τού Συμβουλίου δέν εφαρμόζεται στίς ποσοστώσεις εισαγωγών πού ανοίγουν τά Κράτη μέλη έναντι τών χωρών κρατικού εμπορίου , δυνάμει τού άρθρου 3 τής αποφάσεως 79/252 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 .
14 Τό δεύτερο ερώτημα πού έθεσε τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven , κατέστη άνευ αντικειμένου , δεδομένου οτι δέν υποβλήθηκε παρά μόνο γιά τήν περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό πρώτο ερώτημα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
15 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκε η κυβέρνηση τού Βασιλείου τών Κάτω Χωρών καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει γιά τά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven ( Κάτω Χώρες ) μέ διάταξη τής 25ης Μαρτίου 1980 , η οποία πρωτοκολλήθηκε στό Δικαστήριο στίς 8 Απριλίου 1980 αποφαίνεται :
Τό άρθρο 4 τού κανονισμού 1023/70 τού Συμβουλίου τής 25ης Μα ΐου 1970 δέν εφαρμόζεται στίς ποσοστώσεις εισαγωγών πού ανοίγουν τά Κράτη μέλη έναντι τών χωρών κρατικού εμπορίου , δυνάμει τού άρθρου 3 τής αποφάσεως 79/252 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 .
Full & Egal Universal Law Academy