Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Κοινωνική ασφάλιση τών διακινουμένων εργαζομένων — Παροχές — Σώρευση — Δικαίωμα παρεχόμενο δυνάμει μιάς καί μόνο εθνικής νομοθεσίας — Εφαρμογή τών εθνικών διατάξεων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών — Όρια — Κοινοτική ρύθμιση ευνοϊκότερη γιά τόν εργαζόμενο
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 1408/71 άρθρο 12 παράγραφος 2 καί άρθρο 46 )
2 . Κοινωνική ασφάλιση τών διακινουμένων εργαζομένων — Παροχές — Εθνικοί κανόνες πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών — Μή αντιτάξιμοι έναντι δικαιούχων παροχών τής ιδίας φύσεως χορηγουμένων σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 — Παροχές αναπηρίας μετατραπείσες σέ σύνταξη γήρατος καί παροχές αναπηρίας μή μετατραπείσες — Εξομοίωση πρός παροχές τής ιδίας φύσεως
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 1408/71 άρθρο 12 παράγραφος 2 καί κεφάλαιο 3 )
3 . Κοινωνική ασφάλιση τών διακινουμένων εργαζομένων — Παροχές — Εθνικοί κανόνες πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών — Μή αντιτάξιμοι έναντι τών δικαιούχων παροχών τής ιδίας φύσεως χορηγουμένων σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 — Υπολογισμός τού ποσού πού προβλέπεται στό άρθρο 46 παράγραφος 1 — Λήψη υπ’ όψη συντάξεως οφειλομένης δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους — Ανεπίτρεπτο
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 1408/71 άρθρο 12 παράγραφος 2 καί άρθρο 46 παράγραφος 1 )
4 . Κοινωνική ασφάλιση τών διακινουμένων εργαζομένων — Συνυπολογισμός καί αναλογική κατανομή — Κοινοτικοί κανόνες — Εφαρμογή εθνικών κανόνων λιγότερο ευνοϊκών γιά τόν εργαζόμενο — Ανεπίτρεπτο
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 574/72 άρθρα 15 καί 46 )
Περίληψη
1 . Εφ’ οσον ο εργαζόμενος λαμβάνει μία σύνταξη δυνάμει μόνης τής εθνικής νομοθεσίας , οι διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 δέν εμποδίζουν τήν επ’ αυτού εφαρμογή μόνης τής εθνικής νομοθεσίας στό σύνολό της , περιλαμβανομένων καί τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών , υπό τήν επιφύλαξη οτι , άν η εφαρμογή τής νομοθεσίας αυτής αποδεικνύεται γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκή από τήν εφαρμογή τών κανόνων τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , θά πρέπει νά εφαρμοσθούν οι διατάξεις τού άρθρου αυτού .
2 . Όταν ενας εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας , πού έχουν μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας Κράτους μέλους , καί παροχές αναπηρίας , πού δέν έχουν ακόμη μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους , η σύνταξη γήρατος καί οι παροχές αναπηρίας λογίζονται ως παροχές τής ιδίας φύσεως . Κατά συνέπεια , έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τού κεφαλαίου 3 τού κανονισμού 1408/71 καί , δυνάμει τού άρθρου 12 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού , αποκλείεται η εφαρμογή τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών .
3 . Όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας ή γήρατος τής ιδίας φύσεως , χορηγούμενες από τούς φορείς δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , δέν έχουν εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί μειώσεως , αναστολής ή καταργήσεως . Συνεπώς , τό ποσό πού αναφέρεται στό άρθρο 46 παράγραφος 1 ειναι τό ποσό πού θά εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , άν δέν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους . Άν , δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , ο εργαζόμενος πού δύναται νά αποδείξει ωρισμένο αριθμό ετών ασφαλίσεως δικαιούται πλήρους συντάξεως , λαμβάνεται υπ’ όψη τό ποσό τής πλήρους αυτής συντάξεως .
4 . Δέν επιτρέπεται στόν φορέα Κράτους μέλους νά εφαρμόζει , γιά τόν συνυπολογισμό καί τήν αναλογική κατανομή τών περιόδων ασφαλίσεως , εθνικούς κανόνες πού ειναι γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκοί από τούς κανόνες τού κανονισμού 574/72 .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 116 , 117 , 119 , 120 καί 121/80
πού έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις τού Arbeidshof τής Αμβέρσας ( τέταρτο τμήμα ), περιοχή τού Hasselt , πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τίς οποίες ζητείται στά πλαίσια τών διαφορών πού εκκρεμούν ενώπιον τού εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ
RIJKSDIENST VOOR WERKNEMERSPENSIOENEN , Βρυξέλλες ,
καί
GIORGIO CELESTRE ( υπόθεση 116/80 ),
GUENTHER DREILICH ( υπόθεση 117/80 ),
OTTO BOHNEFELD ( υπόθεση 119/80 ),
KUNIGUNDE LEX , ΧΗΡΑΣ RYDLAKOWSKI ( υπόθεση 120/80 ),
καί μεταξύ
NATIONAAL PENSIOENFONDS VOOR MIJNWERKERS , Βρυξέλλες ,
καί
JOZEF STREHL ( υπόθεση 121/80 ),
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 51 τής συνθήκης καί τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 τού Συμβουλίου τής 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής τών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στούς μισθωτούς καί στίς οικογένειές τους πού διακινούνται εντός τής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 149 , τόμ . 05/001 , σ . 73 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ αποφάσεις τής 22ας Απριλίου 1980 , πού περιήλθαν στό Δικαστήριο στίς 5 καί 7 Μα ΐου 1980 , τό Arbeidshof τής Αμβέρσας ( Hasselt ), εζήτησε από τό Δικαστήριο νά αποφανθεί , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , επί τής ερμηνείας τού άρθρου 51 τής συνθήκης καί τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 τού Συμβουλίου τής 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής τών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στούς μισθωτούς καί στίς οικογένειές τους , πού διακινούνται εντός τής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 149 , τόμ . 05/001 , σ . 73 ), σχετικά μέ τό πρόβλημα πού εκτίθεται στό σκεπτικό τών αποφάσεων .
2 Τό σκεπτικό τών αποφάσεων αυτών δύναται νά συνοψισθεί ως εξής : ο Celestre , ιταλικής ιθαγενείας , καί οι Dreilich καί Bohnefeld , γερμανικής ιθαγενείας , ειργάσθησαν υπογείως σέ ορυχείο στό Βέλγιο επί 27 , 28 καί 27 έτη αντιστοίχως . Προηγουμένως , ειχαν εργασθεί ως μισθωτοί στίς χώρες καταγωγής τους . Τό Rijksdienst voor Werknemerspensioenen ( RWP ), αρμόδιος βελγικός οργανισμός , τούς εχορήγησε σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία βάσει τών περιόδων ασφαλίσεως πού συνεπληρώθησαν στό Βέλγιο . Εκτός αυτού , λαμβάνουν σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία καί στίς χώρες καταγωγής τους . Η χήρα Rydlakowski λαμβάνει σύνταξη επιζώντος βάσει τής γερμανικής καί τής βελγικής νομοθεσίας , επειδή ο σύζυγός της ειχε εργασθεί ως μισθωτός στήν Γερμανία καί εν συνεχεία ειχε εργασθεί σέ ορυχείο υπογείως , στό Βέλγιο επί 25 έτη .
3 Κατόπιν προσφυγών πού ησκήθησαν από τούς ενδιαφερομένους ενώπιον τών Arbeidsrechtbanken τού Hasselt καί τού Tongeren , τά δικαστήρια αυτά εδέχθησαν οτι οι Celestre , Dreilich , Bohnefeld καί Rydlakowski ηδύναντο νά αξιώσουν σύνταξη αποχωρήσεως καί επιζώντος , υπολογιζομένη βάσει μιάς πλήρους σταδιοδρομίας σέ υπόγειο εργασία ορυχείου στό Βέλγιο , πού αντιστοιχεί σέ 30 έτη εργασίας .
4 Τό RWP ήσκησε έφεση κατά τών πρωτοδίκων αποφάσεων ενώπιον τού Arbeidshof τής Αμβέρσας ( Afdeling Hasselt ). Υπεστήριξε οτι τό άρθρο 10 παράγραφος 2 τού βελγικού βασιλικού διατάγματος 50 θέτει ενα κανόνα κατά τής σωρεύσεως παροχών , δυνάμει τού οποίου οι εργαζόμενοι πού δικαιολογούν σταδιοδρομία , εν μέρει ως εργάτες ορυχείου καί εν μέρει ως κοινοί εργάτες , δύνανται νά λάβουν σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία ίση πρός τό γινό μενο τού αριθμού τών ετών πού απησχολήθησαν ως εργάτες ορυχείου επί 1,5 , μέ ανώτατο οριο τά 45/45 , καί οτι τό Βέλγιο βαρύνεται μόνο μέ τήν καταβολή συντάξεως αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία ( ή επιζώντων ), η οποία αντιστοιχεί στά έτη πού ειργάσθησαν υπογείως σέ ορυχείο , υπό τήν επιφύλαξη οτι τό άθροισμα τής ιταλικής ή γερμανικής καί τής βελγικής συντάξεως αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία πρέπει νά ειναι τουλάχιστον ίσο πρός τήν πλήρη σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία πού εξασφαλίζεται βάσει τής υπογείου εργασίας σέ ορυχείο .
5 Ο Strehl , γερμανικής ιθαγενείας καί αιτών στήν κυρία δίκη , υπόθ . 121/80 , δικαιούται επίσης συντάξεως αναπηρίας τόσο στήν Γερμανία οσο καί στό Βέλγιο , βάσει τής απασχολήσεώς του ως εργάτου ορυχείου . Τό Nationaal Pensioenfonds voor Mijnwerhers ( NPM ) ήσκησε έφεση κατά τής αποφάσεως τού Arbeidsrechtbank τού Hasselt , γιά τήν έκδοση τής οποίας ειχε ληφθεί υπ’ όψη η προδικαστική απόφαση τού Δικαστηρίου στήν υπόθεση 62/76 ( Strehl , Jurispr . 1977 , σ . 211 ), μέ τήν οποία τό Arbeidsrechtbank ανεγνώρισε οτι ο ενδιαφερόμενος ηδύνατο νά αξιώσει σύνταξη αναπηρίας , υπολογιζομένη βάσει μιάς πλήρους σταδιοδρομίας σέ υπόγειο εργασία ορυχείου στό Βέλγιο .
6 Τό σύστημα συνταξιοδοτήσεως λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία τών εργατών ορυχείου ρυθμίζεται από τό βελγικό βασιλικό διάταγμα 50 τής 24ης Οκτωβρίου 1967 , πού ορίζει οτι :
«Άρθρο 4
Η σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία αρχίζει από τήν πρώτη ημέρα τού μηνός πού επεται εκείνου εντός τού οποίου ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε τήν σχετική αίτηση καί όχι πρίν από :
1 ) . . .
2 ) . . .
3 ) Τήν πρώτη ημέρα τού μηνός πού επεται εκείνου εντός τού οποίου ο ενδιαφερόμενος :
α ) συμπληρώνει τήν κανονική ηλικία συντάξεως : δηλαδή τήν ηλικία τών 55 ή τών 60 ετών αντιστοίχως , ανάλογα μέ τό άν η σύνταξη αποχωρήσεως παρέχεται λόγω υπογείου ή επιγείου εργασίας στά ορυχεία ,
β)ή αποδεικνύει οτι απησχολήθη κατά σύνηθες καί κύριο επάγγελμα ως εργάτης υπογείως σέ ανθρακωρυχεία επί είκοσι πέντε έτη.»
Δυνάμει τής παραγράφου 2 τού άρθρου 10 , κατά παρέκκλιση από τήν παράγραφο 1 εδάφιο 2 , ο εργαζόμενος :
«1 ) πού απησχολήθη κατά σύνηθες καί κύριο επάγγελμα ως εργάτης ορυχείου επί είκοσι τουλάχιστον έτη , δύναται νά λάβει σύνταξη αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία , υπολογιζομένη στό ενα τριακοστό γιά κάθε ημερολογιακό έτος πού απησχολήθη ως εργάτης ορυχείου . Άν δέν συγκεντρώνει τριάντα ημερολογιακά έτη απασχολήσεως κατά σύνηθες καί κύριο επάγγελμα ως εργαζόμενος υπογείως σέ ορυχείο ή λατομείο μέ υπόγεια εκμετάλλευση , συγκεντρώνει ομως είκοσι πέντε τουλάχιστον έτη τέτοιας απασχολήσεως , θεωρείται οτι αποδεικνύει απασχόληση κατά σύνηθες καί κύριο επάγγελμα υπό τήν ιδιότητα αυτή κατά τήν διάρκεια επί πλέον αριθμού ετών , ίσου πρός τήν διαφορά μεταξύ τού τριάντα καί τού αριθμού τών ημερολογιακών ετών πού απέδειξε οτι απησχολήθη υπό τήν ιδιότητα αυτή κατά σύνηθες καί κύριο επάγγελμα . Καθένα από τά επί πλέον αυτά έτη θεωρείται ως έτος υπογείου απασχολήσεως σέ ανθρακωρυχεία πρό τού 1955.»
Τό σύστημα συντάξεων αναπηρίας τών εργατών ορυχείων ρυθμίζεται από τό βασιλικό διάταγμα τής 19ης Νοεμβρίου 1970 , πού ορίζει οτι :
«Άρθρο 1 παράγραφος 1 . Δικαιούται συντάξεως αναπηρίας υπό τίς προϋποθέσεις πού ορίζονται κατωτέρω :
α ) ο εργάτης πού υπάγεται στό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εργατών ορυχείων , ο οποίος έπαυσε πράγματι νά εργάζεται σέ επιχειρήσεις ορυχείων λόγω ασθενείας πού συνεπάγεται ανικανότητα πρός κανονική υπόγειο ή επίγειο εργασία στίς εν λόγω επιχειρήσεις·
β)ο εργάτης πού υπάγεται στό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εργατών ορυχείων , ο οποίος , αφού απησχολήθη υπογείως , έπαυσε πράγματι νά εργάζεται στίς εν λόγω επιχειρήσεις λόγω ασθενείας πού συνεπάγεται ανικανότητα πρός κανονική υπόγειο εργασία στίς επιχειρήσεις αυτές .
Παράγραφος 2 . Σύνταξη αναπηρίας χορηγείται :
1)στόν εργάτη πού αναφέρεται στήν παράγραφο 1 στοιχείο α , άν αποδεικνύει τουλάχιστον δέκα έτη υπηρεσίας σέ επιχειρήσεις ορυχείων·
2)στόν εργάτη πού αναφέρεται στήν παράγραφο 1 στοιχείο β , άν αποδεικνύει τόν κατώτατο αριθμό ετών υπηρεσίας πού καθορίζεται στήν παράγραφο 1 καί άν ο κατώτατος αυτός αριθμός περιλαμβάνει τουλάχιστον πέντε έτη πραγματικής υπογείου υπηρεσίας σέ επιχειρήσεις ορυχείων .
Άρθρο 23 παράγραφος 1 . Η σύνταξη αναπηρίας πού χορηγείται δυνάμει τού παρόντος διατάγματος δέν δύναται νά σωρευθεί μέ μία ή περισσότερες συντάξεις αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία ή αναπηρίας , παρά μόνο μέχρι τού ποσού τής ετησίας συντάξεως πού καθορίζεται στό άρθρο 4 παράγραφος 1 περιπτώσεις 2 καί 4 , ανάλογα μέ τό άν πρόκειται γιά εργάτη έγγαμο ή άγαμο , χήρο , διαζευγμένο ή ζώντα κεχωρισμένως από τήν σύζυγό του.»
7 Τό ζήτημα πού έθεσε τό Arbeidshof ανάγεται στό άν τό άρθρο 51 τής συνθήκης καί οι κανονιστικές διατάξεις πού εθεσπίσθησαν γιά τήν εκτέλεσή του πρέπει νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι κατά τόν προσδιορισμό τών καταβλητέων στούς ενδιαφερομένους παροχών , κατ’ εφαρμογή τής νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους , δέν δύναται νά γίνει διπλός υπολογισμός τών περιόδων ασφαλίσεως , στήν περίπτωση ιδίως οπου πραγματικές περίοδοι ασφαλίσεως σ’ ενα Κράτος μέλος σωρεύονται μέ «πλασματικές» περιόδους σέ άλλο Κράτος μέλος .
8 Στό πλαίσιο τής διαδικασίας τού άρθρου 177 τής συνθήκης , τό Δικαστήριο δέν έχει αρμοδιότητα νά ερμηνεύει τήν εθνική νομοθεσία . Δύναται , πάντως , εν τούτοις , νά τονίζει ωρισμένους κανόνες κοινοτικού δικαίου , πού δύνανται νά βοηθήσουν στήν επίλυση τής ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου διαφοράς .
9 Πρέπει , κατ’ αρχήν , νά υπομνησθεί οτι , οπως έχει κρίνει τό Δικαστήριο , μεταξύ άλλων καί στήν απόφασή του τής 14ης Μαρτίου 1978 ( Schaap , 98/77 , Jurispr . 1978 , σ . 707 ), εφ’ οσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει μόνης τής εθνικής νομοθεσίας , οι διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 δέν εμποδίζουν τήν επ’ αυτού εφαρμογή μόνης τής εθνικής νομοθεσίας στό σύνολό της , περιλαμβανομένων καί τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών , υπό τήν επιφύλαξη οτι , άν η εφαρμογή τής νομοθεσίας αυτής αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή γιά τόν εργαζόμενο από τήν εφαρμογή τών κανόνων τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , θά πρέπει νά εφαρμοσθούν οι διατάξεις τού άρθρου αυτού .
10 Στό εθνικό δικαστήριο εναπόκειται νά αποφανθεί ως πρός τό περιεχόμενο καί τήν ερμηνεία τών διατάξεων τής δικής του νομοθεσίας , οσον αφορά τήν σώρευση παροχών καί νά προβεί στήν αναγκαία σύγκριση , γιά νά προσδιορίζει σέ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άν η εφαρμογή τών εθνικών κανόνων ειναι γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκή από τήν εφαρμογή τών κοινοτικών διατάξεων , οπως ερμηνεύονται από τό Δικαστήριο . Πράγματι , ο εργαζόμενος πρέπει νά λαμβάνει τίς ευνοϊκότερες παροχές .
11 Μέ απόφασή του τής 15ης Οκτωβρίου 1980 ( D’Amico , 4/80 , η οποία δέν έχει ακόμη δημοσιευθεί στήν Συλλογή ), τό Δικαστήριο απεφάνθη οτι , οταν ενας εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας , πού έχουν μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους , καί παροχές αναπηρίας πού δέν έχουν ακόμη μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους , η σύνταξη γήρατος καί οι παροχές αναπηρίας λογί ζονται ως παροχές τής ιδίας φύσεως . Κατά συνέπεια , έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τού κεφαλαίου 3 τού κανονισμού 1408/71 καί , δυνάμει τού άρθρου 12 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού , αποκλείεται η εφαρμογή τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών .
12 Όσον αφορά τήν εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , πρέπει νά υπομνησθεί οτι , οπως προκύπτει από τό τελευταίο εδάφιο τού άρθρου 12 παράγραφος 2 τού κανονισμού , δέν έχουν εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί μειώσεως , αναστολής ή καταργήσεως . Συνεπώς , τό ποσό πού αναφέρεται στό άρθρο 46 παράγραφος 1 ειναι τό ποσό πού θά εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , άν δέν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους . Άν , δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , ο εργαζόμενος πού δύναται νά αποδείξει ωρισμένο αριθμό ετών ασφαλίσεως δικαιούται πλήρους συντάξεως , λαμβάνεται υπ’ όψη τό ποσό τής πλήρους αυτής συντάξεως .
13 Ο κανονισμός 574/72 τού Συμβουλίου τής 21ης Μαρτίου 1972 περί τού τρόπου εφαρμογής τού κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 74 , τόμ . 05/001 , σ . 138 ) περιέχει , στά άρθρα 15 καί 46 , διατάξεις πού διέπουν τήν σύμπτωση περιόδων ασφαλίσεως πού διηνύθησαν υπό τήν νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών . Δέν επιτρέπεται , επομένως , στόν φορέα ενός Κράτους μέλους νά εφαρμόζει , γιά τόν συνυπολογισμό καί τόν αναλογικό επιμερισμό τών περιόδων ασφαλίσεως , εθνικούς κανόνες πού ειναι γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκοί από τούς κανόνες τού κανονισμού .
14 Ειδικότερα πρέπει νά τονισθούν οι διατάξεις τού άρθρου 15 παράγραφος 1 περίπτωση ε τού κανονισμού αυτού , πού ορίζει οτι :
«σέ περίπτωση πού δέν δύναται νά προσδιορισθεί ακριβώς τό χρονικό διάστημα κατά τό οποίο ορισμένες περίοδοι ασφαλίσεως επραγματοποιήθησαν υπό τήν νομοθεσία ενός Κράτους μέλους , τεκμαίρεται οτι αυτές οι περίοδοι ασφαλίσεως δέν συμπίπτουν μέ περιόδους ασφαλίσεως πού επραγματοποιήθησαν υπό τήν νομοθεσία άλλου Κράτους μέλους καί υπολογίζονται κατά τό μέτρο πού δύνανται νά ληφθούν υπ’ όψη επωφελώς» .
15 Στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Arbeidshof τής Αμβέρσας προσήκει , συνεπώς , η ακόλουθη απάντηση :
α ) Εφ’ οσον ο εργαζόμενος λαμβάνει μία σύνταξη δυνάμει μόνης τής εθνικής νομοθεσίας , οι διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 δέν εμποδίζουν τήν επ’ αυτού εφαρμογή μόνης τής εθνικής νομοθεσίας στό σύνολό της , περιλαμβανομένων καί τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών , υπό τήν επιφύλαξη οτι , άν η εφαρμογή τής νομοθεσίας αυτής αποδεικνύεται γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκή από τήν εφαρμογή τών κανόνων τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , θά πρέπει νά εφαρμοσθούν οι διατάξεις τού άρθρου αυτού .
β)Όταν ενας εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας , πού έχουν μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους , καί παροχές αναπηρίας πού δέν έχουν ακόμη μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους , η σύνταξη γήρατος καί οι παροχές αναπηρίας λογίζονται ως παροχές τής ιδίας φύσεως . Κατά συνέπεια , έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τού κεφαλαίου 3 τού κανονισμού 1408/71 καί , δυνάμει τού άρθρου 12 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού , αποκλείεται η εφαρμογή τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών .
γ)Όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας ή γήρατος τής ιδίας φύσεως , χορηγούμενες από φορείς δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/72 , δέν έχουν εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί μειώσεως , αναστολής ή καταργήσεως . Συνεπώς , τό ποσό πού αναφέρεται στό άρθρο 46 παράγραφος 1 ειναι τό ποσό πού θά εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , άν δέν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους . Άν , δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , ο εργαζόμενος πού δύναται νά αποδείξει ωρισμένο αριθμό ετών ασφαλίσεως δικαιούται πλήρους συντάξεως , λαμβάνεται υπ’ όψη τό ποσό τής πλήρους αυτής συντάξεως .
δ)Ο κανονισμός 573/72 τού Συμβουλίου τής 21ης Μαρτίου 1972 περί τού τρόπου εφαρμογής τού κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 74 , τόμ . 05/001 , σ . 138 ) περιέχει , στά άρθρα 15 καί 46 , διατάξεις περί συμπτώσεως περιόδων ασφαλίσεως , πού διηνύθησαν υπό τήν νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών . Δέν επιτρέπεται , επομένως , στόν φορέα ενός Κράτους μέλους νά εφαρμόζει , γιά τόν συνυπολογισμό καί τόν αναλογικό επιμερισμό τών περιόδων ασφαλίσεως , εθνικούς κανόνες πού ειναι γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκοί από τούς κανόνες τού κανονισμού .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
16 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τού Βασιλείου τού Βελγίου , η κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τού Βασιλείου τών Κάτω Χωρών καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει γιά τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε τό Arbeidshof τής Αμβέρσας , μέ αποφάσεις τής 22ας Απριλίου 1980 , αποφαίνεται :
α ) Εφ’ οσον ο εργαζόμενος λαμβάνει μία σύνταξη δυνάμει μόνης τής εθνικής νομοθεσίας , οι διατάξεις τού κανονισμού 1408/71 δέν εμποδίζουν τήν επ’ αυτού εφαρμογή μόνης τής εθνικής νομοθεσίας στό σύνολό της , περιλαμβανομένων καί τών εθνικών κανόνων εναντίον τής σωρεύσεως , υπό τήν επιφύλαξη οτι , άν η εφαρμογή τής νομοθεσίας αυτής αποδεικνύεται γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκή από τήν εφαρμογή τών κανόνων τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , πρέπει νά εφαρμοσθούν οι διατάξεις τού άρθρου αυτού .
β)Όταν ενας εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας , πού έχουν μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας Κράτους μέλους , καί παροχές αναπηρίας πού δέν έχουν ακόμη μετατραπεί σέ σύνταξη γήρατος δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους , η σύνταξη γήρατος καί οι παροχές αναπηρίας λογίζονται ως παροχές τής ιδίας φύσεως . Κατά συνέπεια , έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τού κεφαλαίου 3 τού κανονισμού 1408/71 καί , δυνάμει τού άρθρου 12 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού , αποκλείεται η εφαρμογή τών εθνικών κανόνων πού απαγορεύουν τήν σώρευση παροχών .
γ)Όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει παροχές αναπηρίας ή γήρατος τής ιδίας φύσεως , χορηγούμενες από φορείς δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 46 τού κανονισμού 1408/71 , δέν έχουν εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί μειώσεως , αναστολής ή καταργήσεως . Συνεπώς , τό ποσό πού αναφέρεται στό άρθρο 46 παράγραφος 1 ειναι τό ποσό πού θά εδικαιούτο ο εργαζόμενος δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , άν δέν ελάμβανε σύνταξη δυνάμει τής νομοθεσίας άλλου Κράτους μέλους . Άν , δυνάμει τής εθνικής νομοθεσίας , ο εργαζόμενος πού δύναται νά αποδείξει ωρισμένο αριθμό ετών ασφαλίσεως δικαιούται πλήρους συντάξεως , λαμβάνεται υπ’ όψη τό ποσό τής πλήρους αυτής συντάξεως .
δ)Ο κανονισμός 574/72 τού Συμβουλίου τής 21ης Μαρτίου 1972 περί τού τρόπου εφαρμογής τού κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 74 , τόμ . 05/001 , σ . 138 ) περιέχει , στά άρθρα 15 καί 46 , διατάξεις περί συμπτώσεως περιόδων ασφαλίσεως πού διηνύθησαν υπό τήν νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων Κρατών μελών . Δέν επιτρέπεται , επομένως , στόν φορέα ενός Κράτους μέλους νά εφαρμόζει , γιά τόν συνυπολογισμό καί τόν αναλογικό επιμερισμό τών περιόδων ασφαλίσεως , εθνικούς κανόνες πού ειναι γιά τόν εργαζόμενο λιγότερο ευνοϊκοί από τούς κανόνες τού κανονισμού .
Full & Egal Universal Law Academy