Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αλιεία — Διατήρηση τών θαλάσσιων πόρων — Αρμοδιότητα τής ΕΟΚ — Μή άσκηση — Αποτελέσματα — Μέτρα διατηρήσεως πού υφίσταντο κατά τήν εκπνοή τής προβλεπόμενης στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως προθεσμίας — Τροποποίηση από τά Κράτη μέλη — Υποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν Επιτροπή καί νά συμμορφώνονται μέ τή θέση της
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 155· πράξη προσχωρήσεως , άρθρο 102· απόφαση τού Συμβουλίου τής 25ης Ιουνίου 1979 )
Περίληψη
Δεδομένου οτι πρόκειται γιά τομέα ο οποίος επιφυλάχθηκε στίς εξουσίες τής Κοινότητας , εντός τού οποίου τά Κράτη μέλη δέν μπορούν , εφεξής , νά ενεργούν παρά μόνον ως διαχειριστές τού κοινού συμφέροντος , ενα Κράτος μέλος δέν μπορεί , ελλείψει κατάλληλης ενέργειας τού Συμβουλίου , νά θέτει εν ισχύι προσωρινά μέτρα διατηρήσεως τών θαλάσσιων πόρων , πού ενδεχομένως απαιτεί η κατάσταση , παρά μόνο στό πλαίσιο συνεργασίας μέ τήν Επιτροπή καί λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τή γενική αποστολή εποπτείας , τήν οποία τό άρθρο 155 τής συνθήκης ΕΟΚ , εν συνδυασμώ πρός τίς προσωρινές αποφάσεις τού Συμβουλίου , έχει εμπιστευθεί στό όργανο αυτό .
Επομένως , ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηριζόταν από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου καί από τή διατήρηση , καταρχήν , τών μέτρων διατηρήσεως πού ίσχυαν κατά τή λήξη τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , η απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 καί οι παράλληλες αποφάσεις , καθώς καί οι συμφυείς απαιτήσεις τής διασφαλίσεως , από τήν Κοινότητα , τού κοινού συμφέροντος καί τού ακεραίου τών ιδίων της εξουσιών , επέβαλαν στά Κράτη μέλη όχι μόνο τήν υποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν Επιτροπή λεπτομερώς καί νά επιζητούν καλόπιστα τήν έγκρισή της , αλλά καί τό καθήκον νά μή θεσπίζουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως , παρά τίς αντιρρήσεις , επιφυλάξεις ή ορους πού θά μπορούσε νά διατυπώσει ενδεχομένως η Επιτροπή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 124/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank τού Ρόττερνταμ ( Economische Politierechter ) πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού ανωτέρω δικαστηρίου μεταξύ
OFFICIER VAN JUSTITIE
καί
J . VAN DAM & ZONEN
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περί τού άν συμβιβάζονται πρός τό κοινοτικό δίκαιο τά μέτρα πού έλαβαν οι ολλανδικές αρχές γιά τό 1979 περί προσωρινού καθεστώτος περιορισμού τών αλιεύσεων άλλων ειδών ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 4ης Μαρτίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 22 Μα ΐου 1980 , ο Economische Politierechter τού Arrondissementsrechtbank τού Ρόττερνταμ υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα περί τής ερμηνείας τών κοινοτικών κανόνων διατηρήσεως τών αλιευτικών πόρων γιά τό έτος 1979 , προκειμένου νά κρίνει άν συμβιβάζονται πρός τό κοινοτικό δίκαιο τά μέτρα πού θέσπισε η ολλανδική κυβέρνηση γιά τό 1979 , περί περιορισμού τών αλιεύσεων ειδών ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου .
2 Στίς αρχές τού 1979 τό Συμβούλιο , στό οποίο η Επιτροπή ειχε υποβάλει , δυνάμει τού άρθρου 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , σχέδιο σειράς μέτρων γιά τή διατήρηση τών αλιευτικών πόρων εντός τών υδάτων πού εμπίπτουν στή δικαιοδοσία τών Κρατών μελών , δέ θέσπισε τίς αναγκαίες διατάξεις . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , τό Συμβούλιο έλαβε προσωρινές αποφάσεις , πού τέθηκαν εν ισχύι γιά περιορισμένες περιόδους καί παρατάθηκαν επανειλημμένως . Οι αποφάσεις αυτές , η διατύπωση τών οποίων ειναι παρόμοια , φέρουν τίς ημερομηνίες 19 Δεκεμβρίου 1978 ( μή δημοσιευθείσα ), 9 Απριλίου 1979 , 79/383 ( PB L 93 , σ . 40 ), 25 Ιουνίου 1979 , 79/590 ( PB L 161 , σ . 46 ) καί 29 Οκτωβρίου 1979 , 79/905 ( PB L 277 , σ . 10 ). Η απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 , η οποία ίσχυε κατά τό χρόνο τών πραγματικών περιστατικών , πού οδήγησαν στήν παρούσα διαδικασία , έχει ως εξής :
«Απόφαση τού Συμβουλίου
τής 25ης Ιουνίου 1979
στηριζομένη επί τών συνθηκών , αναφερομένη στήν αλιεία εντός τών υδάτων πού εμπίπτουν στήν κυριαρχία ή στήν δικαιοδοσία τών Κρατών μελών καί ληφθείσα προσωρινώς μέχρι τής θεσπίσεως οριστικών κοινοτικών μέτρων
( 79/590/ΕΟΚ )
Τό Συμβούλιο έχει τήν πρόθεση νά καταλήξει , τό συντομότερο δυνατόν εντός τού 1979 , σέ συμφωνία επί τών κοινοτικών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τών αλιευτικών πόρων καί τών συναφών θεμάτων . Εν αναμονή τής επί τού θέματος αποφάσεώς του καί έχοντας υπόψη τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , καθώς καί τήν ανάγκη προστασίας τών βιολογικών πόρων καί διατηρήσεως ενδεδειγμένων σχέσεων μέ τρίτες χώρες στόν τομέα τής αλιείας , τό Συμβούλιο εθέσπισε στίς 19 Δεκεμβρίου 1978 καί στίς 9 Απριλίου 1979 προσωρινά μέτρα , πού ίσχυσαν , αντιστοίχως , από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Μαρτίου 1979 καί από 1ης Απριλίου μέχρι 30ής Ιουνίου 1979 . Εν συνεχεία τών μέτρων αυτών , τό Συμβούλιο θεσπίζει τά ακόλουθα προσωρινά μέτρα , πού ισχύουν από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρις οτου καταλήξει σέ οριστική συμφωνία , τό αργότερο δέ μέχρι τίς 31 Οκτωβρίου 1979 .
1 . Τά Κράτη μέλη ασκούν τήν αλιεία τους κατά τρόπον ωστε , κατά τίς αλιεύσεις πού πραγματοποιούνται από τά πλοία τους κατά τήν διάρκεια τής προσωρινής περιόδου , νά λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιτρεπόμενες αλιεύσεις ( TAC ), πού αναφέρονται στίς ανακοινώσεις τής 23ης Νοεμβρίου 1978 καί τής 16ης Φεβρουαρίου 1979 τής Επιτροπής πρός τό Συμβούλιο καί τό μέρος τών TAC πού έχει αναγνωρισθεί στίς τρίτες χώρες , στό πλαίσιο συμφωνιών καί ρυθμίσεων πού συνήψε μαζί τους η Κοινότης . Οι αλιεύσεις πού θά πραγματοποιηθούν κατά τήν προσωρινή περίοδο θά καταλογισθούν στίς ποσότητες πού τό Συμβούλιο θά αποφασίσει τελικώς νά επιτρέψει γιά τό 1979 .
2 . Όσον αφορά τά τεχνικά μέτρα διατηρήσεως καί ελέγχου τών αλιευτικών πόρων , τά Κράτη μέλη εφαρμόζουν τά ίδια μέτρα μέ εκείνα πού εφήρμοζαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976 , καθώς καί άλλα μέτρα πού λαμβάνονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τού παραρτήματος VI τού ψηφίσματος τού Συμβουλίου τής 3ης Νοεμβρίου 1976.»
3 Μέ τήν υπ’ αριθ . J 4569 απόφαση ( Beschikking ) τής 28ης Δεκεμβρίου 1978 ( Ned . Stcrt . 1978 , 253 ), ο ολλανδός υπουργός γεωργίας καί αλιείας θέσπισε τό προσωρινό καθεστώς περιορισμού τών αλιεύσεων γιά άλλα είδη ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου , γιά τό 1979 . Τό καθεστώς αυτό , τό οποίο παρα τάθηκε μέ τήν υπ’ αριθ . J . 23451 απόφαση τής 27ης Ιουνίου 1979 ( Ned . Stcrt . 1979 , 124 ), τροποποιήθηκε μέ τήν υπ’ αριθ . J 3247 απόφαση τής 27ης Αυγούστου 1979 ( Ned . Stcrt . 1979 , 167 ) περί απαγορεύσεως τής αλιείας καί εκφορτώσεως βακαλάου εντός καθορισμένης ζώνης . Στίς 25 Ιουλίου 1979 , η Επιτροπή αναγνώρισε οτι τό κατ’ αυτόν τόν τρόπο θεσπισθέν από τίς ολλανδικές αρχές καθεστώς ειναι σύμφωνο πρός τίς αποφάσεις τού Συμβουλίου τού Δεκεμβρίου 1978 , Απριλίου καί Ιουνίου 1979 ( PB 1980 C 133 , σ . 4 ). Στίς 22 Νοεμβρίου 1979 , αναγνώρισε οτι τό εν λόγω καθεστώς ειναι σύμφωνο μέ τήν απόφαση τού Συμβουλίου τού Οκτωβρίου 1979 ( PB 1980 C 133 , σ . 5 ).
4 Τόν Οκτώβριο τού 1979 , ενα πλοίο τής εταιρείας van Dam αλίευσε καί εκφόρτωσε βακαλάο στό ολλανδικό λιμάνι Stellendam , κατά παράβαση τής αποφάσεως τής 27ης Αυγούστου 1979 . Η εταιρεία van Dam , διωχθείσα ποινικώς γιά τό λόγο αυτό ενώπιον τού Economische Politierechter , ισχυρίσθηκε οτι τά ολλανδικά μέτρα ηταν παράνομα ως αντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο . Πρίν κρίνει οριστικώς , ο Economische Politierechter αποφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
«Στηρίζονται στό κοινοτικό δίκαιο τά μέτρα πού έλαβαν οι ολλανδικές αρχές , γιά τό έτος 1979 , οπως καί εκείνες οι κανονιστικές πράξεις πού αναφέρονται στήν κλήση , δηλαδή η απόφαση τού 1979 περί προσωρινού καθεστώτος περιορισμού τών αλιεύσεων ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου , ( Ned . Stcrt . 1979 — 124 ) καί η απόφαση τής 27ης Αυγούστου 1979 υπ’ αριθ . J 3247 ( Ned . Stcrt . 167 τής 28ης Αυγούστου 1979);»
5 Κατά τήν κατηγορούμενη τής κύριας δίκης , υπήρχε , από τής λήξεως τής προβλεπόμενης στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως μεταβατικής περιόδου , νομικό κενό στόν τομέα τής πολιτικής διατηρήσεως τών βιολογικών θαλάσσιων πόρων , τό οποίο δέν πλήρωσαν οι αποφάσεις τού Συμβουλίου . Επιπλέον , ακόμη καί άν υποτεθεί οτι αυτός υπήρξε ο σκοπός τους , οι εν λόγω αποφάσεις έπρεπε νά έχουν ληφθεί κατά τούς τύπους πού προβλέπονται στό άρθρο 4 τού κανονισμού 101/76 τού Συμβουλίου τής 19ης Ιανουαρίου 1976 περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τής αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . τόμ . 04/001 , σ . 61 ). Δεδομένου οτι δέν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τό ανωτέρω άρθρο διαδικασία , οι αποφάσεις τού Συμβουλίου ειναι εν πάση περιπτώσει άκυρες .
6 Τό Συμβούλιο δέν αμφισβητεί οτι μέ τίς εν λόγω αποφάσεις δέν τηρήθηκαν οι τύποι πού προβλέπει τό άρθρο 4 τού κανονισμού 101/76 , υποστηρίζει ομως οτι ο κανονισμός δέν εφαρμόζεται επί τών αποφάσεων αυτών , οι οποίες αποτελούν μέτρα ad hoc , πού έλαβε τό Συμβούλιο προκειμένου νά διατηρήσει τούς βιολογικούς θαλάσσιους πόρους , κατά τρόπο μή προβλεπόμενο από τόν κανονισμό 101/76· οι αποφάσεις αυτές αποκρυσταλλώνουν ορισμένες καταστάσεις , συγχρόνως δέ συνεπάγονται «περιορισμένη αναμεταβίβαση ορισμένων αρμοδιοτήτων» στά Κράτη μέλη . Πράγματι , ο κανονισμός 101/76 έχει ξεπερασθεί καί δέν αρκεί πλέον πρός αντιμετώπιση προβλημάτων , η έκταση τών οποίων δέν ειχε γίνει αντιληπτή κατά τό χρόνο τής συντάξεώς του .
7 Η γαλλική κυβέρνηση , αφού παρατήρησε οτι ο τομέας τής αλιείας καί ειδικότερα τής διατηρήσεως τών θαλάσσιων ειδών εμπίπτει στόν κύκλο τών εξουσιών πού έχουν ρητώς παραχωρηθεί στήν Κοινότητα , υπογραμμίζει τό γεγονός οτι κάθε εθνική εξουσία πού αφορά μέτρα διατηρήσεως εξέλιπε πλήρως καί αμετακλήτως στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 . Πρέπει , επομένως , νά γίνει μιά θεμελιώδης διάκριση , σύμφωνα μέ τήν υφισταμένη νομολογία τού Δικαστηρίου , μεταξύ τής περιόδου πού έληξε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 καί εκείνης πού ακολούθησε . Στό εξής , η εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας τών βιολογικών πόρων τής θάλασσας εμπίπτει στήν αποκλειστική αρμοδιότητα τής Κοινότητας καί ειδικότερα τού Συμβουλίου . Τό τελευταίο δέν μπορεί , χωρίς νά παραβιάσει τίς διατάξεις τού άρθρου 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , νά αποδώσει στά Κράτη μέλη μία εξουσία τήν οποία έχουν οριστικά απολέσει . Λαμβάνοντας υπόψη τά νομικά αυτά δεδομένα , οι αποφάσεις πού έλαβε τό Συμβούλιο πρέπει νά θεωρηθούν ως αποφάσεις αποκρυσταλλώσεως , οι οποίες παγιώνουν τά μέτρα διατηρήσεως , οπως ίσχυαν κατά τή λήξη τής μεταβατικής περιόδου καί δέν μπορούν νά ερμηνευθούν ως περιέχουσες παραχώρηση ή μεταβίβαση αρμοδιότητας στά Κράτη μέλη . Επομένως τά νέα μέτρα πού θέσπισε η ολλανδική κυβέρνηση πηγάζουν από αναρμόδια αρχή .
8 Άν καί η Επιτροπή , η κυβέρνηση τών Κάτω Χωρών καί η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου ερμηνεύουν κατά τρόπο διαφορετικό τίς αποφάσεις τού Συμβουλίου , δέν αμφισβητούν εντούτοις τή νομιμότητά τους . Όσον αφορά τά μέτρα πού θέσπισε η ολλανδική κυβέρνηση γιά τό έτος 1979 , θεωρούν οτι , αφού εγκρίθηκαν επίσημα από τήν Επιτροπή , ειναι , εν πάση περιπτώσει , σύμφωνα πρός τίς αποφάσεις τού Συμβουλίου καί κατά συνέπεια πρός τό κοινοτικό δίκαιο .
9 Πρέπει νά σημειωθεί σχετικά οτι τό Δικαστήριο , μέ τήν απόφασή του τής 5ης Μα ΐου 1981 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου 804/79 , μή δημοσιευθείσα ακόμη στή Συλλογή ), ναί μέν υπογράμμισε οτι από τής λήξεως τής προβλεπόμενης , στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , μεταβατικής περιόδου επήλθε πλήρης μεταβίβαση αρμοδιοτήτων πρός τήν Κοινότητα , πλήν ομως δέχθηκε οτι , λόγω τής επί τού θέματος παραλείψεως τού Συμβουλίου , η σκέψη αυτή δέν μπορεί νά διευρυνθεί μέχρι σημείου ωστε νά θέσει τά Κράτη μέλη σέ πλήρη αδυναμία ενδεχόμενης τροποποιήσεως τών υφισταμένων μέτρων διατηρήσεως , ανάλογα μέ τήν εξέλιξη τών σχετικών βιολογικών καί τεχνικών δεδομένων στόν τομέα αυτό . Προσέθεσε δέ οτι τέτοια τροποποιητικά μέτρα , περιορισμένης μόνο εκτάσεως , δέν μπορούν νά συνεπάγονται νέα πολιτική διατηρήσεως εκ μέρους ενός Κράτους μέλους , δεδομένου οτι η εξουσία καθορισμού μιάς τέτοιας πολιτικής ανήκει εφεξής στά κοινοτικά όργανα .
10 Όσον αφορά τίς συνθήκες υπό τίς οποίες δύνανται νά θεσπισθούν εθνικά μέτρα διατηρήσεως , τό Δικαστήριο δέχθηκε τά ακόλουθα :
«Δεδομένου οτι πρόκειται γιά τομέα , ο οποίος επιφυλάχθηκε στίς εξουσίες τής Κοινότητας καί εντός τού οποίου τά Κράτη μέλη δέ δύνανται , εφεξής , νά ενεργούν παρά μόνον ως διαχειριστές τού κοινού συμφέροντος , δέ δύναται ενα Κράτος μέλος , ελλείψει κατάλληλης ενέργειας τού Συμβουλίου , νά θέτει εν ισχύι προσωρινά μέτρα διατηρήσεως , πού ενδεχομένως απαιτεί η κατάσταση , παρά μόνο στό πλαίσιο συνεργασίας μέ τήν Επιτροπή καί λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τή γενική αποστολή εποπτείας , τήν οποία τό άρθρο 155 , σέ συνδυασμό , εν προκειμένω , μέ τήν απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 καί τίς παράλληλες αποφάσεις , εμπιστεύεται στό όργανο αυτό .
Επομένως , ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηριζόταν από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου καί από τή διατήρηση , καταρχήν , τών μέτρων διατηρήσεως πού ίσχυαν κατά τή λήξη τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , η απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 καί οι παράλληλες αποφάσεις , καθώς καί οι συμφυείς απαιτήσεις τής διασφαλίσεως , από τήν Κοινότητα , τού κοινού συμφέροντος καί τής ακεραιότητας τών ιδίων της εξουσιών , επέβαλαν στά Κράτη μέλη όχι μόνο τήν υποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν Επιτροπή λεπτομερώς καί νά επιζητούν καλόπιστα τήν έγκρισή της , αλλά καί τό καθήκον νά μή θεσπίζουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως , παρά τίς αντιρρήσεις , τίς επιφυλάξεις ή τούς ορους πού θά ηταν δυνατό νά διατυπώσει ενδεχομένως η Επιτροπή.»
11 Η εξέταση , υπό τό φώς τής κατ’ αυτό τόν τρόπο προσδιορισθείσας καταστάσεως τού δικαίου , τών μέτρων τά οποία ανέφερε τό εθνικό δικαστήριο καί τά οποία λήφθηκαν μέ τίς ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες , δέν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο ικανό νά θέσει σέ αμφισβήτηση τή συμφωνία τών εν λόγω μέτρων πρός τό κοινοτικό δίκαιο , δεδομένου οτι αυτά ειχαν τήν επίσημη έγκριση τής Επιτροπής .
12 Επομένως , στό ερώτημα πού υποβλήθηκε αρμόζει η απάντηση οτι εθνικά μέτρα στόν τομέα τής διατηρήσεως τού βιολογικού θαλάσσιου πλούτου , οπως ειναι τά μέτρα πού θέσπισε η ολλανδική κυβέρνηση γιά τό έτος 1979 στό θέμα τού περιορισμού τών αλιεύσεων άλλων ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου , ειναι σύμφωνα πρός τό κοινοτικό δίκαιο , εφόσον θεσπίσθηκαν λόγω τής παραλείψεως τού Συμβουλίου καί ειχαν , κατόπιν διαβουλεύσεως , τήν επίσημη έγκριση τής Επιτροπής .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
13 Τά έξοδα , στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τών Κάτω Χωρών , η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου , η Επιτροπή καί τό Συμβούλιο πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε , μέ απόφαση τής 4ης Μαρτίου 1980 , ο Economische Politierechter τού Arrondissementsrechtbank τού Ρόττερνταμ , αποφαίνεται :
Εθνικά μέτρα στόν τομέα τής διατηρήσεως τών βιολογικών θαλάσσιων πόρων , οπως ειναι τά μέτρα πού θέσπισε η ολλανδική κυβέρνηση γιά τό έτος 1979 στό θέμα τού περιορισμού τών αλιεύσεων άλλων ειδών ιχθύων εκτός τής γλώσσας καί τού ψησσιδίου , ειναι σύμφωνα πρός τό κοινοτικό δίκαιο , εφόσον θεσπίσθηκαν λόγω τής παραλείψεως τού Συμβουλίου καί ειχαν , κατόπιν διαβουλεύσεως , τήν επίσημη έγκριση τής Επιτροπής .
Full & Egal Universal Law Academy