Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Συντάξεις — Καθορισμός συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Καταβολή παροχών — Διάκριση — Ύψος παροχών πού προσαρμόζεται λόγω τής διαφοροποιήσεως τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής — Προσβολή συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , Παράρτημα VIII , Κεφάλαιο 2 καί άρθρα 45 , 46 )
Περίληψη
Οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Άν καί επηρεάζουν τήν καταβολή τών παροχών , κατά τήν έννοια τών ανωτέρω άρθρων , οι επελθούσες μεταβολές τών ποσών πού πράγματι καταβάλλονται στόν συνταξιούχο , οι οποίες προκύπτουν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής , δέν προσβάλλουν , πάντως , τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα , οπως γεννάται τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 127/80 ,
VINCENT GROGAN , πρώην υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Δουβλίνου , εκπροσωπούμενος από τόν Solicitor Δουβλίνου Gerald Fitzgerald , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Jean Hoss , 15 , Cote-d’Eich ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Anthony McClellan , επικουρούμενο από τόν δικηγόρο Βρυξελλών Daniel Jacob , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν νομικό της σύμβουλο Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής σιωπηρής αποφάσεως τής Επιτροπής περί απορρίψεως τής ενστάσεως τού προσφεύγοντος , η οποία υπεβλήθη βάσει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί αφορούσε τήν εφαρμογή ως πρός αυτόν τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 πού ετροποποίησαν τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οσον αφορά τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν , καθώς καί τούς συντελεστές αναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί τών συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( OJ 1978 , L 369 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 27 Μα ΐου 1980 , ο Grogan , πρώην υπάλληλος τής Επιτροπής , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή ακυρώσεως τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί μειώσεως τής μηνιαίας συντάξεώς του από τόν Οκτώβριο τού 1979 , καθώς καί τής σιωπηρής απορρίψεως τής ενστάσεως πού υπέβαλε κατά τής εν λόγω αποφάσεως .
2 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής του , ο προσφεύγων επικαλείτει τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( OJ L 369 , σ . 6 ), ο οποίος ετροποποίησε τίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οσον αφορά τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν , καθώς καί τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3086/76 τού Συμβουλίου , τής αυτής ημερομηνίας , περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί τών συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής σχετικής μέ τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν κατά τήν εφαρμογή τού ως άνω κανονισμού ( OJ L 369 , σ . 8 ) τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
3 Ο προσφεύγων , ο οποίος εσυνταξιοδοτήθη αφού απεμακρύνθη τό 1975 από τήν θέση του σύμφωνα μέ τό άρθρο 50 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , λαμβάνει σύνταξη βάσει τού άρθρου 77 τού εν λόγω κανονισμού . Δυνάμει τού άρθρου 45 , τρίτο εδάφιο τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ηδύνατο νά επιλέξει νά καταβάλλονται οι συνταξιοδοτικές παροχές είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής του είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής του είτε ακόμη στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου στό οποίο ανήκε , πρίν από τήν συνταξιοδότησή του . Ο προσφεύγων , ο οποίος εγκατεστάθη στήν χώρα καταγωγής του , τήν Ιρλανδία , επέλεξε νά καταβάλλονται οι παροχές στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ειχε προσωρινώς τήν εδρα της η Επιτροπή , δηλαδή σέ βελγικά φράγκα .
4 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , επί τών συντάξεων εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τών άρθρων 64 καί 65 , παράγραφος 2 γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων , στήν οποία ο δικαιούχος δηλώνει οτι έχει κατοικία· οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 63 περί καταβολής τών αποδοχών .
5 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σύμφωνα μέ τό κείμενο πού ίσχυε μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , οριζαν : «Οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού έχουν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βέλγικα φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , αναλόγως μέ τίς συνθήκες διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους διορισμού· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού διορίζονται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι τήν 1η Ιανουαρίου 1962 ίσος πρός 100 %» .
6 Από τό 1971 , τά νομίσματα ορισμένων Κρατών μελών , μεταξύ τών οποίων η λίρα Ιρλανδίας , υπετιμήθησαν προοδευτικώς σέ σημαντικό βαθμό σέ σχέση μέ τήν αξία πού ειχαν τό 1965 . Αρχικώς , μέχρι τό 1978 , τό Συμβούλιο δέν ετροποποίησε τίς τιμές συναλλάγματος πού καθορίζοντο στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· εν τούτοις , προκειμένου νά διατηρήσει τήν αγοραστική δύναμη τών συντάξεων πού κατεβάλλοντο σέ υποτιμημένο νόμισμα , ηύξησε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής , πού αναφέρονται στό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , γιά τίς χώρες τό νόμισμα τών οποίων ειχε υποτιμηθεί .
7 Κατά συνέπεια , στήν περίπτωση τών συνταξιούχων πού διέμεναν στήν Ιρλανδία καί ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ λίρες Ιρλανδίας , η μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως τών υπολογιζομένων βάσει τών παλαιών ισοτιμιών ποσών αντεσταθμίζετο από τήν αύξηση τού εφαρμοστέου στήν Ιρλανδία συντελεστού αναπροσαρμογής . Εν τούτοις , στίς συντάξεις πού εχορηγούντο στούς συνταξιούχους , οι οποίοι , οπως ο προσφεύγων , ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ βελγικά φράγκα , τό ποσό τών οποίων ηδύνατο νά μετατρέπεται σέ λίρες Ιρλανδίας μέ τήν ημερησία τιμή συναλλάγματος καί οι οποίοι , συνεπώς , δέν εξετίθεντο σέ παρόμοιο κίνδυνο μειώσεως τής αγοραστικής δυνάμεως , εφηρμόσθη ο ίδιος ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , δεδομένου οτι ο τελευταίος έτυχε γενικής εφαρμογής .
8 Κατ’ αυτόν τόν τρόπο , τά ποσά πού κατεβάλλοντο πράγματι στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στήν Ιρλανδία , αλλά ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ βελγικά φράγκα , ηυξήθησαν προοδευτικώς , μεταξύ τού 1973 , έτος προσχωρήσεως τής Ιρλανδίας στίς Κοινότητες , καί τού 1978 , εκ μόνου τού λόγου οτι εφηρμόσθη σ’ αυτά ο ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , τελικώς δέ τά ποσά αυτά ηταν πολύ υψηλότερα από εκείνα πού κατεβάλλοντο στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στήν Ιρλανδία καί ειχαν επιλέξει τήν καταβολή σέ λίρες Ιρλανδίας .
9 Μέ τόν κανονισμό 3085/78 ετερματίσθη η εφαρμογή τού ανωτέρω συστήματος , δεδομένου οτι οι παλαιές ισοτιμίες αντικατεστάθησαν από τήν εφαρμογή τών αναπροσαρμοζομένων τιμών συναλλάγματος . Συγχρόνως , ο κανονισμός 3086/78 επανέφερε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής στήν αρχική λειτουργία τους , η οποία συνίστατο στήν άμβλυνση τών διαφορών τών συνθηκών διαβιώσεως σέ σχέση μέ εκείνες πού υφίστανται στίς χώρες πού έχουν προσωρινώς τήν εδρα τους οι Κοινότητες . Ως εκ τούτου , ο εφαρμοστέος στήν Ιρλανδία συντελεστής αναπροσαρμογής εμειώθη αισθητώς .
10 Οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 ειχαν εφαρμογή από τήν 1η Απριλίου 1979 . Πάντως , τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 ορίζει :
«Εν τούτοις , γιά τίς συντάξεις καί τίς αποζημιώσεις , τά καθαρά ποσά τών οποίων υφίστανται μείωση σέ σχέση μέ τό ποσό πού προκύπτει από τήν εφαρμογή τού τωρινού συστήματος , ο παρών κανονισμός θά εφαρμόζεται μόνον από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών , οπως αυτά προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού , καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 , θά μειώνεται κατά ενα δέκατο μηνιαίως.»
11 Στίς 23 Οκτωβρίου 1979 , η Επιτροπή εγνώρισε στόν προσφεύγοντα οτι τό νέο σύστημα θά εφηρμόζετο επί τής συντάξεώς του από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Τό καθαρό ποσό τής παροχής , ανερχόμενο σέ 30 145 FB τόν Σεπτέμβριο τού 1979 , θά εμειώνετο σέ 13 080 FB· εν τούτοις , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 εδάφιο 3 τού προαναφερθέντος κανονισμού 3085/78 , η μείωση θά επήρχετο κατά ενα δέκατο μηνιαίως , από τόν Οκτώβριο τού 1979 εως τόν Ιούλιο τού 1980 .
12 Δεδομένου οτι δέν εδόθη απάντηση στήν υποβληθείσα στήν 12η Νοεμβρίου 1979 ένσταση κατά τής εν λόγω αποφάσεως εντός τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας τών τεσσάρων μηνών , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή στίς 27 Μα ΐου 1980 . Στίς 15 Ιουλίου 1980 , η Επιτροπή τού εκοινοποίησε τήν απόφασή της περί απορρίψεως τής ενστάσεως .
Επί τού πρώτου λόγου ( κεκτημένα δικαιώματα )
13 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται κατ’ αρχάς οτι οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 , καθώς καί η ληφθείσα πρός εκτέλεσή τους προσβαλλομένη απόφαση , δέν δύνανται νά τόν στερήσουν από ενα καθορισμένου περιεχομένου συνταξιοδοτικό δικαίωμα , τό οποίο εγεννήθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η οριστική φύση ενός τέτοιου δικαιώματος προκύπτει από τό βασιζόμενο στίς συνεισφορές κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς , δεδομένου οτι τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα ειναι ανάλογο πρός τίς καταβληθείσες εισφορές . Μετά τήν λήξη τής σχέσεως υπαλλήλου καί εργοδότου μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τής Επιτροπής , η οποία επήλθε τό 1975 , οταν η Επιτροπή τόν απεμάκρυνε από τήν θέση του πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας , τό ποσό τής συντάξεως δέν ηδύνατο νά τροποποιηθεί , παρά μόνο δυνάμει τών διατάξεων τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού ήδη ίσχυαν κατά τόν χρόνο αυτό .
14 Συναφώς πρός τά ανωτέρω , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Τά επιχειρήματα πού προβάλλει ο προσφεύγων εκκινούν από τήν άποψη οτι εμειώθη τό κατά τήν έννοια τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως «συνταξιοδοτικό του δικαίωμα» .
15 Οι επελθούσες , ομως , μεταβολές τών ποσών πού πράγματι κατεβάλλοντο στόν προσφεύγοντα , προέκυψαν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής . Οι μεταβολές αυτές , άν καί επηρέασαν τήν καταβολή τών παροχών κατά τήν έννοια τών άρθρων 45 καί 46 τού παραρτήματος VIII , δέν προσέβαλαν , πάντως , τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα τού προσφεύγοντος οπως εγεννήθη τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος VIII καί εξακολουθεί νά χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού τών πράγματι καταβαλλομένων παροχών .
16 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ο εν λόγω ισχυρισμός δέν ειναι ουσιώδης καί οτι , συνεπώς , δέν ειναι αναγκαίο νά εξετασθεί .
Επί τού δευτέρου λόγου ( νομιμότης συντελεστών αναπροσαρμογής )
17 Ο προσφεύγων υποστηρίζει περαιτέρω οτι ο κανονισμός 3086/78 δέν ειναι νόμιμος , καθ’ οσον ετροποποίησε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής γιά άλλους λόγους από εκείνους πού θά ηδύναντο νά δικαιολογήσουν μία τέτοια ενέργεια , σύμφωνα μέ τούς ορους τών άρθρων 64 καί 65 , παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
18 Η Επιτροπή υπεστήριξε τήν νομιμότητα τού καθορισμού τών συντελεστών αναπροσαρμογής στόν κανονισμό 3086/78 , επικαλούμενη δύο επιχειρήματα . Αφ’ ενός , η διατήρηση τού παλαιού συστήματος θά ειχε ως αποτέλεσμα νά διαιωνισθεί αδικαιολογήτως μία ανισότης , καθισταμένη προοδευτικώς εμφανέστερη , μεταξύ δύο κατηγοριών συνταξιούχων , αναλόγως τής επιλογής πού θά έκαναν , σύμφωνα μέ τό άρθρο 45 τού παραρτήματος VIII , νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα ή στό νόμισμα τής χώρας διαμονής τους . Αφ’ ετέρου , τό νέο σύστημα , οπως απορρέει ιδίως από τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 , έχει μάλλον ως αποτέλεσμα νά επαναφέρει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής στήν λειτουργία πού εξεπλήρουν βάσει τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , παρά νά τούς χρησιμοποιεί πρός αντιστάθμιση τών νομισματικών διακυμάνσεων .
19 Τά ανωτέρω επιχειρήματα τής Επιτροπής πρέπει νά γίνουν δεκτά . Εγείρουν , πάντως , ενα διαφορετικό ζήτημα επί τού οποίου η Επιτροπή δέν έλαβε θέση κατά τήν παρούσα δίκη , δηλαδή τό ζήτημα κατά πόσο η προηγούμενη χρησιμοποίηση τών συντελεστών αναπροσαρμογής πρός νομισματικούς σκοπούς , οπως συνέβαινε κατά τήν διάρκεια τού χρονικού διαστήματος πού προηγήθη τής εφαρμογής τού κανονισμού 3086/78 , πρέπει νά θεωρηθεί ως σύμφωνη μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως .
20 Πρέπει νά σημειωθεί οτι τό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει τόν καθορισμό τών συντελεστών αναπροσαρμογής «ανάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους τοποθετήσεως»· τό άρθρο 65 παράγραφος 2 τού κανονισμού ορίζει οτι σέ περίπτωση «ουσιώδους μεταβολής τού κόστους ζωής» , τό Συμβούλιο δύναται νά προσαρμόσει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής .
21 Η προοδευτική αύξηση τού εφαρμοστέου στήν Ιρλανδία συντελεστού αναπροσαρμογής , οπως επραγματοποιήθη κατά τό χρονικό διάστημα μεταξύ τής προσχωρήσεως καί τού έτους 1979 , απέβλεπε στήν διατήρηση τών σταθερών ισοτιμιών πού ειχαν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τό 1965 , χωρίς νά θιγεί η αγοραστική δύναμη τών παροχών πού κατεβάλλοντο στό πρώην προσωπικό τής Κοινότητος πού διέμενε στήν Ιρλανδία , η σύνταξη τού οποίου έπρεπε νά μετατρέπεται σέ λίρες Ιρλανδίας κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ναί μέν η επιδίωξη νά μή έχει επιπτώσεις η διατήρηση τών σταθερών τιμών συναλλάγματος , σέ χρόνο νομισματικών διαταραχών , στούς συνταξιούχους πού διαμένουν σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα , ειναι απόλυτα σύμφωνη μέ τό πνεύμα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , εξ αυτού δέν προκύπτει ομως αναγκαίως οτι οι διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπουν τήν χρησιμοποίηση τών συντελεστών αναπροσαρμογής γιά νομισματικούς σκοπούς .
22 Κατά τήν Επιτροπή , η κατ’ αυτόν τόν τρόπο χρησιμοποίηση τών συντελεστών αναπροσαρμογής δικαιολογείται ως μεταβατικό μέτρο πού προορίζεται νά διορθώσει τά αποτελέσματα τών σταθερών ισοτιμιών τού 1965 , εν αναμονή τής τροποποιήσεως τών τιμών συναλλάγματος πού καθορίζονται στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
23 Τό Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει , αποφαινόμενο επί άλλων πραγματικών περιστατικών , στήν απόφαση τής 24ης Οκτωβρίου 1973 ( Schlueter , 9/73 ECR , σ . 1135 ), οτι τό Συμβούλιο δύναται νά προσφύγει στήν λήψη προσωρινού μέτρου ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηρίζεται από τήν μή δυνατότητα πραγματοποιήσεως ορθής προβλέψεως , η οποία νά επιτρέπει τήν άμεση αντιμετώπιση αιφνιδίων γεγονότων πού ειναι ικανά νά δημιουργήσουν σοβαρές καταστάσεις , ιδίως οταν τά μέτρα πού πρέπει νά ληφθούν αφορούν τομέα στενά συνδεδεμένο μέ τήν νομισματική πολιτική τών Κρατών μελών , τά αποτελέσματα τής οποίας πρέπει τά εν λόγω μέτρα νά διορθώσουν μερικώς . Τό Δικαστήριο , πάντως , προσέθεσε οτι μία τέτοια κατάσταση δέν δύναται παρά νά ειναι προσωρινή , δεδομένου οτι η νομική βάση τών ανωτέρω μέτρων πρέπει τελικώς νά ανευρεθεί στίς προσήκουσες διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου .
24 Εν προκειμένω , η τροποποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί η αντίστοιχη προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής επραγματοποιήθησαν μόλις κατά τό τέλος τού έτους 1979 . Έτσι , τά προσωρινά μέτρα ερρύθμιζαν τήν κατάσταση τών εγκατεστημένων σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα συνταξιούχων επί χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών .
25 Εν τούτοις , πρέπει νά γίνει δεκτό οτι τό εν λόγω χρονικό διάστημα εχαρακτηρίζετο από τήν αβεβαιότητα οσον αφορά τίς μεταγενέστερες νομισματικές εξελίξεις . Υπό τίς συνθήκες αυτές , τό γεγονός οτι τό Συμβούλιο εδίσταζε νά προσαρμόσει τίς κοινοτικές διατάξεις στήν νέα νομισματική κατάσταση δύνανται νά εξηγηθεί από τίς δυσχέρειες ανευρέσεως , όχι μόνον στόν τομέα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αλλά καί σέ άλλους τομείς , τών κριτηρίων εκείνων , πού θά επέτρεπαν τόν καθορισμό σταθερών τιμών μετατροπής .
26 Εξ ολων τών προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει οτι ο ισχυρισμός πού στηρίζεται στό παράνομο τού καθορισμού τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στήν Ιρλανδία δέν ειναι βάσιμος .
Επί τού τρίτου λόγου ( δικαιολογημένη εμπιστοσύνη )
27 Τέλος , ο προσφεύγων διατείνεται οτι οι μειώσεις τών καταβαλλομένων κατ’ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 συνταξιοδοτικών παροχών , παραβιάζει ορισμένες γενικές αρχές τού δικαίου , οι οποίες προστατεύονται από τό κοινοτικό δίκαιο . Ισχυρίζεται σχετικώς οτι εδικαιούτο νά προσδοκά τήν συνεχή καταβολή τών παροχών πού τού ειχαν χορηγηθεί καί τό υψος τών οποίων ηταν καθοριστικό γιά τήν επιλογή τού τρόπου μέ τόν οποίο θά έχει ως συνταξιούχος .
28 Ο ισχυρισμός αυτό πρέπει νά ληφθεί υπό τήν έννοια οτι προβάλλεται η παραβίαση τής αρχής τής προστασίας τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , τήν οποία τό προσωπικό τών Κοινοτήτων δύναται νά έχει ως πρός τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού αναλαμβάνουν τά όργανα . Κατά τήν διάρκεια τής προφορικής διαδικασίας , ο προσφεύγων διευκρίνησε οτι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται τόσο στήν εισαγωγή τού νέου συστήματος πού προέκυψε από τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 οσο καί στίς λεπτομέρειες εφαρμογής τής εισαγωγής αυτής .
29 Όπως ανεφέρθη ανωτέρω τό νέο σύστημα εισήχθη προκειμένου νά εξομαλυνθεί μία κατάσταση , η οποία ειχε επιδεινωθεί λόγω τών νομισματικών διακυμάνσεων καί τής παρατεινομένης εφαρμογής προσωρινών μέτρων πρός αντιμετώπιση τών διακυμάνσεων αυτών . Ταυτοχρόνως , κατέστη δυνατό νά επανέλθουν οι διάφορες κατηγορίες συνταξιούχων πού διέμεναν σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα σέ μία κατάσταση , κατά τήν οποία διεσφαλίζετο η ίση μεταχείριση .
30 Δεδομένου οτι κανένα από τά όργανα τής Κοινότητος δέν ανέλαβε τήν υποχρέωση νά διατηρήσει μία ευνοϊκή γιά συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων κατάσταση , η οποία προέκυπτε από τήν εφαρμογή τών εν λόγω προσωρινών μέτρων , ο ισχυρισμός τού προσφεύγοντος πρέπει νά απορριφθεί , καθ’ οσον αναφέρεται στήν εισαγωγή τού νέου συστήματος αυτού καθαυτού .
31 Όσον αφορά τίς λεπτομέρειες εφαρμογής τής εν λόγω εισαγωγής , πρέπει νά σημειωθεί οτι η προοδευτική αύξηση τών παροχών πού οφείλοντο στήν κατηγορία τών συνταξιούχων , στήν οποία εμπίπτει ο προσφεύγων , ηταν αποτέλεσμα τών δισταγμών τού Συμβουλίου νά τροποποιήσει τίς σχετικές μέ τίς τιμές συναλλάγματος διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Παρ’ ολον οτι η ανωτέρω αύξηση επήλθε σέ χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών , τό Συμβούλιο , εν τούτοις , απεφάσισε , μέ τήν θέσπιση τού άρθρου 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 , νά υποστούν οι συνταξιούχοι τήν απώλεια τής εν λόγω αυξήσεως μετά από σχετικώς βραχεία μεταβατική περίοδο , δεδομένου οτι εφηρμόσθη από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 , δηλαδή εξη μήνες μετά τήν έναρξη τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , ενα σύστημα μηνιαίων μειώσεων , τό οποίο εκλιμακώνετο σέ χρονικό διάστημα δέκα μηνών .
32 Πρέπει νά τονισθεί οτι η επιδείνωση τής καταστάσεως οπως εξεδηλώθη πρίν από τήν έκδοση τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , δέν ηδύνατο μέ κανένα τρόπο νά αποδοθεί στήν συμπεριφορά τών συνταξιούχων· η παρατεινομένη εξέ λιξη τής εν λόγω επιδεινώσεως οφείλετο στήν απραξία τού Συμβουλίου , τό οποίο δέν αναπροσήρμοσε τίς τιμές συναλλάγματος , οι οποίες δέν ειχαν πλέον καμμία σχέση μέ τήν οικονομική πραγματικότητα .
33 Άν η εν λόγω απραξία τού Συμβουλίου δύναται κατά κάποιο τρόπο νά εξηγηθεί , δέν ειναι δυνατόν νά μή ληφθεί εξ ίσου υπ’ όψη τό γεγονός οτι οι συνταξιούχοι πού ευνοούντο από τήν απραξία αυτή ηδύναντο νά προσδοκούν οτι τό Συμβούλιο θά λάβει υπ’ όψη τήν κατάσταση , στήν οποία τούς έφερε η παρατεινομένη εφαρμογή τού προσωρινού συστήματος . Αυτό ειναι αληθές ιδίως οσον αφορά τίς συντάξεις , οι οποίες προορίζονται νά διασφαλίσουν ενα ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως στούς υπαλλήλους πού έχουν αποχωρήσει από τήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων .
34 Επομένως , τό Συμβούλιο δέν ηδύνατο χωρίς νά παραβιάσει τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών συνταξιούχων , νά καθορίσει μετά από χρονικό διάστημα απραξίας περισσοτέρων ετών , μία μεταβατική περίοδο γιά τήν προοδευτική μείωση τών καταβαλλομένων ποσών , η οποία νά καλύπτει μόλις διάστημα δέκα μηνών . Γιά τήν εν λόγω πράξη θά έπρεπε νά προβλεφθεί τουλάχιστον τό διπλό χρονικό διάστημα .
35 Συνεπώς , ο λόγος πού στηρίζεται στήν παραβίαση τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ειναι βάσιμος , καθ’ οσον αναφέρεται στήν διάρκεια τού μεταβατικού συστήματος πού καθόρισε τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 .
36 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ελλείψει συννόμου μεταβατικού συστήματος , η Επιτροπή δέν ειχε τήν εξουσία νά προβεί σέ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 επί τού προσφεύγοντος καί οτι , ως εκ τούτου , συντρέχει λόγος ακυρώσεως τής προσβαλλομένης αποφάσεως .
37 Εναπόκεινται στά αρμόδια όργανα νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα πρός θεραπεία τής διαπιστωθείσης παρανομίας καί πρός καθορισμό , ιδίως , μέ αναδρομική ισχύ , τού προσήκοντος μεταβατικού συστήματος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
38 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 3 τού κανονισμού διαδικασίας , τό Δικαστήριο δύναται νά συμψηφίσει τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής περί μειώσεως τής συντάξεως τού προσφεύγοντος , η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( OJ L 369 , σ . 6 ), καί εγνωστοποιήθη στόν προσφεύγοντα μέ υπόμνημα τής 19ης Οκτωβρίου 1979 .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy