Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Εμπορία προϊόντος — Διαφορές τών εθνικών νομοθεσιών — Εμπόδια στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές — Επιτρεπτό — Προϋποθέσεις καί ορια
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 30 καί 36 )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Έννοια — Εμπορία άρτου — Καθορισμός ανώτατων καί κατώτατων μεγεθών ξηρής ουσίας
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 30 )
3 . Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Εξουσία τής εθνικής διοικήσεως πρός απαλλαγή — Μή επίπτωση επί τού χαρακτηρισμού απαγορευόμενου μέτρου
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 30 )
Περίληψη
1 . Ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων , τά εμπόδια στήν εντός τής Κοινότητας κυκλοφορία , πού απορρέουν από τίς διαφορές τών εθνικών νομοθεσιών περί παρασκευής καί εμπορίας ενός προϊόντος , πρέπει νά γίνουν αποδεκτά κατά τό μέτρο πού οι επιταγές αυτές μπορούν νά θεωρηθούν αναγκαίες γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων , πού αναφέρονται κυρίως στήν προστασία τής δημόσιας υγείας , στήν εντιμότητα τών εμπορικών συναλλαγών καί στήν προστασία τών καταναλωτών .
2 . Ο ορος «μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εισαγωγών» , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης , πρέπει νά λαμβάνεται υπό τήν έννοια οτι στή διάταξη αυτή εμπίπτουν οι νομικοί κανόνες Κρά τους μέλους πού ορίζουν οτι η ποσότητα ξηρής ουσίας τού άρτου πρέπει νά βρίσκεται εντός περιθωρίου προσδιορισμένων μεγεθών , εφ’ οσον εφαρμόζεται επί τής εισαγωγής άρτου , ο οποίος νομίμως παρασκευάζεται καί διατίθεται στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους .
3 . Ένα μέτρο τό οποίο εμπίπτει στήν απαγόρευση τού άρθρου 30 τής συνθήκης δέ διαφεύγει από τήν απαγόρευση αυτή , από μόνο τό γεγονός οτι η αρμόδια αρχή έχει εξουσία νά χορηγεί απαλλαγές , ακόμα κι άν γίνεται ευρεία χρήση τής εξουσίας αυτής , υπέρ τών εισαγόμενων προϊόντων . Η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί δικαίωμα τού οποίου η άσκηση δέν ειναι δυνατό νά εξαρτάται από τή διακριτική ευχέρεια ή ανοχή τής εθνικής διοικήσεως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 130/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Economische Politierechter τού Arrondissementsrechtbank τού Άμστερνταμ πρός τό Δικαστήριο , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητά στό πλαίσιο τής ποινικής διαδικασίας κατά
FABRIEK VOOR HOOGWAARDIGE VOEDINGSPRODUKTEN KELDERMAN BV
Αντικείμενο της υπόθεσης
έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τής έννοιας τού μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εισαγωγών , πού προβλέπεται στό άρθρο 30 τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 28ης Μαρτίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 29 Μα ΐου 1980 , ο Economische Politierechter τού Άμστερνταμ υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 30 τής συνθήκης , μέ σκοπό νά προσδιοριστεί η έννοια τού μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς , σέ σχέση μέ τό άρθρο 10 τής ολλανδικής «Broodbesluit» ( απόφαση περί άρτου ), καθ’ οσον τό άρθρο αυτό προβλέπει οτι η ποσότητα ξηρής ουσίας πού περιέχεται στόν άρτο πρέπει νά βρίσκεται εντός ορισμένου «περιθωρίου» .
2 Τό ερώτημα υποβάλλεται στό πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά εισαγωγέα ο οποίος διώκεται διότι διέθεσε πρός πώληση στήν ολλανδική αγορά «brioche» προελεύσεως Γαλλικής Δημοκρατίας , τού οποίου τό βάρος σέ ξηρή ουσία ανερχόταν σέ 300 περίπου γραμμάρια , γιά 400 γραμμάρια νωπού προϊόντος . Οι ολλανδικές διοικητικές αρχές , αφού εξομοίωσαν τό ανωτέρω «brioche» μέ άρτο , διαπίστωσαν οτι η ανωτέρω περιεκτικότητα σέ ξηρή ουσία δέ βρισκόταν εντός τού προβλεπομένου από τήν «Broodbesluit» περιθωρίου .
3 Σημειώνεται οτι η «Broodbesluit» εκδόθηκε στίς Κάτω Χώρες , στήν τωρινή της μορφή , τήν 21η Δεκεμβρίου 1975 , κατ’ εφαρμογή τών άρθρων 14 καί 15 τού «Warenwet» τής 28ης Δεκεμβρίου 1935 ( νόμος περί εμπορευμάτων)· δυνάμει τών κειμένων αυτών , προβλέπεται , μεταξύ άλλων , οτι , πρός προστασία τής δημόσιας υγείας ή πρός προαγωγή τής εντιμότητας στίς εμπορικές συναλλαγές , οι γενικοί διοικητικοί κανονισμοί μπορούν νά θέσουν ορισμένες απαιτήσεις σχετικά μέ τή σύνθεση καί ονομασία τών εμπορευμάτων .
4 Ο εισαγωγέας , κατά τού οποίου ασκήθηκε μήνυση δυνάμει τών ανωτέρω διατάξεων , επικαλέστηκε ενώπιον τού Economische Politierechter τού Άμστερνταμ τό ασυμβίβαστο τών κανόνων αυτών πρός τό άρθρο 30 τής συνθήκης ΕΟΚ , κατά τό οποίο στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές απαγορεύονται οι ποσοτικοί περιορισμοί επί τών εισαγωγών , καθώς καί κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος . Ο εθνικός δικαστής θεώρησε αναγκαίο , πρίν εκδώσει τήν απόφασή του , νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ακόλουθο ερώτημα :
«Ο ορος τού μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εισαγωγών τού άρθρου 30 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι περιλαμβάνει τήν προϋπόθεση τού άρθρου 10 τής Broodbesluit ( Warenwet ) — κατά τήν οποία η ποσότητα ξηρής ουσίας πού περιέχεται στόν άρτο πρέπει νά βρίσκεται εντός καθορισμένου περιθωρίου — η οποία έχει ως συνέπεια οτι παραδοσιακά προϊόντα άλλων Κρατών μελών , τών οποίων η περιεκτικότητα σέ ξηρή ουσία βρίσκεται εκτός τού περιθωρίου αυτού , νά μήν μπορούν νά διατεθούν πρός πώληση στίς Κάτω Χώρες;»
5 Κατ’ αρχήν πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , λόγω τής ελλείψεως κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων περί παρασκευής καί εμπορίας τού άρτου , στά Κράτη μέλη απόκειται νά ρυθμίζουν , τό καθένα στό έδαφός του , ο,τι αφορά τά χαρακτηριστικά τής συνθέσεως , τήν παρασκευή καί τήν εμπορία τού εν λόγω εμπορεύματος .
6 Όπως κατ’ επανάληψη τόνισε τό Δικαστήριο στίς αποφάσεις τής 20ής Φεβρουαρίου 1979 ( Rewe , 120/78 , Rec . σ . 649 ) καί τής 26ης Ιουνίου 1980 ( Gilli , 788/79 , πού δέν έχει ακόμα δημοσιευτεί στή Συλλογή ) τά εμπόδια στήν κυκλοφορία εντός τής Κοινότητας , πού απορρέουν από τίς διαφορές τών εθνικών νομοθεσιών περί εμπορίας τών εν λόγω προϊόντων , πρέπει νά γίνουν αποδεκτά κατά τό μέρος πού οι διατάξεις αυτές μπορούν νά θεωρηθούν αναγκαίες γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων , πού αναφέρονται κυρίως στήν προστασία τής δημόσιας υγείας στήν εντιμότητα τών εμπορικών συναλλαγών καί στήν προστασία τών καταναλωτών .
7 Η επέκταση , στά εισαγόμενα προϊόντα τής υποχρεώσεως νά περιέχουν ορισμένη ποσότητα ξηρής ουσίας ειναι δυνατό νά αποκλείσει από τήν εμπορία , στό οικείο κράτος , άρτο προελεύσεως άλλων Κρατών μελών . Ειναι δυνατό νά απαιτήσει διαφορετική παρασκευή , ανάλογα μέ τόν προορισμό τού άρτου , καί επομένως νά παρεμποδίσει τήν κυκλοφορία τού άρτου , οπως παράγεται νομίμως στό Κράτος μέλος καταγωγής , άν στό κράτος αυτό δέν επιβάλλονται τά ίδια κριτήρια παρασκευής .
8 Δεδομένου οτι ενα εμπόδιο μπορεί έτσι νά δυσχεράνει τίς συναλλαγές μεταξύ Κρατών μελών , πρέπει νά εξεταστεί άν αυτό μπορεί νά δικαιολογηθεί από λόγους γενικού συμφέροντος , αναφερόμενους , εν προκειμένω , στήν προστασία τής δημόσιας υγείας καί στήν προστασία τών καταναλωτών , λόγους οι οποίοι , κατά τίς παρατηρήσεις τής ολλανδικής κυβερνήσεως καί σύμφωνα μέ τό «Warenwet» , αποτελούν τή βάση τής «Broodbesluit» .
9 Όσον αφορά τήν περιφρούρηση τής δημόσιας υγείας , η κυβέρνηση τού Βασιλείου τών Κάτω Χωρών , παρεμβαίνοντας στή διαδικασία , εξέθεσε οτι μέ τά ληφθέντα μέτρα επιθυμούσε νά μεριμνήσει ωστε ο πληθυσμός νά λαμβάνει επαρκείς θρεπτικές ουσίες .
10 Στό σημείο αυτό πρέπει νά σημειωθεί οτι τό σύστημα τού «περιθωρίου» τών ποσοτήτων ξηρής ουσίας , οπως προβλέπεται από τήν «Broodbesluit» , συνδέεται μέ τήν παρασκευή άρτου σέ καθορισμένα μεγέθη καί επομένως εμπλέκει ενα κριτήριο πού δέν παρουσιάζει καμιά σχέση μέ τήν προστασία τής υγείας . Εξάλλου , η ολλανδική κυβέρνηση αναγνώρισε κατά τήν προφορική συζήτηση οτι η υγεία δέν κινδύνευε . Επομένως , η επιχειρηματολογία αυτή δέν μπορεί νά γίνει δεκτή .
11 Όσον αφορά τήν προστασία τών καταναλωτών , υποστηρίχτηκε οτι η «Broodbesluit» εισήγαγε σαφή οριοθέτηση μεταξύ τών διαφόρων μεγεθών καί βαρών τού άρτου πού επιτρέπει έτσι νά αποφευχθεί η παραπλάνηση τού καταναλωτή , ως πρός τήν πραγματική ποσότητα τού άρτου πού τού προσφέρεται .
12 Πρέπει εν τούτοις νά παρατηρηθεί σχετικά οτι ειναι εύκολο νά εξασφαλιστεί η κατάλληλη πληροφόρηση τού καταναλωτή μέ κατάλληλα μέσα , οπως η απαίτηση υπάρξεως επιγραφής πού νά αναφέρει πχ . τό βάρος καί τά χαρακτηριστικά τής συνθέσεως τού εισαγόμενου προϊόντος , οπως εξάλλου εκτέθηκε στά περιστατικά τής διαφοράς πού υποβλήθηκε στό εθνικό δικαστήριο .
13 Τέλος , μέ τίς παρατηρήσεις της , η ολλανδική κυβέρνηση αντλεί επιχείρημα από τήν υπαρξη ευρείας δυνατότητας απαλλαγής , εντός τής ολλανδικής ρυθμίσεως , από τόν αρμόδιο υπουργό , από τής υποχρεώσεως τής τηρήσεως τών ορων πού επιβάλλει η «Broodbesluit» .
14 Σχετικά υπενθυμίζεται η πάγια νομολογία ( απόφαση τής 24ης Ιανουαρίου 1978 , Van Tiggele , 82/77 Rec . σ . 25· απόφαση τής 16ης Δεκεμβρίου 1980 , Fietje , 27/80 πού δέν έχει ακόμα δημοσιευτεί στή Συλλογή ), δυνάμει τής οποίας ενα μέτρο πού υπόκειται στήν απαγόρευση τού άρθρου 30 τής συνθήκης δέ διαφεύγει από τήν απαγόρευση αυτή από μόνο τό γεγονός οτι η αρμόδια αρχή έχει εξουσία νά χορηγεί απαλλαγές , ακόμα κι άν γίνεται ευρεία χρήση τής εξουσίας αυτής υπέρ τών εισαγόμενων προϊόντων . Η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί δικαίωμα , τού οποίου η άσκηση δέν ειναι δυνατό νά εξαρτάται από τή διακριτική εξουσία ή ανοχή τής εθνικής διοικήσεως .
15 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό εμπόδιο στό οποίο προσκρούει στίς Κάτω Χώρες η εμπορία άρτου πού παράγεται νομίμως καί διατίθεται στό εμπόριο σέ άλλο Κράτος μέλος , δέ δικαιολογείται από κανένα λόγο γενικού συμφέροντος καί επομένως η εφαρμογή τής οικείας εθνικής νομοθεσίας στόν εισαγόμενο άρτο αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό , πού απαγορεύεται από τό άρθρο 30 τής συνθήκης .
16 Επομένως , στό ερώτημα πού υποβλήθηκε αρμόζει η απάντηση οτι ο ορος «μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εισαγωγών» , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης , πρέπει νά λαμβάνεται υπό τήν έννοια οτι στή διάταξη αυτή εμπίπτουν οι νομικοί κανόνες Κράτους μέλους πού ορίζουν οτι η ποσότητα ξηρής ουσίας τού άρτου πρέπει νά βρίσκεται εντός περιθωρίου καθορισμένων μεγεθών , εφ’ οσον εφαρμόζεται επί τής εισαγωγής άρτου , ο οποίος νομίμως παρασκευάζεται καί διατίθεται στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
17 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί η κυβέρνηση τών Κάτω Χωρών , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται· δεδομένου οτι η διαδικασία έχει , έναντι τών διαδίκων τής κύριας δίκης , τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , στό δικαστήριο αυτό απόκειται νά αποφασίσει ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε , μέ απόφαση τής 28ης Μαρτίου 1980 , ο Economische Politierechter τού Άμστερνταμ , αποφαίνεται :
Ο ορος «μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εξαγωγών» , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης , πρέπει νά λαμβάνεται υπό τήν έννοια οτι στή διάταξη αυτή εμπίπτουν οι νομικοί κανόνες Κράτους μέλους πού ορίζουν οτι η ποσότητα ξηρής ουσίας τού άρτου πρέπει νά βρίσκεται εντός περιθωρίου καθορισμένων μεγεθών , εφ’ οσον εφαρμόζεται επί τής εισαγωγής άρτου , ο οποίος νομίμως παρασκευάζεται καί διατίθεται στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους .
Full & Egal Universal Law Academy