Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Σύνταξη — Αναγνώριση συντάξιμων ετών — Αντικείμενο — Αποκατάσταση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού έχουν αποκτηθεί στή χώρα καταγωγής — Υπολογισμός — Αναφορά στήν ημερομηνία αποχωρήσεως από τήν εθνική υπηρεσία — Έλλειψη επιπτώσεως μεταγενέστερης νομοθεσίας , η οποία τροποποιεί αναδρομικά τόν υπολογισμό τών κεκτημένων δικαιωμάτων — Λαμβάνονται υπόψη τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα , τά οποία διατηρούνται βάσει τής προαιρετικής ασφαλίσεως — Αποκλεισμός τών προαιρετικών εισφορών μετά τήν αποχώρηση από τήν εθνική υπηρεσία
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ άρθρο 102 παράγραφος 2· Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άρθρο 107 )
Περίληψη
Η προβλεπομένη από τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τού παλαιού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τής ΕΚΑΧ , καθώς καί από τό άρθρο 107 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , αναγνώριση συντάξιμων ετών έχει ως σκοπό νά παράσχει , στό πλαίσιο τού κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος , ορισμένη αποκατάσταση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού ο υπάλληλος ειχε ήδη αποκτήσει , από τά οποία ομως αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί , επειδή προσλήφθηκε σέ μία από τίς Κοινότητες . Τά δικαιώματα από τά οποία πρέπει νά παραιτηθεί ειναι εκείνα πού ειχε αποκτήσει κατά τό χρονικό σημείο τής αποχωρήσεώς του από τής προγενέστερης υπηρεσίας του .
Κατά συνέπεια , μεταγενέστερη εθνική νομοθεσία δέ δύναται νά έχει ως συνέπεια τήν τροποποίηση , γιά τόν προσδιορισμό τής εν λόγω αποκαταστάσεως , τού υπολογισμού τών δικαιωμάτων πού ειχε αποκτήσει κατά τό χρονικό αυτό σημείο , ακόμη καί άν , τιθεμένη σέ ισχύ μετά τήν αποχώρηση από τήν εθνική υπηρεσία , ανατρέχει σέ χρόνο προγενέστερο τού εν λόγω χρονικού σημείου . Πράγματι δέ δύναται νά θεωρηθεί οτι ο υπάλληλος απόλεσε τά συνταξιοδοτικά του δικαιώματα , επειδή ανέλαβε υπηρεσία σέ μία από τίς Κοινότητες , οταν δέν ειχε αποκτήσει τά ανωτέρω δικαιώματα κατά τό ίδιο χρονικό σημείο πού απεχώρησε από τήν προηγουμένη υπηρεσία του .
Επίσης , άν ενα όργανο δικαιούται νά λάβει υπόψη του , γιά τόν υπολογισμό τών συντα ξιοδοτικών δικαιωμάτων , τά οποία ο υπάλληλος ειχε αποκτήσει στή χώρα καταγωγής του καί από τά οποία αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί λόγω τού οτι ανέλαβε καθήκοντα σέ μία από τίς Κοινότητες , τά διατηρηθέντα δυνάμει συ μπληρωματικής προαιρετικής ασφαλίσεως έναντι εθνικού οργανισμού δικαιώματα , εντούτοις , οφείλει νά αποκλείσει τίς προαιρετικές εισφορές πού κατέβαλε ο ενδιαφερόμενος μετά τήν αποχώρησή του από τήν εθνική υπηρεσία .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 131/80 ,
GERHARD WILL , μηχανικός , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Λουξεμβούργου , μέ αντίκλητο καί πληρεξούσιο τόν Victor Biel , δικηγόρο Λουξεμβούργου , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τόν Joern Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg , Λουξεμβούργο ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο :
— τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 11ης Δεκεμβρίου 1978 , περί καθορισμού τού αριθμού τών συντάξιμων ετών πού αναγνωρίσθηκαν στόν προσφεύγοντα δυνάμει τού άρθρου 102 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τής ΕΚΑΧ καί
— τή διαπίστωση τού οτι η Επιτροπή υποχρεούται νά αναγνωρίσει στόν προσφεύγοντα περισσότερα συντάξιμα έτη , τά οποία δέν έλαβε υπόψη της στήν ανωτέρω απόφαση ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 30 Μα ΐου 1980 ο Gerhard Will , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , άσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητά τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής τής 11ης Δεκεμβρίου 1978 , πού τόν υπήγαγε στίς διατάξεις τού άρθρου 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τής ΕΚΑΧ ( εφεξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ ) καί μέ τήν οποία καθορίσθηκαν τά συντάξιμα έτη πού τού αναγνωρίσθηκαν δυνάμει τών εν λόγω διατάξεων .
2 Τό ανωτέρω άρθρο 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ , η διατύπωση τού οποίου συμπίπτει βασικώς μέ εκείνη τού άρθρου 107 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφεξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), ορίζει οτι ο υπάλληλος πού αποδεικνύει οτι αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί , επειδή ανέλαβε καθήκοντα στήν Κοινότητα , από ολα ή ορισμένα από τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού θά αποκτούσε στή χώρα καταγωγής του , χωρίς νά δύναται νά λάβει ισότιμη ασφαλιστική κάλυψη γιά τά δικαιώματα αυτά , απολαύει , πρός τό σκοπό λήψεως συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία τής Κοι νότητας , τού πλεονεκτήματος τής αναγνωρίσεως τών συντάξιμων ετών πού αντιστοιχούν στόν αριθμό τών συντάξιμων ετών , τά οποία ειχε αποκτήσει στή χώρα καταγωγής του . Τό ίδιο άρθρο προβλέπει οτι ο αριθμός τών συντάξιμων ετών πού αναγνωρίσθηκαν μέ τόν τρόπο αυτό καθορίζεται από τήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή τού οργάνου από τό οποίο εξαρτάται ο υπάλληλος , κατόπιν γνώμης τής επιτροπής τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί οτι ο αριθμός αυτός δέ δύναται νά ειναι μεγαλύτερος ούτε από τόν αριθμό τών ετών πραγματικής υπηρεσίας τόν οποίο ο υπάλληλος θά έχει τή δυνατότητα νά συμπληρώσει μέχρι τής ηλικίας τών 65 ετών , ούτε από τό ημισυ τού αριθμού τών ετών υπηρεσίας πού θά απαιτούνταν γιά τή συμπλήρωση 35 συντάξιμων ετών στήν ηλικία τών 65 ετών .
3 Ο προσφεύγων ανέλαβε υπηρεσία στήν ανωτάτη αρχή τής ΕΚΑΧ στίς 15 Οκτωβρίου 1956 . Πρίν από τήν ημερομηνία αυτή υπηρετούσε στό γερμανικό ταμείο αλληλασφαλίσεως εργατών σιδηρουργίας καί ελασματοποιήσεως ( Huetten- und Walzwerksberufsgenossenschaft , εφεξής : Berufsgenossenschaft ), οργανισμό δημόσιου δικαίου κατά τήν έννοια τής γερμανικής νομοθεσίας . Από τήν 1η Ιουνίου 1953 ειχε ιδιότητα τού υπαλλήλου επί σχέσει δημόσιου δικαίου συνεπώς , η αμοιβή του υπέκειτο σέ κρατήσεις γιά σύνταξη δυνάμει τού γερμανικού ομοσπονδιακού νόμου περί καταστάσεως υπαλλήλων επί σχέσει δημόσιου δικαίου . Προηγουμένως , καί από τήν 1η Μαρτίου 1951 , ειχε εργασθεί στήν υπηρεσία τού ίδιου οργανισμού , ως υπάλληλος επί σχέσει δημόσιου δικαίου κατά τήν έννοια τού γερμανικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων τών υπαλλήλων επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου ( Angestelltenversicherungsgesetz)· δεδομένου οτι δέν υπέκειτο στήν υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεως πού προβλέπει ο νόμος αυτός , λόγω τού υψους τών αμοιβών του , κατέβαλε προαιρετικές εισφορές στό ομοσπονδιακό ιδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως τών υπαλλήλων επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου ( Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte , εφεξής Bundesanstalt ).
4 Όταν ανέλαβε υπηρεσία στήν Κοινότητα , ο προσφεύγων δέν ειχε συμπληρώσει τήν περίοδο αναμονής εκ δέκα ετών υπηρεσίας πού προβλέπει ως προϋπόθεση χορηγήσεως συντάξεως ο γερμανικός ομοσπονδιακός νόμος περί καταστάσεως υπαλλήλων επί σχέσει δημόσιου δικαίου . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , η Berufsgenossenschaft υποχρεώθηκε , σύμφωνα μέ τό νόμο περί κοινωνικών ασφαλίσεων υπαλλήλων επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου , νά ασφαλίσει αναδρομικώς τόν προσφεύγοντα γιά τήν περίοδο κατά τήν οποία ηταν υπάλληλος , επί σχέσει δημόσιου δικαίου υποχρέωση τήν οποία εκπλήρωσε καταβάλλοντας στήν Bundesanstalt τό ποσό πού προέκυπτε από τόν υπολογισμό τής συντάξεως γιά τήν περίοδο αυτή . Ο προσφεύγων κατέβαλε προαιρετικές εισφορές στήν Bundesanstalt κατά τήν ίδια αυτή περίοδο καί μετά τήν ανάληψη υπηρεσίας του στήν Κοινότητα .
5 Από τήν επιστολή τής Bundesanstalt πρός τήν Επιτροπή , τής 26ης Αυγούστου 1976 , προκύπτει οτι η πρώτη θεωρεί οτι οι προαιρετικές εισφορές πού ειχε καταβάλει ο προσφεύγων , τόσο κατά τήν περίοδο πού εργαζόταν στήν υπηρεσία τής Berufsgenossenschaft οσο καί μετά τήν παύση τής εν λόγω εργασίας , ισχύουν ως εισφορές συμπληρωματικής ασφαλίσεως εν σχέσει μέ τήν αναδρομική ασφάλιση πού ανέλαβε υπέρ τού προσφεύγοντος η Berufsgenossenschaft .
6 Μέ τήν προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή αναγνώρισε στόν προσφεύγοντα συντάξιμα έτη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ . Η απόφαση καθορίζει , αφενός , τό ανώτατο οριο τών συντάξιμων ετών πού δύνανται νά αναγνωρισθούν δυνάμει τής εν λόγω διατάξεως σέ 5 έτη , 5 μήνες καί 3 ημέρες καί , αφετέρου , τόν αριθμό τών συντάξιμων ετών πού αναγνωρίζονται σέ 3 έτη , 1 μήνα καί 15 ημέρες .
7 Ως πρός τόν καθορισμό τού ανώτατου ορίου , η προσφυγή αναφέρει μία περίοδο 15 ετών καί 18 ημερών πού έπρεπε νά ληφθεί υπόψη , αλλά στόν ισχυρισμό αυτό , στερούμενο κάθε επεξηγήσεως , δέν ενέμεινε ο προσφεύγων μετά τίς σχετικές διασαφηνίσεις πού παρέσχε η Επιτροπή μέ τό υπόμνημα αντικρούσεως .
8 Αντιθέτως , ο προσφεύγων αμφισβήτησε τόν καθορισμό τού αριθμού τών αναγνωριζόμενων συντάξιμων ετών γιά δύο λόγους . Κατ’ αρχήν , η Επιτροπή έλαβε ως βάση υπολογισμού ανακριβή αριθμό συντάξιμων ετών , μή λαμβάνοντας υπόψη τίς περιόδους σπουδών πού διήνυσε ο προσφεύγων πρίν αναλάβει υπηρεσία στήν Berufsgenossenschaft . Περαιτέρω , κακώς η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τίς εισφορές προαιρετικής ασφαλίσεως πού κατέβαλε ο προσφεύγων στήν Bundesanstalt .
9 Σύμφωνα μέ τό παράρτημά της , η προσβαλλόμενη απόφαση , στηρίχθηκε στόν ακόλουθο υπολογισμό προκειμένου νά καταλήξει στήν αναγνώριση 3 ετών , 1 μήνα καί 15 ημερών :
α ) έλαβε ως βάση υπολογισμού τήν περίοδο κατά τήν οποία ο προσφεύγων απασχολήθηκε στήν Berufsgenossenschaft , δηλ . 5 έτη , 7 μήνες καί 13 ημέρες·
β)εφάρμοσε στόν αριθμό αυτό τό συντελεστή 0,8332 , γιά νά ληφθεί υπόψη η μή προαιρετική ασφάλιση τού προσφεύγοντος στήν Bundesanstalt·
γ)εφάρμοσε κατόπιν ενα συντελεστή μετατροπής , γιά νά μετατρέψει σέ ισότιμη ασφαλιστική κάλυψη τόν αριθμό πού προέκυψε κατ’ αυτό τόν τρόπο .
10 Ο προσφεύγων αμφισβητεί , κατ’ αρχήν , τή βάση υπολογισμού πού αναφέρεται υπό τό στοιχείο α . Δέν αρνείται οτι ειχε πράγματι συμπληρώσει τήν περίοδο , τήν οποία αναφέρει η απόφαση , κατά τό χρόνο πού αποχώρησε από τήν εργασία του στήν Berufsgenossenschaft τό 1956 . Εντούτοις , κατά τή γνώμη του , η περίοδος πού χρησίμευσε ως βάση υπολογισμού έπρεπε νά περιλαμβάνει όχι μόνο τήν περίοδο ενεργού απασχολήσεως , αλλά καί τίς προηγούμενες τής απασχολήσεως περιόδους σπουδών , οι οποίες δύνανται νά ληφθούν υπόψη γιά τόν υπολογισμό τών συντάξιμων ετών , σύμφωνα μέ τήν εφαρμοστέα γερμανική νομοθεσία .
11 Πρός υποστήριξη τού ως άνω λόγου , ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι ενας γερμανικός νόμος τής 1ης Ιουλίου 1957 παρενέβαλε στόν ομοσπονδιακό νόμο περί καταστάσεως ύπαλλήλων επί σχέσει δημόσιου δικαίου ενα νέο άρθρο 116α , σύμφωνα μέ τό οποίο οι προηγούμενες τής απασχολήσεως περίοδοι σπουδών πρέπει νά λαμβάνονται υπόψη γιά τόν υπολογισμό τών συντάξιμων ετών . Ο εν λόγω νόμος τού 1957 ανέδραμε μέχρι τήν 1η Σεπτεμβρίου 1953 , ημερομηνία κατά τήν οποία ο προσφεύγων υπηρετούσε ακόμη στήν Berufsgenossenschaft . Συνεπώς , τό προβλεπόμενο από τόν εν λόγω νόμο σύστημα ειχε αναδρομική εφαρμογή στήν κατάστασή του· τό ανωτέρω σύστημα , επομένως , δημιούργησε υπέρ αυτού συνταξιοδοτικά δικαιώματα από τά οποία αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί , επειδή ανέλαβε υπηρεσία στήν Κοινότητα .
12 Η Επιτροπή αντικρούει τό επιχείρημα αυτό . Υποστηρίζει οτι , σύμφωνα μέ τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ , η αναγνώριση συντάξιμων ετών δέ δύναται νά αφορά παρά τά συντάξιμα έτη πού ο υπάλληλος «ειχε αποκτήσει στή χώρα καταγωγής του» καί οτι τό εν λόγω κείμενο πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι τά συντάξιμα έτη «πού έχουν αποκτηθεί» πρέπει πράγματι νά έχουν αποκτηθεί τή στιγμή πού ο υπάλληλος αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί από τά ανωτέρω δικαιώματα . Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε από τίς γενικές εκτελεστικές διατάξεις , οι οποίες αφορούν τά άρθρα 107 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ , καί εκδόθηκαν από τήν Επιτροπή στίς 2 Ιουλίου 1969 , δημοσιεύθηκαν δέ στόν «Ταχυδρόμο τού προσωπικού» τής 29ης Ιουλίου 1969 ( υπ’ αριθ . 77 σ . 601 ). Τό άρθρο 7 τών εν λόγω γενικών διατάξεων εξαρτά ρητώς τήν αναγνώριση από τό εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα , οπως εφαρμοζόταν επί τού υπαλλήλου «κατά τό χρονικό σημείο κατά τό οποίο αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί από τά δικαιώματά του» .
13 Η άποψη τής Επιτροπής πρέπει νά γίνει δεκτή . Η προβλεπόμενη από τό άρθρο 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ , καθώς καί από τό άρθρο 107 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αναγνώριση συντάξιμων ετών έχει ως σκοπό νά παράσχει , στό πλαίσιο τού κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος , ορισμένη αποκατάσταση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού ο υπάλληλος ειχε ήδη αποκτήσει , από τά οποία ομως αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί , επειδή προσλήφθηκε σέ μιά από τίς Κοινότητες . Τά δικαιώματα από τά οποία πρέπει νά παραιτηθεί ειναι εκείνα πού ειχε αποκτήσει κατά τό χρονικό σημείο τής αποχωρήσεώς του από τής προγενέστερης υπηρε σίας του· μεταγενέστερες εθνικές διατάξεις δέ δύνανται νά έχουν ως συνέπεια τήν τροποποίηση , γιά τόν προσδιορισμό τής ανωτέρω αποκαταστάσεως , τού υπολογισμού τών δικαιωμάτων πού ειχε αποκτήσει κατά τό χρονικό αυτό σημείο .
14 Τό ίδιο ισχύει καί οταν εθνικές διατάξεις πού τέθηκαν σέ ισχύ μετά τήν αποχώρηση από τήν εθνική υπηρεσία , ανέδραμον σέ χρόνο προγενέστερο τού εν λόγω χρονικού σημείου . Πράγματι , δέ δύναται νά θεωρηθεί οτι ο υπάλληλος απόλεσε τά συνταξιοδοτικά του δικαιώματα επειδή ανέλαβε υπηρεσία σέ μία από τίς Κοινότητες , οταν δέν ειχε αποκτήσει τά ανωτέρω δικαιώματα κατά τό ίδιο χρονικό σημείο πού αποχώρησε από τήν προηγουμένη υπηρεσία του .
15 Από τά παραπάνω επεται οτι τό πρώτο αίτημα τού προσφεύγοντος ειναι αβάσιμο .
16 Ο προσφεύγων αμφισβητεί εν συνεχεία τήν εφαρμογή , από τήν προσβαλλομένη απόφαση , συντελεστή 0,8332 επί τού αριθμού τών ετών , κατά τή διάρκεια τών οποίων απασχολήθηκε στήν Berufsgenossenschaft , προκειμένου νά ληφθεί υπόψη η προαιρετική ασφάλιση στήν Bundesanstalt . Κατά τή γνώμη του , τό νά ληφθούν υπόψη εισφορές προαιρετικού χαρακτήρα ισοδυναμεί μέ δήμευση τής αποταμιεύσεως τού υπαλλήλου καί ειναι , εν πάση περιπτώσει , αντίθετο πρός τό γράμμα καί τούς σκοπούς τού άρθρου 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ .
17 Η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι βασίμως λαμβάνει υπόψη , γιά τόν υπολογισμό τής αξίας τών απολεσθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού πρέπει νά αποκατασταθούν σύμφωνα μέ τήν εν λόγω διάταξη , τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα πού διατηρήθηκαν αφότου ο προσφεύγων ανέλαβε υπηρεσία στήν Επιτροπή , ακόμη κι άν τά δικαιώματα αυτά βασίζονται μερικώς σέ προαιρετικές εισφορές . Δεδομένου οτι ο σκοπός τών εφαρμοστέων κανόνων συνίσταται στήν αποκατάσταση συνταξιοδοτικού ελλείμματος πού δέ δύναται νά καλυφθεί κατά άλλον τρόπο , δέ συντρέχει λόγος χορηγήσεως ωφελημάτων σέ περίπτωση πού δέν υφίσταται παρόμοιο έλλειμμα .
18 Η Επιτροπή επισημαίνει , εξάλλου , οτι τό άρθρο 4 τών παραπάνω γενικών εκτελεστικών διατάξεων προβλέπει ρητώς οτι τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα , από τά οποία αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί ο υπάλληλος , ειναι τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία πού βαρύνουν ενα «κανονιστικό ή συμβατικό» συνταξιοδοτικό σύστημα .
19 Ο προσφεύγων ανταπαντά οτι τό ανωτέρω άρθρο 4 στηρίζεται σέ μή ορθή ερμηνεία τών άρθρων 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ καί 107 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· επομένως , ζήτησε από τό Δικαστήριο νά αναγνωρίσει τό ανίσχυρο τού εν λόγω άρθρου 4 .
20 Από τή δικογραφία προκύπτει οτι οι προαιρετικές εισφορές πού κατέβαλε ο προσφεύγων στήν Bundesanstalt ηταν 46 , από τίς οποίες 17 καταβλήθηκαν κατά τήν περίοδο πού ο προσφεύγων εργαζόταν ως υπάλληλος επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου στήν υπηρεσία τής Berufsgenossenschaft ( 1951-1953 ), 13 κατά τήν περίοδο πού ειχε τήν ιδιότητα τού υπαλλήλου επί σχέσει δημόσιου δικαίου στό ίδιο όργανο ( 1953-1956 ) καί 16 μετά τήν αποχώρηση από τήν υπηρεσία του , τό Δεκέμβριο τού 1957 . Από τήν εξέταση τής εφαρμοστέας γερμανικής νομοθεσίας , εν αναφορά πρός τά στοιχεία τής δικογραφίας , εμφαίνεται οτι οι εν λόγω 16 προαιρετικές εισφορές , παρόλο πού καταβλήθηκαν μετά τήν αποχώρηση από τήν υπηρεσία , ειχαν ως αντικείμενο τήν κάλυψη τών ασφαλιστικών περιόδων μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1955 καί τού χρονικού σημείου αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία ως συμπληρωματικές εισφορές κατά τήν έννοια τού νόμου τής 23ης Οκτωβρίου 1957 , ο οποίος αναμόρφωσε τό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τών υπαλλήλων επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου ( Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz ).
21 Εξάλλου πρέπει νά υπομνησθεί οτι η Berufsgenossenschaft ασφάλισε αναδρομικώς τόν προσφεύγοντα γιά τήν περίοδο κατά τήν οποία ειχε τήν ιδιότητα τού γερμανού υπαλλήλου επί σχέσει δημόσιου δικαίου ( 1953-1956 ), καταβάλλοντας στήν Bundesanstalt ποσό πού προκύπτει από τόν υπολογισμό τής συντάξεως γιά τήν περίοδο αυτή καί οτι ο ανωτέρω φορέας θεωρεί οτι οι προαιρετικές εισφορές πού κατέβαλε ο προσφεύγων πρέπει νά εξομοιωθούν μέ τίς εισφορές συμπληρωματικής ασφαλίσεως κατά τήν έννοια τού γερμανικού δικαίου .
22 Υπό τίς προϋποθέσεις αυτές , η Επιτροπή δικαιούνταν νά λάβει υπόψη της , γιά τόν υπολογισμό τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , από τά οποία ο προσφεύγων αναγκάσθηκε νά παραιτηθεί κατά τήν έννοια τού άρθρου 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ λόγω τού οτι ανέλαβε καθήκοντα στήν Κοινότητα , τά διατηρηθέντα δυνάμει προαιρετικής ασφαλίσεως στήν Bundesanstalt συνταξιοδοτικά δικαιώματα . Από τής απόψεως λοιπόν αυτής , η Επιτροπή ορθώς ερμήνευσε τό ανωτέρω άρθρο 102 παράγραφος 2· κατά συνέπεια , τό άρθρο 4 τών γενικών εκτελεστικών διατάξεων δέν ειναι ασυμβίβαστο πρός τίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ΕΚΑΧ .
23 Συντρέχει , εντούτοις , λόγος νά τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως οι 16 προαιρετικές εισφορές , πού ο προσφεύγων κατέβαλε μετά τήν αποχώρησή του από τήν υπηρεσία στό Berufsgenossenschaft . Πράγματι , από τίς σκέψεις πού αναπτύχθηκαν ανωτέρω προκύπτει οτι τό κρίσιμο χρονικό σημείο υπολογισμού τών απολεσθέντων καί διατηρηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , γιά τήν αποκατάστασή τους στό πλαίσιο τού κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος , ειναι τό σημείο πού ο υπάλληλος αποχωρεί από τήν προηγουμένη υπηρεσία του , προκειμένου νά αναλάβει υπηρεσία σέ μία από τίς Κοινότητες .
24 Κατά συνέπεια , η Επιτροπή δέν ειχε τό δικαίωμα νά λάβει υπόψη τίς προαιρετικές εισφορές πού ο προσφεύγων κατέβαλε από τής αναλήψεως υπηρεσίας στήν Κοινότητα , δυνάμει εθνικών διατάξεων πού τέθηκαν σέ ισχύ μετά τό ανωτέρω χρονικό σημείο .
25 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει νά ακυρωθεί κατά τό μέρος πού η εφαρμογή τού συντελεστού 0,8332 επί τού αριθμού συντάξιμου χρόνου εκ 5 ετών , 7 μηνών καί 13 ημερών , ο οποίος αντιστοιχεί στήν περίοδο κατά τήν οποία ο προσφεύγων απασχολήθηκε στήν Berufsgenossenschaft , αφορά τή διατήρηση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τού προσφεύγοντος , η οποία βασίζεται στήν πληρωμή τών 16 προαιρετικών εισφορών πού κατέβαλε στήν Bundesanstalt μετά τήν αποχώρησή του από τήν Berufsgenossenschaft .
26 Κατά τά λοιπά η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
27 Δεδομένου οτι κάθε διάδικος ηττήθη μερικώς , πρέπει νά συμψηφισθούν τά δικαστικά έξοδα , σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 3 εδάφιο 1 τού κανονισμού διαδικασίας .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής τής 11ης Δεκεμβρίου 1978 , μέ τήν οποία ο προσφεύγων υπήχθη στίς ευεργετικές διατάξεις τού άρθρου 102 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων ΕΚΑΧ , κατά τό μέρος πού η εφαρμογή τού συντελεστή 0,8332 επί τού αριθμού συντάξιμου χρόνου εκ 5 ετών , 7 μηνών καί 13 ημερών , ο οποίος αντιστοιχεί στήν περίοδο κατά τήν οποία ο προσφεύγων απασχολήθηκε στό γερμανικό ταμείο αλληλασφαλίσεως εργατών σιδηρουργίας καί ελασματοποιήσεως ( Huetten- und Walzwerksberufsgenossenschaft ), αφορά τή διατήρηση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τού προσφεύγοντος , η οποία βασίζεται στήν πληρωμή τών προαιρετικών εισφορών πού κατέβαλε στό ομοσπονδιακό ιδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως υπαλλήλων επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου ( Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte ) μετά τήν αποχώρησή του από τήν Berufsgenossenschaft .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικά του δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy