Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Απαγόρευση — Έκταση
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 30 )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος — Υγειονομικοί έλεγχοι — Παραδεκτό — Προϋποθέσεις — Διατυπώσεις εφαρμογής πού υπερβαίνουν τίς ανάγκες τού ελέγχου — Διπλός έλεγχος — Απαγόρευση — Εκτίμηση από τόν εθνικό δικαστή
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 30 καί 36 )
3 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Δασμοί — Φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος — Έννοια — Τέλος γιά υγειονομικό έλεγχο πού διενεργείται σύμφωνα μέ ιδιαίτερα κριτήρια
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 9 , 12 , 13 )
Περίληψη
1 . Τό άρθρο 30 τής συνθήκης ΕΟΚ αποσκοπεί στήν κατάργηση μεταξύ τών Κρατών μελών ολων τών εμποδίων στήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων , ιδιαιτέρως εκείνων πού αναφέρονται συγκεκριμένως στά εισαγόμενα προϊόντα ή πού εφαρμόζονται στά εισαγόμενα καί στά εθνικά προϊόντα μέ διαφορετικούς ορους , κατά τρόπο πού καθιστά δυσκολότερη ή επαχθέστερη τήν εμπορία τών εισαγόμενων προϊόντων .
2 . Ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων στόν τομέα τού υγειονομικού ελέγχου ορισμένου προϊόντος , τά μέτρα ελέγχου πού εφαρμόζουν τά Κράτη μέλη δέ δύνανται νά θεωρηθούν , σάν αρχή , ως περιορισμός πού απαγορεύει η συνθήκη ΕΟΚ . Πάντως , πρέπει νά θεωρηθεί δυνάμει τών άρθρων 30 καί 36 τής συνθήκης ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς κάθε τρόπος εφαρμογής πού υπερβαίνει τίς επιταγές τού ελέγχου καί ειναι , υπό τήν έννοια αυτή , σέ θέση νά τροχοπεδήσει ή νά περιορίσει τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές .
Έτσι , η απαίτηση διπλού ελέγχου στή χώρα εξαγωγής καί στή χώρα εισαγωγής ειναι δυνατό νά υπερβαίνει , ανάλογα μέ τίς περιστάσεις , τά ορια τού άρθρου 36 τής συνθήκης , οταν οι υγειονομικές ανάγκες μπορούν νά ικανοποιηθούν κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό μέ μέτρα πού περιορίζουν λιγότερο τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές .
Εναπόκειται στό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο νά εξετάσει άν καί σέ ποιό βαθμό οι διατυπώσεις τού ελέγχου πού εφήρμοζαν οι εθνικές αρχές ειναι τέτοιας φύσεως ωστε νά αποτελούν περιορισμό απαράδεκτο στό ενδοκοινοτικό εμπόριο .
3 . Πρέπει νά θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό , τήν οποία απαγορεύουν τά άρθρα 9 , 12 , καί 13 τής συνθήκης ΕΟΚ , τέλος πραγματογνωμοσύνης γιά υγειονομικό έλεγχο εισαγόμενου προϊόντος , οταν καθορίζεται καί επιβάλλεται χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση , σύμφωνα μέ κριτήρια πού προσιδιάζουν στή φύση ή στήν κατάσταση τού εμπορεύματος , τά οποία δέν μπορούν νά συγκριθούν μέ τά κριτήρια πού χρησιμοποιούνται γιά τόν καθορισμό τών χρηματικών επιβαρύνσεων πού πλήττουν ομοειδή εθνικά προϊόντα .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 132/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Rechtbank van eerste aanleg τής Brugge πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , περί εκδόσεως , στά πλαίσια τής εκκρεμούς ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού διαφοράς μεταξύ
NV UNITED FOODS , μέ εδρα τό Bredene ,
καί
PVBA AUG . VAN DEN ABEELE , μέ εδρα τήν Brugge αφενός ,
καί
ΒΕΛΓΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ , εκπροσωπούμενου από τόν υπουργό οικονομικών καί τόν υπουργό δημόσιας υγείας καί οικογένειας αφετέρου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
προδικαστικής αποφάσεως επί τής ερμηνείας τών άρθρων 9 επ ., 30 επ ., 36 καί 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , σέ σχέση μέ τή βελγική νομοθεσία περί υγειονομικού ελέγχου επί τών εισαγόμενων ιχθύων καί επιβολής τέλους γιά τή διενέργεια τού ελέγχου αυτού ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 5ης Μαρτίου 1980 πού περιήλθε στό Δικαστήριο τή 2α Ιουνίου 1980 , τό Rechtbank van eerste aanleg τής Brugge έθεσε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τέσσερα ερωτήματα σχετικά μέ τήν ερμηνεία τών άρθρων 9 , 12 , 13 , 30 , 36 καί 95 τής συνθήκης ΕΟΚ γιά νά δυνηθεί νά κρίνει άν συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο η βελγική νομοθεσία περί υγειονομικού ελέγχου κατά τήν εισαγωγή ιχθύων .
2 Όπως προκύπτει από τή δικογραφία , οι ενάγουσες στήν κύρια δίκη ήγειραν , τό 1978 , ενώπιον τού Rechtbank , αγωγές γιά τήν επιστροφή τών ποσών πού κατέβαλαν στίς τελωνειακές αρχές ως τέλη εξετάσεως γιά τό διενεργηθέντα υγειονομικό έλεγχο εισαγόμενων ιχθύων .
3 Στήν απόφαση περί παραπομπής διευκρινίζεται οτι ο υγειονομικός έλεγχος ιχθύων ρυθμίζεται στό Βέλγιο μέ τό νόμο τής 15ης Απριλίου 1965 περί ελέγχου καί εμπορίας ιχθύων , πουλερικών , κουνελιών καί θηραμάτων . Σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τού ανωτέρω νόμου , ειναι δυνατή η επιβολή τελών , κατά τρόπο προσδιοριζόμενο από τό βασιλέα , πού αποσκοπούν στήν κάλυψη τών εξόδων πού συνεπάγεται ο υγειονομικός έλεγχος .
4 Ο τρόπος διενέργειας τού υγειονομικού ελέγχου καθορίσθηκε μέ Koninklijk Besluit τής 30ής Απριλίου 1976 περί ελέγχου καί εμπορίας ιχθύων . Τά άρθρα 3 καί 4 τού εν λόγω Besluit , πού αποτελούν τό κεφάλαιο ΙΙ , αφορούν τόν υγειονομικό έλεγχο τών ιχθύων . Τά άρθρα 5 καί 6 , πού αποτελούν τό κεφάλαιο ΙΙΙ , ρυθμίζουν τόν έλεγχο επί τών ιχθύων πού αλιεύονται στήν ανοικτή θάλασσα ( καί αποκαλούνται «εκφορτούμενοι» ιχθύες ), ο οποίος διενεργείται υπ’ ευθύνη τών αρμόδιων αρχών τών οργανισμών τής τοπικής αυτοδιοικήσεως κατά τήν άφιξη στίς ιχθυαγορές ή σέ οποιοδήποτε άλλο τόπο εκφορτώσεως ιχθύων . Τά άρθρα 9 επ ., πού αποτελούν τό κεφάλαιο V , περιλαμβάνουν τίς ειδικές διατάξεις πού εφαρμόζονται επί τού υγειονομικού ελέγχου τών εισαγόμενων ιχθύων , ελέγχου πού ανήκει στήν αρμοδιότητα τών τελωνειακών αρχών .
5 Τό άρθρο 21 τού ίδιου Besluit , οπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως μέ Koninklijk Besluit τής 3ης Δεκεμβρίου 1976 , καθορίζει τά τέλη γιά τόν υγειονομικό έλεγχο πού διενεργείται κατά τήν εισαγωγή ιχθύων σέ 15 BFR ανά 100 χλγ . ή κλάσμα τών 100 χλγ . ολόκληρων καί μή υποστάντων επεξεργασία ιχθύων καί σέ 30 BFR ανά 100 χλγ . ή κλάσμα τών 100 χλγ . προκειμένου περί άλλων ιχθύων . Διευκρινίζεται οτι τά εν λόγω τέλη εισπράττονται μέσω τών τελωνειακών υπηρεσιών . Τό τέλος ελέγχου διενεργούμενου επί τών «εκφορτούμενων» ιχθύων θεσπίσθηκε μέ άλλο Koninklijk Besluit τής 3ης Δεκεμβρίου 1976 , τό οποίο ορίζει τά τέλη τού υγειονομικού ελέγχου κατά τήν εκφόρτωση τών ιχθύων πού αλιεύονται στήν ανοικτή θάλασσα . Σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 , τό τέλος πού αποσκοπεί στήν κάλυψη τών εξόδων πού συνεπάγεται ο διενεργούμενος υγειονομικός έλεγχος εισπράττεται από τή διοίκηση τού οργανισμού τής τοπικής αυτοδιοικήσεως , στήν περιοχή τής οποίας εκφορτώνονται οι ιχθύες . Μέ τό άρθρο 2 τού Besluit τό τέλος τού ελέγχου καθορίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο σέ 0,15 BFR ανά χλγ . «εκφορτούμενων» ιχθύων .
6 Οι ενάγουσες στήν κύρια δίκη αμφισβήτησαν ενώπιον τού Rechtbank τό άν οι ανωτέρω διατάξεις συμφωνούν μέ τούς κανόνες τής συνθήκης ΕΟΚ γιά δύο λόγους .
7 Αφενός , θεωρούν οτι ο έλεγχος αυτός συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς κατά τήν εισαγωγή , πού απαγορεύεται από τό άρθρο 30 τής συνθήκης , καί οτι ως εκ τούτου δέ δύναται νά αποτελέσει έρεισμα γιά τήν είσπραξη τού σχετικού τέλους . Ο υγειονομικός έλεγχος πού επιβάλλει η βελγική νομοθεσία ειναι απρόσφορος , δαπανηρός καί επιβραδυντικός καί δέ δύναται , επομένως , νά δικαιολογηθεί βάσει τού άρθρου 36 τής συνθήκης .
8 Αφετέρου , οι ενάγουσες θεωρούν οτι οσον αφορά τό τέλος γιά τή διενέργεια τού υγειονομικού ελέγχου , σύμφωνα μέ πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου πού ανατρέχει στήν απόφασή του τής 14ης Δεκεμβρίου 1972 ( υπόθεση 29/72 , Marimex , Jurispr ., σ . 1309 ), η είσπραξη υγειονομικών τελών πρέπει νά θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμούς πού απαγορεύεται από τά άρθρα 9 , 12 καί 13 τής συνθήκης . Ακόμη καί άν τό τέλος έπρεπε νά θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος υπό τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης , η είσπραξή του θά αντέκειτο καί πάλι στόν κανόνα περί μή εισαγωγής διακρίσεων πού θεσπίζει τό άρθρο αυτό .
9 Γιά νά δυνηθεί νά κρίνει επί τών ανωτέρω ισχυρισμών , τό Rechtbank έθεσε ενώπιον τού Δικαστηρίου τά ακόλουθα τέσσερα ερωτήματα :
«1 ) Τά άρθρα 30 επ . τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι υγειονομικός έλεγχος , πού διενεργείται στά σύνορα κατά τήν εισαγωγή ιχθύων καί έχει υποχρεωτικό καί συστηματικό χαρακτήρα , θεωρείται ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό στίς εισαγωγές , οταν :
— ο εισαγωγεύς υποχρεούται νά πληροφορεί εγγράφως τήν αρμόδια διοικητική υπηρεσία , είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ωρες πρίν από τήν εισαγωγή , ως πρός τή φύση , τήν ποσότητα καί τήν προέλευση τής αποστολής , μέ υποχρεωτική μνεία τής ημερομηνίας καί ωρας τής εισαγωγής , καθώς καί τών τελωνειακών καταστημάτων καί σταθμών από τούς οποίους θά γίνει η εισαγωγή·
— η εισαγωγή ιχθύων επιτρέπεται μόνο μέσω τών τελωνειακών καταστημάτων καί σταθμών πού ορισε η αρμόδια αρχή καί μόνο κατά τίς καθορισμένες ημερομηνίες καί ωρες·
— τά χρησιμοποιούμενα κιβώτια , οι συσκευασίες καί ο πάγος πρέπει νά ανταποκρίνονται στίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται από τό νόμο·
— οι ενδείξεις ελέγχου πού επιβάλλει η αρχή πρέπει νά τίθενται επί ολων τών συσκευασιών , ακόμη καί τών μικρότερων·
— οι εισαγόμενες ποσότητες ιχθύων πρέπει νά συνοδεύονται υποχρεωτικά από πιστοποιητικό υγείας πού εκδίδει η αρμόδια αρχή τής χώρας καταγωγής τους , μέ τό οποίο βεβαιούται οτι οι ιχθύες έχουν υποβληθεί σέ κτηνιατρική υγειονομική εξέταση κριθέντες κατάλληλοι πρός κατανάλωση τήν ημέρα τής αποστολής τους , καί τού οποίου τό πρότυπο καθορίζεται από τήν αρμόδια αρχή τού κράτους εισαγωγής ;
2)Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό πρώτο ερώτημα , τό άρθρο 36 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι ο υγειονομικός έλεγχος τού είδους πού περιγράφεται στό πρώτο ερώτημα δικαιολογείται εκ λόγων προστασίας τής δημόσιας υγείας πού ο ανωτέρω υγειονομικός έλεγχος θεωρείται οτι επιδιώκει ;
3)Τά τέλη πού υποχρεούται νά καταβάλει ο εισαγωγεύς γιά τήν κάλυψη τών εξόδων τού υγειονομικού ελέγχου πού περιγράφεται στό πρώτο ερώτημα πρέπει νά θεωρηθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου μέ τελωνειακούς δασμούς κατά τήν έννοια τών άρθρων 9 επ . τής συνθήκης ΕΟΚ ή ως εσωτερικοί φόροι κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής ίδιας συνθήκης , οταν :
— γιά τόν έλεγχο τών ιχθυοτροφείων πού βρίσκονται στό έδαφος τού ενδιαφερόμενου Κράτους μέλους δέν καταβάλλεται οποιοδήποτε τέλος·
— ο έλεγχος τών ιχθύων ανοικτής θάλασσας διενεργείται μετά τήν εκφόρτωσή τους στίς ιχθυαγορές καί αφορά τήν κατάστασή τους από υγειονομικής απόψεως , τή νωπότητα καί ακεραιότητά τους , ενώ ο υγειονομικός έλεγχος επ’ ευκαιρία τής εισαγωγής διενεργείται στά τελωνειακά καταστήματα καί αφορά τό πιστοποιητικό υγείας , τό μέσο μεταφοράς τών ιχθύων , τήν κατάσταση συντηρήσεως καθώς καί τή συμφωνία μέ τίς διατάξεις τού Κράτους μέλους εισαγωγής πού ρυθμίζουν τόν έλεγχο καί τήν εισαγωγή ιχθύων·
— τά τέλη ελέγχου , πού διενεργείται κατά τήν εισαγωγή , πρέπει νά καταβάλλονται υποχρεωτικώς κατά τή διέλευση τών συνόρων·
— τά τέλη ελέγχου , πού διενεργείται επί τών εκφορτούμενων ιχθύων , καθορίζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο ανεξαρτήτως από τήν κατάστασή τους , ενώ τά τέλη ελέγχου πού διενεργείται επί τών εισαγόμενων ιχθύων , εκτός τών ακέραιων καί μή επεξεργασμένων , ειναι διπλάσια από τά πρώτα ;
4)Στήν περίπτωση κατά τήν οποία στό προηγούμενο ερώτημα δοθεί απάντηση οτι τά τέλη ελέγχου , οπως περιγράφονται , δέν πρέπει νά θεωρηθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου μέ τελωνειακούς δασμούς , αλλά οτι δύνανται νά θεωρηθούν οτι αποτελούν τμήμα συστήματος επιβολής εσωτερικών φόρων κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , εισάγεται διάκριση πού απαγορεύεται από τήν ανωτέρω διάταξη άν τά τέλη ελέγχου γιά τούς εκφορτούμενους ιχθύς καθορίζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο , ανεξαρτήτως από τήν κατάστασή τους , ενώ τά τέλη ελέγχου γιά τούς εισαγόμενους ιχθύς , εκτός τών ακέραιων καί μή επεξεργασμένων ειναι διπλάσια από τά πρώτα;»
10 Μέ τίς παρατηρήσεις πού υπέβαλε στό Δικαστήριο η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως πρός τό άν συμβιβάζεται τό σύστημα υγειονομικού ελέγχου πού εφαρμόζεται στό Βέλγιο μέ τή συνθήκη , χωρίς ομως , οπως φαίνεται , νά θέτει υπό αμφισβήτηση τήν αρχή του . Η Επιτροπή αναφέρει οτι διεξάγει ήδη έρευνα επί τού εν λόγω συστήματος ελέγχου , χωρίς νά δύναται ακόμη νά προβεί στήν οριστική εκτίμησή του . Θεωρεί , πάντως , οτι ενας διπλός έλεγχος , οπως αυτός πού θεσπίζουν οι βελγικές κανονιστικές διατάξεις , ειναι ασυμβίβαστος μέ τίς απαιτήσεις τής συνθήκης , τουλάχιστον οσον αφορά τούς ιχθύς πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη τής Κοινότητας , τών οποίων οι ρυθμίσεις εξασφαλίζουν ήδη , σέ πολύ μεγάλο βαθμό , ανάλογη αξιόπιστη προστασία .
11 Ως πρός τό τέλος , η Επιτροπή πιστεύει οτι πρόκειται γιά φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμούς πού απαγορεύεται από τή συνθήκη . Από έρευνα πού διεξάχθηκε στό σύνολο τής Κοινότητας προκύπτει οτι τά τέλη υγειονομικού ελέγχου έχουν καταργηθεί σέ ολα τά Κράτη μέλη , πλήν τού Βελγίου , υπό τήν επιφύλαξη τής περιπτώσεως Κράτους μέλους γιά τό οποίο η Επιτροπή δέ διαθέτει ακόμη ασφαλείς πληροφορίες .
12 Κατά τή δανική κυβέρνηση δέ χωρά αμφιβολία οτι τά Κράτη μέλη δύνανται κατ’ αρχήν νά θεσπίζουν καί εφαρμόζουν κανόνες περί υγειονομικού ελέγχου τών ιχθύων . Στίς εθνικές αρχές εναπόκειται η οργάνωση ενιαίου καί ασφαλούς συστήματος ελέγχου , δυνάμενου νά λειτουργεί στήν πράξη , χωρίς νά συνεπάγεται δυσανάλογες διοικητικές δαπάνες , καθώς καί η άσκηση κατάλληλης πρός τό σκοπό αυτό εξουσίας εκτιμήσεως , υπό τόν ορο σεβασμού τής υποχρεώσεως περί μή διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ τής εθνικής παραγωγής καί τών εισαγόμενων εμπορευμάτων . Χωρίς νά αμφισβητεί τήν αρχή τού βελγικού συστήματος ελέγχου , η δανική κυβέρνηση εφιστά τήν προσοχή επί ορισμένων σημείων τού εν λόγω συστήματος πού συνεπάγονται παρακώλυση τών ενδοκοινοτικών συναλλαγών . Έτσι , η απαίτηση οπως κάθε εισαγωγής προηγείται 24ωρος αναγγελία καί ο καθορισμός από τή διοίκηση τού χρόνου κατά τόν οποίο δύναται νά γίνει η εισαγωγή ειναι δυνατό νά δημιουργήσουν κωλύματα στή μεταφορά εμπορεύματος πού ειναι αλλοιώσιμο σέ μεγάλο βαθμό , η διάθεση τού οποίου πρέπει νά γίνεται τάχιστα . Ως πρός τούς κατεψυγμένους ιχθύς , η δανική κυβέρνηση θεωρεί οτι η επανάληψη τού ελέγχου πού γίνεται κατά τήν εισαγωγή καί μεταγενεστέρως στίς εγκαταστάσεις τού εισαγωγέα ειναι δυνατό νά αποτελέσει περιττή επιβάρυνση γιά τόν τελευταίο .
13 Σχετικά μέ τό τέλος , η δανική κυβέρνηση θεωρεί οτι ειναι άνευ σημασίας γιά τήν παρούσα υπόθεση τό άν η βελγική φορολογική επιβάρυνση θά εξετασθεί υπό τό φώς τού άρθρου 9 ή τού άρθρου 95 τής συνθήκης . Όποιος καί άν ειναι ο νομικός του χαρακτηρισμός , τό σύστημα επιβολής τού τέλους αυτού εισάγει διακρίσεις κατά τό μέρος κατά τό οποίο τά εθνικά καί τά εισαγόμενα προϊόντα δέν τυγχάνουν μεταχειρίσεως βάσει τών ίδιων κριτηρίων . Η δανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ιδιαιτέρως τή διαφορά τής επιβαρύνσεως αναλόγως πρός τό άν οι εισαγόμενοι ιχθύες έχουν υποστεί ή όχι επεξεργασία , ενώ οι «εκφορτούμενοι» ιχθύες υπόκεινται στή μικρότερη επιβάρυνση , ανεξαρτήτως από τό βαθμό επεξεργασίας τους . Η δανική κυβέρνηση παρατηρεί οτι , καθόσον τήν αφορά , η Δανία δέν επιβάλλει κανένα τέλος ή φόρο γιά τούς διενεργούμενους στό έδαφός της γενικούς ή συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους .
14 Η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί οτι , ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως περί εναρμονίσεως τού τρόπου διενέργειας τών εθνικών υγειονομικών ελέγχων , οι τελευταίοι υπάγονται αναμφισβήτητα στήν εξαίρεση πού προβλέπει τό άρθρο 36 τής συνθήκης . Κατά τή γνώμη της , πάντως , ειναι δύσκολο νά αποκλεισθεί η άποψη σύμφωνα μέ τήν οποία ορισμένα από τά χαρακτηριστικά , πού μνημονεύονται στό πρώτο ερώτημα τού Rechtbank van eersle aanleg , ειναι δυνατό νά καταστήσουν δαπανηρότερες ή δυσκολότερες τίς εισαγωγές ιχθύων πού προέρχονται από τά Κράτη μέλη τής ΕΟΚ . Ως πρός τήν απαίτηση ελέγχου τόσο στή χώρα εξαγωγής οσο καί στή χώρα προορισμού , η γαλλική κυβέρνηση θεωρεί , κατ’ αντίθεση πρός τήν Επιτροπή , οτι ο ανωτέρω διπλός έλεγχος δικαιολογείται από τόν αλλοιώσιμο χαρακτήρα τού σχετικού εμπορεύματος καί τόν κίνδυνο απροόπτων πού δύνανται νά συμβούν κατά τή μεταφορά . Κατά τήν άποψή της , ειναι αναγκαίο νά «συνοδεύονται» οι ιχθύες από υγειονομικούς ελέγχους μετά τήν εκφόρτωσή τους , καί καθ’ ολα τά στάδια εμπορίας τους μέχρι τήν πώλησή τους στόν καταναλωτή . Από τήν άποψη αυτή , απλοί σποραδικοί έλεγχοι τής φαίνονται ανεπαρκείς .
15 Όσον αφορά τό τέλος υγειονομικού ελέγχου , η γαλλική κυβέρνηση πιστεύει οτι πρόκειται γιά φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό πού απαγορεύεται από τή συνθήκη . Πάντως , γιά τό ενδεχόμενο πού τό Δικαστήριο τόν χαρακτηρίσει ως εσωτερικό φόρο κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 , η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί οτι οι κανόνες πού διέπουν τήν είσπραξη τού τέλους αυτού εισάγουν διακρίσεις , επειδή στούς εκφορτούμενους ιχθύς επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση από αυτή πού ισχύει γιά τούς εισαγόμενους λόγω , κυρίως , τής διακρίσεως πού καθιερώνει η βελγική ρύθμιση μεταξύ ιχθύων πού έχουν υποστεί ή όχι επεξεργασία . Επί τού σημείου αυτού η γαλλική κυβέρνηση εφιστά τήν προσοχή στή σύγχυση πού προκαλεί τό γεγονός οτι η εν λόγω διάκριση πού καθιερώνει η βελγική ρύθμιση δέν εναρμονίζεται μέ τίς κατηγορίες τού Κοινού Τελωνειακού Δασμολογίου ( δασμολογικές κλάσεις 03.01 καί 03.02 αντιστοίχως ).
16 Κατά τήν προφορική διαδικασία , η βελγική κυβέρνηση υποστήριξε οτι τό επίδικο σύστημα ελέγχου συμβιβάζεται μέ τή συνθήκη . Υπενθυμίζει οτι , σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 τής συνθήκης , οι διατάξεις τών άρθρων 30 εως καί 34 δέν αντιτίθενται στίς απαγορεύσεις τών εισαγωγών , εφόσον δικαιολογούνται εκ λόγων προστασίας τής υγείας τών ανθρώπων . Η θέσπιση ενός υγειονομικού ελέγχου πού προηγείται τής διαθέσεως ιχθύων στήν κατανάλωση δέ δύναται νά θεωρηθεί ασυμβίβαστη μέ τήν κοινοτική έννομη τάξη . Ο εν λόγω έλεγχος διενεργείται βάσει τού νόμου τής 15ης Απριλίου 1965 καί τού Koninklijk Besluit τής 30ής Απριλίου 1976 , χωρίς οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ εισαγόμενων , εκφορτού μενων ή προερχόμενων από ιχθυοτροφεία ιχθύων . Ως πρός τήν αντίρρηση τών εναγουσών στήν κύρια δίκη οσον αφορά τήν υποχρέωση διπλού ελέγχου στή χώρα εξαγωγής καί στή χώρα προορισμού , η βελγική κυβέρνηση παρατηρεί οτι ο δεύτερος έλεγχος ειναι αναπόφευκτος γιά νά λαμβάνονται υπόψη , σέ περιπτώσεις μεγάλων αποστάσεων , οι οροι μεταφοράς ενός εμπορεύματος μέ αλλοιώσιμο χαρακτήρα .
17 Ως πρός τό τέλος , η βελγική κυβέρνηση αναφέρει οτι τούτο προορίζεται γιά τή χρηματοδότηση τής διεξαγωγής τού υγειονομικού ελέγχου πού πραγματοποιείται όχι λόγω τής εισαγωγής τών ιχθύων , αλλά μάλλον κατά τή διάθεσή τους στήν κατανάλωση επί βελγικού εδάφους , ανεξαρτήτως τής προελεύσεως τού εμπορεύματος . Εν σχέσει μέ τή διάκριση , πού επισημάνθηκε από διάφορες πλευρές , μεταξύ τού τέλους πού επιβάλλεται στούς επεξεργασμένους καί στούς μή επεξεργασμένους ιχθύς , η βελγική κυβέρνηση εφιστά τήν προσοχή στό γεγονός οτι σύμφωνα μέ τήν κοινή πείρα , η επεξεργασία τών ιχθύων , δηλαδή ο τεμαχισμός καί ο καθαρισμός τους επιφέρει μείωση τού βάρους κατά 50 % περίπου , γεγονός πού εξηγεί γιατί τό ποσοστό τού τέλους πού επιβάλλεται στούς επεξεργασμένους ιχθύς ειναι διπλάσιο τού τέλους πού επιβάλλεται στούς ιχθύς πού δέν έχουν υποστεί επεξεργασία . Η βελγική κυβέρνηση δέν αμφισβητεί τό οτι οι «εκφορτούμενοι» ιχθύες υπόκεινται μόνο στήν καταβολή τού τέλους πού καθορίζεται γιά τούς μή επεξεργασμένους ιχθύς . Εξηγεί τούτο επικαλούμενη τό γεγονός οτι ο βελγικός αλιευτικός στόλος δέν περιλαμβάνει επί τού παρόντος σκάφη καταλλήλως εξοπλισμένα γιά τήν επί τόπου επεξεργασία τών ιχθύων στήν ανοικτή θάλασσα . Παραδέχεται οτι οι ισχύοντες κανόνες πρέπει νά τροποποιηθούν οταν τά βελγικά σκάφη αποκτήσουν τό σχετικό εξοπλισμό . Κατά τή βελγική κυβέρνηση , δέν ειναι δυνατόν , επομένως , νά γίνεται λόγος γιά τήν υπαρξη φορολογικής διακρίσεως εις βάρος τών εισαγόμενων ιχθύων .
18 Εν συμπεράσματι , η βελγική κυβέρνηση θεωρεί οτι η εφαρμογή τών υγειονομικών ελέγχων δέ δύναται νά θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικό περιορισμό καί οτι τό τέλος δέ δύναται νά χαρακτηρισθεί ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό .
Επί τής συμφωνίας τού υγειονομικού ελέγχου πρός τά άρθρα 30 καί 36 τής συνθήκης ( πρώτο καί δεύτερο ερώτημα )
19 Μέ τά δύο πρώτα ερωτήματα περί τής ερμηνείας τών άρθρων 30 καί 36 τής συνθήκης , τό Rechtbank ερωτά κατ’ ουσίαν άν ο υγειονομικός έλεγχος τών εισαγόμενων ιχθύων συμβιβάζεται κατ’ αρχήν μέ τίς διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου καί , επί καταφατικής απαντήσεως , άν ο τρόπος διενέργειας τού ελέγχου πού αναφέρεται στό πρώτο ερώτημα δικαιολογείται , λαμβανομένων υπόψη τών απαιτήσεων τού άρθρου 36 .
20 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 30 , οι ποσοτικοί περιορισμοί κατά τήν εισαγωγή , καθώς καί κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος μεταξύ τών Κρατών μελών απαγορεύονται «μέ τήν επιφύλαξη τών ακόλουθων διατάξεων» . Η εν λόγω επιφύλαξη τού άρθρου 30 αφορά κυρίως τό άρθρο 36 , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού οποίου οι διατάξεις τών άρθρων 30 εως 34 δέν αντιτίθενται στίς απαγορεύσεις ή περιορισμούς τών εισαγωγών , εφόσον δικαιολογούνται , εκτός τών άλλων , εκ λόγων «προστασίας τής υγείας καί τής ζωής τών ανθρώπων» . Πάντως , στή δεύτερη φράση τού ίδιου άρθρου προστίθεται οτι οι εν λόγω απαγορεύσεις ή περιορισμοί «δέ δύνανται νά αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ τών Κρατών μελών» .
21 Τό Δικαστήριο ειχε τήν ευκαιρία μέ πάγια νομολογία επί τού θέματος να υπογραμμίσει οτι τό άρθρο αποβλέπει στήν εξάλειψη , μεταξύ τών Κρατών μελών , ολων τών εμποδίων στήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων καί ειδικά εκείνων πού αναφέρονται συγκεκριμένα στά εισαγόμενα προϊόντα ή πού εφαρμόζονται μέ διαφορετικές προϋποθέσεις επί τών εισαγόμενων καί επί τών εθνικών προϊόντων , κατά τρόπο πού καθιστά δυσκολότερη ή δαπανηρότερη τήν εμπορία τών εισαγόμενων προϊόντων ( αποφάσεις 4/75 , Rewe τής 8ης Ιουλίου 1975 , Jurispr . 1975 , σ . 843· 104/75 , de Peijper τής 20ής Μαϊ´ου 1975 , Jurispr . 1976 , σ . 613· 35/76 , Simmenthal , τής 15ης Δεκεμβρίου 1976 , Jurispr . 1976 , σ . 1871· 153/78 , Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , Jurispr . 1979 , σ . 2555· 251/78 , Denkavit τής 8ης Νοεμβρίου 1979 , Jurispr . 1979 , σ . 3369 ).
22 Όπως προκύπτει πάντως από τό άρθρο 36 , έλεγχοι κατά τήν εισαγωγή ειναι δυνατό νά συμβιβάζονται μέ τή συνθήκη , οταν δικαιολογούνται από τίς ανάγκες προστασίας τής δημόσιας υγείας , υπό τόν ορο , ομως , οτι η εφαρμογή τών ελέγχων αυτών δέν αποτελεί μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό εις βάρος τών εισαγόμενων προϊόντων . Άν ενας υγειονομικός έλεγχος ικανοποιεί τίς απαιτήσεις αυτές , τό άρθρο 30 τής συνθήκης δέν εμποδίζει τή θέσπιση παρόμοιων μέτρων .
23 Γιά νά δοθεί απάντηση στά τεθέντα ερωτήματα πρέπει νά ληφθούν υπόψη οι εν λόγω αρχές .
24 Πρωτίστως πρέπει νά ληφθεί υπόψη σχετικά οτι , επί τού παρόντος , δέν υφίστανται στήν Κοινότητα κοινοί ή εναρμονισμένοι κανόνες στόν τομέα τού υγειονομικού ελέγχου τών ιχθύων . Ο κανονισμός 113/76 τού Συμβουλίου τής 19ης Ιανουαρίου 1976 ( PB L 20 , σ . 29 ), τού οποίου έγινε επίκληση κατά τή διάρκεια τής διαδικασίας , έχει ως αντικείμενο τή θέσπιση κοινών κανόνων εμπορίας γιά ορισμένους νωπούς ή διατηρημένους δι’ απλής ψύξεως ιχθύς . Ο κανονισμός αυτός δέν αφορά τό θέμα τού υγειονομικού ελέγχου .
25 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , η οργάνωση τού υγειονομικού ελέγχου στόν εν λόγω τομέα καί η εφαρμογή του στά διάφορα στάδια εμπορίας ιχθύων ανήκει στά Κράτη μέλη . Επειδή τό άρθρο 36 τής συνθήκης επιτρέπει ρητώς τούς περιορισμούς στό εμπόριο πού δικαιολογούνται εκ λόγων προστασίας τής δημόσιας υγείας , η δέ Κοινότητα δέν έχει θεσπίσει επί τού αντικειμένου αυτού κοινούς ή εναρμονισμένους κανόνες , η εφαρμογή , επί τών εισαγόμενων από τά άλλα Κράτη μέλη ιχθύων , τού υγειονομικού ελέγχου πού προβλέπει η εθνική νομοθεσία Κράτους μέλους γιά τούς ιχθύς θάλασσας , πού εκφορτώνονται στούς λιμένες τού κράτους αυτού , δέν ειναι δυνατό νά θεωρηθεί οτι αποτελεί , κατ’ αρχήν , μέτρο πού απαγορεύεται από τή συνθήκη .
26 Δέν αμφισβητείται οτι τά επίδικα ενώπιον τού εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου μέτρα έχουν τό χαρακτήρα υγειονομικού ελέγχου καί οτι κατά συνέπεια εμπίπτουν , κατ’ αρχήν , στήν εξαίρεση πού προβλέπει τό άρθρο 36 . Η ανωτέρω διαπίστωση αφήνει ανοικτό τό ζήτημα άν οι διάφοροι οροι τού ελέγχου πού επισημαίνει τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο δύνανται ενδεχομένως νά αποτελέσουν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών , κατά τρόπο πού νά αφαιρεί από τόν έλεγχο αυτό τή δικαιολογητική του βάση κατά τήν έννοια τού ίδιου άρθρου .
27 Δέν αποκλείεται οτι αυτή ενδέχεται νά ειναι η συνέπεια είτε ορισμένων από τούς ορους πού μνημονεύονται στό πρώτο ερώτημα είτε σέ συνδυασμό μεταξύ τους . Τά διάφορα στοιχεία πού μνημονεύει τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο επισύρουν τίς ακόλουθες παρατηρήσεις .
28 Η υποχρέωση υποβολής γραπτής καί τόσο λεπτομερούς αναγγελίας , οπως εκείνη πού απαιτεί η ανωτέρω νομοθεσία , 24 τουλάχιστον ωρες πρίν από τήν εισαγωγή , φαίνεται ασυμβίβαστη μέ τήν ταχύτητα τών συναλλαγών καί μεταφορών στόν τομέα αυτό , δεδομένου τού αλλοιώσιμου χαρακτήρα τού εν λόγω εμπορεύματος . Ως πρός τόν καθορισμό από τήν τελωνειακή αρχή τών σημείων ελέγχου , καθώς καί τών ημερών καί ωρών κατά τίς οποίες παραμένουν ανοικτά , άν προέκυπτε οτι τά μέτρα αυτά συνεπάγονται τήν παρεμπόδιση τών εισαγωγών , οι σχετικές διατάξεις θά δικαιολογούνταν μόνο εφόσον αποδεικνύεται οτι ανταποκρίνονται στίς αντικειμενικές απαιτήσεις γιά τήν οργάνωση τής υγειονομικής υπηρεσίας . Η ίδια παρατήρηση ισχύει καί γιά τίς τεχνικές διατυπώσεις πού μνημονεύει τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο , άν αποδεικνύεται οτι δέν υφίσταται εύλογη συνάφεια μεταξύ τών απαιτήσεων πού επιβάλλει η διοίκηση καί τής διενέργειας τού ελέγχου .
29 Ως πρός τήν κατά τήν εισαγωγή υποχρέωση υποβολής σέ έλεγχο εμπορευμάτων πού υποβλήθηκαν σέ ισοδύναμο έλεγχο στό κράτος αποστολής , πρέπει νά υπομνησθεί οτι τό Δικαστήριο στήν απόφασή του τής 8ης Νοεμβρίου 1979 ( Denkavit , 251/78 , Jurispr . 1979 , σ . 3395 ) έκρινε οτι ενας διπλός έλεγχος πού διενεργείται στή χώρα εισαγωγής καί στή χώρα εξαγωγής ειναι δυνατό νά υπερβαίνει , αναλόγως μέ τίς περιστάσεις , τά ορια τού άρθρου 36 τής συνθήκης , εφόσον οι υγειονομικές ανάγκες δύνανται νά ικανοποιηθούν κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό μέ τά μέτρα πού περιορίζουν σέ μικρότερο βαθμό τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές . Στήν παρούσα περίπτωση , επειδή οι ιχθύες έχουν υποστεί υγειονομικό έλεγχο στό κράτος αποστολής , σύμφωνα μέ τούς κανόνες πού θεσπίζει η νομοθεσία τού κράτους προορισμού , ο έλεγχος κατά τήν εισαγωγή πρέπει οπωσδήποτε νά περιορίζεται σέ μέτρα πού αποσκοπούν στήν αντιμετώπιση τών κινδύνων μεταφοράς ή εκείνων πού απορρέουν από ενδεχόμενους χειρισμούς μεταγενέστερους τού ελέγχου πού διενεργήθηκε κατά τήν αποστολή .
30 Στό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο εναπόκειται νά εξετάσει , υπό τό φώς τών ανωτέρω σκέψεων , άν καί κατά πόσο ο τρόπος διενέργειας τού υγειονομικού ελέγχου πού εφαρμόζουν οι βελγικές αρχές δύναται νά συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό τού ενδοκοινοτικού εμπορίου .
31 Η απάντηση λοιπόν πού πρέπει νά δοθεί στά δύο πρώτα ερωτήματα ειναι οτι , ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων στόν τομέα τού υγειονομικού ελέγχου τών ιχθύων , τά μέτρα ελέγχου πού εφαρμόζουν τά Κράτη μέλη δέ δύνανται κατ’ αρχήν νά θεωρηθούν ως περιορισμός απαγορευόμενος από τή συνθήκη , αλλά οτι , δυνάμει τών άρθρων 30 καί 36 , πρέπει νά θεωρηθούν ως μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς οι οροι εφαρμογής πού υπερβαίνουν τίς ανάγκες τού ελέγχου καί δύνανται υπό τήν έννοια αυτή νά παρακωλύσουν ή νά περιορίσουν τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές .
Επί τής συμφωνίας τού «τέλους» πρός τό κοινοτικό δίκαιο ( τρίτο καί τέταρτο ερώτημα )
32 Μέ τό τρίτο ερώτημα τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ζητά από τό Δικαστήριο νά προσδιορίσει τά κριτήρια , σύμφωνα μέ τά οποία μία εισφορά οπως τό «τέλος εξετάσεως» ειναι δυνατό νά χαρακτηρισθεί είτε ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό κατά τήν έννοια τών άρθρων 9 , 12 καί 13 τής συνθήκης είτε ως εσωτερικός φόρος κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 , εφιστώντας τήν προσοχή επί ορισμένων διαφορών πού υφίστανται στό υπό κρίση σύστημα ελέγχου . Οι εν λόγω διαφορές αφορούν αφενός μέν εκτρεφόμενους ιχθύς , αναλόγως άν πρόκειται γιά εισαγόμενους ή προερχόμενους από ιχθυοτροφεία πού βρίσκονται επί εθνικού εδάφους , αφετέρου δέ ιχθύς πού αλιεύθηκαν σέ ανοικτή θάλασσα αναλόγως μέ τό άν πρόκειται γιά ιχθύς «εκφορτούμενους» ή εισαγόμενους .
33 Σύμφωνα μέ πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου , η οποία ανατρέχει στήν απόφαση τής 14ης Δεκεμβρίου 1972 ( υπόθεση 29/72 , Marimex , Jurispr ., σ . 1309 ), ο νομικός χαρακτηρισμός τελών πού καταβάλλονται επ’ ευκαιρία υγειονομικών ελέγχων κατά τήν εισαγωγή , εξαρτάται , εν σχέσει πρός τή συνθήκη , από τό άν τά σχετικά τέλη καθορίζονται σύμφωνα μέ ιδιαίτερα κριτήρια , τά οποία δέ δύνανται νά συγκριθούν μέ τά κριτήρια πού χρησιμοποιούνται γιά τόν καθορισμό τών χρηματικών επιβαρύνσεων πού πλήττουν ενδεχομένως ανάλογα εθνικά προϊόντα ή άν πρόκειται γιά χρηματικές επιβαρύνσεις πού εμπίπτουν στό γενικό σύστημα εσωτερικών τελών πού επιβαρύνουν κατά τρόπο συστηματικό , γιά τούς σκοπούς τού ελέγχου αυτού , τά εθνικά καί τά εισαγόμενα προϊόντα , σύμφωνα μέ τά ίδια κριτήρια .
34 Στή μνημονευθείσα υπόθεση , καθώς καί σέ πολλές άλλες μεταγενέστερες ( αποφάσεις τής 11ης Οκτωβρίου 1973 , υπόθεση 39/73 , Rewe , Jurispr ., σ . 1039· τής 9ης Ιουλίου 1975 , υπόθεση 21/75 , Schroeder , Jurispr ., σ . 905· τής 5ης Φεβρουαρίου 1976 , υπόθεση 87/75 , Bresciani , Jurispr ., σ . 129· τής 15ης Δεκεμβρίου 1976 , υπόθεση 35/76 , Simmenthal , Jurispr ., σ . 1871· τής 31ης Μα ΐου 1979 , υπόθεση 132/78 , Denkavit Loire , Jurispr ., σ . 1923 ), τό Δικαστήριο ειχε τήν ευκαιρία νά χαρακτηρίσει διάφορους τύπους υγειονομικών τελών ως φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμούς λόγω ελλείψεως αρκετά στενής σχέσεως μεταξύ τών τελών πού καταβάλλονται κατά τήν εισαγωγή προϊόντων υποκείμενων σέ υγειονομικό έλεγχο καί τών τελών πού καταβάλλονται επ’ ευκαιρία ελέγχων επί τών εθνικών προϊόντων .
35 Τό νομοθετικό καθεστώς περί τού οποίου θά αποφανθεί τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο πρέπει νά εκτιμηθεί υπό τό πρίσμα τών ανωτέρω κριτηρίων .
36 Δέν ειναι δυνατό νά αγνοηθεί σχετικά οτι η επιβολή τέλους εξετάσεως αποτελεί μέρος ενός καί μόνου κανονιστικού συστήματος πού προέρχεται από τόν ίδιο βασικό νόμο . Πάντως , τό εν λόγω κριτήριο , πού ειναι καθαρά τυπικό , δέν επαρκεί γιά νά εκτιμηθεί τό άν συμβιβάζεται τό αμφισβητούμενο σύστημα επιβολής τελών μέ τό κοινοτικό δίκαιο . Κατά τήν εκτίμηση αυτή πρέπει νά ληφθεί υπόψη τό περιεχόμενο καί οι συνέπειες τής σχετικής ρυθμίσεως .
37 Επ’ αυτού , τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο τονίζει πρωτίστως οτι οι εισαγόμενοι ιχθύες πού προέρχονται από ιχθυοτροφεία υπόκεινται σέ τέλος εξετάσεως , ενώ στό σύστημα ελέγχου τών ιχθύων οι οποίοι προέρχονται από ιχθυοτροφεία ευρισκόμενα επί εθνικού εδάφους δέν προβλέπεται κανένα τέλος . Υπό τήν επιφύλαξη τών διαπιστώσεων οσον αφορά τά πραγματικά περιστατικά , στίς οποίες θά πρέπει νά προέλθει τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο , πρέπει νά σημειωθεί οτι , από τήν άποψη τού κοινοτικού δικαίου , τό τέλος εξετάσεως , πού επιβάλλεται στούς εισαγόμενους ιχθύς οι οποίοι προέρχονται από ιχθυοτροφεία , συνιστά φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό , άν βάσει τού ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος διαφεύγουν de iure ή de facto οι ιχθύες , πού προέρχονται από ιχθυοτροφεία ευρισκόμενα επί τού εθνικού εδάφους , οποιουδήποτε υγειονομικού τέλους .
38 Ως πρός τούς ιχθύς πού αλιεύονται στή θάλασσα , τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο εφιστά , κατ’ αρχήν , τήν προσοχή επί τού γεγονότος οτι τό τέλος εξετάσεως γιά τούς «εκφορτούμενους» ιχθύς εισπράττεται από τίς αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως κατά τήν εκφόρτωση , ενώ τό ίδιο τέλος προκειμένου περί εισαγόμενων ιχθύων , εισπράττεται μέσω τών τελωνειακών υπηρεσιών γιά λογαριασμό τού Δημοσίου . Δέν αμφισβητείται οτι καί στίς δύο περιπτώσεις τό προϊόν τών σχετικών εισπράξεων διατίθεται αμέσως ή εμμέσως γιά τή χρηματοδότηση τών σχετικών μέ τόν υγειονομικό έλεγχο ενεργειών .
39 Από τήν εξέταση τής καταστάσεως καθίσταται σαφές οτι η διαφορά οσον αφορά τούς διοικητικούς κανόνες επιβολής τού τέλους οφείλεται στό γεγονός οτι οι «εκφορτούμενοι» ιχθύες , οι οποίοι θεωρούνται από τή στιγμή τής αλιεύσεώς τους ως εθνικό προϊόν , εκφεύγουν τής αρμοδιότητας τών τελωνειακών αρχών , ενώ ο έλεγχος τών εισαγόμενων ιχθύων είτε στά θαλάσσια είτε στά επί τού εδάφους σύνορα , είτε στόν τόπο προορισμού τους στό εσωτερικό τής επικράτειας , δέ δύναται νά διενεργηθεί αλλιώς παρά μόνο μέσω τών ανωτέρω αρχών καί κατά συνέπεια η εν λόγω διαφορά τού συστήματος οφείλεται σέ αντικειμε νικούς λόγους . Πάντως , δέν αποδείχθηκε οτι η κατανομή τών διοικητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ τών αρχών τοπικής αυτοδιοικήσεως καί τών τελωνειακών αρχών ως πρός τήν είσπραξη καί διάθεση τού τέλους εξετάσεως επηρεάζει τή βάση υπολογισμού καί τό ποσό τού τέλους αυτού . Επομένως , γιά τήν έρευνα τού άν συμβιβάζεται τό επίδικο σύστημα μέ τό κοινοτικό δίκαιο , οι εν λόγω περιστάσεις δύνανται νά αγνοηθούν , επειδή η ανωτέρω εκτίμηση θά πρέπει νά γίνει σέ συνάρτηση μέ τήν επίδραση τού επίδικου τέλους στό ενδοκοινοτικό εμπόριο .
40 Αντιθέτως , άλλα χαρακτηριστικά τού επίδικου συστήματος οδηγούν στό συμπέρασμα οτι τό αμφισβητούμενο τέλος εξετάσεως συνιστά στήν πραγματικότητα φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό .
41 Επ’ αυτού πρέπει νά σημειωθεί πρωτίστως οτι οι βάσεις επιβολής καί ο συντελεστής τού τέλους εξετάσεως καθορίσθηκαν μέ διαφορετικά κριτήρια , πράγμα τό οποίο καθιστά δυσχερή μία σύγκριση μεταξύ τών δύο συστημάτων . Η δυσχέρεια αυτή ειναι ακόμη εντονότερη , επειδή τά κριτήρια στά οποία στηρίζεται η εν λόγω ρύθμιση δέ συμφωνούν μέ τήν ταξινόμηση πού υιοθετεί η Κοινότητα στόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) 100/76 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στόν τομέα τών προϊόντων αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . αριθ . Ν 20 , τόμ . 04/001 , σ . 43 ) στό κοινό τελωνειακό δασμολόγιο καί στίς στατιστικές εμπορίου .
42 Επιπλέον , οι κανόνες περί καθορισμού τού τέλους εξετάσεως προβλέπουν γιά τούς «εκφορτούμενους» ιχθύς τήν εφαρμογή ενιαίου συντελεστή κατά χιλιόγραμμο , ενώ τό τέλος γιά τούς εισαγόμενους ιχθύς , τό οποίο καθορίζεται κατά ποσότητα 100 χιλιογράμμων καί κλάσμα τών 100 χιλιογράμμων , εφαρμόζεται βάσει διακρίσεως μεταξύ επεξεργασμένων καί λοιπών ιχθύων , τών επεξεργασμένων ιχθύων υποκείμενων σέ τέλος εξετάσεως διπλάσιο εκείνου πού επιβάλλεται στούς μή επεξεργασμένους ιχθύς . Άν καί η δικογραφία δέν περιέχει καμία ένδειξη επ’ αυτού , εικάζεται οτι οι εισαγόμενοι ιχθύες κατατάσσονται κυρίως λόγω τών αναγκών τής μεταφοράς στήν κατηγορία τών επεξεργασμένων ιχθύων υποκείμενων σέ τέλος εξετάσεως υψηλότερο εκείνου τών μή επεξεργασμένων ιχθύων .
43 Η απάντηση λοιπόν πού πρέπει νά δοθεί στό τρίτο ερώτημα ειναι οτι δέον νά θεωρείται ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό , τήν οποία απαγορεύουν τά άρθρα 9 , 12 καί 13 τής συνθήκης , τό τέλος πού επιβάλλεται γιά τόν υγειονομικό έλεγχο εισαγόμενων ιχθύων , οταν καθορίζεται καί επιβάλλεται χωρίς αντικειμενική δικαιολογία , σύμφωνα μέ ιδιαίτερα κριτήρια καθόσον αφορά τή φύση ή τήν κατάσταση τού εμπορεύματος , τά οποία δέ δύνανται νά συγκριθούν μέ τά κριτήρια πού χρησιμοποιούνται γιά τόν καθορισμό τών χρηματικών επιβαρύνσεων πού πλήττουν τά εθνικά προϊόντα τού αυτού είδους .
44 Ενόψει τής ανωτέρω απαντήσεως , τό τέταρτο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
45 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τού Βασιλείου τής Δανίας , η κυβέρνηση τού Βασιλείου τού Βελγίου καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον τού Δικαστηρίου , δέν αποδίδονται . Επειδή η διαδικασία ενέχει έναντι τών διαδίκων τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα προδικαστικού ζητήματος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου , στό τελευταίο εναπόκειται νά αποφασίσει επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Rechtbank van eerste aanleg τής Brugge μέ απόφασή του τής 5ης Μαρτίου 1980 , αποφαίνεται :
1 ) Ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων στόν τομέα τού υγειονομικού ελέγχου ιχθύων , τά μέτρα ελέγχου πού εφαρμόζουν τά Κράτη μέλη δέ δύνανται , κατ’ αρχήν , νά θεωρηθούν ως περιορισμός απαγορευόμενος από τή συνθήκη ΕΟΚ . Απλώς πρέπει νά θεωρηθούν ως μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου μέ ποσοτικούς περιορισμούς , δυνάμει τών άρθρων 30 καί 36 τής συνθήκης , ολοι οι οροι εφαρμογής πού υπερβαίνουν τίς ανάγκες τού ελέγχου καί δύνανται υπό τήν έννοια αυτή νά παρακωλύσουν ή περιορίσουν τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές .
2)Θεωρείται ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου μέ δασμό , πού απαγορεύουν τά άρθρα 9 , 12 , καί 13 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό τέλος πού επιβάλλεται γιά τόν υγειονομικό έλεγχο εισαγόμενων ιχθύων , οταν καθορίζεται καί επιβάλλεται χωρίς αντικειμενική αιτιολογία , σύμφωνα μέ ιδιαίτερα κριτήρια καθόσον αφορά τή φύση καί τήν κατάσταση τού εμπορεύματος , τά οποία δέ δύνανται νά συγκριθούν μέ τά κριτήρια πού χρησιμοποιούνται γιά τόν καθορισμό τών χρηματικών επιβαρύνσεων πού πλήττουν τά εθνικά προϊόντα τού αυτού είδους .
Full & Egal Universal Law Academy